ΒΕΒΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΦΑΝΕΙΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (ΑΚ 39-50) - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - Κήρυξη σε αφάνεια και έννομες συνέπειες

 
 Σε περίπτωση που ο θάνατος ενός προσώπου δεν είναι βέβαιος, για να εφαρμοσθεί η ΑΚ 39, αλλά πολύ πιθανός, μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο η κήρυξη του προσώπου αυτού σε αφάνεια, η οποία δημιουργεί τεκμήριο θανάτου, ούτως ώστε να μην παρατείνεται η αβεβαιότητα ως προς τις νομικές του σχέσεις.
Αφάνεια λοιπόν είναι η νομική κατάσταση, στην οποία ορισμένο πρόσωπο κηρύσσεται δικαστικώς έτσι ώστε να θεωρείται νεκρό.
Προϋποθέσεις: Για να κηρυχθεί κάποιος σε αφάνεια πρέπει είτε να εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής (πχ ναυάγιο, πόλεμος) είτε να απουσιάζει χωρίς ειδήσεις για καιρό. Και στις δύο περιπτώσεις οι συνθήκες θα πρέπει να καθιστούν τον θάνατό του πολύ πιθανό (ΑΚ 40).
Για να ζητηθεί η κήρυξη της αφάνειας θα πρέπει επιπλέον να έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος από τη στιγμή του κινδύνου ενώ αν ο κίνδυνος ήταν παρατεταμένος πχ πόλεμος από την τελευταία στιγμή του, ή πέντε τουλάχιστον χρόνια από την τελευταία είδηση (ΑΚ 41).
Από την αφάνεια πρέπει να διακρίνουμε την περίπτωση της απουσίας ή εξαφάνισης ενός φυσικού προσώπου, ο θάνατος του οποίου δεν θεωρείται πιθανός. Σε αυτή την περίπτωση προέχει η προστασία της περιουσίας του απόντος (ΑΚ 1689-1694) ή η ρύθμιση άλλων ζητημάτων (πχ ΑΚ 1510 παρ. 3) και όχι η εκκαθάριση των έννομων σχέσεων του προσώπου, όπως ισχύει στην αφάνεια.
Αίτηση-διαδικασία: Αίτηση για κήρυξη προσώπου σε αφάνεια μπορεί να υποβάλλει οποιοσδήποτε εξαρτά δικαιώματα από τον θάνατο του προσώπου (ΑΚ 40) όπως πχ οι κληρονόμοι του, ο αιτία θανάτου δωρεοδόχος, ο δικαιούχος δικαιώματος ασφαλιστικής αποζημίωσης, η σύζυγός του κλπ. Δεν έχουν όμως τέτοιο δικαίωμα οι δανειστές διότι τα δικαιώματά τους δεν εξαρτώνται  από τον θάνατο του οφειλέτη τους. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Ειρηνοδικείο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του εξαφανισθέντος και αν υπήρχαν, της πρωτεύουσας του Κράτους (ΑΚ 42).
Αν η αίτηση είναι νόμω βάσιμη, το δικαστήριο διατάσσει τη δημοσίευση περίληψής της, μαζί με πρόσκληση για παροχή πληροφοριών σχετικά με τη ζωή ή τον θάνατο του εξαφανισθέντος, μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον ενός έτους (ΑΚ 43). Μετά την πάροδο της προθεσμίας το δικαστήριο εκδικάζει την αίτηση, διατάσσοντας προηγουμένως  αν το κρίνει σκόπιμο, κάθε απόδειξη (ΑΚ 44 παρ 1). Αν κρίνει ότι αποδείχθηκαν τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση, κηρύσσει την αφάνεια και καθορίζει το χρόνο έναρξής της (ΑΚ 44 παρ 2). Αν δεν αποδειχθούν τα γεγονότα ή εμφανισθεί ο  εξαφανισθείς ή φθάσουν ειδήσεις για αυτόν ή αποδειχθεί ο θάνατός του, η αίτηση απορρίπτεται (ΑΚ 45). Η απόφαση που κηρύσσει την αφάνεια, εφόσον δεν υπόκειται σε έφεση ή αναίρεση, δημοσιεύεται σε περίληψη και ισχύει έναντι όλων (ΑΚ 47).
Συνέπειες: Με την απόφαση κήρυξης της αφάνειας δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο θανάτου του εξαφανισθέντος από τον χρόνο που η απόφαση όρισε ως χρόνο έναρξης της αφάνειας και όλα τα δικαιώματα που εξαρτώνται από το θάνατο του αφάντου, μπορούν να ασκηθούν σαν να είχε αποδειχθεί ο θάνατος.  Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης εμπίπτουν κατά κύριο λόγο (αλλά όχι μόνο) τα κληρονομικά δικαιώματα. Άλλα είναι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα της συζύγου του αφάντου, το δικαίωμα του πατέρα ή της μητέρας του αφάντου να αναγνωρίσουν εκουσίως το τέκνο του τελευταίου που γεννήθηκε εκτός γάμου (ΑΚ 1475 παρ 3) ή από τον ψιλό κύριο κτήση της επικαρπίας (ΑΚ 1400) κ.α. Ως συνέπεια της κήρυξης κάποιου προσώπου σε αφάνεια μπορεί να επέλθει και η απώλεια κάποιου δικαιώματος ή η λήξη κάποιας έννομης σχέσης πχ γονικής μέριμνας (ΑΚ 1538), η λύση της εντολής (ΑΚ 726) ή της εταιρείας (ΑΚ 773) κλπ. Εξαίρεση αποτελεί ο γάμος, ο οποίος δε λύεται αυτοδικαίως απλώς η κήρυξη της αφάνειας αποτελεί λόγο διαζυγίου (ΑΚ 1440).  Κατά την κρατούσα αντίληψη, η αγωγή διαζυγίου στρέφεται κατά του αφάντου και επιδίδεται σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής, σαν να ήταν ζωντανός. Η απόφαση, που κηρύσσει την αφάνεια, δεσμεύει το δικαστήριο που λύει τον γάμο με διαζύγιο. Οι κληρονόμοι ή κληροδόχοι του αφάντου υποχρεούνται να δώσουν ασφάλεια για την ενδεχόμενη απόδοση της περιουσίας σε επικρατέστερους κληρονόμους ή στον ίδιο τον άφαντο. Η ασφάλεια αίρεται όταν περάσουν δέκα χρόνια από την παράδοση της περιουσίας στους κληρονόμους/κληροδόχους (ΑΚ 49).
Η κατάσταση της αφάνειας μπορεί να αρθεί σε περίπτωση επανεμφάνισης ή απόδειξης ότι πέθανε κλπ. Αυτό γίνεται με αίτηση στο δικαστήριο που κήρυξε την αφάνεια από όποιον είχε έννομο συμφέρον. Οι αποφάσεις που δέχονται τις αιτήσεις αυτές είναι διαπλαστικές και όταν καταστούν αμετάκλητες ισχύουν και παράγουν τα αποτελέσματα υπέρ και εναντίον όλων, τηρουμένης πάντως της ΑΚ 47. Αν την αίτηση την κάνει ο ίδιος ο άφαντος την απόφαση δεν μπορεί να την προσβάλλει κανείς. Αν μετά την κήρυξη της αφάνειας αποδειχθεί ο θάνατος η κληρονομία επάγεται κατά τον πραγματικό χρόνο θανάτου και όχι τον χρόνο που όρισε το δικαστήριο.
Επανεμφάνιση αφάντου: Σε περίπτωση εμφάνισης του αφάντου, ο τελευταίος μπορεί να απαιτήσει επιστροφή της περιουσίας  του από αυτούς που την κατέχουν (ΑΚ 50), Σύμφωνα με τη μάλλον κρατούσα γνώμη ο εμφανισθείς άφαντος έχει έναντι όλων των προσώπων που κατέχουν την περιουσία του την αγωγή περί κλήρου (ΑΚ 1883) αλλά και τις προσήκουσες ειδικές αγωγές (πχ διεκδικητική, αδικαιολόγητου πλουτισμού).  Οι καλόπιστοι τρίτοι που απέκτησαν από μη κληρονόμο προστατεύονται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας 779. Μόνο η εμφάνιση του αφάντου δεν ενεργοποιεί την υποχρέωση των κληρονόμων του να αποδώσουν την κληρονομία. Απαιτείται και η έκδοση απόφασης που αίρει την κατάσταση της αφάνειας.  Ακόμη με την εμφάνιση δεν ανασυστάται αυτοδικαίως ο γάμος, ο οποίος λύθηκε με διαζύγιο λόγω αφάνειας (ΑΚ 1440).
Παράδειγμα:
1.        Ο ιστιοπλόος Α χάθηκε, ενώ έπλεε με το σκάφος του το 2004. Το 2010 και αφού δεν υπήρχε πλέον καμία είδησή του, η σύζυγός του Β που εκλαμβάνει τον Α σαν νεκρό, ζητεί την κήρυξή του σε αφάνεια. Στη συνέχεια εγκαθίσταται ως κληρονόμος στη μερίδα της περιουσίας του Α που της ανήκει, επιτυγχάνει την έκδοση αποφάσεως διαζυγίου και παντρεύεται εκ νέου. Το 2012 επιστρέφει αναπάντεχα ο Α, ο οποίος ζητεί από τη Β να γυρίσει κοντά του και να του επιστρέψει την περιουσία του. Ο Α θα δικαιωθεί κατά το δεύτερο αίτημά του (ΑΚ 50) όχι όμως κατά το πρώτο (ΑΚ 1440).
 Πηγή: σημειώσεις από Γεωργιάδη

Κήρυξη σε αφάνεια και έννομες συνέπειες



Το χρονικό σημείο κατά το οποίο ένα φυσικό πρόσωπο «παύει να υπάρχει με το θάνατό του» (άρθρο 35 ΑΚ), αποτελεί από νομικής άποψης την αφετηρία για την επέλευση σημαντικών εννόμων συνεπειών, κυρίως στο επίπεδο του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, γι’ αυτό και ο ακριβής καθορισμός του δεν ενέχει απλά ληξιαρχικό χαρακτήρα αλλά αποτελεί ζήτημα ασφάλειας δικαίου.

Αυτή η ασφάλεια δικαίου ωστόσο δεν είναι καθόλου δεδομένη στην περίπτωση, όπου ο θάνατος ενός προσώπου δεν διαπιστώνεται άμεσα και αδιάστικτα δια της εύρεσης και εξέτασης του σώματός του, αλλά μπορεί μόνο να τεκμαρθεί, λόγω πχ της εξαφάνισής του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και αν μεν οι συνθήκες εξαφάνισης του προσώπου καθιστούν ουσιαστικά τον θάνατό βέβαιο (πχ αδυναμία αναγνώρισης του πτώματος), το άρθρο 39 ΑΚ εισάγει, μαχητό, τεκμήριο απόδειξης του θανάτου του.

Αν όμως ο θάνατος ενός πρόσωπου απλώς πιθανολογείται βάσιμα, λόγω εξαφάνισής του ενόσω βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής ή λόγω απουσίας του για μεγάλο διάστημα χωρίς ειδήσεις, το δίκαιο δεν σπεύδει να τον αποδεχτεί αβίαστα, αλλά εξομοιώνει τον εξαφανισθέντα με νεκρό μόνο δια της κήρυξής του σε αφάνεια με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση όποιου έχει σχετικό έννομο συμφέρον.

Αρμόδιο δικαστήριο για την κήρυξη της αφάνειας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του προσώπου που εξαφανίστηκε, το οποίο δικάζει κατά την εκουσία δικαιοδοσία.
Η αίτηση αυτή δεν μπορεί να κατατεθεί προτού περάσει κατ’ ελάχιστον ένα έτος από τη στιγμή του κινδύνου ή τουλάχιστον πέντε έτη από την τελευταία είδηση σε σχέση με το πρόσωπο του εξαφανισθέντος. Αρμόδιο δικαστήριο για την κήρυξη της αφάνειας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του προσώπου που εξαφανίστηκε, το οποίο δικάζει κατά την εκουσία δικαιοδοσία. Σε περίπτωση που η αίτηση κριθεί βάσιμη το δικαστήριο διατάσσει την δημοσίευση περίληψής της στον Τύπο που περιλαμβάνει πλήρη αναφορά των προσωπικών στοιχείων του εξαφανισθέντος και πρόσκληση σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο μπορεί να παράσχει πληροφορίες για την τύχη ή την κατάστασή του εντός ορισμένης προθεσμίας.

Αν η προθεσμία αυτή, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη ενός έτους από την τελευταία δημοσίευση, περάσει άπρακτη, το δικαστήριο δικάζει την αίτηση και εφόσον κρίνει ότι τα γεγονότα δικαιολογούν την κήρυξη της αφάνειας, αποφασίζει τοιουτοτρόπως, καθορίζοντας παράλληλα ελεύθερα το κρίσιμο ζήτημα της χρονικής αφετηρίας της.

Το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση περί κήρυξης ή μη της αφάνειας λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει ο κίνδυνος ζωής, τα οποία ωστόσο δεν είναι αναγκαίο να εντοπίζονται εκτός του προσώπου του αφάντου, αλλά μπορούν να αφορούν και το ίδιο το πρόσωπό του, όπως για παράδειγμα η παρωχημένη ηλικία του ή η μειωμένη αντίληψή του. Η δε απόφασή του δικαστηρίου δημοσιεύεται μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη και παράγει τα αποτελέσματά της έναντι παντός τρίτου.

Ωστόσο, αν κατά τη διάρκεια της δίκης εμφανισθεί ο εξαφανισθείς ή φτάσουν ειδήσεις γι΄αυτόν, ή και αποδειχτεί ο θάνατός του, η εξέταση της αίτησης παρέλκει, με εύλογη συνέπεια την απόρριψή της ως αβάσιμης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 50 ΑΚ, αν μετά την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την αφάνεια εμφανιστεί ο άφαντος, αυτοί που άσκησαν δικαιώματα από την κήρυξη της αφάνειας έχουν υποχρέωση να αποδώσουν ό,τι πήραν.

Στην περίπτωση αυτή, και ειδικά σε σχέση με ζητήματα κληρονομίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αγωγή περί κλήρου. Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 1883 παρ. 1 ΑΚ κατά την οποία, αν εμφανιστεί εκείνος που κηρύχθηκε άφαντος, μπορεί να απαιτήσει την απόδοση της περιουσίας του κατά τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς, ότι σε περίπτωση εμφανίσεως του αφάντου ανατρέπεται το τεκμήριο του θανάτου του, που δημιουργείται μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης που κηρύσσει την αφάνεια του, και παρέχεται σ΄ αυτόν το δικαίωμα να διασώσει την περιουσία του, ασκώντας την προκείμενη αγωγή κατά εκείνου που κατέχει ως κληρονόμος τα περιουσιακά του στοιχεία.

Εξάλλου, στην περίπτωση της αφάνειας, η σύνταξη λόγω θανάτου στους δικαιούχους του αφάντου αρχίζει να καταβάλλεται από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από αυτόν κατά τον οποίον ο άφαντος κηρύχθηκε σε αφάνεια. Και αυτό, γιατί ναι μεν η παρ. 1 του άρθρου 9 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951 ορίζει ότι «Πάντα τα κατά τον παρόντα νόμον δικαιώματα, τα οποία έχουσι προϋπόθεσιν τον θάνατον, γεννώνται και επί αφανείας», πλην όμως, ενόψει του ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που κηρύσσει την αφάνεια προβαίνει εκ των πραγμάτων στη διαπίστωση παρωχημένου γεγονότος, στην περίπτωση της αφάνειας δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη της παραγρ. 5 εδάφιο β΄ του άρθρου 29 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με την οποία η έναρξη της καταβολής της σύνταξης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο απώτερο του εξαμήνου από την ημέρα υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση.

Τέλος, ένα ενδιαφέρον δικονομικά ζήτημα αποτελεί ο καταλογισμός των εξόδων της δίκης για την κήρυξη της αφάνειας. Το άρθρο 44 εδάφιο β του Αστικού Κώδικα ορίζει, ότι τα δικαστικά έξοδα και τέλη καταλογίζονται από το δικαστήριο στην περιουσία του αφάντου. Η διάταξη αυτή ωστόσο έχει ουσιαστικά καταργηθεί από τη νεώτερη του άρθρου 746 ΚΠολΔ, κατ΄ εφαρμογή της οποίας, και δεδομένου ότι η αφάνεια εξυπηρετεί προεχόντως τα συμφέροντα του αιτούντος και όχι του αφάντου, τα έξοδα της δίκης καταλογίζονται εν τέλει επί της περιουσίας του αιτούντος, όχι όμως και των μη συμμετασχόντων στη δίκη λοιπών προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον για την κήρυξη της αφάνειας, όπως οι συγκληρονόμοι του αφάντου.

 

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΑΝΕΙΑ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


Πρώτον τα άρθρα που ρυθμίζουν την αφάνεια στον αστικό κώδικα είναι: ΑΚ 40-50:

Άρθρο 40
Αφάνεια
Αν ο θάνατος προσώπου είναι πολύ πιθανός, επειδή εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής, ή επειδή λείπει πολύ καιρό χωρίς ειδήσεις, το δικαστήριο το κηρύσσει άφαντο ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε εξαρτά δικαιώματα από το θάνατό του.
Άρθρο 41
Η κήρυξη της αφάνειας δεν μπορεί να ζητηθεί πριν από την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους από τη στιγμή του κινδύνου, και, αν ήταν παρατεταμένος, από την τελευταία στιγμή του, ή πέντε τουλάχιστον ετών από την τελευταία είδηση.
Άρθρο 42
Αρμόδιο δικαστήριο
Η αίτηση για την κήρυξη της αφάνειας δικάζεται από το δικαστήριο της τελευταίας στην Ελλάδα κατοικίας ή διαμονής του προσώπου που εξαφανίστηκε, και, αν δεν υπάρχει, από το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.
Άρθρο 43
Αν η αίτηση κριθεί βάσιμη, το δικαστήριο διατάζει να δημοσιευτεί στον τύπο περίληψή της και ορίζει τον τρόπο της δημοσίευσης.
Η περίληψη περιέχει: 1. το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία του αιτούντος και εκείνου που εξαφανίστηκε. 2. πρόσκληση προς εκείνον που εξαφανίστηκε ή οποιονδήποτε άλλο να δώσει πληροφορίες σχετικά με τη ζωή ή το θάνατο αυτού που εξαφανίστηκε, μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα χρόνο από την τελευταία δημοσίευση.
Άρθρο 44
Αφού περάσει η προθεσμία που αναφέρεται στη δημοσίευση, το δικαστήριο δικάζει την αίτηση και μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως κάθε απόδειξη καθώς και την ένορκη εξέταση του αιτούντος.
Αν κριθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρει η αίτηση για την αφάνεια αποδείχθηκαν, η απόφαση κηρύσσει τη αφάνεια, καθορίζει από πότε αρχίζει και καταλογίζει τα δικαστικά έξοδα και τέλη στην περιουσία του άφαντου.
Άρθρο 45
Ματαίωση της αίτησης
Αν κατά τη διάρκεια της δίκης της αφάνειας εμφανιστεί αυτός που είχε εξαφανιστεί ή φτάσουν ειδήσεις γι' αυτόν ή αποδειχθεί ο θάνατός του, η αίτηση απορρίπτεται.
Άρθρο 46
Άρση της αφάνειας
Ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον το δικαστήριο μπορεί να άρει την κατάσταση της αφάνειας ή να μεταβάλει το χρόνο της έναρξής της. Στη δίκη κλητεύεται και εκείνος που είχε ζητήσει να κηρυχθεί η αφάνεια ή, αν έχει πεθάνει ή κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, ο εισαγγελέας.
Άρθρο 47
Δημοσίευση της απόφασης
Η απόφαση που κηρύσσει την αφάνεια, καθώς και αυτή που αίρει την κατάσταση της αφάνειας ή που μεταβάλλει το χρόνο της έναρξής της δημοσιεύεται, όταν γίνει τελεσίδικη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρού 43 παρ. 1 και από τη δημοσίευση ισχύει για όλους. Για το γεγονός που βεβαιώνει η απόφαση συντάσσεται ληξιαρχική πράξη ή γίνεται αντίστοιχη σημείωση πάνω σ' αυτήν.
Άρθρο 48
Αποτελέσματα της κήρυξης της αφάνειας
Μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης που κηρύσσει την αφάνεια, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, μπορούν να ασκηθούν όλα τα δικαιώματα που εξαρτώνται από το θάνατο του άφαντου σαν να είχε αποδειχθεί ο θάνατος.
Τα αποτελέσματα της κήρυξης της αφάνειας αρχίζουν από το χρόνο που σύμφωνα με την απόφαση άρχισε η αφάνεια.
Άρθρο 49
Οι κληρονόμοι και οι κληροδόχοι της περιουσίας του άφαντου έχουν υποχρέωση να δώσουν ασφάλεια για την ενδεχόμενη απόδοση της περιουσίας σε επικρατέστερους δικαιούχους ή στον άφαντο. Όσοι ασκούν οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα που εξαρτάται από το θάνατο του άφαντου μπορούν να υποχρεωθούν σε ασφάλεια. Η ασφάλεια αίρεται όταν περάσουν δέκα χρόνια από τότε που η περιουσία παραδόθηκε στους κληρονόμους ή τους κληροδόχους ή από τότε που ασκήθηκε άλλο δικαίωμα.
Άρθρο 50
Αν εμφανιστεί ο άφαντος ή αναγνωριστεί ότι τρίτοι έχουν επικρατέστερα δικαιώματα, αυτοί που άσκησαν δικαίωμα από την κήρυξη της αφάνειας έχουν υποχρέωση να αποδώσουν ό,τι πήραν. Αν πρόκειται για κληρονομία, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη αγωγή περί κλήρου.



Τι πρέπει να ξέρετε για όλα αυτά:
  1. Αφάνεια είναι η νομική κατάσταση στην οποία ορισμένο πρόσωπο κηρύσσεται δικαστικώς έτσι ώστε να θεωρείται νεκρό.
  2. Αν εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής πχ ναυάγιο, πόλεμος τότε για να ζητηθεί η κήρυξη σε αφάνεια πρέπει να παρέλθει τουλάχιστο ένα έτος (ΑΚ 40) ενώ αν απουσιάζει χωρίς ειδήσεις πολύ καιρό πχ πήγε στην Αφρική και χάθηκε,  πρέπει να έχουν περάσει πέντε τουλάχιστον έτη από την τελευταία είδηση (ΑΚ 41).
  3. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης ειναι το Ειρηνοδικείο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του εξαφανισθέντος (ΑΚ 42), το οποίο διατάσσει δημοσίευση περίληψής της και πρόσκληση για παροχή πληροφοριών μέσα σε προθεσμία ενός έτους (ΑΚ 43).
  4. Αν αποδειχθεί η αφάνεια (ΑΚ 44) το δικαστήριο ορίζει το χρόνο έναρξής της, αν όχι (ΑΚ 45) τότε απορρίπτει την αίτηση.
  5. Αν ο άφαντος εμφανισθεί ή αποδειχθεί ο θάνατός του τότε αίρεται η κήρυξη σε αφάνεια (ΑΚ 46). Αυτό γίνεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον (ιδίως: κληρονομικού δικαίου).
  6. Όταν οι αποφάσεις που δέχονται τις αιτήσεις καταστούν αμετάκλητες ισχύουν και παράγουν αποτελέσματα υπέρ και έναντι όλων (ΑΚ 47).
  7. Όσον αφορά τα δικαιώματα τρίτων (ΑΚ 48) μετά τη δημοσίευση αμετάκλητης απόφασης μπορούν να ασκηθούν εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σαν να έχει αποδειχθεί ο θάνατος του αφάντου.
  8. Οι κληρονόμοι ή κληροδόχοι του αφάντου υποχρεούνται να δώσουν ασφάλεια για την ενδεχόμενη απόδοση της περιουσίας σε επικρατέστερους κληρονόμους ή στον ίδιο τον άφαντο όταν εμφανισθεί. Η ασφάλεια αίρεται όταν περάσουν δέκα χρόνια (ΑΚ 49).
  9. Σε περίπτωση εμφάνισης του αφάντου μπορεί να ζητήσει επιστροφή της περιουσίας του από αυτούς που την κατέχουν (ΑΚ 50).
  10. Ο γάμος λόγω κήρυξης σε αφάνεια κάποιου δε λύεται αυτοδικαίως  αλλά η κήρυξη αποτελεί λόγο διαζυγίου (ΑΚ 1440). Σε περίπτωση επανεμφάνισης του αφάντου δεν μπορεί να ζητήσει τη σύζυγο να γυρίσει κοντά του.
  11. Λόγω της νομικής κατάστασης της αφάνειας, εκτός από τα κληρονομικά δικαιώματα, υπάρχουν και άλλα, όπως το συνταξιοδοτικό δικαίωμα της συζύγου του αφάντου, το δικαίωμα των γονέων του αφάντου να αναγνωρίσουν το εξώγαμο τέκνο του (ΑΚ 1475 παρ. 3), ο ψιλός κύριος να πάρει την επικαρπία κλπ. Επίσης μπορεί να επέλθει και απώλεια κάποιου δικαιώματος όπως η παύση της γονικής μέριμνας (ΑΚ 1538), η λύση της εντολής (ΑΚ 726), η λύση της εταιρείας (ΑΚ 773) κλπ. 

Σχόλια