Ανικανότητα σύνταξης διαθήκης λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής

 
Η διαθήκη, ως μονομερής δικαιοπραξία, αποτυπώνει τη δήλωση τελευταίας βούλησης του συντάκτη της για τον καθορισμό των ..
προσώπων που θα τον διαδεχτούν, υπό τους περιορισμούς του νόμου, στα περιουσιακά του στοιχεία. Δεδομένης δε της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ο νομοθέτης προέβλεψε τις δέουσες ρυθμίσεις, ώστε τα παραγόμενα εκ της διαθήκης έννομα αποτελέσματα να ανταποκρίνονται στη σκοπιμότητα πρόβλεψής της και, παράλληλα, το κείμενό της να αποτυπώνει γνησίως την πραγματική βούληση του διαθέτη.   

Στα πλαίσια αυτά, η διαθήκη υπόκειται σε συγκεκριμένους τύπους, ώστε η δυνατότητα κάθε προσώπου προς έκφραση της τελευταίας του βούλησης να μην αποκλείεται από τις γνώσεις του ή τις ειδικότερες πραγματικές συνθήκες, η μη τήρηση των οποίων εντούτοις επάγεται την ακυρότητά της. Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου, καίτοι τηρήθηκε προσηκόντως ο προβλεπόμενος τύπος σύνταξης της διαθήκης, η κατάσταση υπό την οποίαν τελούσε ο διαθέτης κατά τον προκείμενο χρόνο ήταν τέτοια, που επηρέασε ουσιωδώς το περιεχόμενο των όρων που αυτή θα είχε υπό κανονικές συνθήκες, ώστε να τίθεται θέμα ακυρότητάς της όχι για τυπικούς αλλά για ουσιαστικούς λόγους.

Μία από τις περιπτώσεις αυτές, προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 3 του Αστικού Κώδικα, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 του νόμου 2447/1996, σύμφωνα με την οποίαν ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά τον χρόνο σύνταξής της δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη της συνείδησης των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης εξαιτίας θόλωσης της διανοίας του από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο (πχ μέθη), η οποία φτάνει σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης που επιχειρεί, δηλαδή βρίσκεται σε αδυναμία να διαγνώσει είτε ότι συντάσσει διαθήκη είτε την ουσία και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων αυτής. Στα πλαίσια αυτά δεν απαιτείται η συνδρομή γενικής και πλήρους έλλειψης συνείδησης του εξωτερικού κόσμου, καθώς αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση αυτής.

Εξάλλου, ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται η διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, δηλαδή όταν εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς ή προκαλείται απώλεια της δυνατότητας αντίστασής του σε υποβολή που προέρχεται από εξωγενείς παράγοντες.

Περαιτέρω, ως ασθένειες, που μπορούν να οδηγήσουν στην διαταραχή αυτή θεωρούνται οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια και η ολιγοφρένεια. Ειδικά ως προϊούσα γεροντική άνοια νοείται η κατάσταση που προκαλεί μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου σε βαθμό που να αποκλείει τη λειτουργία του και σε καμία περίπτωση η απλή νοητική μείωση που συνοδεύει συχνά τη γήρανση και συνιστά ένα απολύτως φυσιολογικό φαινόμενο.

Ωστόσο, το ζήτημα της διακρίβωσης του αν μια τέτοια ασθένεια απέκλεισε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης του διαθέτη, αποστερώντας την λογική κρίση του κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, υπόκειται σε πολλές αντικειμενικές δυσχέρειες, καθώς μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά τον πάσχοντα ανίκανο να συντάξει διαθήκη όχι εξ αρχής αλλά σταδιακά.

Ως εκ τούτου η έλλειψη συνείδησης των πραττομένων κατά τον χρόνο αυτό αποτελεί σύνθετο αποδεικτικό ζήτημα, ειδικά στις περιπτώσεις που ο διαθέτης πάσχει από πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα. Ωστόσο, η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης τεκμαίρεται, εφόσον πρόκειται για μη ιάσιμη πάθηση ή βαρεία ψυχική διαταραχή, πράγμα που σημαίνει, ότι στην περίπτωση αυτή αρκεί να αποδειχτεί, ότι ο διαθέτης κατά την εποχή σύνταξης της διαθήκης έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον για την κήρυξη της ακυρότητας της διαθήκης, μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της περιφέρεις της τελευταίας κατοικίας του κληρονομούμενου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό, με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 430/1970, που προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος προβολής της ακυρότητας διάταξης διαθήκης ή κωδικέλλου με την οποίαν καταλείπεται περιουσιακό στοιχείου υπέρ του Δημοσίου μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευσή της.

Ο δικαστής από την πλευρά του, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Είναι δε προφανές, ότι η εξαγωγή του ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο διαθέτης στερείτο πράγματι της χρήσης του λογικού του ή δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά θα πρέπει να θεμελιώνεται σε ισχυρότερα τεκμήρια, όπως, ενδεικτικά, ιατρικά πιστοποιητικά ή σχετικές γνωματεύσεις νευρολόγου ή ψυχιάτρου.

Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται να γίνεται εξατομικευμένη προσέγγιση της συγκεκριμένης ψυχοπαθολογικής εικόνας, ώστε να διαπιστωθεί προσηκόντως εάν ο διαθέτης τελούσε κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης σε έλλειψη συνείδησης των πράξεων του κατά την έννοια του νόμου.
http://www.capital.gr/law/articles.asp?id=656956&subcat=106

Σχόλια