ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ - Ν.3869 | Εξαίρεση κύριας κατοικίας και βοηθητικών χώρων | Εικονική διάσταση συζύγων - Αριθμός 89/2012 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
Ν.3869 | Εξαίρεση κύριας κατοικίας και βοηθητικών χώρων | Εικονική διάσταση συζύγων...


ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Αριθμός 89/2012 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Πατρών Γρηγόριο Κομπολίτη, με την παρουσία της Γραμματέα Ειρήνη Θέμου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 25 Μαΐου 2012 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Α) Επί της υπ’ αριθμ. 189/2011 αίτησης:

Του αιτούντος:……………………………….., κατοίκου Πατρών, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κων/νου Λουράντου.

Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευση τους (άρθρα 5 ν.3869/2010 και 748 παρ.2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής:

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με επωνυμία «……………………..» και το διακριτικό τίτλο «………………..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεοφάνη Κατσίνα.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………………………….», που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και είναι εγκατεστημένη νόμιμα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Βασιλικής Γεωργακοπούλου. 3. Η ανώνυµη τραπεζική εταιρία µε την επωνυµία «………………..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόµιµα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Βασιλείου Σκόνδρα.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………………………», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Άγγελου Αγγελόπουλου.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………….ανώνυμη τραπεζική εταιρία», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Παναγιώτη Μίχου.
Της κυρίως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..», που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Βασιλικής Γεωργακοπούλου.
Β) Επί της υπ’ αριθμ. 190/2011 αίτησης:

Της αιτούσας: ………………………………………το γένος ……………………. και ………………………………κατοίκου Πατρών, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου διά Κων/νου Λουράντου.

Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευση τους (άρθρα 5 ν.3869/2010 και 748 παρ.2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής:

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………………… Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Άγγελου Αγγελόπουλου.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………………….Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδ. Αμερικής 4), και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Αριστέας Χειμαργιώτη.
Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόµιµα, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Σπυριδούλας Αλεξοπούλου.
Οι αιτούντες με τις υπό ημερομηνία 3-7-2011 αιτήσεις τους, που απηύθυναν προς το Δικαστήριο τούτο και για όσους λόγους εκθέτουν στα σχετικά δικόγραφα, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους.

Για τη συζήτηση των αιτήσεων ορίστηκαν με τις υπ’ αριθμ. 189/2011 και 190/2011 πράξεις του Ειρηνοδίκη, δικάσιμος, εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Το δικαστήριο μετά την εκφώνηση των υποθέσεων από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής τους σ` αυτό,

Μελέτησε τη δικογραφία. Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Με τη μ’ αριθμ. κατ. 189/2011 κρινόμενη αίτηση, ο αιτών επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά, τη ρύθμιση των χρεών του, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας του, ιδιοκτησίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την απαλλαγή του απ’ αυτά.


Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 1 και 4 παρ. 1 ν.3869/10, σαφώς προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης αρκεί να αναφέρεται ότι ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι κατέβαλε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε και ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ακόμη στην αίτηση πρέπει να περιέχεται ακριβής περιγραφή της οικογενειακής (έγγαμος ή μη, προστατευόμενα μέλη), και περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη (το μέσο μηνιαίο εισόδημά του, τα πάσης φύσης εισοδήματα του και τα περιουσιακά του στοιχεία), κατάσταση όλων των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών. Τέλος απαιτείται ορισμένο αίτημα, που είναι αυτό της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη με σκοπό την απαλλαγή του, εφόσον δε επιθυμεί να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του πρέπει να υποβάλλεται και σχετικό αίτημα.

Η 3η από τις μετέχουσες επικαλείται αοριστία της αίτησης επειδή δεν αναφέρονται σ’ αυτήν τα εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος, με την οποία, όπως δηλώνει στην ένδικη αίτηση βρίσκεται σε διάσταση. Ο σύζυγος, κατ’ αρχάς δεν έχει από το νόμο υποχρέωση να συνεισφέρει για την απευθείας εξόφληση των χρεών του οφειλέτη, τα οποία είναι προσωπικά του, αλλά υποχρέωση συνεισφοράς από τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ για την αντιμετώπιση μέρους των αναγκών της οικογένειάς τους. Η διάσταση στα πλαίσια εφαρμογής του νόμου 3869/10 δεν ενδιαφέρει τόσο ως προς το βουλητικό-ψυχικό της στοιχείο, εφόσον οι σύζυγοι συνεχίζουν να συνοικούν και να συμπεριφέρονται ως μέλη της ίδιας οικογένειας, αλλά μόνο εφόσον συνδυάζεται με πραγματική άρση της συμβίωσης για το παρόν και το μέλλον, η οποία δεν είναι ευκαιριακή αλλά έχει διάρκεια και μονιμότητα. Αποτελεί επομένως ζήτημα απόδειξης της πραγματικής κατάστασης της διάστασης, που έχει διαμορφωθεί από διάφορες εκδηλώσεις των συζύγων με κύρια αυτή της άρσης της συνοίκησης με τη μετεγκατάσταση του ενός συζύγου, συνδυαζόμενη με την πλήρη παραμέληση της υποχρέωσής του για συμβολή στα βάρη της οικογένειας. Σε μια τέτοια περίπτωση ο οφειλέτης σύζυγος δεν υποχρεούται να αναφέρει στην αίτηση τα εισοδήματα του συζύγου, αφού δε διαβιώνει και μ’ αυτά. Το συνηθέστερο πάντως θα είναι παρά την πραγματική διάσταση, ο σύζυγος να συμβάλλει χρηματικά οικειοθελώς ή στα πλαίσια συμφωνίας, ή μετά από δικαστική παρέμβαση (αξίωση διατροφής επί διάστασης διαρκούντος του γάμου κατ’ αρθ. 1391 ΑΚ) στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε θα σταθμιστεί από το δικαστήριο η συμβολή του αυτή, γι’ αυτό και εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει ο οφειλέτης να αναφέρει στην αίτηση το ποσό της διατροφής που λαμβάνει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ισχυρίζεται ότι βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, ζήτημα το οποίο αποτελεί αντικείμενο απόδειξης και συνεπώς δεν υποχρεούται να αναφέρει τα εισοδήματά της, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς και δε διαβιώνει απ’ αυτά. Ούτε επικαλείται υποχρέωση διατροφής του, οπότε θα έπρεπε να αναφέρει το ποσό της, είναι δε ζήτημα απόδειξης αν υπάρχει τέτοια υποχρέωση, και αν καταβάλλεται οικιοθελώς ή συμφωνήθηκε ή επιδικάστηκε κάποιο ποσό διατροφής. Συνεπώς δεν πάσχει από αοριστία για τον πιο πάνω λόγο η αίτηση. Επίσης δεν απαιτείται για την πληρότητα τη αίτησης να αναφέρεται πώς περιήλθε ο αιτών σε κατάσταση οικονομικής αδυναμίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τις 2η , 3η και 6η από τις μετέχουσες, καθώς και την κυρίως παρεμβαίνουσα.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ.741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν.3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της : α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε όπως βεβαιώνεται από το διαμεσολαβητή δικηγόρο Πατρών Κων/νο Λουράντο, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν.3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, όπως προκύπτει από την ημερομηνία αποτυχίας που αναγράφεται στη βεβαίωση του διαμεσολαβητή (12-7-11) σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης (13-7-11) και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ αρθ. 13 παρ. 2, (βλ. σχετικές βεβαιώσεις των Γραμματέων του Δικαστηρίου αυτού και του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση στις μετέχουσες της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της, με πρόσκληση να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την κατάθεση της αίτησης κατ’ αρθ. 5 παρ. 1 ν.3869/2010 (βλ. τις 2575Β’, 2578Β`, 2569Β’, 2564Β’/29-7-11 και 2595Β, 2621Β’/1-8-11 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών…………….), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του αρθ. 4 παρ. 2 και 4 ν.3869/2010, (βεβαίωσης αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ ) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από όλους τους συµµετέχοντες πιστωτές (βλ. τις έγγραφες τους απαντήσεις τους).

Ο ισχυρισμός της 3ης μετέχουσας τράπεζας ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης επειδή στην υπεύθυνη δήλωση που προσκόμισε ο αιτών δεν περιέχεται η ημερομηνία και αριθμός κατάθεσης της αίτησης, το περιεχόμενο της οποίας βεβαιώνεται μ’ αυτή, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σε ποια αίτηση αναφέρεται και να δημιουργούνται έτσι αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα της περιουσιακής και εισοδηματικής κατάστασης του αιτούντος, στερείται βασιμότητας, καθόσον από το γεγονός ότι επισυνάπτεται στην ένδικη αίτηση, με την οποία υποβλήθηκε ενιαία και συντάχθηκε κάτω απ’ αυτή έκθεση εγχείρησης της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου, δεν αφήνεται η παραμικρή αμφιβολία ότι μ’ αυτή βεβαιώνεται η ορθότητα, πληρότητα και ειλικρίνεια του περιεχομένου της ένδικης αίτησης σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, καθώς και τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία, και συνεπώς ο αιτών έχει τηρήσει την επιβαλλόμενη από τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 2β ν. 3869/10 υποχρέωση. Παραπέρα η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα σαν να ήταν παρούσα η τέταρτη μετέχουσα τράπεζα (αρθ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η ένδικη αίτηση και η οποία αν και κλητεύθηκε για τη σημερινή δικάσιμο δεν εμφανίστηκε στη δίκη ( βλ. τη 2569Β’/29-7-11 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κατίνας Δανίκα), μετά την καταβολή και των νομίμων τελών της συζήτησης. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………………………….», με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης και με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν επί της έδρας άσκησε παραδεκτά κατ’ αρθ. 54 παρ.1 εδ. β` ΠτωχΚ σε συνδυασμό με το άρθ. 15 ν.3869/2010, κύρια παρέμβαση, με την οποία ζητά να υπαχθεί στη ρύθμιση απαίτησή της ποσού 8.398,44 ευρώ από την ……………… σύμβαση πιστωτικής κάρτας, η οποία κατά το στάδιο του δικαστικού συμβιβασμού είχε συμπεριληφθεί εσφαλμένα από τον αιτούντα στις απαιτήσεις της μετέχουσας πιστώτριας τράπεζας «……………..». Όπως προκύπτει από την πρόταση του αιτούντος για εξωδικαστικό συμβιβασμό, την ένδικη αίτηση και το σχέδιο διευθέτησης, έχει συμπεριλάβει και τις απαιτήσεις της παρεμβαίνουσας, εσφαλμένα όμως ως απαιτήσεις της πιστώτριας τράπεζας «…………….». Η παρεμβαίνουσα έλαβε γνώση της πρότασης του αιτούντος αναφορικά με την απαίτησή της για εξωδικαστικό συμβιβασμό, ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 12-7-11 βεβαίωση του πιο πάνω διαμεσολαβητή. Επίσης στις από 8-9-11 παρατηρήσεις της επί του περιεχόμενου στην αίτηση σχεδίου διευθέτησης ως προς την παραπάνω απαίτησή της, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, αφού δέχεται την ένταξή της στο σχέδιο και την προς αυτήν κοινοποίησή του με την επίδοση της αίτησης στη μετέχουσα «…………..», απάντησε αρνητικά επί της πρότασης του αιτούντος αντιπροτείνοντας πρόγραμμα διευκόλυνσης αποπληρωμής της οφειλής του προς αυτήν. Η μέσω της επίδοσης στη μετέχουσα «………………», κοινοποίηση της αίτησης στην παρεμβαίνουσα αυτή δεν είναι με νομότυπη, όμως η έλλειψη επίδοσης έχει θεραπευθεί, εφόσον έλαβε γνώση του σχεδίου διευθέτησης, στο οποίο περιλαμβάνεται η απαίτησή της και απάντησε εμπρόθεσμα σ’ αυτό, οι δε παρατηρήσεις της έχουν κατατεθεί και περιέχονται στο φάκελο που τηρείται στο Ειρηνοδικείο. Συνεπώς τηρήθηκε και ως προς την απαίτηση της παρεμβαίνουσας η διαδικασία του εξωδικαστικού και δικαστικού συμβιβασμού, αφού και η ίδια απάντησε επί των προτάσεων της αιτούσας και οι υπόλοιποι μετέχοντες πιστωτές διαμόρφωσαν τις θέσεις τους και απάντησαν επί του σχεδίου διευθέτησης λαμβάνοντας υπόψη και την απαίτησή της και νόμιμα συμμετέχει η παρεμβαίνουσα στη διαδικασία της δικαστικής ρύθμισης, μέσω της παρέμβασης, εφόσον συντρέχει και έννομο συμφέρον, το οποίο συνίσταται στη βλάβη που θα υποστεί από τη μη συμμετοχή της στη ρύθμιση και την αδυναμία ικανοποίησης μέρους τουλάχιστον της απαίτησής της, μετά την ενδεχόμενη εξάντληση της περιουσίας του αιτούντος.

Με τη μ’ αριθ. κατ.190/11 κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά, τη ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας της, ιδιοκτησίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την απαλλαγή της απ’ αυτά.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση, η οποία είναι πλήρως ορισμένη, απορριπτομένου, για τους παραπάνω λόγους, του περί αοριστίας της ισχυρισμού της 2ης μετέχουσας, επειδή δεν αναφέρονται σ’ αυτήν τα εισοδήματα του συζύγου, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν σε οικονομική αδυναμία την αιτούσα, αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ.741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν.3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε όπως βεβαιώνεται από το διαμεσολαβητή δικηγόρο Πατρών Κων/νο Λουράντο, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν.3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, όπως προκύπτει από την ημερομηνία αποτυχίας που αναγράφεται στη βεβαίωση του διαμεσολαβητή (12-7-11) σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης (13- 7-11) και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ αρθ. 13 παρ. 2, (βλ. σχετικές βεβαιώσεις των Γραμματέων του Δικαστηρίου αυτού και του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση στις μετέχουσες της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της, με πρόσκληση να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την κατάθεση της αίτησης κατ’ αρθ. 5 παρ. 1 ν.3869/2010(βλ. τις 2561Β’, 2574Β’/29-7-11 και 2619Β’/1-8-11 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………………..), β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του αρθ. 4 παρ. 2 και 4 ν.3869/2010, (βεβαίωσης αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από όλους τους συµµετέχοντες πιστωτές (βλ. τις έγγραφες τους απαντήσεις τους).

Το μετέχον Ν.Π.Δ.Δ. «Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων» ισχυρίζεται ότι η απαίτησή του από το δάνειο που έχει χορηγήσει στην αιτούσα δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν.3869/10. Στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 εμπίπτουν όλα τα χρέη έναντι οποιουδήποτε δανειστή. Τα μόνα χρέη που εξαιρούνται ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 15 του άρθρου 20 του ν.4019/2011, απαρίθμηση η οποία είναι περιοριστική. Πρόκειται συγκεκριμένα για τέσσερις κατηγορίες χρεών, μεταξύ των οποίων τα χρέη από δάνεια που χορηγήθηκαν από φορείς κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν.3586/2007, καθώς και τα χρέη από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Στα εξαιρούμενα από τη ρύθμιση χρέη δεν περιλαμβάνονται άλλες αξιώσεις των ανωτέρω φορέων και των εποπτευόμενων οργανισμών, όπως το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, μη προερχόμενες από πρόστιμα, φόρους, τέλη και εισφορές. Οι συναλλακτικές σχέσεις των επιχειρηματικής φύσης ΝΠΔΔ όπως το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με τους δανειοδοτούμενος και γενικά με τους τρίτους έχουν συμβατικό χαρακτήρα και αν ακόμη ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί με νομοθετικές διατάξεις, όπως αυτή για την είσπραξη των δόσεων του δανείου από το ΤΠΔ με εκχώρηση μέρους του μισθού, η οποία αφορά τη διαδικασία εξόφλησης το δανείου και δε μεταβάλει το συμβατικό χαρακτήρα της σχέσης, διέπεται δε από το ιδιωτικό δίκαιο, όπως η σχέση κάθε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, ως τέτοιο δε ουσιαστικά λειτουργεί κατά τη χορήγηση των στεγαστικών δανείων και το ΤΠΔ. Επομένως η απαίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει στερούνται βασιμότητας (βλ. και Ειρ.Θεσ. 6958/11 και 1239/2012 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ, Βενιέρη-Κατσά «ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν.3869/2010» σελ. 87). Παραπέρα η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, επομένως, πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτηση, συνεκδικαζόμενη με την πρώτη πιο πάνω αίτηση (αρθ. 741 και 246 ΚΠολΔ), καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, λόγω της ταύτισης χρέους των αιτούντων συζύγων (πρωτοφειλέτης-εγγυητής)και της ανάγκης προσδιορισμού της ρύθμισης στην οποία θα ενταχθεί αυτό, καθώς και της έκτασης της ευθύνης καθενός απ’ αυτούς, αλλά και λόγω της επικαλούμενης διάστασης, γεγονός το οποίο αποτελεί αντικείμενο απόδειξης και ασκεί επιρροή στις ρυθμίσεις των χρεών και των δύο (βλ. αιτήματα για διάσωση της κύριας κατοικίας κάθε αιτούντος) και εφόσον οι υποθέσεις υπάγονται στην ίδια διαδικασία, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων. Η συνεκδίκαση είναι δυνατή έστω και κάθε αιτών έχει και ατομικούς πιστωτές, καθόσον με τη συνεκδίκαση των δύο αιτήσεων δεν ανατρέπεται η αυτοτέλεια κάθε έννομης σχέσης δίκης και δε θίγεται ο προσωποπαγής χαρακτήρας του δικαιώματος κάθε οφειλέτη, αφού στην ίδια απόφαση θα περιέχονται δυο ατομικές ρυθμίσεις, με καταβολές από τον καθένα χωριστά τόσο προς τους ατομικούς του πιστωτές όσο και προς τον κοινό, εφόσον απαιτηθεί.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τα έγγραφα, που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες είναι σύζυγοι διαμένουν σε διαμέρισμα επί της οδού…………………….στην περιοχή «Άγιος Τρύφωνας ή Σαμαρακιά» στη Αρόη Πατρών, ιδιοκτησίας του αιτούντος, το οποίο και αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη. Με την από 30-7-10 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον αιτούντα, η αιτούσα αφού κάνει λόγο για ισχυρό κλονισμό του γάμου τους και αφόρητη συμβίωση κάτω από την ίδια στέγη, του δηλώνει ότι αναγκάζεται να μετοικήσει στην αναφερόμενη μισθωμένη κατοικία και τον καλεί να προχωρήσουν άμεσα τις διαδικασίες έκδοσης συναινετικού διαζυγίου. Όμως ουδέποτε υλοποιήθηκαν τα όσα αναφέρονται στο εξώδικο αυτό, αντίθετα συνεχίζουν, όπως δέχονται και οι ίδιοι (βλ. προτάσεις τους), να συμβιώνουν στην πιο πάνω οικογενειακή στέγη. Κατέθεσε βέβαια ο μάρτυρας ότι η απλώς συστεγάζονται για οικονομικούς λόγους, χωρίς να μιλάνε και έχοντας χωριστές κουζίνες, ψυγεία και τα υπόλοιπα είδη που καλύπτουν τις βιοτικές ανάγκες καθενός, κατάθεση όμως η οποία δεν κρίνεται πιστευτή. Από το γεγονός ότι ουδέποτε μετοίκησε η αιτούσα στην αναφερόμενη στην εξώδικη δήλωσή της κατοικία, ούτε ξεκίνησε ποτέ η διαδικασία του διαζυγίου, το οποίο ζητούσε με το εξώδικο, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι οι αιτούντες δε συστεγάζονται απλώς, αλλά συμβιώνουν συνεισφέροντας ο καθένας από τα εισοδήματά του για την κάλυψη των ατομικών και κοινών βιοτικών τους αναγκών, και συνεπώς η επικαλούμενη διάσταση δεν είναι πραγματική αλλά εικονική ενόψει της υπαγωγής τους στη διαδικασία του ν.3869/10 και το συνυπολογισμό των εισοδημάτων τους στην κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών. Αλλά και αν ακόμη οι σχέσεις τους έχουν διαταραχθεί, το γεγονός αυτό δεν ασκεί καμία επιρροή, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, στα πλαίσια εφαρμογής του ν.3869/10 εκείνο που ενδιαφέρει είναι η πραγματική και μόνιμη άρση της συμβίωσης και όχι η ψυχική αποξένωση των συζύγων.

Ο αιτών έχει γεννηθεί το 1948 και είναι συνταξιούχος του Δημοσίου με μηνιαίες αποδοχές από κύρια και επικουρική σύνταξη 1.601 ευρώ (βλ. ενημερωτικά σημειώματα των συντάξεών του). Οι αποδοχές του αυτές είναι μειωμένες σε σχέση μ’ αυτές των τριών προηγούμενων ετών, κατά τα οποία ανέρχονταν σε ετησίως σε 24.200 περίπου ευρώ (βλ. φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα οικ. ετών 2009, 2010 και 2011). Άλλη πηγή εισοδήματος δεν έχει ο αιτών. Η αιτούσα έχει γεννηθεί το 1950 και είναι και αυτή συνταξιούχος του Δημοσίου με μηνιαίες αποδοχές από τη σύνταξή της 858 ευρώ (βλ. ενημερωτικό σημείωμα της σύνταξής της). Οι αποδοχές της αυτές είναι μειωμένες σε σχέση μ’ αυτές των τριών προηγούμενων ετών, κατά τα οποία ανέρχονταν ετησίως σε 20.800, 18.700 και 15.700 αντίστοιχα ευρώ (βλ. φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα οικ. ετών 2009, 2010 και 2011). Ακόμη εισπράττει μηνιαίο μίσθωμα από την εκμίσθωση ακινήτου ιδιοκτησίας της ποσού 300 ευρώ (βλ. φορολογική της δήλωση οικ.έτους 2011 και στον κωδικό 104, εισόδημα από εκμίσθωση κατοικιών). Ο ισχυρισμός της 2ης μετέχουσας ότι η αιτούσα παρέβη το καθήκον της αλήθειας επειδή παρέλειψε να περιλάβει στην κατάσταση των εισοδημάτων της το μίσθωμα αυτό στερείται βασιμότητας, καθόσον έχει περιλάβει το έσοδο αυτό στη συνημμένη στην ένδικη αίτηση κατάσταση περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων, επί της οποίας έχει συνταχθεί έκθεση εγχειρήσεως της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου.

Οι αιτούντες έχουν δύο ενήλικες κόρες τη………………….και τη………. ηλικίας 38 και 36 ετών αντίστοιχα, η πρώτη από τις οποίες, όπως δηλώνουν, διαμένει μαζί τους και διατρέφεται απ’ αυτούς. Όμως η κόρη τους αυτή ενόψει και της ηλικίας της, έχει τη δυνατότητα να βρει εργασία και να διατρέφει τον εαυτό της και δεν εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους της οικογένειας των αιτούντων, εφόσον παράλληλα δεν αποδείχθηκε αδυναμία αυτοδιατροφής της για κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Συνεπώς δεν μπορεί να συνυπολογιστούν στις δαπάνες τους και αυτές για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της κόρης τους.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 99), με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10).

Α) Στον αιτούντα έχουν χορηγηθεί:

Από την 1η μετέχουσα ««………………………………..», α) με την …………………………..σύμβαση πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1-11, 4.773,64 ευρώ, β) με την ………………. σύμβαση πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1- 11, 8.231,34 ευρώ, γ) με την ……………………. σύμβαση πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1-11, 3.709,78 ευρώ, δ) με την………………….σύμβαση πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1-11, 997,73 ευρώ και ε) με την ………………… σύμβαση, η οποία έχει καταγγελθεί, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1-11, 5.964,01 ευρώ. Συνολικά η απαίτηση της πιστώτριας αυτής από τις πιο πάνω συμβάσεις, ανέρχεται σε 23.676,50 ευρώ(βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών και καταγγελία της τελευταίας σύμβασης). Από τη 2η μετέχουσα «………………………………….», α) με την ……………… σύμβαση, προσωπικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 17-5-11, 5.757,93 ευρώ, β) με την ……………………. σύμβαση, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 25-5-11, 4.744,15 ευρώ και γ) με την……………….σύμβαση, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 15-5-11, 4.165,58 ευρώ. Η συνολική απαίτηση της πιστώτριας αυτής από τις πιο πάνω συμβάσεις, οι οποίες έχουν καταγγελθεί και έχουν εκδοθεί οι 3656/11, 69808/11 και 40602/11 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ανέρχεται σε 14.667,66 ευρώ (βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών, καταγγελίες συμβάσεων και διαταγές πληρωμής). Από την 3η μετέχουσα «……………….ΑΕ», με τη………………………σύμβαση, μία πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 8-1-11, 3.650,79 ευρώ(βλ. κατάσταση οφειλών). Από την 4η μετέχουσα «………………………..», α) με την ……………………….. σύμβαση, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 27-3-, 5.878,69 ευρώ και β) με την ……………… σύμβαση, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1-11, 5.666,04 ευρώ. Η συνολική απαίτηση της πιστώτριας αυτής ανέρχεται σε 11.547,73 ευρώ(βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών και καταγγελία της πρώτης σύμβασης). Από την 5η μετέχουσα τράπεζα «…………………………..Α.Ε.», α) με την …………………… σύμβαση, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 10-1-11, 2.779,59 ευρώ και β) με τη ……………… σύμβαση, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής στις 22-1- 11, 2.868,38 ευρώ. Η συνολική απαίτηση της πιστώτριας αυτής από τις δύο αυτές συμβάσεις ανέρχεται σε 5.647,97 ευρώ(βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών). γ) Με την ………….σύμβαση, ένα στεγαστικό δάνειο, διάρκειας 20 ετών, με υπόλοιπο οφειλής στις 16- 1-11, 22.700,49 ευρώ, η απαίτηση από το οποίο είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης στο με στοιχ. Β-2 διαμέρισμα του 1ου ορόφου της πολυκατοικίας στην περιοχή «Άγιος Τρύφωνας ή Σαμαρακιά» στη Αρόη Πατρών, ιδιοκτησίας του αιτούντος, η οποία, έχει εγγραφεί στο Υποθ/κειο Πατρών στον τομ. …… με αριθ. 22163/17-9-03. Από την 6η μετέχουσα τράπεζα «…………ανώνυμη τραπεζική εταιρία», με την ………………………… σύμβαση, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης στην πιστώτρια αυτή 1.463,56 ευρώ (βλ. αντίγραφο κίνησης λογαριασμού).

Από την κυρίως παρεμβαίνουσα «……………..», με την………..σύμβαση, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 25-5-11, 8.258,49 ευρώ. Η σύμβαση αυτή έχει καταγγελθεί και εκδόθηκε η 45888/11 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών (βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών, καταγγελία σύμβασης και διαταγή πληρωμής).

Για τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, πλην αυτών της 6ης μετέχουσας, δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το υπόλοιπο της οφειλής του αιτούντος κατά το χρόνο κοινοποίηση της αίτησης ως προς τα δάνεια που δεν είναι εξοπλισμένα με εμπράγματη ασφάλεια, και κατά το χρόνο της απόφασης ως προς τα δάνεια με εμπράγματη ασφάλεια, ώστε να υπολογιστεί η τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό, μέχρι τον οποίο συνεχίζουν να εκτοκίζονται σύμφωνα με το αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10.

Β) Η αιτούσα έχει εγγυηθεί για το πιο πάνω στεγαστικό δάνειο που έχει χορηγηθεί από την 1η μετέχουσα «………………………….» με την ………………….σύμβαση στον αιτούντα σύζυγό της (βλ. έγγραφο της τράπεζας με τα στοιχεία του δανείου). Επίσης της έχουν χορηγηθεί: από τη 2η μετέχουσα «…………………………..», με την ……………… σύμβαση, πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 31-1-11, 17.066,69 ευρώ(βλ. αναλυτική κατάσταση οφειλών). Για το δάνειο αυτό δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για το υπόλοιπο της οφειλής της αιτούσας κατά το χρόνο κοινοποίηση της αίτησης, ώστε να υπολογιστεί η τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο αυτό, μέχρι τον οποίο συνεχίζει να εκτοκίζεται σύμφωνα με το αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10.

Από το 3ο μετέχον ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ, ένα δάνειο μικροεπισκευών με ανεξόφλητο υπόλοιπο, κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης 4.312,99 ευρώ (βλ. κατάσταση οφειλών).

Οι αιτούντες, λόγω της υπερχρέωσής τους από το μεγάλο αριθμό των δανείων που έχουν λάβει και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση τους, εξαιτίας και των ψηλών επιτοκίων που ισχύουν στο χώρο της καταναλωτικής πίστης (τα 15 από τα 17 συνολικά δάνειά τους είναι καταναλωτικά), έχουν πάψει, σταδιακά από το 2009, 2010 και οριστικά από τις αρχές του 2011 την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, όπως προκύπτει από τα ποσά που κατέβαλαν ετησίως για την τοκοχρεολυτική απόσβεσή των δανείων (βλ. φορολογικές δηλώσεις οικ. ετών 2010 και 2011), τις πιο πάνω καταγγελίες των συμβάσεων και τις διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν σε βάρος του αιτούντος, καθώς και το ύψος των τόκων με τους οποίους έχουν επιβαρυνθεί (βλ. αναλυτικές καταστάσεις πιστωτριών). Στην περιέλευσή τους σε κατάσταση αδυναμίας εξυπηρέτησης του κύριου όγκου των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους συνετέλεσε και η, λόγω της συνταξιοδότησή τους το 2010, μείωση των αποδοχών τους, συνεπεία της οποίας η σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο είναι αρνητική χωρίς να αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και της μείωσης των αποδοχών και συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών τους υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας. Έτσι συντρέχει στην περίπτωση των αιτούντων μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τους μετέχοντες πιστωτές τους.

Η αδυναμία αυτή του αιτούντος δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προβάλλουν η 2η, 6η από τις πιστώτριες τράπεζες και η κυρίως παρεμβαίνουσα, σύμφωνα με τις οποίες προέβαινε σε συνεχή δανεισμό, παρότι γνώριζε την αδυναμία του να εξοφλήσει τα δάνεια με βάση την οικονομική του δυνατότητα και έτσι περιέφερε τον εαυτό του σε κατάσταση υπερχρέωσης. Και αυτό γιατί, ο δόλος πρέπει να αναφέρεται στο μετά την ανάληψη του χρέους διάστημα και όχι στο χρόνο σύναψής της δανειακής σύμβασης (βλ. Κρητικός «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 44). Εκτός αυτού σε χρόνο μεταγενέστερο της σύναψης των δανειακών συμβάσεων άλλαξε η οικονομική του κατάσταση με τη συνταξιοδότησή του και την περικοπή των συντάξεων, στα πλαίσια της δημοσιονομικής πολιτικής της τελευταίας διετίας λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας, γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να προβλέψει. Είναι βέβαια γεγονός ότι ο αριθμός των δανείων είναι ιδιαίτερα μεγάλος και οι δανειακές του υποχρεώσεις υψηλές. Όμως, όπως προβάλλεται και από τον αιτούντα (βλ. προτάσεις του), οι πιστώτριες τράπεζες γνώριζαν και πάντως είχαν τη δυνατότητα έρευνας της οικονομικής του κατάστασης ζητώντας να τους προσκομίσει σχετικά πληροφοριακά στοιχεία για τα εισοδήματά του (βεβαιώσεις αποδοχών, φορολογικές δηλώσεις κλπ), αλλά και να διαπιστώσουν τις υπόλοιπες δανειακές του υποχρεώσεις και την εξυπηρέτησή τους σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα (λίστα Τειρεσία) και να αρνηθούν τη δανειοδότησή του, εφόσον διαπίστωναν ότι ήταν μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σ’ αυτές. Παρόλα αυτά, και στα πλαίσια της επιθετικής πρακτικής προώθησης πιστώσεων και του μεταξύ τους ανταγωνισμού, που κυριάρχησε κατά τα τελευταία χρόνια στο τραπεζικό σύστημα του τόπου, του χορήγησαν πληθώρα δανείων, αποβλέποντας στα πρόσκαιρα οφέλη απ’ αυτά, συντελώντας έτσι στην υπερχρέωσή του. Επομένως η ένσταση αυτή των πιο πάνω πιστωτριών πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Ούτε συντρέχει δόλια συμπεριφορά του αιτούντος, επειδή, όπως προβάλλεται από τη 2η πιστώτρια τράπεζα και την κυρίως παρεμβαίνουσα, κατέστησε σκόπιμα τις οφειλές του ληξιπρόθεσμες προκειμένου να επωφεληθεί των ευεργετικών διατάξεων του νόμου 3869/10, αφού ήδη από το 2009, χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε θεσμοθετηθεί το εν λόγω νομοθέτημα, είχε σταματήσει να εξυπηρετεί σημαντικό μέρος των δανείων του. Επίσης η ένσταση της 6ης μετέχουσας, ότι ο αιτών, ενεργώντας δόλια, κατά το χρόνο που υπέβαλε την αίτηση χορήγησης της πιστωτικής κάρτας δήλωσε ότι δεν κατέχει άλλες κάρτες γεγονός που της προκάλεσε άγνοια της επισφάλειάς του, στερείται βασιμότητας, καθόσον δεν περιέχεται τέτοια δήλωσή του στη δανειακή σύμβαση, αλλά ούτε προκύπτει ο χρόνος ανάληψης των υπολοίπων δανειακών του υποχρεώσεων. Ο ισχυρισμός της κυρίως παρεμβαίνουσας ότι η αίτηση ασκείται καταχρηστικά, καθόσον ο αιτών επιδιώκει να απόσχει των συμβατικών του υποχρεώσεων χωρίς να προκύπτει αδυναμία του να αντεπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, αποτελεί άρνηση της προϋπόθεσης της πραγματικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, η οποία αποδείχθηκε κατά τα προλεχθέντα. Στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος περιλαμβάνεται: α) το με στοιχ. Β-2 διαμέρισμα του 1ου ορόφου, εμβαδού 119,51 τ.μ. και ο με στοιχ. Β-1 υπόγειος χώρος, εμβαδού επίσης 119,51 τ.μ. ο οποίος αποτελείται από γκαράζ, αποθήκες και κάβα, της πολυκατοικίας επί της οδού ……… ……. στην περιοχή «Άγιος Τρύφωνας ή Σαμαρακιά» στη Αρόη Πατρών. Το διαμέρισμα και ο χώρος του υπογείου αποτελούν δύο διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τη συστατική της πράξη (βλ. την 876/91 πράξη της συμβ/φου Πατρών Αργυρώς Κακουρά) με ποσοστό συνιδιοκτησίας καθένα επί του όλου ακινήτου, εμβαδού 4.480 τ.μ., 250/1000 (βλ. δηλώσεις Ε.Τ.ΑΚ. και Ε9). β) Ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθ. κυκλοφορίας ……………, τύπου PEUGEOT, 1595 κυβ. εκ. 11 HP, με ημερομηνία πρώτης άδειας τη 2-7-2009, το οποίο είχε αγοράσει καινούριο με παρακράτηση της κυριότητας από τον πωλητή (βλ. άδεια κυκλοφορίας του). Το αυτοκίνητο αυτό δεν περιλαμβάνεται στη ρευστοποιήσιμη περιουσία του αιτούντος και δεν μπορεί να διαταχθεί η κατ’ αρθ. 9 παρ. 1 ν.3869/10 εκποίησή του, αφού ο αιτών έχει δικαίωμα προσδοκίας το οποίο εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος, κύριος δε και νομέας αυτού παραμένει ο πωλητής του.

Στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνεται: α) το με στοιχ. Β-1 διαμέρισμα, εμβαδού 62 τ.μ του 2ου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ………………..της Πάτρας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 38/100 και β) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθ. κυκλοφορίας ……………, …………., 998 κυβ. εκ.7 HP, με ημερομηνία πρώτης άδειας την 25-10-99 (βλ. άδεια κυκλοφορίας του). Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί μεν ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας, πλην όμως δεν κρίνεται απαραίτητη η εκποίησή του, καθόσον η οικονομική του εκμετάλλευση με την εκμίσθωσή του αντί μηνιαίου μισθώματος 300 ευρώ αποφέρει σ’ αυτήν ένα ικανοποιητικό εισόδημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της με καταβολές επί τετραετία, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων εισοδημάτων της καθώς και του ύψους των χρεών της. Επίσης η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της, λαμβανομένων υπόψη του τύπου και της παλαιότητάς του (13 χρόνων), είναι πολύ μικρή και δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα, για την ικανοποίηση των πιστωτών της, μετά την αφαίρεση και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας, γι’ αυτό και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ αρθ. 9 παρ. 1 ν.3839/10 εκποίησή του.

Το παραπάνω διαμέρισμα και ο χώρος του υπογείου επί της οδού ……………αποτελούν την κύρια κατοικία των αιτούντων, για τα οποία υποβάλλεται από το νομιμοποιούμενο αιτούντα ιδιοκτήτη του αίτημα υπαγωγής τους στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 ν.3869/10 ρύθμιση. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, με την οποία του παρέχεται η δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αφού αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό, επιβάλλοντάς του προκειμένου να πετύχει την εξαίρεση την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει το 85% της εμπορικής της αξίας και εφόσον βέβαια το χρέος του είναι ίσο ή μεγαλύτερο του ποσού αυτού. Ως κατοικία χαρακτηρίζεται εκείνη που χρησιμεύει για την κάλυψη των βασικών στεγαστικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του (βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 147). Στις ανάγκες αυτές θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνονται και εκείνες για την αποθήκευση αντικειμένων του οικιακού εξοπλισμού, προσωπικών ειδών, που δεν είναι άμεσης χρήσης, τροφίμων κλπ, για την εξυπηρέτηση των οποίων απαιτείται η ύπαρξη βοηθητικών χώρων, καθώς επίσης και εκείνες για τη στάθμευση του αυτοκινήτου, το οποίο συνδέεται άμεσα με τη χρήση της κατοικίας, αφού μέσω αυτού εξυπηρετούνται βασικές καθημερινές ανάγκες των μελών της οικογένειας, και συνεπώς καθίσταται αναγκαία η εξασφάλιση χώρου συνήθως επί του ίδιου κτίσματος όπου η κατοικία, που είναι επιτακτική ιδίως στις πόλεις και τους οικισμούς γενικά λόγω της γνωστής στενότητας χώρου. Έτσι η αποθήκη της οικίας και η θέση στάθμευσης ως βοηθητικοί χώροι της κύριας κατοικίας κατά τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, περιλαμβάνονται στην ρύθμιση του αρθ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/10 περί εξαίρεσης από την εκποίηση και ως εκ τούτου πρέπει γίνει δεκτό το αίτημα του αιτούντος και να εξαιρεθούν της εκποίησης. Σημειωτέον ότι η εξαίρεση και των βοηθητικών αυτών χώρων της κατοικίας είναι και προς το συμφέρον των πιστωτών, αφού για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους θα συνυπολογιστεί και ποσό ίσο με το 85% της εμπορικής τους αξίας, που κατά κανόνα είναι μεγαλύτερη της αντικειμενικής, ποσό το οποίο είναι αδύνατο ή δύσκολο να ωφεληθούν αυτές από την εκποίηση, λαμβανομένων υπόψη του είδους του ακινήτου και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας.

Το αίτημα της αιτούσας περί υπαγωγής στην ρύθμιση του αρθ. 9 παρ. 2 του ν.3869/10 του παραπάνω διαμερίσματός της, το οποίο έχει εκμισθώσει σε τρίτο, δεν είναι νόμιμο. Και αυτό γιατί, προϋπόθεση της θεσπιζόμενης με τη διάταξη αυτή ρύθμισης της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από την εκποίηση, είναι η πραγματική χρησιμοποίηση του ακινήτου ως κύριας κατοικίας από τον ίδιο και την οικογένειά του, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση που για κάποιο λόγο (συνήθως επαγγελματικό) κατοικεί σε ξένο ακίνητο και εφόσον ο σύζυγός του δε διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (9 παρ. 2 εδ, τελευταίο ν. 3869/10). Δεν παρέχεται, επομένως, η δυνατότητα εξαίρεσης από την εκποίηση της δεύτερης ή της εξοχικής κατοικίας του οφειλέτη (βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 147), ούτε άλλου ακινήτου ιδιοκτησίας του, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του, επειδή κύρια κατοικία της οικογένειας αποτελεί ακίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου, το οποίο και μόνο μπορεί να εξαιρεθεί, εφόσον ο ιδιοκτήτης σύζυγος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις και επιθυμεί να ενταχθεί ο ίδιος σε ρύθμιση. Στην προκειμένη περίπτωση αιτούσα χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία της για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της πιο πάνω κατοικία του αιτούντος συζύγου της, που αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη, η οποία και υπάγεται στην προστασία του νόμου όχι όμως και το δικό της διαμέρισμα έστω και αν είναι και ίδια οφειλέτης και ζητά την ένταξή της στις ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν αποτελεί την οικογενειακή της στέγη, στην προστασία της οποίας και μόνο αποσκοπεί ο νομοθέτης.

Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου 3869/10 και ειδικότερα του μεν αιτούντος σ’ αυτή των αρθ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 ν. 3869/10, της δε αιτούσας σ’ αυτή του αρθ. 8 παρ. 2. Α) Ως προς τη ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματα του επί τετραετία, που θα αρχίζουν αμέσως από την κοινοποίηση προς αυτόν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές του θα ικανοποιηθούν συμμέτρως (αρθ. 8 παρ. 2 ν. 3869/10). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, μοναδικό εισόδημα του αιτούντος αποτελεί σήμερα η σύνταξή του, που ανέρχεται μηνιαία σε 1.601 ευρώ, χωρίς να αναμένεται περαιτέρω βελτίωση των εισοδημάτων του, ενόψει της ηλικίας του και των γνωστών περικοπών στα εισοδήματά των μισθωτών του Δημοσίου, στις δε οικογενειακές του δαπάνες περιλαμβάνονται αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των ατομικών βιοτικών αναγκών του, και αυτές της συνεισφοράς του για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς του με βάση τα εισοδήματά του, συνυπολογιζομένης και της υποχρέωσης συμμετοχής σ’ αυτές της συζύγου του με βάση τα εισοδήματά της. Ενόψει αυτών και λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού ορισμού καταβολών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του ποσού μέχρι το 85% της εμπορικής της αξίας, το προς διάθεση στους πιστωτές του ποσό πρέπει να οριστεί σε 600 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες.

Το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται σε 91.610,19 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 23.676,50 ευρώ προς την 1η μετέχουσα «………………………………..», σε 14.667,66 ευρώ προς τη 2η μετέχουσα «…………………………….plc», σε 3.650,79 ευρώ προς την 3η μετέχουσα «………………………», σε 11.544,73 ευρώ προς την 4η μετέχουσα «…………………………….», σε 22.700,49 και 5.647,97 ευρώ προς την 5η μετέχουσα τράπεζα «……………………………….» για τις απαιτήσεις της με εμπράγματη ασφάλεια και χωρίς εξασφάλιση αντίστοιχα, σε 1.463,56 ευρώ προς την 6η μετέχουσα τράπεζα «…………..ανώνυμη τραπεζική εταιρία» και σε 8.258,49 ευρώ προς την κυρίως παρεμβαίνουσα «……………………………………………..». Σε κάθε μία από τις πιστώτριες αυτές αναλογεί από το ποσό των 600 ευρώ, στην πρώτη αυτό των 155,10 ευρώ (600Χ25,85%), στη δεύτερη αυτό των 96 ευρώ (600Χ16%), στην τρίτη αυτό των 23,94 ευρώ (600Χ3,99%), στην τέταρτη αυτό των 75,60 ευρώ(600Χ 12,60%), στην πέμπτη αυτό των 148,68 ευρώ (600Χ 24,78%) για το στεγαστικό δάνειο με εμπράγματη ασφάλεια και 37,02 ευρώ για τα καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση (600Χ6,17%), στην έκτη αυτό των 9,60 ευρώ (600Χ 1,60%) και στην έβδομη αυτό των 54,06 ευρώ (600Χ 9,01%). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 4ετίας η 1η μετέχουσα πιστώτρια θα έχει λάβει το ποσό των 7.444,80 ευρώ (155,10Χ48) και θα έχει απομένει υπόλοιπο από την απαίτησή της ποσού 16.231,70 ευρώ (23.676,50-7.444,80), η 2η μετέχουσα θα έχει λάβει το ποσό των 4.608 ευρώ (96Χ48) και θα έχει απομένει υπόλοιπο από την απαίτησή της ποσού 10.059,66 ευρώ (14.667,66-4.608), η 3η μετέχουσα θα έχει λάβει το ποσό των 1.149,12 ευρώ (23,94Χ48) και θα έχει απομένει υπόλοιπο από την απαίτησή της ποσού 2.501,67 ευρώ (3.650,79-1.149,12), η 4η μετέχουσα θα έχει λάβει το ποσό των 3.628,80 ευρώ (75,60Χ48) και θα έχει απομένει υπόλοιπο από την απαίτησή της ποσού 7.915,93 ευρώ (11.544,73-3.628,80), η 5η μετέχουσα θα έχει λάβει το ποσό των 7.136,64 ευρώ (148,68Χ48) για το δάνειο με εμπράγματη ασφάλεια, από το οποίο απομένει υπόλοιπο ποσού 15.563,85 ευρώ (22.700,49-7.136,64) και 1.776,96 ευρώ για τα καταναλωτικά δάνεια (37,02 Χ48) από τα οποία απομένει υπόλοιπο ποσού 3.871,01 ευρώ(5.647,97-1.776,96), η 6η μετέχουσα θα έχει λάβει το ποσό των 460,80 ευρώ (9,60Χ48) και θα έχει απομένει υπόλοιπο από την απαίτησή της ποσού 1.002,76 ευρώ (1.463,56-460,80)και η 7η μετέχουσα θα έχει λάβει το ποσό των 2.594,88 ευρώ (54,06Χ48) θα έχει απομένει υπόλοιπο από την απαίτησή της ποσού 5.663,61 ευρώ (8.258,49- 2.594,88).

Παραπέρα και στα πλαίσια της ρύθμισης του αρθ. 9 παρ. 2 ν.3869/10, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει μέχρι το 85% της εμπορικής της αξίας. Η εμπορική αξία του παραπάνω διαμερίσματος και του χώρου του υπογείου, η οποία κατά τον αιτούντα ανέρχεται ενιαία σε 112.760 ευρώ, εκτιμάται, του μεν διαμερίσματος σε 100.000 ευρώ, του δε χώρου του υπογείου σε 30.000 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητάς τους (έτος κατασκευής 1991), της περιοχής στην οποία βρίσκεται η οικοδομή, του ορόφου (1ος και υπόγειο) και του εμβαδού τους (από 119,51 τ.μ.), του ποσοστού συνιδιοκτησίας (500/1000) που αναλογεί επί του οικοπέδου εμβαδού 4.480 τ.μ., που έχει κτιστεί η πολυκατοικία, της αντικειμενικής τους αξίας ποσού 64.982,30 και 21.750,82 ευρώ, (βλ. Ε.Τ.ΑΚ.), και των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά για ακίνητα με παρόμοια ή παραπλήσια χαρακτηριστικά στοιχεία. Η αντικειμενική τους αξία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο όπως ο αιτών, που ανέρχεται με τις προσαυξήσεις σε 375.000 ευρώ, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή τους από την εκποίηση. Έτσι ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 130.000 ευρώ της εμπορικής αξίας της κατοικίας του, ποσό ίσο τουλάχιστο με το 85% αυτής, που αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, δηλαδή μέχρι αυτό των 110.500 ευρώ (130.000Χ85%), το οποίο ποσό είναι μεγαλύτερο του υπολοίπου των χρεών του, που ανέρχεται σε 62.810,19 ευρώ, τα οποία, επομένως, θα πρέπει να εξοφληθούν πλήρως. Μάλιστα το υπόλοιπο αυτό των χρεών του καλύπτεται από το 85% της εμπορικής αξίας του διαμερίσματος του ισογείου, που ανέρχεται σε 85.000 ευρώ (100.000Χ85%)και συνεπώς το αίτημα διάσωσης και των βοηθητικών χώρων του υπογείου είναι χωρίς αντικείμενο. Ο χρόνος αποπληρωμής του ποσού 62.810,19 ευρώ θα πρέπει να οριστεί σε 10 χρόνια, λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας των δανείων, ιδίως του στεγαστικού (20 χρόνια), του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει για τη διάσωση της κατοικίας του, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 523,42 ευρώ, δηλαδή 62.810,19: 120 μήνες (10 χρόνια Χ 12). Επίσης θα πρέπει να χορηγηθεί περίοδος χάριτος τεσσάρων χρόνων, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών της τετραετίας, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια την υπέρμετρη επιβάρυνση, αντί της ελάφρυνσής του, σύμφωνα με τη νομοθετική βούληση, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις του και να εκπέσει των ρυθμίσεων. Η καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας του αιτούντος θα ξεκινήσει τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις της 5ης μετέχουσας τράπεζας «……………Α.Ε.», από την ………………………..σύμβαση στεγαστικού δανείου, το υπόλοιπο του οποίου μετά τις πιο πάνω καταβολές της τετραετίας ανέρχεται σε 15.563,85 ευρώ, καθόσον η απαίτηση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης. Έτσι, οι πρώτες 29 μηνιαίες δόσεις ποσού 523,42 ευρώ κάθε μια και μέρος της 30ης ποσού 384,66 ευρώ θα διατεθούν για την ικανοποίηση της απαίτησης της 5ης μετέχουσας από τη σύμβαση του στεγαστικού δανείου. Μέρος της 30ης δόσης ποσού 138,76 ευρώ και οι επόμενες 90 μηνιαίες δόσεις ποσού 523,42 ευρώ κάθε μία θα διατεθούν για τη σύμμετρη ικανοποίηση των υπολοίπων πιο πάνω απαιτήσεων όλων των μετεχουσών……

https://nomikostypos.wordpress.com
[………..]

Σχόλια