Ενστάσεις ελευθερώσεως του εγγυητή

Η σύμβαση εγγύησης αποτελεί ένα από τα ασφαλέστερα οχήματα ενός πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να διέλθει αλώβητο από τις ατραπούς των εν ..δυνάμει αφερέγγυων δανειοληπτών, οι οποίοι δίχως την παροχή της εγγύησης ενός οικείου προσώπου δεν θα πληρούσαν τις προϋποθέσεις λήψης δανείου με μόνο εχέγγυο τη δική τους περιουσιακή κατάσταση.

Ωστόσο, η σύγχρονη χρηματοπιστωτική πρακτική ανέδειξε το δυσάρεστο φαινόμενο, η χαριστική αυτή πράξη του εγγυητή να εξελίσσεται προβληματικά για τον τελευταίο, όταν ο πρωτοφειλέτης αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι αφερέγγυος ή δεν δύναται να εκπληρώσει τις αναληφθείσες εκ της δανειακής σύμβασης υποχρεώσεις του έναντι του πιστωτικού ιδρύματος, με περαιτέρω συνέπεια το βάρος της εξόφλησης της οφειλής να μετακυλίεται τελικά στον εγγυητή.

Σε περίπτωση που ο δανειολήπτης αποδειχτεί ασυνεπής στην αποπληρωμή των οφειλομένων δόσεων, αναγκάζοντας τον δανειστή να στρέψει τα βέλη του κατά του εγγυητή, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των αξιώσεών του, ο τελευταίος δεν μένει απροστάτευτος, καθώς ο νόμος του παρέχει καταρχήν τη δυνατότητα να προβάλλει την ένσταση διζήσεως (άρθρο 855 του Αστικού Κώδικα), η οποία εντούτοις λειτουργεί για τον εγγυητή ανασταλτικά και όχι αποτρεπτικά, αδρανοποιώντας την ευθύνη του, μόνο ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη και αυτή αποδειχθεί ατελέσφορη.

Επιπλέον όμως, ο εγγυητής δικαιούται να προβάλλει τις ενστάσεις ελευθερώσεως, που προβλέπουν οι ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 862 & 863 ΑΚ, αλλά και την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Στις περιπτώσεις των τραπεζικών συμβάσεων, ο εγγυητής παραιτείται, ταυτόχρονα με την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης, του δικαιώματος να προτείνει την ένσταση διζήσεως έναντι της δανείστριας Τράπεζας, με αποτέλεσμα την πρώιμη αποδυνάμωση της θέσης του.
Ωστόσο, στις περιπτώσεις των τραπεζικών συμβάσεων, ο εγγυητής παραιτείται, ταυτόχρονα με την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης, του δικαιώματος να προτείνει την ένσταση διζήσεως έναντι της δανείστριας Τράπεζας, με αποτέλεσμα την πρώιμη αποδυνάμωση της θέσης του, καθώς τα μόνα μέσα που του απομένουν για να αποτρέψει την εις βάρος του διαδικασία αποπληρωμής του χρέους του πρωτοφειλέτη είναι οι ενστάσεις ελευθερώσεως και η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται της ευθύνης του εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του τελευταίου από τον οφειλέτη του. Εξάλλου, το άρθρο 863 ΑΚ ορίζει, ότι «ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής».

Οι ανωτέρω διατάξεις καθιερώνουν ειδικούς λόγους απόσβεσης της ευθύνης του εγγυητή, που εξαρτώνται από την συμπεριφορά του δανειστή έναντι του και η καθεμιά θεμελιώνεται σε διαφορετική πραγματική βάση. Προϋποθέσεις της ελευθέρωσης του εγγυητή κατ΄ άρθρο 862 ΑΚ, είναι αφενός η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη να κατέστη αδύνατη και αφετέρου η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή. Εξάλλου, οι αντίστοιχες προϋποθέσεις κατ΄ άρθρο 863 ΑΚ, είναι κατά πρώτον η παραίτηση του δανειστή από τις ασφάλειες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά για την συγκεκριμένη απαίτησή του και κατά δεύτερον η πρόκληση ζημίας στον εγγυητή ακριβώς λόγω του γεγονότος της παραίτησης αυτής.

Στην περίπτωση του άρθρου 862 ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή λόγω δικής του υπαιτιότητάς του, υπάρχει η δυνατότητα της, δια προγενέστερης συμφωνίας, παραίτησης του εγγυητή από την προκείμενη ένσταση, αλλά μόνο για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεί αδύνατη λόγω ελαφράς αμέλειάς του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειάς του η σχετική συμφωνία θα αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ και θα είναι άκυρη.

Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 863 ΑΚ, όπου ο δανειστής παραιτείται από ασφάλειες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά σε σχέση με την απαίτησή του για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, αντίστοιχη προγενέστερη συμφωνία περί μη ελευθέρωσης του εγγυητή είναι απεριόριστα έγκυρη και ισχυρή, καθώς η παραίτηση του δανειστή δεν εξαρτάται εν προκειμένω από πταίσμα του.

Η παραίτηση εκ μέρους του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, όπως επίσης και από τις ενστάσεις των άρθρων 862 έως και 868 ΑΚ, οι οποίες έχουν τεθεί για να επιφέρουν μια δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών, αποδυναμώνουν υπέρμετρα τη θέση του εγγυητή απέναντι από οποιαδήποτε ενέργεια της Τράπεζας, αφού η τελευταία ενδέχεται να μην επιδείξει, είτε υπαίτια είτε ανυπαίτια, την επιμέλεια που απαιτείται για την ικανοποίηση της απαίτησής της και επιπλέον να παραιτηθεί οποτεδήποτε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή.

Συνεπεία των ανωτέρω, και με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και την ειδικότερη έκφανση αυτού στο άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, έχει νομολογηθεί, ότι ο γενικός όρος των συναλλαγών περί παραιτήσεως του εγγυητή από τις προαναφερθείσες ενστάσεις είναι απολύτως άκυρος, καθώς διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του εγγυητή.
http://www.capital.gr/law/articles.asp?id=520003&subcat=106

Σχόλια