Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων | Υπαγωγή στο Ν.3869/2010 | Θίγεται το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης 13/2014 ΕΙΡ ΑΛΕΞΑΝΔ

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων | Υπαγωγή στο Ν.3869/2010 | Θίγεται το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης


13/2014 ΕΙΡ ΑΛΕΞΑΝΔ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 13/2014 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ Εκουσία Δικαιοδοσία (Ν. 3869/2010, 4161/2013)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης Ευαγγελία Κοντογεώργου, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και του Γραμματέα Ευάγγελου Σακελλαρίδη. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 19η Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει τις παρακάτω υποθέσεις μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : …………….., κατοίκου Αλεξανδρούπολης, οδός ……………., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευαγγελίας Πατσίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘ΄ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΤΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» δυνάμει του Ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α 178/1-08-2007) της υπ΄αρθ.2124/Β95/18-01-2013 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ β 76/18-01-2013) και των σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ β 76/18-01-2013), που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Πεσμαζόγλου 2-6, με ΑΦΜ 997474683 της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο υπεισήλθε νόμιμα ως διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώην Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ» και με το διακριτικό τίτλο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κατσίκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η αιτούσα με την από 29-08-2012 αίτησή της που απευθύνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Για τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την υπ’ αριθμό 133/2012 πράξη, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 22 παρ.5 του Ν.3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει … τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση…να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθ.741 του του ΚΠολΔ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠοΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά ΕιρΚορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση (άρθ. 238 και 256 του ΚΠολΔ) αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με την άδεια του δικαστή κατά το μέτρο που η μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ.Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ.Μπέη Πολ.Δ.άρθρο 758 παρ.3 αρ. 16 σελ.326 και 330 και Ειρ.Πατρών 25/2013, Ειρ.Κορινθ. 121/2012, ΕιρΚαβ. 161/2012, Ειρ.Λαυρ. 193/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του ΚΠολΔ). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ` άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (ΕιρΚαβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ακολούθως σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 ν. 3869/2010, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στην πράξη ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας ή άλλου μέλους της οικογένειας του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη βιοτικών στοιχειωδών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ. 2 αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου (αρθρ. 8 παρ. 5). Επισημαίνεται ότι ο δικαστής κατά το ανακριτικό σύστημα δεν περιορίζεται από το αίτημα περί δικαστικής ρύθμισης και το σχέδιο αποπληρωμής που προτείνει ο οφειλέτης. Συνεπώς, αν αξιολογήσει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη ως τέτοια που επιβάλλει μικρές ή μηδενικές καταβολές, τότε θα το αποφασίσει ακόμα και αυτεπαγγέλτως, χωρίς την ανάγκη σχετικού αιτήματος του οφειλέτη (ΕιρΝίκαιας 39/2012 ΝοΒ 2012 σελ. 1444, Βενιέρης, Κατσάς Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, 2η εκδ. 395). Το δικαστήριο προβαίνοντας σε εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφαση του είτε προσδιορίζει εκ νέου καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτης – πιστωτές), ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια (ΕιρΛαρ 106/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών καταβολών από το δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται «οριστικά» το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένεται η παρέλευση του ταχθέντος από το δικαστήριο διαστήματος και έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάζουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματα του, που θα δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό των καταβολών. Η αναβολή αυτή και ο ορισμός με την ίδια απόφαση νέας δικάσιμου, δίνει εν τέλει στην εκδιδομένη απόφαση το χαρακτήρα της εν μέρει οριστικής απόφασης, με προσωρινή ισχύ, αφού η έκδοση της οριστικής αποφάσεως, θα είναι αυτή που θα αποφανθεί τελικώς για την οριστική ρύθμιση των χρεών. (ΕιρΘεσ 8021/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως το Δικαστήριο σταθμίζοντας τις συνθήκες στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 8 ν.3869/2010, αλλά και μέσα στο πνεύμα του νόμου μη εκκαθαρίζοντας «οριστικά» το θέμα της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένοντας την παρέλευση (μέχρι) και πέντε ετών ελέγχει μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάζουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματα του, με την ανεύρεση της «κατάλληλης» εργασίας που θα δώσει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να σώσει κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα την πρώτη κατοικία του σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου 3869/2010, εφόσον υφίσταται αύτη και ο οφειλέτης υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισής της ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο αυτό, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται από την προστασία της προσωπικότητας του οφειλέτη, αλλά και από το άρθρο 21 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Με τον τρόπο αυτό δεν στερούνται αδικαιολόγητα οι πιστωτές από ένα ουσιώδες μελλοντικό εισπρακτικό αποτέλεσμα, αντίθετα με την τελολογία του νόμου. Στην λύση αυτή παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. γ` υποεδ. α` του νόμου, που ορίζει ότι «η ρύθμιση (για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας) μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος», κάποια, δηλαδή, χρονική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να καταβάλει κανένα ποσό στο πλαίσιο της παραπάνω διάταξης. Για τη χορήγηση της περιόδου χάριτος δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, η διάρκεια της, δε, δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά επαφίεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Έτσι, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει μέχρι πενταετή περίοδο χάριτος, για να μη συμπίπτουν οι χρονικές περίοδοι των δύο διαφορετικών κατηγοριών καταβολών, οπότε δεν θα υπάρχει και κίνητρο για τον υπολογισμό των δόσεων της πενταετίας σε ύψος μικρότερο από αυτό που επιτρέπει το υφιστάμενο εισοδηματικό δυναμικό του οφειλέτη. Ο λόγος που ο νομοθέτης δεν διαχώρισε ρητά τις περιόδους αποπληρωμής των δύο αυτών διαφορετικών κατηγοριών, αλλά άφησε στο δικαστή την ευχέρεια αυτή μέσω της περιόδου χάριτος, έγκειται προφανώς στο ότι δεν θέλησε να αποκλείσει το ενδεχόμενο αναζήτησης από τον οφειλέτη έκτακτων πηγών, ανεξάρτητων από το δικό του εισόδημα (λ.χ. οικονομική συνδρομή από συγγενείς), έτσι ώστε ο οφειλέτης να αρχίσει ήδη από την πρώτη τετραετία την προσπάθεια διάσωσης της κύριας κατοικίας του. Τούτο σημαίνει ότι ο οφειλέτης που διαθέτει ακίνητη παρουσία δεν μπορεί v` απαλλαχτεί από τα χρέη του οριστικά με μηδενικές καταβολές. Αντιθέτως μόνο εάν αποδειχτεί στο μέλλον ότι λείπουν οποιαδήποτε αρνητικά κωλύματα, η εξαίρεση από την εκποίηση δύναται να επέλθει ως ευνοϊκή μεταχείριση του οφειλέτη, την οποία επιθυμεί ο νόμος. Για την οποιαδήποτε παραβίαση αυτής της υποχρεώσεως του οφειλέτη που αφορά κυρίως το καθήκον του να ανεύρει εργασία, δεν προβλέπεται κάποια ειδική κύρωση. Εάν όμως κωλυσιεργεί ως προς την ανάληψη εργασίας η από δόλο ή από βαριά αμέλεια αποκρύψει στο μέλλον μεταβολές των εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων του δεν θα επέλθει μια ευνοϊκή μεταχείριση του οφειλέτη. Οι υπερχρεωμένοι πολίτες που έχουν περιέλθει μη δόλια σε αποδεδειγμένη μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους μπορούν πλέον να ρυθμίσουν με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες, την εξόφληση ενός μέρους των χρεών τους. Ο οφειλέτης που θα υπαχθεί στη διαδικασία αυτή οφείλει επιπλέον να αποδεχθεί και τη ρευστοποίηση της περιουσίας του, δύναται όμως να εξαιρέσει από τη ρευστοποίηση, υπό προϋποθέσεις, την κύρια κατοικία του, αναλαμβάνοντας την εξόφληση ενός πρόσθετου μέρους των χρεών του που ανέρχεται κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο νόμος 4161/2013 μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η παρεχόμενη με το άρθρο 9 παρ. 2 ευχέρεια διάσωσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη δεν ελαττώνει τις εξοφλητικές υποχρεώσεις του τελευταίου ούτε στερεί κάποιο ουσιώδες αποτέλεσμα από τους πιστωτές του, αφού στην ουσία «ο οφειλέτης υποχρεώνεται να εξαγοράσει την εξαίρεση», καταβάλλοντος σε έντοκες δόσεις ένα ποσό που δεν απέχει από το συνήθως προσδοκώμενο από μια αναγκαστική εκποίηση εισπρακτικό αποτέλεσμα. Η εύνοια προς τον οφειλέτη περιορίζεται εδώ στην αντιμετώπιση του σαν αυτός να είχε πάρει δάνειο με ευνοϊκούς (αλλά όχι ασυνήθεις) όρους ως προς τις δόσεις και τη διάρκεια του χρόνου αποπληρωμής. Πρόκειται δηλαδή για αναζήτηση λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των πιστωτών και του οφειλέτη και δεν πρόκειται για μια ακραία ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη που να διαταράσσει την τελολογία του όλου νομοθετήματος (βλέπε σχετικά τη μελέτη του, Γ. Δέλιου, Αν. Καθηγητή Νομικής Σχολής ΑΠΘ Δημοσίευση στο ΧρηΔικ 3/2010 σελ.298).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι η αίτηση οφειλέτη για υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για να είναι ορισμένη, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: 1) της μόνιμης και γενικής (όχι απλής) αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας φυσικού προσώπου, 2) της κατάσταση της περιουσίας της, 3) της κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών της κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 4) σχεδίου διευθέτησης των οφειλών της και 5) αιτήματος ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της (Αθ. Κρητικός έκδοση 2010 ερμ. Ν.3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμ. 64 Ανάτυπο σελ. 1477), παράλληλα δε πρέπει να περιλαμβάνει σε αυτή αίτημα προς επικύρωση του προτεινόμενου σχεδίου διευθέτησης ώστε να αποκτήσει αυτό ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά να ζητεί την ρύθμιση των χρεών από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.3869/2010. Δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος της αίτησης, αλλά μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεσή τους σε ορισμένη θέση ή σειρά, αρκεί μόνο αυτά να προκύπτουν με σαφήνεια. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτήσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του, το οποίο και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά στοιχεία, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του γεγονότος ότι ο Ν. 3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του (άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. β, 5 παρ. 1 εδ. α΄, βλ. και ενδεικτικά ΕιρΚαλύμνου 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η τυχόν παράθεση από τον αιτούντα από τον αιτούντα οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε το χαρακτήρα αβεβαιότητας, αφού δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες, λόγω των απρόβλεπτων περιστάσεων. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του αιτούντα και τις συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ’ άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης περί της μονιμότητας στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία συντελέστηκε χωρίς δολιότητα του οφειλέτη και θα εξεταστούν στην οικία θέση. Με την υπό κρίση αίτησή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις, η αιτούσα επικαλούμενη ότι έχει έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος εκθέτει ότι λόγω του ότι έχει μειωθεί σημαντικά το μηνιαίο εισόδημά της, έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση που περιέχεται στην αίτηση. Ζητεί, α) να γίνει δεκτή η αίτησή της για τη ρύθμιση των οφειλών της, β) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή να τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 7 του Ν.3869/10, με τη συγκατάθεση όλων των πιστωτών ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικού συμβιβασμού γ) και επικουρικά σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, δ) να εξαιρεθεί από την εκποίηση ένα ακίνητο του οποίου την πλήρη κυριότητα έχει η αιτούσα και συγκεκριμένα μιας μεζονέτας ισογείου-1ου ορόφου εμβαδού συνολικού 123,04τμ με αποθήκη εμβαδού 66,64 τμ σε τμήμα καθέτου ιδιοκτησίας σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Παλαγία Αλεξανδρούπολης συνολικού εμβαδού 668,51 τμ και στο οποίο διαμένει με την κόρη της χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία τους, με τη ρύθμιση για την καταβολή δόσεων, μέχρι συνολικού ποσού που ανέρχεται στο 25% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ε)να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης των οφειλών του θα απαλλαχθεί από τα χρέη της προς τους πιστωτές της, με την επιφύλαξη αυτών που ρυθμίστηκαν για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, στ) να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 Ν του 3869/2010), κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθ. 1 περ.β του ΚΠολΔ σε συνδ με περίοδο 2η, άρθ. 3 του Ν.3869/2010 και αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της μετέχουσας πιστώτριας, καθώς περιέχει όλα τα κατά νόμω στοιχεία και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3869/2010, πλην του αιτήματος α) να επικυρωθεί ή τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ` άρθ. 7 του Ν. 3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ` άρθ. 7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ.1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (Ειρ Κορίνθου 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαχθεί από τα χρέη της, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ`άρθ. 739 του ΚΠολΔ ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαχθεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ` άρθ.11 παρ.1 του Ν 3869/2010 συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ. 4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην παρ.3 του άρθ.11 του Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών». Ως προς το χρονικό διάστημα αποπληρωμής, επισημαίνεται οτι οι τροποποιήσεις του Ν. 4161/2013, πλην όσων ορίζονται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 19 Ν.4161/2013, ισχύουν κατά το άρθρο 24 Ν. 4161/2013 άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις. Συνεπώς, το χρονικό διάστημα αποπληρωμής, ορίζεται πλέον από τρία έως πέντε έτη, διότι οι νέες ρυθμίσεις του άρθρου 8 παρ. 2, όπως το εδ. α΄ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4161/2013 από 14-06-2013, ισχύουν και για τις αιτήσεις που εκκρεμούσαν πριν την τροποποίηση του Ν. 3869/2010 (ήτοι ορίζεται υποχρέωση μηνιαίας καταβολής για τον οφειλέτη για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών). Ομοίως ως προς το αίτημα της αιτούσας περί της εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της με την καταβολή δόσεων, μέχρι συνολικού ποσού που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, επισημαίνεται οτι οι τροποποιήσεις του Ν. 4161/2013, πλην όσων ορίζονται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 19 Ν.4161/2013, ισχύουν κατά το άρθρο 24 Ν. 4161/2013 άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις. Συνεπώς, ως προς το ύψος αποπληρωμής και τη διάρκεια καταβολών, ισχύουν οι νέες ρυθμίσεις του άρθρου 9 παρ. 2 περί εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας από 14-06-2013 και για τις αιτήσεις που εκκρεμούσαν πριν την τροποποίηση του Ν.3869/2010 (ήτοι αποπληρωμή που ορίζεται πλέον έως στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, σε βάθος χρόνου εικοσαετίας, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις, δύναται αυτή να οριστεί έως και σε βάθος τριακονταπενταετίας). Περαιτέρω για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2 , του αρθ. 4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα 1) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 παρ 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, σύμφωνα με την από 30-07-2012 βεβαίωση της διαμεσολαβούσης δικηγόρου Αλεξανδρούπολης Ευαγγελίας Πατσίδου, η οποία εμπρόθεσμα κατατέθηκε (άρθ. 4 παρ.2, περ.α του Ν.3869/2010) στην γραμματεία του Δικαστηρίου, 2) η ένδικη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού μετά την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν. 3869/20102), 3) εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου (………….) η υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας (αρθ. 4 παρ. 2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων της, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 4) απέτυχε ο κατ` άρθ, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010 δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (βλ. έγγραφες παρατηρήσεις – αντιρρήσεις των καθ΄ών), 5) Επίσης δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρ. 13 παρ. 2 ιδίου ως άνω νόμου (βλ. σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπ’ αριθμ. Πρωτ. ….γ/……………….). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5,6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της (βλ. επ΄ αυτού κατωτέρω). Επομένως πρέπει κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ΄ής πιστώτριας που παραστάθηκε στη δίκη, αρνείται την ένδικη αίτηση και προβάλλει, τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά όσο και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατιθέμενες προτάσεις της, εκτός από τους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας και θα εξετασθούν εν συνεχεία, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της αιτούσας, διότι αυτή, καίτοι μπορεί να εξυπηρετεί την οφειλή της προς την καθ΄ής, εντούτοις, εντελώς καταχρηστικά επικαλείται αδυναμία εξόφλησης και αιτείται την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, με σκοπό να διαγραφεί το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής της, γεγονός, το οποίο θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την Τράπεζα. Η ένσταση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36). Κατά δε το μέρος που αφορά τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενό της είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και θα ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αιτούσας, ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και του οποίου η κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες, καθώς και οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Β, Βαθρακοκοίλης, ό.π., άρ. 759 αριθ, 5, Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29,129) από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261, 352 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την έπ` ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Η αιτούσα διάγει το 41 έτος της ηλικίας της, είναι χήρα και μητέρα ενός ανήλικου τέκνου, της………………………., το ο οποίο γεννήθηκε το έτος 1996. Απασχολείται ως εργάτρια στην ανώνυμη εταιρία «………………….» λαμβάνοντας ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 155,82 ευρώ (βλ. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη βεβαίωση εργοδότη). Τον Απρίλιο του έτους 2012 απεβίωσε ο σύζυγός της από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ο οποίος όσο ζούσε, απασχολούνταν με την ειδικότητα του οικοδόμου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η αιτούσα δεν δικαιούται σύνταξη χηρείας, καθώς τα ένσημα του συζύγου της δεν επαρκούν. Διαμένει μαζί με την κόρη της στην ιδιόκτητη οικία της, ενώ μαζί της, διαμένουν επίσης οι γηραιοί γονείς της, οι οποίοι είναι συνταξιούχοι του ΟΓΑ, λαμβάνοντας ο πατέρας της ως μηνιαία σύνταξη το ποσό των 340 ευρώ, το οποίο συνεισφέρουν εξ ολοκλήρου για την κάλυψη των κοινών πλέων οικογενειακών αναγκών, ήτοι τόσο των ιδίων, όσο και της κόρης τους-αιτούσας, καθώς και της εγγονής τους. Εξάλλου, το αυτοκίνητο, το οποίο διαθέτει η οικογένειας, η αιτούσα δεν το μετακινεί και έχει παραδώσει τις πινακίδες του στην Εφορία. Η αιτούσα είχε εισόδημα το έτος 2011 μαζί με τον εν ζωή τότε σύζυγό της το συνολικό ποσό των 11.925,47 ευρώ, ενώ για το έτος 2013 οπότε και υπέβαλε η αιτούσα φορολογική δήλωση αυτοτελώς, είχε συνολικό εισόδημα το ποσό των 3.708,84 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος ετών 2011, 2013).

Επομένως προκύπτει ότι το δυσχερές οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα με την εφαρμογή των δύο μνημονιακών προγραμμάτων για τη στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας, είχε ως αποτέλεσμα την καθίζηση της οικονομίας και την αλματώδη αύξηση της ανεργίας. Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι η αιτούσα έχει κατά το άρθρο 1493 ΑΚ την υποχρέωση διατροφής της ανήλικης κόρης της, η οποία είναι μαθήτρια μέσης εκπαίδευσης, το μηνιαίο κόστος διαβίωσής της ιδίας και της κόρης της, ανέρχεται στο ποσό των 650 ευρώ. Επισημαίνεται ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής της αιτούσας (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ., existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή της αιτούσας στην οικονομική και κοινωνική ζωή δια της υπαγωγής της στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς της στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση της οφειλέτριας. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από ο νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμάται από το δικαστήριο και το γεγονός ότι η αιτούσα, ως χήρα μητέρα ανηλίκου, η οποία απολαμβάνει της συνταγματικής προστασίας κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος, έχει την υποχρέωση διατροφής και της ανήλικης κόρης της, ήτοι υποχρεούται όχι μόνο στην κάλυψη των βασικών αναγκών της ανήλικης σε τροφή, στέγη, ενδυμασία, αλλά επιπλέον και στην κάλυψη των εξόδων της «εν γένει εκπαίδευσής της». Υποχρεούται δηλαδή η αιτούσα, εάν η κόρη της είναι επιμελής, να υποβληθεί στις απαραίτητες δαπάνες για εκμάθηση ξένης γλώσσας, ενδεχόμενη παρακολούθηση φροντιστηριακών μαθημάτων, αγορά απαραίτητων μορφωτικών βιβλίων και παρακολούθησης μορφωτικών-πολιτιστικών εκδηλώσεων, ούτως ώστε η ανήλικη να αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά της και να θέσει τα θεμέλια της μελλοντικής ομαλής κοινωνικής της ένταξης. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως (γεγονός που δεν αμφισβητούν οι καθ΄ων με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας τους κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261 ΚΠλΔ) η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης εξαιρουμένων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Συγκεκριμένα η αιτούσα οφείλει στην καθ’ ής το συνολικό ποσό των 106.123,93 ευρώ σε κεφάλαιο και τόκους, όπως το ποσό αυτό προκύπτει από την προσκομιζόμενη κατάσταση γνωστοποιήσεως των οφειλών της αιτούσας από την καθ΄ης Τράπεζα. Η οφειλή αυτή προκύπτει από σύμβαση στεγαστικού δανείου και είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, στον τόμο 288 α/α 56 του βιβλίου Υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης.

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η αιτούσα, όπως αυτή περιγράφεται ως άνω (άνεργη και χήρα με ένα ανήλικο τέκνο) την οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς την καθ’ ης. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον υπ΄αρθ. 19.6 όρο της συναφθείσας σύμβασης στεγαστικού δανείου που επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα, προκύπτει ότι καταρχήν το επιτόκιο αυτού είναι επιδοτούμενο από τον ΟΕΚ και το Ελληνικό Δημόσιο. Όμως, σύμφωνα με την 6η παράγραφο του όρου αυτού, στην περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εξυπηρέτηση του δανείου και η ληξιπρόθεσμη οφειλή υπερβεί το ισόποσο έξι μηνιαίων δόσεων, διακόπτεται οριστικά η επιδότηση του ΟΕΚ και στην περίπτωση που η ληξιπρόθεσμη οφειλή υπερβεί τους 24 μήνες θα διακόπτεται και η επιδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο. Ήδη δε, εφόσον το δάνειο έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές, έπαυσε η επιδότηση επιτοκίου, καθιστώντας την αποπληρωμή του έτι δυσχερέστερη για την αιτούσα, απορριπτομένου στην ουσία του προβαλλόμενου ισχυρισμού της καθ΄ής πιστώτριας (4η σελίδα των προτάσεων της πιστώτριας), ότι το δάνειο δεν είναι ληξιπρόθεσμο, καθότι είναι επιδοτούμενο από τον ΟΕΚ. Κατά δε την ανάληψη του ανωτέρω δανείου, το οικογενειακό εισόδημα ήταν υψηλότερο, καθώς ο σύζυγός της ήταν εν ζωή και απασχολούνταν ως οικοδόμος, συνεισφέροντας στις οικογενειακές δαπάνες . (βλ. την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος επιβεβαίωσε την τότε οικονομική δυνατότητά της αιτούσας και του συζύγου της να λάβουν και να εξυπηρετούν το δάνειό τους). Στη συνέχεια, λόγω του ξαφνικού θανάτου του συζύγου της και του πασίδηλου γεγονότος (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, κατέστησαν ανέφικτη την αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών της, το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Η δε αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται. Σε κάθε δε περίπτωση η επιδίωξη για ρύθμιση των χρεών της αιτούσας, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος της αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα αλλά σύμφωνα και με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 (βλ σχετικά αιτιολογική έκθεση) και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου, απορριπτόμενης κατ’ επέκταση της σχετικής ενστάσεως περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των καθ’ ων η αίτηση. Άλλωστε, η καταφυγή στον δανεισμό για να αντιμετωπίσει η αιτούσα την έλλειψη ρευστότητος, ήταν μια λανθασμένη, πλην όμως συνήθης επιλογή κατά το διάστημα που κατέφυγε αυτή στον δανεισμό, η οποία καλλιεργήθηκε στους πολίτες από τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και δεν ρυθμίσθηκε ως έπρεπε από την πολιτεία, ως τούτο προκύπτει από την γενική πείρα αλλά και από τις παραδοχές της αιτιολογικής εκθέσεως του Ν.3869/2010 «Η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές συνέπειές της» (βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβ 213/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται και ειδικότερα ότι η αιτούσα, η οποία έχει πτωχευτική ικανότητα, έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της. Το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της , δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθ. 8 επ. του Ν.3869/2010 ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Επιπλέον, η αιτούσα διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) την πλήρη κυριότητα ενός ακινήτου, μεζονέτα ισογείου-1ου ορόφου εμβαδού συνολικού 123,04τμ με αποθήκη εμβαδού 66,64 τμ σε τμήμα καθέτου ιδιοκτησίας σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Παλαγία Αλεξανδρούπολης συνολικού εμβαδού 668,51 τμ και στο οποίο διαμένει με την κόρη της χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία τους. Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 68. 234,07 ευρώ (ΕΤΑΚ 2009, ΦΑΠ 2010). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, για απόκτηση α’ κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 Ν. 3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 4141/2013 για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Την εξαίρεση της εκποίησης του ανωτέρω ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της, ζητά η αιτούσα, η οποία μετά την υποβολή αιτήματος είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, καθόσον αυτό ρητά προβλέπεται στο άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε έλεγχο σκοπιμότητας ή σε στάθμιση των συμφερόντων πιστωτών και οφειλέτη, απορριπτομένων των ισχυρισμών της καθ΄ής πιστώτριας (σελίδα 4η των προτάσεών της περί του τρόπου εξεύρεσης των χρημάτων για την αποπληρωμή της κατοικίας). Μάλιστα, ούτε η ένσταση καταχρηστικότητας άσκησης του δικαιώματος του οφειλέτη μπορεί να γίνει δεκτή. Εφόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 1 και υπό το πρίσμα της αποπληρωμής μέχρι 80% της αξίας του ακινήτου, οι πιστωτές δεν δύνανται να επικαλεστούν ούτε αντίθεση στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ούτε και δυσχέρανση της οικονομικής και νομικής τους θέσης. Η πηγή κάλυψης των πληρωμών δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο (Βενιέρης οπ.π. σελ. 475), καθώς προβλέπεται η υποχρέωση του οφειλέτη για πληρωμές στο ποσοστό που ο νόμος ορίζει, ακόμα και αν δεν έχει εισοδήματα ή εάν τρίτοι θα παράσχουν τα ποσά πληρωμών (πχ οικονομική ενίσχυση από γονείς ή αδέλφια), 2) ένα αυτοκίνητο μάρκας Nissan Sunny, με έτος κυκλοφορίας το 1991, 1392κ.εκ. εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ. Το αυτοκίνητο αυτό, με βάση την κοινή πείρα δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριάς της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.), γι` αυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίηση του. Περαιτέρω η αιτούσα δεν έχει καταθέσεις, ούτε μερίσματα, μετοχές ή ομόλογα.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 8 ν. 3869/2010, περί καταβολής μηδενικών μηνιαίων δόσεων, αποφασίζοντας το Δικαστήριο προς τούτο αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην εκουσία δικαιοδοσία, καίτοι η αιτούσα με το αίτημα περί δικαστικής ρύθμισης προτείνει εξ αρχής την καταβολή δόσεων (βλ. τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας απόφασης) και τούτο διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι το καθαρό εισόδημα της οφειλέτριας- αιτούσας (155,82 ευρώ μηνιαίως) είναι ουσιαστικά μηδαμινό, καθώς δέχεται την οικονομική ενίσχυση των γηραιών γονέων της. Αδυνατεί συνεπώς να καλύψει τις μηνιαίες στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες της, θιγομένου κατά τον τρόπο αυτό του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής της αιτούσας (αρθ. 2 παρ. 1 Σ). Δηλαδή αδυνατεί να έχει μια φυσιολογική ζωή, όπου θα καλύπτονται οι βασικές βιοτικές ανάγκες της ιδίας και της ανήλικης κόρης της, στην οποία θα πρέπει να παράσχει όλα τα απαραίτητα μορφωτικά και υλικά εφόδια για τη μελλοντική της πορεία (βλ. τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα). Επειδή στο εντεύθεν χρονικό διάστημα των επόμενων μηνών δεν είναι δυνατόν να διαγνωστεί από το Δικαστήριο, εάν η οικονομική κατάσταση της αιτούσας βελτιωθεί και αυξηθούν οι αποδοχές της, ή ανεύρει και δεύτερη εργασία ή καινούργια εργασία από την οποία θα κερδίζει ένα ικανοποιητικό ποσό για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών και την αποπληρωμή των οφειλών της, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να εκκαθαρίσει «οριστικά» το θέμα της απαλλαγής της αιτούσας από τα χρέη της. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο, προσδιορίζοντας με την παρούσα, μηδενικές μηνιαίες καταβολές στις καθ` ων πιστώτριες, αναβάλλει την έκδοση απόφασης και ορίζει νέα δικάσιμο για τις 04 Νοεμβρίου 2014 και ώρα 9.00 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, για να ελέγξει μήπως μέσα στο διάστημα αυτό επέλθει θετική μεταβολή της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως της αιτούσας, αλλάξουν τα περιουσιακά στοιχεία και τα τυχόν εισοδήματά της και βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική της κατάσταση, ούτως ώστε να δικαιολογείται νέος προσδιορισμός των καταβολών προς τους πιστωτές της, προκειμένου στη συνέχεια να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία αυτής και της ανήλικης κόρης της και συγκεκριμένα μια μεζονέτα ισογείου-1ου ορόφου εμβαδού συνολικού 123,04τμ με αποθήκη εμβαδού 66,64 τμ σε τμήμα καθέτου ιδιοκτησίας σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Παλαγία Αλεξανδρούπολης συνολικού εμβαδού 668,51 τμ. Ειδικά ως προς την προστασία της κύριας κατοικίας της αιτούσας από τη ρευστοποίηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της αιτούσας, η κύρια κατοικία της θα πρέπει να εξαιρεθεί χωρίς ταυτόχρονα να υποχρεωθεί να ικανοποιήσει τους πιστωτές με την καταβολή χρηματικού ποσού, κατ’ άρθ. 9, παρ.2 του Ν.3869/2010. Ειδικότερα, τούτο επιβάλλεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει της αποδεδειγμένης πραγματικής αδυναμίας της αιτούσας να επιβιώσει με τα πενιχρά μηνιαία εισοδήματα που έχει, σε συνδυασμό με την αδυναμία εξεύρεσης μια ικανοποιητικής εργασίας λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης και τον σκοπό της επανένταξης του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονοµική και κοινωνική ζωή, τον οποίο υπηρετεί ο Ν.3869/2010 (βλ.αιτιολογική έκθεση), ο οποίος θα είναι αδύνατον να εκπληρωθεί, εάν αφαιρεθεί και άλλο ποσό από το ήδη ανεπαρκές, εισόδημα της αιτούσας. Εξάλλου, απόκειται στην ευχέρεια του Δικαστηρίου να καθορίσει το ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, που θα πρέπει ο τελευταίος να πληρώσει ως αντίτιμο της διατήρησης της κατοικίας του. Η ευχέρεια αυτή μπορεί να φθάσει, μέχρι και την μηδενική καταβολή σε περίπτωση που είναι αδύνατη η όποια καταβολή χωρίς την υποβάθμιση του ανεκτού ορίου διαβιώσεως, όπως εν προκειμένω, της αιτούσας, αφού το άρθρο το άρθ.9 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4161/2013 και ισχύει, ορίζει μόνον το ανώτατο όριο ( «…. μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό …» ) του ποσοστού καταβολής, επιτρέποντας έτσι στο Δικαστήριο να εξειδικεύσει κατά περίπτωση, ενώ ταυτόχρονα παρέχεται το νομοθετικό έρεισμα για τον ορισμό ακόμη και μηδενικής καταβολής. Ο νόμος στην μεν περίπτωση της παρ.5 του άρθ.8 του Ν 3869/2010 επιτρέπει ρητά τις μηδενικές καταβολές, στην δε περίπτωση της παρ.9 δεν τις επιτρέπει άμεσα, αλλά έμμεσα, με το να θέτει μόνον το ανώτατο όριο του ποσοστού καταβολής. Το επιτρεπτό μηδενικής καταβολής και κατά την εφαρμογή του άρθ.9 του ως άνω νόμου, προκύπτει, ασχέτως της μη αναφοράς του και από την ερμηνεία της διατάξεως αυτής κατά τις γενικές αρχές του δικαίου. Ειδικότερα η κατ’ άρθ. 2 παρ.1 του Συντάγματος, πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου, θέτει ως όριο της πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, την διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβιώσεως του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ εάν το Δικαστήριο στερήσει αυτήν την δυνατότητα στον αιτούντα, τότε προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου, την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με την ως άνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που πρέπει να διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του.

Κατά συνέπεια των παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ` ουσία και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας, με την προσωρινή ρύθμιση με μηδενικές καταβολές των πληρωμών των οφειλών της προς τις καθ` ων η αίτηση-πιστώτριες τραπεζικές εταιρίες, μηδενικών καθοριζόμενων των καταβολών και για την εξαίρεση της πρώτης κατοικίας του, συγχρόνως δε να οριστεί νέα δικάσιμος η 04η Νοεμβρίου 2014, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.00΄ προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων της και να προσδιοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών και καταβολές για να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, ενώ τέλος επειδή πρόκειται για μη οριστική απόφαση δεν θα πρέπει να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Ρυθμίζει τα χρέη της αιτούσας με τον ορισμό μηδενικών καταβολών και ορίζει νέα δικάσιμο την 04η Νοεμβρίου 2014, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.00΄ στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής της κατάστασης και των εισοδημάτων της και να προσδιοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών καθώς και καταβολές για να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της.

Εξαιρεί της εκποιήσεως την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι μιας μεζονέτας ισογείου-1ου ορόφου εμβαδού συνολικού 123,04τμ με αποθήκη εμβαδού 66,64 τμ σε τμήμα καθέτου ιδιοκτησίας σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Παλαγία Αλεξανδρούπολης συνολικού εμβαδού 668,51 τμ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Ιανουαρίου 2014, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων αυτών.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΝΟΜΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Σχόλια