Πάγια μηνιαία αντιμισθία δικηγόρου. Αρχή ισότητας εργαζομένων, δικαίωμα εργαζομένου να αξιώσει από τον εργοδότη του τη μεγαλύτερη αμοιβή, που καταβάλλεται οικειοθελώς...Άρειος Πάγος 1812/2014

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
Άρειος Πάγος 1812/2014
Πάγια μηνιαία αντιμισθία δικηγόρου. Αρχή ισότητας εργαζομένων, δικαίωμα εργαζομένου να αξιώσει από τον εργοδότη του τη μεγαλύτερη αμοιβή, που..
καταβάλλεται οικειοθελώς, δηλαδή από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση, σε άλλο μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει τις ίδιες, υπό τις αυτές προϋποθέσεις και συνθήκες, υπηρεσίες, εκτός αν η διαφορετική αυτή αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη, γιατί συντρέχει κάποιος ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος.

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο η με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου.

Η, κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον άνω Κώδικα των Δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις των άρθρων 713 και 648 επ. του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως (βλ. άρθρο 1 του Δικηγορικού Κώδικα και Ολ.ΑΠ 45/2002).

Η εν λόγω παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνον εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.
Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία μετά του εντολέα αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), με την παρ. 2 του οποίου άρθρου παρείχετο στον Υπουργό Δικαιοσύνης εξουσιοδότηση να καθορίζει εκάστοτε με απόφασή του, δημοσιευομένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το ελάχιστο όριο της πάγιας περιοδικής αμοιβής που εδικαιούτο ο δικηγόρος, σε περίπτωση που αυτός είχε συμφωνήσει με τον εντολέα του να αμείβεται, για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή Βάσει της διατάξεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 128494/1954 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία καθορίσθηκαν τα ελάχιστα όρια αμοιβής των δικηγόρων, που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκε ο δεχόμενος τις υπηρεσίες του δικηγόρου (κατηγορία Α: Πάσης φύσεως εταιρείες και εμπορικές εν γένει επιχειρήσεις, κατηγορία Β: Δήμοι, Κοινότητες, Ιδρύματα κ.λπ.) και ανάλογα με το Δικαστήριο στο οποίο ο δικηγόρος ασκεί το λειτούργημά του (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). Μετά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως, εκδόθηκαν, μεταξύ των ετών 1959 έως 1973, όμοιες Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες χορηγήθηκαν ποσοστιαίες αυξήσεις και προσαυξήσεις των ελαχίστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων, που παρείχαν τις υπηρεσίες του μόνο με πάγια, μηνιαία ή ετήσια, περιοδική αμοιβή.


Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της ισότητας, ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του αυτού Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων, που απορρέει από το άρθρο 288 του ΑΚ, αφενός μεν δεσμεύεται ο νομοθέτης, ο οποίος στο θέμα της αμοιβής δεν μπορεί να κάνει διακρίσεις όταν όλοι εργάζονται υπό τις αυτές γενικώς συνθήκες, εκτός αν οι διακρίσεις αυτές δεν είναι αυθαίρετες, αλλά επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, αφετέρου δε θεσπίζεται κανόνας δημοσίας τάξεως, με τον οποίο παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη του τη μεγαλύτερη αμοιβή, που καταβάλλεται οικειοθελώς, δηλαδή από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση, σε άλλο μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει τις ίδιες, υπό τις αυτές προϋποθέσεις και συνθήκες, υπηρεσίες, εκτός αν η διαφορετική αυτή αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη, γιατί συντρέχει κάποιος ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος.



ΑΠ 1812 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.


Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:


Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Παπανδρέου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι "συμπληρώνω νομίμως και παραδεκτώς αναφοράν μου εκ παραδρομής στο δικόγραφο της δικαζομένης αιτήσεως αναίρεσης κατά της Εφ. Αθ. 1003/2012 στην διάταξιν του Συντάγματος "περί ισότητος" στο άρθρο 3 αντί της ορθής αρίθμησης αυτού ως άρθ. 4, στο οποίο πράγματι αναφέρομαι και επικαλούμαι".


Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "........................" και διακριτικό τίτλο "...................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1003/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-4-2013 αίτησή του και τους από 29-10-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Από την υπ' αριθμ. 4180Δ'/11-9-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Ζ., με τις συνημμένες σ' αυτή Απόδειξη Παραλαβής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Ακροπόλεως και Βεβαίωση ταχυδρομήσεως έγγραφης ειδοποιήσεως (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση από 29-4-2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1003/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3-12-2013, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (1-4-2014). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη είχε νόμιμα κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση της για τη μετ' αναβολή δικάσιμο (1-4-2014), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς της. Επομένως, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ. α' και γ' ΚΠολΔ). Με το από 29-10-2013 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-11-2013 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη επίσης την 1-11-2013 (βλ. υπ' αριθμ. 4638Δ'/1-11-2013 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή), ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να εξετασθούν μαζί με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο η με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου.

Η, κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον άνω Κώδικα των Δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις των άρθρων 713 και 648 επ. του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως (βλ. άρθρο 1 του Δικηγορικού Κώδικα και Ολ.ΑΠ 45/2002). Η εν λόγω παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνον εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.

Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία μετά του εντολέα αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), με την παρ. 2 του οποίου άρθρου παρείχετο στον Υπουργό Δικαιοσύνης εξουσιοδότηση να καθορίζει εκάστοτε με απόφασή του, δημοσιευομένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το ελάχιστο όριο της πάγιας περιοδικής αμοιβής που εδικαιούτο ο δικηγόρος, σε περίπτωση που αυτός είχε συμφωνήσει με τον εντολέα του να αμείβεται, για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή Βάσει της διατάξεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 128494/1954 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία καθορίσθηκαν τα ελάχιστα όρια αμοιβής των δικηγόρων, που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκε ο δεχόμενος τις υπηρεσίες του δικηγόρου (κατηγορία Α: Πάσης φύσεως εταιρείες και εμπορικές εν γένει επιχειρήσεις, κατηγορία Β: Δήμοι, Κοινότητες, Ιδρύματα κ.λπ.) και ανάλογα με το Δικαστήριο στο οποίο ο δικηγόρος ασκεί το λειτούργημά του (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). Μετά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως, εκδόθηκαν, μεταξύ των ετών 1959 έως 1973, όμοιες Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες χορηγήθηκαν ποσοστιαίες αυξήσεις και προσαυξήσεις των ελαχίστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων, που παρείχαν τις υπηρεσίες του μόνο με πάγια, μηνιαία ή ετήσια, περιοδική αμοιβή.


Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 128599/4-12-1973 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 1427/1973), που κυρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 179/1975 "Ρύθμιση Δικηγορικών Θεμάτων", με την οποία απόφαση καθορίσθηκε ο τρόπος υπολογισμού των ελαχίστων ορίων της πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με τέτοια αμοιβή. Με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 179/1975 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις της υπ' αριθμ. 128599/1973 αποφάσεως εφαρμόζονται αναλόγως και επί του καθορισμού του ελαχίστου ορίου της αμοιβής και των δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή στην περιφέρεια των λοιπών Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους.

Επακολούθησε ο Ν. 1093/1980, με το άρθρο 2 του οποίου προστέθηκε νέο άρθρο 92Α στο Ν.Δ. 3026/1954 (Κώδικας των Δικηγόρων), κατά το οποίο άρθρο, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα, ως ακολούθως: α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα, που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 2022210/2776/ 002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β'/21-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 "για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" και ισχύει από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω Ν. 2470/1997 και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο παραπάνω άρθρο 92Α παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του Ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός. Επιπλέον χορηγούνται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92Α παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997. Τέλος, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1093/1980, περιοδικές αμοιβές δικηγόρων, βάσει των μέχρι τούδε ισχυουσών αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανώτερες των υπό των παρ. 1 και 2 του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων καθοριζομένων, εξακολουθούν διεπόμενες υπό των μέχρι τούδε διατάξεων. Οι αμοιβές αυτές προσαυξάνονται εφεξής και διά των επιδομάτων γάμου και τέκνων. Κατά δε την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 12 του Ν. 1093/ 1980, σε περίπτωση καθορισμού στο μέλλον, διά συμφωνίας των μερών, ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου, ανώτερου του καθοριζομένου από το άρθρο 92Α του Κώδικα Δικηγόρων, τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άνω άρθρου, ως βάση δε υπολογισμού των προσαυξήσεων θα λαμβάνεται το συμφωνηθησόμενο ποσό αμοιβής.


Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της ισότητας, ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του αυτού Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων, που απορρέει από το άρθρο 288 του ΑΚ, αφενός μεν δεσμεύεται ο νομοθέτης, ο οποίος στο θέμα της αμοιβής δεν μπορεί να κάνει διακρίσεις όταν όλοι εργάζονται υπό τις αυτές γενικώς συνθήκες, εκτός αν οι διακρίσεις αυτές δεν είναι αυθαίρετες, αλλά επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, αφετέρου δε θεσπίζεται κανόνας δημοσίας τάξεως, με τον οποίο παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη του τη μεγαλύτερη αμοιβή, που καταβάλλεται οικειοθελώς, δηλαδή από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση, σε άλλο μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει τις ίδιες, υπό τις αυτές προϋποθέσεις και συνθήκες, υπηρεσίες, εκτός αν η διαφορετική αυτή αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη, γιατί συντρέχει κάποιος ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος.


Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Δυνάμει της από 2-10-1968 συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, δικηγόρου Αθηνών, και του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η τελευταία προσέλαβε τον ενάγοντα, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτή, με την ανωτέρω ιδιότητα του δικηγόρου, για αόριστο χρόνο, με πάγια μηνιαία περιοδική αμοιβή, το ύψος της οποίας συμφωνήθηκε τότε στο ποσό των 6.000 δραχμών.

Η πρόσληψη αυτή του ενάγοντος έγινε με το υπ' αριθμ. 5/2-10-1968 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, η οποία με το ίδιο αυτό πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου προσέλαβε και τον Φ. Σ. ως λογιστή της, με μηνιαία αμοιβή ποσού 3.500 δραχμών.

Από το ανωτέρω πρακτικό - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - δεν προκύπτει καμία συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ότι η πάγια μηνιαία αντιμισθία του ενάγοντος θα τελούσε σε αντιστοιχία 6:3,50 προς την αμοιβή του άνω λογιστή Φ. Σ. Επίσης, δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στο πρακτικό αυτό, ότι, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση της οικονομικής αξίας των υπηρεσιών του ενάγοντος, ως δικηγόρου, και του Φ. Σ., ως λογιστή, θα υφίσταται η ανωτέρω 6:3,50 αντιστοιχία στις αποδοχές τους, ούτε, άλλωστε, γίνεται καμία αναφορά και σε οποιαδήποτε άλλη ποσοστική αναλογία ή συσχέτιση μεταξύ των μηνιαίων αμοιβών των ως άνω προσληφθέντων.


Συνεπώς, κατά την πρόσληψη του ενάγοντος δυνάμει του εν λόγω πρακτικού, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και, ως εκ τούτου, η εναγομένη δεν ανέλαβε τότε συμβατική υποχρέωση να διαμορφώνει τη μηνιαία αντιμισθία του ενάγοντος με μέτρο συγκρίσεως τις αποδοχές του άνω λογιστή της. Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε μεταγενέστερη της προσλήψεως του ενάγοντος συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης, έγγραφη ή προφορική, με την οποία να συμφωνήθηκε τέτοια συσχέτιση της πάγιας μηνιαίας αμοιβής του ενάγοντος, ώστε αυτή να τελεί σε αντιστοιχία 6:3,50 προς την αμοιβή του λογιστή Φ. Σ., ούτε αποδείχθηκε ότι καθιερώθηκε, έστω σιωπηρά από πλευράς της εναγομένης, τέτοια αντιστοίχιση των αμοιβών που κατέβαλε στον ενάγοντα και στον άνω λογιστή, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, ότι οι αμοιβές του ενάγοντος, δικηγόρου της εναγομένης και του Φ. Σ., λογιστή αυτής, εξελίχθηκαν περαιτέρω, μετά τον αρχικό καθορισμό τους σε 6.000 δραχμές για τον ενάγοντα και σε 3.500 δραχμές για τον Φ. Σ., ξεχωριστά και ανεξάρτητα για τον καθένα, χωρίς να υφίσταται ουδεμία συσχέτιση και ποσοστική αναλογία μεταξύ τους στις επακολουθήσασες κατά καιρούς, σταδιακά και για τους δύο (ενάγοντα και Φ. Σ.), αναπροσαρμογές και αυξήσεις των αμοιβών τους, δεδομένου, άλλωστε, ότι ήταν εντελώς διαφορετικά η φύση, το είδος και το αντικείμενο των συμβάσεων και των προσφερόμενων αντίστοιχα υπηρεσιών τους και ειδικότερα, σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, χωρίς υπαλληλική ιδιότητα και τήρηση ωραρίου και με διατήρηση της επαγγελματικής του ανεξαρτησίας και δυνατότητας παροχής νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών και προς άλλους εντολείς (πελάτες) ο ενάγων, και σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έναντι μηνιαίου μισθού, με υπαλληλική ιδιότητα και υπό τον έλεγχο, την εποπτεία και το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης τελών ο ως άνω λογιστής.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος (που μνημονεύονται ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει) και την μαρτυρική κατάθεση της Ε. Α. αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμφωνημένος συσχετισμός της πάγιας αντιμισθίας του ενάγοντος με τις μισθολογικές αμοιβές του άνω λογιστή, δεδομένου ότι στις μεν ένορκες βεβαιώσεις δεν αναφέρεται τίποτε συγκεκριμένο και σχετικό με κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, τα δε αναφερόμενα στην κατάθεση της μάρτυρος Ε. Α. είναι εντελώς αόριστα (αφού δεν γίνεται σαφής αναφορά σε συγκεκριμένη συμφωνία, ούτε αναφέρεται ο τόπος, ο χρόνος και το περιεχόμενο τέτοιας συμφωνίας), αλλά και αντιφατικά (αφού γίνεται αναφορά, κατ' επανάληψη, σε άλλη αναλογία 6:3 και στο τέλος σε 6:3,50, ενώ αναφέρεται και ότι ο εργοδότης δεν δεσμεύτηκε από τη συμφωνία αυτή). Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι υφίστατο συμφωνία και ως εκ τούτου συμβατική υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει την αντιμισθία του με υποχρεωτικό μέτρο συγκρίσεως την αμοιβή του άνω λογιστή και, συνεπώς, όλα τα αγωγικά αιτήματα (κονδύλια), που βασίζονται στην εν λόγω αντιστοιχία (για διαφορές της πάγιας αντιμισθίας του ενάγοντος), είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5, 92 και 92Α του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), ούτε εκείνες των άρθρων 288 του ΑΚ, 4 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, αλλά ούτε και τη μνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, αλλά μόνο για έλεγχο της συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου (Ολ.ΑΠ 6/2009). Διέλαβε δε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Επομένως, μετά ταύτα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την εφαρμογή τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συναφώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως και κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις και την κατάθεση των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, καθώς και το υπ' αριθμ. 5/2-10-1968 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικώς μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ και από το όλο περιεχόμενο αυτής δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Επίσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε, όπως θα έπρεπε, αποδεικτική δύναμη πλήρους αποδείξεως στο ως άνω υπ' αριθμ. 5/2-10-1968 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και, έτσι, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το εν λόγω έγγραφο, το οποίο ασφαλώς δεν είναι δημόσιο έγγραφο και δεν έχει την ορισμένη από το νόμο (άρθρο 438 ΚΠολΔ) αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ως δικαστικό τεκμήριο.
Κατά την έννοια του άρθρου 830 του ΑΚ, ανώμαλη παρακαταθήκη είναι η κατόπιν συμφωνίας κατάθεση προς φύλαξη από τον ένα στον άλλο συμβαλλόμενο χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, με την εξουσία της χρησιμοποιήσεώς τους εκ μέρους του θεματοφύλακα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο επικαλούμενος, επιβοηθητικά, ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η εναγομένη του οφείλει τις αγωγικές αξιώσεις του από την πάγια μηνιαία αντιμισθία του και κατά τις διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης, καθόσον είχε συμφωνηθεί με το νόμιμο εκπρόσωπό της να παρακατατίθενται τα χρηματικά ποσά που του οφείλονταν για τις ένδικες αυτές αξιώσεις του στα ταμεία της εναγομένης, προκειμένου να του αποδοθούν κατά τη λύση της σχέσεως παροχής των υπηρεσιών του, που επήλθε στις 31-5-2004, πλην όμως κατά τη λύση αυτή ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης αρνήθηκε την απόδοσή τους, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η σύναψη τέτοιας συμφωνίας, υπό οποιαδήποτε έννοια, μεταξύ των διαδίκων. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 830 του ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 210 του ΑΚ (προθεσμία αναβλητική και διαλυτική), που επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις αυτές, επιπλέον δε έλαβε υπόψη τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο εκ του πράγματος απέρριψε.


Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19 και 8 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο εδώ μέρος του, και τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.


Με τα άρθρα 559 αριθμ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου, όταν δηλαδή από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέγνωσε το έγγραφο λανθασμένα, δεχόμενο έτσι ότι έχει κείμενο διαφορετικό από το πραγματικό. Αντίθετα, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ορθότητα ή μη της έννοιας που το δικαστήριο απέδωσε στο έγγραφο ή της ερμηνείας της περιεχομένης σ' αυτό δήλωσης βουλήσεως, εκτός αν υπάρχει παράβαση ερμηνευτικών κανόνων δικαίου, οπότε όμως θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 1 και όχι του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.


Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε και στην από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω υπ' αριθμ. 5/2-10-1968 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και ειδικότερα δέχθηκε (το Εφετείο) ότι από το εν λόγο έγγραφο δεν προκύπτει ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και της αντιδίκου του ότι η πάγια μηνιαία αντιμισθία του θα διαμορφωνόταν με υποχρεωτικό μέτρο συγκρίσεως τις αποδοχές του λογιστή της επιχειρήσεως, ούτε προκύπτει ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτών (διαδίκων) σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης.

Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το οικείο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα - λάθος "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου - του δικάσαντος Δικαστηρίου, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο, αλλά ότι προσέδωσε σ' αυτό εσφαλμένη έννοια.


Κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 339 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον η ομολογία που γίνεται κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, δηλαδή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή ενώπιον του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου. Δεν αποτελεί δε πλήρη απόδειξη κάθε δικαστική ομολογία, αλλά μόνον εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε η δικαστική ομολογία να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να μη θεωρήσει ως πλήρη απόδειξη την περιεχόμενη στις από 26-4-2004 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 317/2004 απόφαση, καθώς και στις από 27-5-2005 προτάσεις αυτής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2717/2006 απόφαση, ομολογία της (αναιρεσίβλητης) ότι κατέβαλε σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) την μηνιαία αντιμισθία του μόνο μέχρι και τον Αύγουστο του 2003, και ότι έτσι, μη λαμβάνοντας υπόψη την ομολογία αυτή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε το Εφετείο ότι η τελευταία του κατέβαλε την αντιμισθία του συνεχώς όλους τους μήνες μέχρι και τον Ιανουάριο του 2004.

Υπό τα περιστατικά αυτά, δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για το νόμιμο και παραδεκτό της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα δικαστικής ομολογίας, εφόσον, αφενός μεν η ομολογία αυτή, κατά το λόγο αναιρέσεως, έγινε ενώπιον άλλων Δικαστηρίων και όχι ενώπιον του δικάσαντος την ένδικη αγωγή πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 56/2010 εκκαλούμενη απόφαση, ούτε ενώπιον του Εφετείου που επελήφθη εν συνεχεία της υποθέσεως και εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1003/2012 απόφαση, αφετέρου δε δεν προκύπτει σαφής και συγκεκριμένη ομολογία της αναιρεσίβλητης, γενομένη με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτήν γεγονότος. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος τους, με το οποίο επιχειρούν να θεμελιώσουν πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συναφώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, αφού το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα δικαστική ομολογία, ως αποδεικτική μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αναιρετικό αυτό λόγο πλημμέλεια. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως και κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ μέρος του, εφόσον η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά αποδεικτικού μέσου. Τέλος, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση σ' αυτόν της πάγιας αντιμισθίας του των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2003 και Ιανουαρίου 2004, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα την πάγια αντιμισθία του συνεχώς μέχρι και τον Ιανουάριο του 2004, και, επομένως, ερεύνησε το παραπάνω αίτημα της αγωγής, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο. Ύστερα από όλα αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, ούτε πρόσθετος λόγος, προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους. Έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, γιατί η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας της, ούτε, άλλωστε, ως ερημοδικασθείσα, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-4-2013 αίτηση και τους από 29-10-2013 πρόσθετους λόγους του Ε. Π. του Η. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1003/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια