Κτήση θησαυρού – Αρχαιολογικός Νόμος – Χρήμα - Εμπράγματο - δικαίωμα στην πειφάνει κλπ

Κτήση θησαυρού – Αρχαιολογικός Νόμος – Χρήμα
Κτήση θησαυρού .  Σε αυτή την ενότητα της σελίδας μας μπορείτε να δείτε τον νέο αρχαιολογικό νόμο, χωρισμένο σε κεφάλαια λόγο μεγέθους, καθώς και νόμους ή τμήματα νόμων που κατορθώσαμε να βρούμε και έχουν σχέση με το νόμισμα.....

ο εμπράγματο δικαιώμα της επιφάνειας (ν. 3986/2011) - Ευάγγελος Περάκης Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών


Η μερική (επαν)εισαγωγή του εμπράγματου δικαιώματος της επιφάνειας (ν. 3986/2011)[1][1]
 
Ευάγγελος Περάκης
Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 .....

Διάγραμμα

Ι. Το δικαίωμα της «επιφανείας» στις μυλόπετρες του «Μεσοπρόθεσμου»     1
ΙΙ. Η δυνατότητα επανεισαγωγής του θεσμού της επιφάνειας  3
Α. Το δικαίωμα της επιφάνειας στο προ του ΑΚ δίκαιο..... 3
Β. Η κατάργηση του δικαιώματος της επιφάνειας από τον ΑΚ 5
Γ. Κριτική της κατάργησης – Σύγκριση με άλλους θεσμούς 6
Δ. Η σύγχρονη χρησιμότητα του θεσμού.......................... 7
Ε. Η δυνατότητα εισαγωγής νέου εμπραγμάτου δικαιώματος  9
ΣΤ. Αλλοδαπά δίκαια...................................................... 11
IIΙ. Οι βασικές ρυθμίσεις του δικαιώματος της επιφάνειας από το ν. 3986/2011....................................................................................... 13
Α. Έννοια και σύσταση του δικαιώματος......................... 13
Β. Διάρκεια του δικαιώματος........................................... 15
Γ. Συρροή δικαιώματος επιφάνειας και άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων     15
Δ. Περιεχόμενο του δικαιώματος της επιφάνειας............. 16
Ε. Το αντάλλαγμα........................................................... 18
ΣΤ. Μεταβίβαση και επιβάρυνση του δικαιώματος της επιφάνειας   20
Ζ. Προστασία του επιφανειούχου.................................... 21
Η. Απόσβεση του δικαιώματος της επιφάνειας................ 21
Θ. Φορολογική μεταχείριση της επιφάνειας.................... 23
IV. Τελικές σκέψεις.......................................................... 23

------------------

«Η αυστηρότης και η τυπικότης του εμπραγμάτου δικαίου, όσον
και αν νομιμοποιούνται εκ των γενικωτέρων αρχών και
σκέψεων, εφ’ων ερείδονται, δεν επιτρέπεται να αποτελέσωσιν
εμπόδιον εις την εξέλιξιν της κοινωνικής ζωής»
Ιωάννης Σ.Σπυριδάκης
Περί εναλλαγής των υποθηκικών τάξεων, 1969, σ. 7.

Ι. Το δικαίωμα της «επιφανείας» στις μυλόπετρες του «Μεσοπρόθεσμου»


Με τον πρόσφατο νόμο 3986/2011 (άρθρα 18-26) εισήχθη εκ νέου στο ελληνικό δίκαιο (μετά την κατάργησή του από τον ΑΚ) ο θεσμός της «επιφάνειας». Πρόκειται για περιορισμένη επανεισαγωγή του θεσμού αυτού, αφού η σύσταση του δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο σε δημόσια κτήματα και, δυνητικά, μετά από απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε ακίνητα κληροδοτημάτων[2][2]. Ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο περιορισμός αυτός αφορά μόνο τη σύσταση του δικαιώματος. Σε επόμενο στάδιο τίποτε δεν αποκλείει το ακίνητο, όπως είναι βεβαρημένο με το δικαίωμα της επιφάνειας, να μεταβιβασθεί σε τρίτους (αν το Δημόσιο θελήσει κάτι τέτοιο), ώστε να μην πρόκειται πλέον για δημόσιο κτήμα. Επομένως το δικαίωμα αυτό μπορεί να «διαχυθεί» στην αγορά και να βαρύνει ακίνητα που δεν ανήκουν πια στο Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ. κλπ.

Η ένταξη του νέου δικαιώματος στα «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμού Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής» (έτσι ο τίτλος του ν. 3986/2011) οφείλεται στην αντίληψη ότι η αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, που αποτελεί ένα από τα κύρια αντικείμενα του νόμου, θα μπορεί να λάβει χώρα και μέσω παραχώρησης σε ιδιώτες δικαιώματος επιφανείας (αντί πλήρους κυριότητας) επί των δημόσιων κτημάτων. Αυτό επαληθεύεται στο άρθρο 5 του ν. 3986/2011, που μεταξύ των τρόπων αξιοποίησης της περιουσίας αυτής δεν μνημονεύει μεν ρητά την επιφάνεια, την υπονοεί όμως όταν αναφέρεται στη «σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιωμάτων οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας». Φαντάζεται κανείς ότι, σε πνεύμα ενότητας του νόμου, το νέο δικαίωμα θα μπορούσε να διεκδικήσει ρητή μνεία στην «προγραμματική» διάταξη του άρθρου 5. Όμως και χωρίς τη μνεία αυτή ο σύνδεσμος του νέου δικαιώματος με τις αποκρατικοποιήσεις είναι φανερός. Γεγονός είναι ότι η εισαγωγή του νέου δικαιώματος δεν συζητήθηκε στη Βουλή όσο ίσως θα του άξιζε, μολονότι δε τα σχετικά άρθρα (πλην του άρθρου 18[3][3]), υπερψηφίστηκαν και από την αξιωματική Αντιπολίτευση, η επιφάνεια δεν συζητήθηκε υπό πρίσμα αστικοδικαιικό, όπως δηλ. είχε ρυθμισθεί από το σχέδιο νόμου, αλλά ως μέσο αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, και μάλιστα στο έντονα αμφισβητούμενο πλαίσιο του «Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου». Αυτό κάπως συσκότισε το ζητούμενο, αφού τουλάχιστον η ελάσσων Αντιπολίτευση θεώρησε ότι ο νέος θεσμός μέλλεται να αποτελέσει απλώς εργαλείο για καλυμμένη εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (και, πράγματι, ειδικά μέτρα για την ένταξη του νέου δικαιώματος στο μηχανισμό της αξιοποίησης αυτής δεν προβλέφθηκαν – αν κάτι τέτοιο ήταν πράγματι αναγκαίο). Η αλήθεια όμως είναι ότι η ρύθμιση της επιφάνειας – ακόμη και στο πλαίσιο του παραπάνω νόμου – είναι ουδέτερη και δεν προδικάζει αν, σε ποια έκταση και πώς πρέπει να γίνει χρήση της. Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας θα είναι εξίσου θεμιτή (ή αθέμιτη) μέσω της επιφανείας, όσο είναι (ή δεν είναι) και με τους άλλους τρόπους σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3986/2011. Άρα το νέο εργαλείο παρέχει μεν μια δυνατότητα, δεν προδικάζει όμως την αξία και την επιτυχία του.

Στο παρόν άρθρο θα γίνουν ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις πάνω στο νέο δικαίωμα ως ζήτημα αστικού δικαίου[4][4]. Πριν όμως παρουσιαστούν τα άρθρα 18-26 του νέου νόμου, αξίζει να γίνει αναφορά στο δικαίωμα επιφανείας κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργησή του, αλλά και στο ζήτημα αν το ελληνικό εμπράγματο δίκαιο «αντέχει» την επανεισαγωγή του δικαιώματος.

ΙΙ. Η δυνατότητα επανεισαγωγής του θεσμού της επιφάνειας


Α. Το δικαίωμα της επιφάνειας στο προ του ΑΚ δίκαιο


1. Στο προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, ως επιφάνεια οριζόταν «το εμπράγματον δικαίωμα, όπερ παρέχει τω επιφανειούχω εξουσίαν του έχειν οικοδομήν επί αλλοτρίου εδάφους και επωφελείσθαι αυτήν ως ιδιόκτητον»[5][5]. To δικαίωμα αυτό διασπούσε τον κανόνα «τα υπερκείμενα είκει τοις υποκειμένοις», ένα κανόνα στηριζόμενο στο ius naturale[6][6]. Επρόκειτο λοιπόν για ιδιαίτερο εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, αστικού και όχι αγροτικού χαρακτήρα (όπως η εμφύτευση[7][7]), που στηριζόταν στην ιδέα ότι «οικοδόμημά τι ή άλλο έργον κείμενον επί τινος γηπέδου ή υπ’αυτό ανήκει είς τινα άνευ του εδάφους»[8][8]. Ως οικοδομή εθεωρείτο κατασκεύασμα οποιασδήποτε φύσεως[9][9] (παρεπομένως και δέντρα[10][10]), που είτε υπήρχε ήδη κατά τη σύσταση του δικαιώματος είτε επρόκειτο να υπάρξει (να οικοδομηθεί).

2. Το δικαίωμα μπορούσε να συσταθεί με δικαιοπραξία εν ζωή[11][11] ή αιτία θανάτου[12][12], για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Ο επιφανειούχος, αν η σύσταση του δικαιώματος δεν έγινε λόγω δωρεάς[13][13], όφειλε να καταβάλει αντάλλαγμα, εφάπαξ ή περιοδικό (ετήσιο), καλούμενο «εδαφονόμιο»[14][14]. Είχε άμεση και απόλυτη εξουσία επί των οικοδομημάτων και λάμβανε τα εξ αυτών ωφελήματα[15][15]. Ήταν νομέας του ακινήτου και είχε τις σχετικές αγωγές[16][16], και βέβαια εμπράγματη αγωγή κατά του προσβάλλοντος το δικαίωμά του[17][17]. Το δικαίωμα διέφερε από την επικαρπία κυρίως κατά το ότι ο επιφανειούχος δεν είχε υποχρέωση να διατηρεί την οικοδομή σε καλή κατάσταση και, πολύ λιγότερο, να επιχειρεί βελτιώσεις[18][18].

3. Το δικαίωμα της επιφάνειας ήταν μεταβιβαστό με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου[19][19]. Επίσης ήταν δεκτικό υποθήκης[20][20]. Ο επιφανειούχος κατέβαλλε τα δημόσια τέλη[21][21]. Το δικαίωμα έληγε με την πάροδο του χρόνου, για τον οποίον συστήθηκε[22][22], λόγω καταστροφής του εδάφους[23][23] (όχι όμως και του κτίσματος[24][24]) και κατά ορισμένους λόγους του κοινού δικαίου (κατόπιν αντίθετης συμφωνίας, επίκτησης κλπ.[25][25] ). Κατά κρατούσα γνώμη δυνατή ήταν και η παραίτηση του επιφανειούχου από το δικαίωμά του, υπό την προϋπόθεση όμως καταβολής του τυχόν οφειλόμενου εδαφονομίου[26][26].

4. Η ρύθμιση του δικαιώματος υπό το ρωμαϊκό δίκαιο στηριζόταν στην αντίληψη ότι η επιφάνεια απεσπάτο από την κυριότητα, στην οποία μπορούσε κάποτε να επιστρέψει. Και παρατηρήθηκε μεν[27][27], ότι η επιφάνεια ήταν «οιονεί του κτιρίου ιδιοκτησία, διχοτομουμένου ούτως ειπείν του ακινήτου εις δύο ιδιοκτησίας, εδαφικήν και επιφανειακήν, την μεν το έδαφος αντικείμενον έχουσαν, την δε το κτίριον». Από την παρατήρηση όμως αυτή δεν έβγαινε συμπέρασμα ότι υπήρχαν δύο αυτοτελείς κυριότητες. Αντίθετα προσετίθετο ότι «σωζομένου και του κανόνος, τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις», η επιφάνεια αποτελούσε δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος[28][28].

5. Παρεμφερές με το δικαίωμα επιφανείας υπήρξε το λεγόμενο «κυκλαδικό έθιμο», η δυνατότητα δηλ. «να υπάρχει ιδιότυπη ξεχωριστή οριζόντια ιδιοκτησία στο δώμα ισόγειας οικοδομής τρίτου, χωρίς να έχει ο κύριος αυτής και ανάλογο ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του εδάφους, του οποίου κύριος παρέμεινε ο ιδιοκτήτης του ισογείου»[29][29]. Το έθιμο αυτό καταργήθηκε με την εισαγωγή του ΑΚ σύμφωνα με το άρθρο 1 ΕισΝΑΚ.

Β. Η κατάργηση του δικαιώματος της επιφάνειας από τον ΑΚ


1. Με την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) το δικαίωμα της επιφάνειας καταργήθηκε. Βέβαια τα ήδη συνεστημένα δικαιώματα διατηρήθηκαν (διεπόμενα «από το έως τώρα δίκαιο» - ΕισΝΑΚ 58[30][30]), η σύσταση όμως νέων ήταν πια αδύνατη. Κι αυτό, παρά την «προγραμματική» δήλωση του Εισηγητού στο Εμπράγματο δίκαιο Π. Θηβαίου[31][31] ότι «η άκαμπτος αρχή του ρωμαϊκού δικαίου ότι ‘τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις’ πρέπει να μετατραπή εις αρχήν μάλλον εύκαμπτον».

2. Η κατάργηση της επιφανείας λόγο είχε τους ενδοιασμούς που προκάλεσε στους συντάκτες του ΑΚ το «αείζωον» του δικαιώματος, που είχε ως συνέπειες τη δημιουργία διαρκούς ατροφικού δικαιώματος κυριότητας[32][32] και τη μετατροπή του επιφανειούχου σε «φόρου υποτελή»[33][33]. Σκοπιμότερο θεωρήθηκε να ρυθμιστούν οι πολυετείς μισθώσεις (διαρκείας άνω των 9 ετών) με το να υποβληθούν στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και σε μεταγραφή (ΑΚ 618, 1204). Ο τύπος αυτός δεν απαιτείται ad solemnitatem, αλλά για την ισχύ της μίσθωσης έναντι του νέου κτήτορος του ακινήτου[34][34].

3. Κατ’ άλλη άποψη, η επιφάνεια καταργήθηκε «διά της σκέψεως ότι μετά την αναγνώρισιν του θεσμού της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας δεν υπήρχε λόγος παραλλήλου υπάρξεως και του θεσμού της επιφανείας»[35][35]. Βέβαια η αιτιολογία αυτή ήταν μάλλον άστοχη, αφού η επιφάνεια και η οριζόντια ιδιοκτησία υπηρετούν διαφορετικές σκοπιμότητες και ανάγκες[36][36].

Γ. Εκτίμηση της κατάργησης – Σύγκριση με άλλους θεσμούς


1. Προκειμένου να εκτιμηθούν οι λόγοι κατάργησης της επιφανείας θα πρέπει από την αρχή να ομολογηθεί η «φθοροποιός» λειτουργία της επιφάνειας πάνω στο δικαίωμα της κυριότητας, που τονίστηκε από τους συντάκτες του ΑΚ. Πράγματι, η επιφάνεια προκαλεί διάσπαση της ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα η κυριότητα επί του εδάφους να χάνει μεγάλο μέρος του περιεχομένου της. Όμως η βασική αυτή αντίρρηση κατά του θεσμού της επιφάνειας δεν φαίνεται, αυτή και μόνη, να οδηγεί στην καταδίκη του θεσμού, άλλωστε και η επικαρπία καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, αφού απογυμνώνει την κυριότητα του «ψιλού» κυρίου. Κυρίως η αντίρρηση αντιμετωπίζεται αν ταχθεί στο δικαίωμα ορισμένος χρόνος ύπαρξης (σταθερός ή μέγιστος). Η επιφάνεια ορισμένου χρόνου δεν ήταν άλλωστε άγνωστη υπό το προγενέστερο δίκαιο, παρά το ότι αποτελούσε μάλλον την εξαίρεση[37][37]. Η προοπτική λήξης αποτρέπει και τη διατάραξη των οικονομικών και κοινωνικών σκοπιμοτήτων του εμπραγμάτου δικαίου και την περιαγωγή του επιφανειούχου σε «φόρου υποτελή».

2. Φαίνεται όμως ότι η επιβολή ορισμένης διάρκειας στο δικαίωμα δεν εξαντλεί το πρόβλημα (άλλωστε ένα μακρότατος χρόνος μπορεί να διαφέρει λίγο από το διηνεκές) και, ακόμη περισσότερο δεν αρκεί μόνη της για τη δικαίωση του θεσμού. Το κύριο ερώτημα φαίνεται να είναι αν οι σκοποί που υπηρετούνται μέσω του δικαιώματος της επιφάνειας δικαιολογούν το θεσμό, ιδιαίτερα δε μήπως οι σχετικές ανάγκες εξυπηρετούνται με επάρκεια από τους θεσμούς των πολυετών μισθώσεων (ΑΚ 618, 1204) ή των δουλειών (ΑΚ 1118 επ., 1142 επ. ΑΚ).

3. Μεταξύ επιφάνειας και μίσθωσης υπάρχει η εξής σημαντική λειτουργική διαφορά: Σκοπός της μακροχρόνιας μίσθωσης – όπως κάθε μίσθωσης – είναι η χρήση του ακινήτου αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια της συμφωνημένης χρήσης[38][38], ενδεχομένως δε και η κάρπωση αυτού «με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης» (πρβλ. άρθρ. 619 ΑΚ). Στην επιφάνεια τονίζεται κάτι άλλο: ότι ο δικαιούχος ενδιαφέρεται κατά πρώτο λόγο να έχει πλήρες και απόλυτο δικαίωμα – utendi, fruendi, abutendi – επί του κτίσματος, το οποίο ως «ιδιοκτήτης» μπορεί να ανεγείρει, να χρησιμοποιήσει όπως θέλει, να μεταβάλει, να κατεδαφίσει, να ξαναχτίσει κλπ. Ο περιορισμένος χαρακτήρας της μίσθωσης δεν επιτρέπει τέτοιες ελευθερίες στο μισθωτή.

4. Η διαφορά αυτή των δύο θεσμών έχει αρκετές δευτερεύουσες εκδηλώσεις: α) Ο επιφανειούχος αποκτά ίδιο εμπράγματο δικαίωμα επί του κτιρίου, μπορεί να χρηματοδοτηθεί για να το αποκτήσει και να παράσχει σε ασφάλεια υποθήκη επί του δικαιώματός του. Ο μισθωτής, ακόμη και στην περίπτωση των μακροχρόνιων μισθώσεων, έχει απλώς ενοχικό δικαίωμα. β) Το μίσθωμα είναι εισόδημα. Το αντάλλαγμα για την απόκτηση της επιφάνειας μπορεί να λάβει το χαρακτήρα και τιμήματος, όπως συμβαίνει στην πώληση. γ) Η επιφάνεια ως δικαίωμα επί κτίσματος είναι περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης. Αναφέρεται στον ισολογισμό της και επιδέχεται απόσβεση. Περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία του επιφανειούχου. δ) Ο κίνδυνος καταστροφής ή χειροτέρευσης του κτίσματος ανήκει στη μίσθωση στον κύριο του ακινήτου, στην επιφάνεια όμως βαρύνει τον επιφανειούχο. ε) Τρόπος λήξης της μισθωτικής σχέσης, ως ενοχικής σχέσης, είναι η καταγγελία, που όμως είναι άγνωστη στο εμπράγματο δίκαιο, επί του δικαιώματος δε της επιφάνειας μπορεί να γίνει λόγος μόνο για εξαγορά της κυριότητας του εδάφους από τον επιφανειούχο ή της επιφάνειας από τον κύριο. Αξίζει σε κάθε περίπτωση να επισημανθεί ότι η ύπαρξη των άρθρων ΑΚ 618 και 1204 δεν αποτελεί επαρκή ρύθμιση των μακροχρόνιων μισθώσεων, παρά τη σχετική εξαγγελία των συντακτών του ΑΚ, αλλά και ότι η σκοπιμότητα των μακροχρόνιων μισθώσεων στην Ελλάδα έχει αμφισβητηθεί[39][39]. Μπορεί έτσι εύλογα να υποστηριχθεί ότι η μακροχρόνια μίσθωση και η επιφάνεια είναι δύο μη αλληλοαποκλειόμενες δυνατότητες, εξαιτίας των παραπάνω διαφορών, που τις καθιστούν περίπου μη συγκρίσιμα μεγέθη.

5. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ούτε οι δουλείες (και ιδιαίτερα το δικαίωμα της επικαρπίας) είναι ικανές να προσφέρουν τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει η επιφάνεια. Βέβαια και η επικαρπία είναι δικαίωμα εμπράγματο, μπορεί να συμφωνηθεί σήμερα[40][40] μεταβιβάσιμη και κληρονομητή (ΑΚ 1166, 1167) και είναι υποθηκεύσιμη. Όπως όμως και στη μίσθωση, υπάρχει και εδώ η βασική διαφορά, ότι, ενώ η επιφάνεια δίνει στο δικαιούχο πλήρη και ανεμπόδιστη ελευθερία οικονομικής δράσης αναφορικά με το αντικείμενο του δικαιώματος, ο επικαρπωτής υφίσταται σειρά περιορισμών, προκειμένου να διατηρηθεί η ουσία του πράγματος «ακέραιη» (ΑΚ 1142, «salva rei substantia»). Χαρακτηριστικά παρατηρήθηκε από τον Ι. Σόντη[41][41], ότι «επί της επικαρπίας (σημ.: αντιθέτως προς την επιφάνεια) δεσμεύεται εις μέγαν βαθμόν η οικονομική δράσις ου μόνον του κυρίου, αλλά και αυτού του επικαρπωτού, ου μόνον διότι ούτος δεν δικαιούται ν’ αλλοιώση την ουσίαν του πράγματος, αλλά προ παντός διότι υπόκειται εις πληθύν υποχρεώσεων έναντι του κυρίου, διαρκούσης της επικαρπίας (ΑΚ 1142, 1148-1163)». Έτσι ο επιφανειούχος έχει περισσότερες δυνατότητες να αξιοποιήσει την ιδιοκτησία, απ’ ό,τι ο επικαρπωτής.

Δ. Η σύγχρονη χρησιμότητα του θεσμού


1. Αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν φαίνεται να υπάρχουν αποφασιστικά επιχειρήματα κατά του θεσμού της επιφανείας ορισμένου χρόνιου κι από την άλλη μεριά οι μεν πολυετείς μισθώσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη φύση του δικαιώματος τούτου ως εμπραγμάτου, η δε επικαρπία δίνει περιορισμένη μόνο ελευθερία οικονομικής δράσης στον επικαρπωτή (για την οριζόντια ιδιοκτησία δεν χρειάζεται να γίνει λόγος, γιατί έχει άλλη δομή και προορισμό), πρέπει να εξετασθεί αν οι σύγχρονες πραγματικές ανάγκες δικαιολογούν την επανεισαγωγή του θεσμού. Αρχικά πρέπει να επισημανθεί ότι γενική κοινωνική ή οικονομική ανάγκη, και μάλιστα πιεστική, για την επανεισαγωγή του θεσμού δεν φαίνεται να υπάρχει. Αντίθετα όμως μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιφάνεια μπορεί να δώσει λύση σε διάφορα συγκεκριμένα επί μέρους προβλήματα, που έχουν κατά καιρούς επισημανθεί.

2. Τέτοια προβλήματα είναι, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Α. Η προσπάθεια εκκαθάρισης καταπατημένων εκτάσεων του Δημοσίου κινδυνεύει να δημιουργήσει κοινωνικό πρόβλημα, όπου υπάρχουν οικισμοί. Η τακτοποίηση ή και νομιμοποίηση αυθαιρέτων έχει γίνει κατά καιρούς, ίσως όμως η σύσταση δικαιώματος επιφάνειας υπέρ των νεμομένων καταπατημένες εκτάσεις να συνιστά δικαιότερη λύση, αφού η απόκτηση τέτοιου δικαιώματος θα είναι φθηνότερη από ότι η εξαγορά της πλήρους κυριότητας. Όμοιος προβληματισμός υπάρχει με την αγορά ακινήτων από αλλοδαπούς σε παραμεθόριες περιοχές, όπου μια λύση (αντί της απαγόρευσης απόκτησης) μπορεί να είναι η απόκτηση ελάσσονος δικαιώματος, δηλ. επιφανείας.

Β. Αναφορικά με άλλες εκτάσεις του Δημοσίου είναι δυνατόν να εκπονηθούν προγράμματα κοινωνικής κατοικίας ή, γενικότερα, ανάπτυξης οικιστικών περιοχών (πρβλ. άρθρ. 24 § 2 του Συντάγματος), χωρίς ιδιοκτησία επί του εδάφους. Οι επωφελούμενοι του σχετικού προγράμματος θα μπορούν μετά τη λήξη του δικαιώματος επί της κατοικίας των είτε να την εγκαταλείπουν λαμβάνοντας κάποια αποζημίωση είτε να εξαγοράζουν και το έδαφος. Γενικά το δικαίωμα επιφάνειας θα είναι συμφερότερο για τον επιθυμούντα να αποκτήσει στέγη, αν το εδαφονόμιο που θα καταβάλλει έχει λιγότερο κόστος από τη χρηματοδότηση μιας πλήρους κυριότητας.

Γ. Πολλές φορές κληροδοτήματα υπέρ κοινωφελών σκοπών βαρύνονται με τον όρο της μη εκποίησης. Υπάρχουν οικοπεδικές εκτάσεις που παραμένουν αναξιοποίητες εξαιτίας ακριβώς του όρου αυτού, αφού οποιαδήποτε ανοικοδόμηση – και εκμετάλλευση – απαιτεί κεφάλαια, που συχνά δεν υπάρχουν. Η δυνατότητα να παρασχεθεί δικαίωμα επιφάνειας (αυτοτελούς κυριότητας επί των κτισμάτων) μπορεί να επιτρέψει την αξιοποίηση των ακινήτων αυτών από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς, καταρχήν τουλάχιστον, να υφίσταται παράβαση του όρου της μη εκποίησης του οικοπέδου.

Δ. Γενικότερα, η αξιοποίηση δημόσιων ή ιδιωτικών εκτάσεων, που το σημερινό καθεστώς μισθώσεων δεν ευνοεί, θα είναι ευχερέστερη, αν οι επενδυτές αποκτούν εμπράγματο δικαίωμα επί των κτισμάτων που θα ανεγείρουν, χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσουν και το έδαφος.

Ε. Η ανάληψη της δαπάνης συντήρησης, ανοικοδόμησης, αναστύλωσης κλπ. παραδοσιακών κτισμάτων ή οικισμών, αλλά και γενικά οποιουδήποτε κτιρίου θα είναι ευχερέστερη για τους ιδιωτικούς φορείς, αν έχουν μεν την ιδιοκτησία του οικοδομήματος, χωρίς όμως να πρέπει να αγοράσουν και το έδαφος.

ΣΤ. Φαίνεται γενικότερα, ότι η θέσπιση του δικαιώματος επιφάνειας μπορεί να αποτελέσει καθεαυτήν επενδυτικό κίνητρο τόσο για ημεδαπούς όσο και για αλλοδαπούς επενδυτικούς φορείς, αφού και φθηνότερο θα είναι σε σύγκριση με την πλήρη κυριότητα, και πιστωτικά θελκτικό, αφού θα είναι υποθηκεύσιμο.

Ζ. Θα μπορούσε, τέλος, να εξετασθεί, μήπως απαλλοτριώσεις για την εκπόνηση προσωρινών προγραμμάτων δημόσιας ωφελείας μπορούν να έχουν ως αντικείμενο όχι πλήρες δικαίωμα κυριότητος, αλλά μόνο το δικαίωμα επιφάνειας (με καταβολή μειωμένης αποζημίωσης).

3. Από τους παραπάνω ποικίλους λόγους, σημαντικότερος θεωρήθηκε εκείνος που αφορά την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, ο δε ν. 3986/2011 φαίνεται να υιοθετεί την τελολογία αυτή. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί αυτούσια η προφητική άποψη του Ι. Σόντη[42][42], που διατυπώθηκε προ 40 ετών περίπου, αναφορικά με τη χρησιμότητα επανεισαγωγής του θεσμού της επιφανείας, ειδικά για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας:

«…η σύγχρονος οικονομική πολιτική θέλει ίσως καταστήσει αναγκαίαν την επαναφοράν των δικαιωμάτων τούτων [σημ: της επιφανείας και της εμφυτεύσεως], έστω και υπό διάφορόν πως μορφήν. Το Κράτος, οι δήμοι και αι κοινότητες είναι κύριοι σπουδαίων εκτάσεων καταλλήλων προς τουριστικήν και βομηχανικήν εκμετάλλευσιν, τας οποίας προσφέρουσιν εις ιδιωτικάς επιχειρήσεις επί τη υποχρεώσει τούτων όπως ιδίαις δαπάναις ανεγείρωσιν αυτόθι τα ξενοδοχειακά και τα βιομηχανικά συγκροτήματα και αναλάβωσι την λειτουργίαν αυτών. Κατά τας διαπραγματεύσεις προς κατάρτισιν τοιούτων συμβάσεων αι επιχειρήσεις προβάλλουσι συνήθως, ως δεικνύει η μέχρι τούδε πείρα, την αξίωσιν μονίμου, μάλλον ή ήττον, δικαιώματος επί των ακινήτων τούτων, δια λόγους ανέτου οικονομικής δράσεως, ων η ανάλυσις δεν είναι ενταύθα δυνατή. Η μίσθωσις και η επικαρπία δεν είναι πάντοτε αι κατάλληλοι προς τούτο μορφαί, εξ άλλου όμως δεν είναι σκόπιμον όπως το Κράτος και οι κοινοτικοί οργανισμοί μεταβιβάζωσι την κυριότητα εις τας ιδιωτικάς επιχειρήσεις και αποξενούνται ούτω του τόσον πολυτίμου κεφαλαίου δια την άσκησιν της οικονομικής πολιτικής. Διό και θα ήτο κατάλληλος ενταύθα σύνθετός τις μορφή εμφυτεύσεως και επιφανείας μόνον δια τους ειδικούς τούτους σκοπούς».

Ε. Η δυνατότητα εισαγωγής νέου εμπραγμάτου δικαιώματος


1. Αν γίνει δεκτό, με βάση τα παραπάνω, ότι η επανεισαγωγή του θεσμού της επιφάνειας στην Ελλάδα δικαιολογείται, και μάλιστα για τον ειδικό σκοπό της αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, πρέπει ακόμη να εξετασθεί αν το σημερινό εμπράγματο δίκαιο μπορεί να αντέξει την προσθήκη ενός νέου εμπράγματου  δικαιώματος. Κατά το άρθρο 973 ΑΚ, που εκφράζει τη μία από τις δύο πλευρές του numerus clausus των εμπραγμάτων δικαιωμάτων[43][43], τέτοια δικαιώματα είναι η κυριότητα, οι δουλείες, το ενέχυρο και η υποθήκη. Βέβαια ο ίδιος ο νόμος μπορεί να διευρύνει τον numerus clausus[44][44], αφού η αρχή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ, ζήτημα όμως είναι μήπως η νομοθετική εισαγωγή του θεσμού της επιφάνειας προσβάλλει τους δικαιολογητικούς λόγους της αρχής αυτής. Σαν τέτοιοι λόγοι αναφέρονται: α) Η προσπάθεια προστασίας της ιδιοκτησίας κατά των κινδύνων που δημιουργεί ο κατακερματισμός της και η αποτροπή φραγμών στην ελευθερία του εκάστοτε κυρίου να εκμεταλλεύεται το ακίνητο κατά τον καλύτερο τρόπο[45][45]. β) Η ανάγκη μεγαλύτερης απλότητας και σαφήνειας που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις εμπράγματες σχέσεις (ανάγκη ασφάλειας των συναλλαγών)[46][46].

2. Και ο μεν τελευταίος λόγος είναι μάλλον θέμα νομοθετικής τεχνικής και διάρθρωσης του συστήματος του εμπραγμάτου δικαίου, δεν φαίνεται δε ικανός να αποτρέψει την εισαγωγή νέου εμπραγμάτου δικαιώματος, όταν εμφανίζεται σχετική ανάγκη. Στο δίκαιο απλότητα δε σημαίνει υποχρεωτικά λιτότητα. Αντίθετα, πρόβλημα νομοθετικής πολιτικής (ή πολιτικής γενικότερα) δημιουργείται αν πρόκειται να μετρηθεί η ζημία από τον κατακερματισμό της κυριότητας, τον οποίο θα επιφέρει το νέο εμπράγματο δικαίωμα.

Α. Προκειμένου για την επιφάνεια υποστηρίζεται καμιά φορά, κυρίως στη Γαλλία, ότι το δικαίωμα αυτό δεν «κατακερματίζει» την κυριότητα, αφού καθεαυτό αποτελεί κυριότητα επί συγκεκριμένου πράγματος, του οικοδομήματος[47][47]. Με αυτό όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι όσο υπάρχει επιφάνεια, το δικαίωμα του κυρίου του εδάφους εξουδετερώνεται πλήρως – ή σχεδόν. Και το ερώτημα είναι τελικά αν η εξουδετέρωση αυτή μπορεί να φέρει εμπόδια στην οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου.

Β. Αν τεθεί όμως έτσι το πρόβλημα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το δικαίωμα της επιφάνειας δεν προκαλεί ουσιώδη μείωση των δυνατοτήτων εκμετάλλευσης του ακινήτου. Απλώς οι σχετικές εξουσίες, αφαιρούμενες από τον κύριο του εδάφους, μετατίθενται στον επιφανειούχο ακέραιες, σε αντίθεση μάλιστα με την επικαρπία, όπου μετατίθενται μειωμένες. Αν όμως ο numerus clausus φιλοδοξεί να εξασφαλίσει τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης της ιδιοκτησίας, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι οι δυνατότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται αποκλειστικά και μόνο από τον κύριο. Μπορεί κάλλιστα να ασκούνται και από τρίτο δικαιούχο, αρκεί το δικαίωμά του να μη συντελεί στην ουσιώδη μείωση των δυνατοτήτων αυτών. Με βάση αυτή τη σκέψη μπορεί να λεχθεί ότι η αρχή του numerus clausus δεν μπορεί να αποκλείσει την επιφάνεια, αφού οι δυνατότητες οικονομικής αξιοποίησης της ιδιοκτησίας δεν μειώνονται καθόλου.

3. Για να ολοκληρωθεί η εικόνα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αρχή «τα υπερκείμενα είκει τοις υποκειμένοις», την οποία διασπά το δικαίωμα επιφανείας, δεν θα πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο στη θέσπιση του δικαιώματος. Η αρχή αυτή, ρωμαϊκής προέλευσης, έχει πολλές φορές μέχρι σήμερα παραβιασθεί για ιδιαίτερους κάθε φορά λόγους. Ενδεικτικά αναφέρονται οι περιπτώσεις της χωριστής κυριότητας επί των μεταλλευτικών ορυκτών (άρθρ. 3 ν.δ. 210/1973, περί μεταλλευτικού κώδικος), των ιαματικών πηγών (άρθρ. 2 ν. 2188/1920), των αρχαιοτήτων (άρθρ. 7 ν. 3028/2002) κλπ. Υπόψη και οι θεσμοί της οριζόντιας (ΑΚ 1002, 1117, ν. 3741/1929) και κάθετης ιδιοκτησίας (ν. 1024/1971), τα άρθρ. 1001 εδ. β’, 1023 ΑΚ κλπ.

ΣΤ. Αλλοδαπά δίκαια


Σε πολλά αλλοδαπά δίκαια ο θεσμός της επιφανείας είναι γνωστός και μάλιστα είναι προσβάσιμος ανεξάρτητα από το αν επιδιώκεται η αξιοποίηση δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας. Ειδικότερα:

1. Στη Γαλλία η επιφάνεια (superficie) γίνεται ερμηνευτικά δεκτή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 553 του Code Civil (αντίστοιχου περίπου του άρθρου 954 ΑΚ)[48][48]. Το δικαίωμα νοείται ως αυτοτελής κυριότητα (και όχι δουλεία) επί του οικοδομήματος κλπ. Συνιστάται για απεριόριστο ή (συνήθως) για ορισμένο χρόνο, με δικαιοπραξία (συνήθως στα πλαίσια ενός contrat de bail[49][49], με το οποίο συμφωνείται ότι ο μισθωτής θα αποκτήσει αυτός την κυριότητα του οικοδομήματος που θα κατασκευάσει επί του οικοπέδου του εκμισθωτή) ή με χρησικτησία. Η έκταση του δικαιώματος, το αν δηλ. το δικαίωμα θα έχει ως αντικείμενο μόνο τα κτίσματα κλπ. ή και τη γύρω επιφάνεια του εδάφους («droit incomplet» – «droit complet»), εξαρτάται από τη συμφωνία του κυρίου του εδάφους (tréfoncier) και του επιφανειούχου (superficiaire). Η συμφωνία ρυθμίζει και την τύχη των οικοδομημάτων μετά τη λήξη του χρόνου του δικαιώματος.

2. Στην Ιταλία η επιφάνεια (superficie) ρυθμίζεται στα άρθρα 952 έως 956 του Codice Civile[50][50]. Το δικαίωμα έχει ως αντικείμενο υπέργεια ή υπόγεια κατασκευή (construzione) (όχι και φυτά). Συνιστάται με έγγραφο υποκείμενο σε μεταγραφή, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μετά την πάροδο του οποίου ο μεν κύριος του εδάφους γίνεται κύριος και των κτισμάτων, τα δε εμπράγματα δικαιώματα που βάρυναν την επιφάνεια αποσβέννυνται (η υποθήκη όμως εκτείνεται στο τυχόν δικαίωμα αποζημίωσης που έχει ο επιφανειούχος – άρθρο 2816 ΙταλΑΚ).

3. Ενδιαφέρουσα και λεπτομερής είναι η ρύθμιση στη Γερμανία. Το δικαίωμα επιφανείας (Erbbaurecht) ρυθμιζόταν από τις §§ 1012-1017 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB), σήμερα όμως ρυθμίζεται από τη Verordnung über das Erbbaurecht της 15.1.1919 (ErbbRVO, σήμερα «ErbbRG»), όπως έχει τροποποιηθεί[51][51]. Το δικαίωμα χαρακτηρίζεται ως βάρος της κυριότητας συνιστάμενο στην εξουσία του δικαιούχου να έχει οικοδόμημα (Bauwerk) πάνω ή κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. To οικοδόμημα θεωρείται συστατικό του δικαιώματος και όχι του ακινήτου (§ 12 ErbbRG). Η ρύθμιση του δικαιώματος είναι αρκετά λεπτομερής και αναφέρεται κυρίως: α) στις διάφορες συμφωνίες που μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος (§ 2 ErbbRG), μεταξύ των οποίων είναι η υποχρέωση του επιφανειούχου (Erbbauberechtigte) να μεταβιβάσει σε ορισμένες περιπτώσεις το δικαίωμα στον κύριο του εδάφους («Heimfall») και το δικαίωμα του επιφανειούχου να παρατείνει μονομερώς τη διάρκεια του δικαιώματος, μετά την αρχική λήξη του. β) Στο μεταβιβαστό του δικαιώματος, με πρόβλεψη όμως ότι ο κύριος του εδάφους μπορεί να διαφυλάξει το δικαίωμα να εγκρίνει τη μεταβίβαση ή την επιβάρυνση (§§ 5 επ. ErbbRG). γ) Στη ρύθμιση του τυχόν συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, όταν είναι καταβλητέο σε περιοδικές παροχές (Erbbauzins) (§§ 9 επ. ErbbRG ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διατάξεις για το εξαρχής ορισμένο του ανταλλάγματος, που θεωρείται «Reallast» (επιτρεπομένης όμως της αναπροσαρμογής με ενοχικές συμφωνίες, αν και περιορισμένα, όταν πρόκειται για κατοικίες). δ) Στην εφαρμογή επί του δικαιώματος των περί ακινήτων διατάξεων του ΓερμΑΚ (§ 11 ErbbRG). ε) Στη δημοσιότητα και μέσω ιδιαιτέρου βιβλίου, του Erbbaugrundbuch (§§ 14 επ. ErbbRG). στ) Στην υποθήκευση του δικαιώματος (§§ 18 επ. ErbbRG). ζ) Στην κατάργηση του δικαιώματος, τη λήξη του χρόνου διάρκειάς του (συνήθως το δικαίωμα είναι ορισμένου χρόνου) και την αποζημίωση, που ο κύριος του εδάφους οφείλει να καταβάλει στον επιφανειούχο (§§ 26 επ. ErbbRG).

4. Στην Ελβετία η επιφάνεια (droit de superficie, Baurecht) προβλέπεται και ρυθμίζεται στα άρθρα 675 και 779-779l του ελβετικού Αστικού Κώδικα (ZGB). Η ρύθμιση, ιδιαίτερα των άρθρων 779a–779l, που προστέθηκαν από το νόμο της 19.3.1965, θυμίζει σε αρκετά σημεία τη γερμανική ErbbRG. Η σύσταση του δικαιώματος είναι δυνατή, αν τούτο καταχωρισθεί ως δουλεία στο κτηματολόγιο (register foncierGrundbuch). Αντικείμενο του δικαιώματος είναι «κατασκευές και άλλα έργα», πάνω ή κάτω από το έδαφος. Το δικαίωμα συνιστάται με σύμβαση, περιβαλλόμενη τον τύπο του δημοσίου εγγράφου και που μπορεί να περιέχει συμφωνίες εμπράγματου χαρακτήρα, που δεσμεύουν δηλ. και τους διαδόχους των μερών[52][52]. Το δικαίωμα είναι μεταβιβαστό και κληρονομητό – πλην αν ορίσθηκε διαφορετικά – και μπορεί να διαρκέσει για περίοδο 100 ετών, ανανεώσιμη για άλλα 100 έτη. Κατά τη λήξη του δικαιώματος οι κατασκευές περιέρχονται στην κυριότητα του κυρίου του εδάφους («Heimfall»), που οφείλει όμως εύλογη αποζημίωση. Ειδικά ρυθμίζονται η πρόωρη λήξη του δικαιώματος («vorzeitiger Heimfall»), σε περίπτωση βαριάς παράβασης των υποχρεώσεων του επιφανειούχου, και η εγγραφή υποθήκης επί του δικαιώματος προς ασφάλεια του ανταλλάγματος (Baurechtzins, rente).

5. Ανάλογοι θεσμοί των αγγλοσαξωνικών δικαίων (ιδίως τα leaseholds) παρουσιάζουν μεν έντονο ενδιαφέρον[53][53], δεν προσφέρονται όμως ως πρότυπα ρύθμισης, λόγω της ριζικά διαφορετικής δομής του εμπραγμάτου δικαίου των αντιστοίχων χωρών.

IIΙ. Οι βασικές ρυθμίσεις του δικαιώματος της επιφάνειας κατά το ν. 3986/2011


Μετά τις παραπάνω παρατηρήσεις, μπορεί να γίνει μια σύντομη παρουσίαση του κεφαλαίου Γ’ του νέου ν. 3986/2011, που αφορά την επιφάνεια.

Α. Έννοια και σύσταση του δικαιώματος


1. Κατά το άρθρο 18 αρ. 1 του ν. 3986/2011, ως «επιφάνεια» ορίζεται το εμπράγματο δικαίωμα φυσικού ή νομικού προσώπου (αποκαλούμενου «επιφανειούχος») να κατασκευάζει κτίσμα σε έδαφος δημόσιου κτήματος, που δεν του ανήκει (ανήκει στον «κύριο» του εδάφους), και να ασκεί στο κτίσμα τις εξουσίες, που παρέχει το δικαίωμα της κυριότητας. Το δικαίωμα μπορεί να αποκτηθεί «κατά παρέκκλιση των άρθρων 953 και 954 του ΑΚ» (άρθρο 19 § 1 ν. 3986/2011)[54][54]. Θα μπορούσε η παρέκκλιση να περιορίζεται στο άρθρο 953 ΑΚ, υπό την έννοια ότι το κτίσμα που ανεγείρεται με βάση το δικαίωμα επιφανείας θα είναι μεν συστατικό του εδάφους (όπως ορίζει το άρθρο 954 ΑΚ), αλλά θα μπορεί να είναι «χωριστά αντικείμενο» εμπραγμάτου δικαιώματος (της επιφανείας)[55][55]. Όμως όπως έχει η διάταξη μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι κατά τη διάρκεια του δικαιώματος της επιφανείας το κτίσμα δεν θα αποτελεί καν συστατικό του εδάφους (μη εφαρμογή συνεπώς της ΑΚ 1057). Βέβαια με τον τρόπο αυτό δεν επιλύεται το ζήτημα, εάν η επιφάνεια δημιουργεί αυτοτελές δικαίωμα κυριότητας επί των κτισμάτων, όπως υποστηρίζεται στη Γαλλία και προβλέπεται από το άρθρ. 952 ΙταλΑΚ, ή βάρος του ακινήτου, όπως κατά την § 1 ErbbRG[56][56]. Το ζήτημα αυτό όμως δεν φαίνεται να έχει μείζονα πρακτική σημασία, αφού ούτως η άλλως το δικαίωμα επιφανείας έχει αυτοτελή ρύθμιση στο νόμο. Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η επιφάνεια κατατάσσεται στην ακίνητη περιουσία του επιφανειούχου, κατά την έννοια του άρθρου 949 ΑΚ.

2. Σύμφωνα με το ν. 3986/2011, το νέο δικαίωμα προορίζεται να βαρύνει «δημόσια κτήματα» και μόνο. Ως δημόσια κτήματα θεωρούνται τα πάσης φύσεως ακίνητα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ., σε δημόσιους οργανισμούς με μορφή ν.π.δ.δ. ή και σε εταιρίες που αποκτούν τα ακίνητα των παραπάνω φορέων με σκοπό την εκμετάλλευσή τους. Κατ’ εξοχήν τέτοια εταιρία είναι το «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου», που και αυτό συστήθηκε με το ν. 3986/2011. Όπως εξάλλου ελέχθη ήδη, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να επεκταθεί η εφαρμογή του νέου θεσμού και στα ακίνητα κληροδοτημάτων.

3. Τέλος, ως «κτίσμα» ορίζεται κατά τρόπο ευρύ «οποιασδήποτε φύσης οικοδόμημα ή εγκατάσταση, ιδίως δε κτίριο, δεξαμενή, υπόστεγο, σταθμός αυτοκινήτων (πάρκινγκ), γέφυρα, σήραγγα, μνημείο, αγωγός, αεροδρόμιο, οδικό, σιδηροδρομικό ή λιμενικό έργο. Το κτίσμα μπορεί να είναι και υπόγειο[57][57] ή να είναι ήδη κατασκευασμένο κατά τη σύσταση του δικαιώματος». H γενικότητα της διατύπωσης επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η έννοια του κτίσματος είναι ευρύτερη του οικοδομήματος, αφού περιλαμβάνει και μη οικοδομικές εγκαταστάσεις, αρκεί να πρόκειται για αποτέλεσμα ανθρώπινης κατασκευαστικής δράσης. Έτσι π.χ. και για την κατασκευή και συντήρηση ενός κολυμβητηρίου ή ενός κήπου το νέο δικαίωμα μπορεί να παράσχει νομική υποδομή. Και ναι μεν τα φυτά (δένδρα κλπ.) δεν θα αποτελούν αντικείμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος της επιφανείας (πρβλ. άρθρο 20 § 1 περ. η’ ν. 3986/2011)[58][58], θα είναι δυνατή όμως η ενιαία εκμετάλλευση τούτων με τα τυχόν κτίσματα (αναψυκτήριο, υπαίθριο θέατρο κλπ.). Θα πρέπει να προστεθεί ότι ο επιφανειούχος θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα κατασκευής και διατήρησης κτίσματος επί του εδάφους. Το δικαίωμα της επιφάνειας δηλ. δεν θα γεννάται όταν κατασκευασθεί το οικοδόμημα, ούτε θα τελεί υπό την αίρεση της κατασκευής του. Θα υπάρχει ήδη από τη νόμιμη σύστασή του, κι έτσι θα παρεμποδίζεται οποιοσδήποτε τρίτος – ή ο κύριος του εδάφους – από του να επιχειρήσει αυτός ανοικοδόμηση. Γι’ αυτό και λογικό είναι, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22 § 4 ν. 3986/2011, αλλά και από ξένες νομοθεσίες, ότι η καταστροφή του οικοδομήματος να μην επάγεται απώλεια του δικαιώματος επιφανείας[59][59].

4. Η σύσταση του δικαιώματος γίνεται με βάση τις διατάξεις «για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτων με συμφωνία» (άρθρο 19 § 2 ν. 3986/2011), άρα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1033 ΑΚ, με συμβολαιογραφική σύμβαση μεταξύ κυρίου του εδάφους και τρίτου ότι συνιστάται δικαίωμα επιφανείας για κάποια νόμιμη αιτία και υποβολή του συμβολαιογραφικού εγγράφου σε μεταγραφή (ΑΚ 1192). Κατά το άρθρο 26 § 1 ν. 3986/2011, σε περίπτωση λειτουργίας κτηματολογίου, η δημοσιότητα διά της μεταγραφής συντελείται με τις κατά νόμο εγγραφές στα βιβλία του κτηματολογίου.

5. Σύσταση του δικαιώματος με άλλο τρόπο δεν είναι δυνατή. Αυτό διευκρινίζεται  ρητά για τη σύσταση με χρησικτησία (άρθρο 19 § 4 ν. 3986/2011)[60][60]. Πρέπει να υπομνησθεί ότι σύσταση διά χρησικτησίας δεν γίνεται δεκτή – καταρχήν τουλάχιστον – ούτε στην οριζόντια ιδιοκτησία[61][61]. Θα είναι δυνατόν όμως η επιφάνεια να αποσβεσθεί λόγω χρησικτησίας σε ολόκληρο το ακίνητο (ΑΚ 1053, έτσι και η αιτιολογική έκθεση). Εξάλλου, ζήτημα σύστασης της επιφανείας αιτία θανάτου δεν τίθεται, αφού συνιστών το δικαίωμα είναι το Δημόσιο κλπ.

Β. Διάρκεια του δικαιώματος


1. Βασική επιλογή του νομοθέτη υπήρξε ο χρονικός περιορισμός του δικαιώματος, ώστε να μη δημιουργείται διηνεκής επιβάρυνση της κυριότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 19 § 2 ν. 3986/2011, η σύσταση του δικαιώματος γίνεται μόνο «για ορισμένο χρόνο». Όμως η ακριβής θέση χρονικών ορίων δεν υπήρξε εύκολη επιλογή. Υπερβολική κρίθηκε η 100ετής διάρκεια του ελβετικού δικαίου, που μάλιστα μπορεί να ανανεωθεί για άλλα 100 έτη, αλλά και η μέγιστη διάρκεια των 99 ετών που μπορεί να δοθεί στο bail à construction του γαλλικού δικαίου, που κι αυτή μπορεί να παραταθεί «par tacite reconduction».

2. Το άρθρο 19 § 2 όρισε τη διάρκεια του δικαιώματος σε 5 έως 50 έτη, ανάλογα με τις συμφωνίες των μερών. Συμφωνία για χρόνο ανώτερο των 50 ή κατώτερο των 5 ετών λογίζεται ότι ισχύει για 50 ή 5 έτη, αντίστοιχα. Όμως ο νόμος παρέχει δύο δυνατότητες: Πρώτον, επιτρέπει τη χορήγηση στον επιφανειούχο διαπλαστικού δικαιώματος παράτασης (άρθρο 20 § 1 περ. στ’ ν. 3986/2011), όχι όμως για συνολική διάρκεια του δικαιώματος που να υπερβαίνει τα 80 έτη, ή, προκειμένου για κατοικίες, τα 100 έτη. Δεύτερον, επιτρέπει στα μέρη να συμφωνήσουν με μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο υποκείμενο σε μεταγραφή την παράταση της διάρκειας. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο κατά τη λήξη της διάρκειας του δικαιώματος (επιχ. από τη διατύπωση: «...υποχρέωση όμως παράτασης αναλαμβανόμενη εκ των προτέρων δεν δεσμεύει»). Πράγματι, αν τα μέρη ήσαν ελεύθερα να δεσμευθούν εκ των προτέρων για παράταση της διάρκειας, αυτό θα οδηγούσε σε υποχρεωτική ανανέωση του χρόνου με το μηχανισμό της ΚΠολΔ 949 και σε περιγραφή των χρονικών ορίων του δικαιώματος. Με άλλους λόγους: Η αρχική συμφωνία δεν μπορεί να υπερβεί το όριο των 50 ετών, ούτε να δημιουργήσει υποχρέωση παράτασης, είναι όμως δυνατή η συμφωνία παράτασης στο τέλος της περιόδου. Από την άλλη μεριά ενώ η συμβατική παράταση είναι απεριόριστη, η παράταση με μονομερή δήλωση (άρθρο 20 § 1 περ. στ’) υπόκειται στα χρονικά όρια του νόμου.

Γ. Συρροή δικαιώματος επιφάνειας και άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων


Για την αποφυγή εξασθένισης της κυριότητας ο ν. 3986/2011 περιορίζει όχι μόνο τη διάρκεια του δικαιώματος επιφανείας, αλλά και τη συρροή εμπράγματων δικαιωμάτων επί του αντικειμένου του δικαιώματος.

1. Γενικότερα ορίζεται (άρθρο 19 § 1 εδ. α’) ότι δικαίωμα επιφάνειας είναι δυνατό να συσταθεί και επί ακινήτου, συγκύριος του οποίου είναι ο επιφανειούχος. Κατά την αιτιολογική έκθεση: «Στην περίπτωση αυτή η μεν συμφωνία γίνεται και πάλι με τον άλλο συγκύριο (ή ενδεχομένως όλους τους άλλους συγκυρίους), το δικαίωμα όμως του επιφανειούχου θα είναι χωριστό από τη συγκυριότητα επί του ακινήτου». Όμως όπως τονίζει η αιτιολογική έκθεση, επιφάνεια μπορεί να συσταθεί σε ολόκληρο το ακίνητο και όχι σε ιδανικό του μερίδιο. Από την άλλη μεριά, το ίδιο το δικαίωμα της επιφάνειας μπορεί να είναι αντικείμενο κοινωνίας.

2. Απαγορεύεται η σύσταση δικαιώματος επιφάνειας, αν έχει συσταθεί επικαρπία επί του εδάφους ή υπάρχει ήδη συνεστημένο δικαίωμα επιφάνειας (άρθρο 19 § 1 εδ. β’). Όμως άλλα εμπράγματα δικαιώματα που προϋπάρχουν της σύστασης της επιφανείας (ιδίως η υποθήκη) εξακολουθούν να βαρύνουν το ακίνητο, εκτός αν ο δικαιούχος συναινέσει στον περιορισμό τους επί του εδάφους ή του κτίσματος (άρθρο 21 § 5). «Έτσι π.χ. αν ο ενυπόθηκος πιστωτής επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμά του εκ της υποθήκης, θα μπορεί να κατάσχει ολόκληρο το ακίνητο, χωρίς να λάβει υπόψη του τη σύσταση της επιφανείας» – αναφέρει η αιτιολογική έκθεση. Ο δικαιούχος πιστωτής όμως μπορεί να συναινέσει στον περιορισμό της υποθήκης στο έδαφος ή το κτίσμα. Κατά την αιτιολογική έκθεση, μπορεί να συναινέσει και στο «διχασμό του δικαιώματος», ώστε εφεξής να βαρύνονται χωριστά τόσο η κυριότητα όσο και η επιφάνεια.

3. Επί οικοδομής που κατασκευάστηκε (και βέβαια: που πρόκειται να κατασκευασθεί) με βάση δικαίωμα επιφάνειας είναι επιτρεπτή η σύσταση δικαιώματος επί ορόφου ή διαμερίσματος (οριζόντια ιδιοκτησία) κατά τους όρους του ν. 3741/1929, οπότε όμως οι επιμέρους ιδιοκτησίες δεν έχουν ποσοστά συγκυριότητας επί του εδάφους, αλλά ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο δικαίωμα της επιφανείας. Με τον τρόπο αυτό ο επιφανειούχος θα μπορεί να μεταβιβάζει αυτοτελώς κτίρια, τα οποία θα κατασκευάζει, ή ορόφους τούτων, χωρίς να δημιουργούνται εμπόδια από το θεωρητικό πρόβλημα της μεταβίβασης της επιφάνειας στο σύνολό της ή και τμηματικά. Ο νόμος δεν αναφέρεται στην κάθετη ιδιοκτησία (ν.δ. 1024/1971), οι διατάξεις όμως του νόμου θα ισχύουν και γι’ αυτήν, ως παραλλαγή της οριζόντιας.

4. Επί του κτίσματος του επιφανειούχου μπορούν να συσταθούν δικαιώματα υποθήκης ή πραγματικών δουλειών, καθώς και να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης (άρθρο 21 § 2 ν. 3986/2011). Όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, «a fortiori, θα λειτουργούν ομαλά οι διατάξεις του γειτονικού δικαίου (άρθρα 1003-1032 ΑΚ), στο μέτρο που έχουν χαρακτήρα πραγματικών δουλειών». Αυτό είναι απαραίτητο, ώστε να μη δημιουργηθούν δυσκολίες στην οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων. Σύσταση επικαρπίας πάνω στο δικαίωμα της επιφάνειας δεν προβλέπεται.

Δ. Περιεχόμενο του δικαιώματος της επιφάνειας


1. Το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος της επιφάνειας είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η άσκηση επί του κτίσματος των εξουσιών που παρέχει το δικαίωμα της κυριότητας (άρθρο 18 αρ. 1 ν. 3986/2011). Συνεπώς το περιεχόμενο του δικαιώματος θα προσδιορίζεται από το άρθρο 1000 ΑΚ, κατά το οποίο ο κύριος του πράγματος μπορεί «να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ’ αυτό».

2. Υπάρχει όμως και δυνητικό περιεχόμενο του δικαιώματος, αυτό δε ορίζεται στο άρθρο 20 § 1 ν. 3986/2011 (κατά το πρότυπο της § 2 ErbbRG[62][62]): Πρόκειται για όρους που αναφέρονται:

«α) στην ανέγερση, συντήρηση και χρησιμοποίηση του κτίσματος, β) στην ασφάλιση του κτίσματος και την ανοικοδόμησή του σε περίπτωση καταστροφής του, γ) στην κατανομή της καταβολής των βαρών οποιασδήποτε φύσης, που έχουν σχέση με το κτίσμα ή και το έδαφος, επί του οποίου το κτίσμα θα οικοδομηθεί ή έχει ήδη οικοδομηθεί[63][63], δ) στην υποχρέωση του επιφανειούχου να μεταβιβάσει το δικαίωμά του στον κύριο[64][64] ή σε τρίτο υποδεικνυόμενο από τον κύριο, ε) στο δικαίωμα του κυρίου να συναινεί στη μεταβίβαση ή την επιβάρυνση του δικαιώματος υπέρ τρίτων[65][65], στ) στο δικαίωμα του επιφανειούχου να παρατείνει με μονομερή δήλωσή του το χρόνο διάρκειας του δικαιώματός του μετά τη λήξη της αρχικής διάρκειας, που πάντως δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τα ογδόντα (80) έτη, και προκειμένου περί κατοικιών τα εκατό (100) έτη, ή να αποκτήσει και το έδαφος, ζ) στο δικαίωμα του επιφανειούχου προς αποζημίωση για τα περιερχόμενα στον κύριο κατά την λήξη του δικαιώματος κτίσματα[66][66], η) στους όρους χρήσης του εδάφους γύρω από το κτίσμα, περιλαμβανομένων των τυχόν φυτών[67][67], θ) στα δικαιώματα του κυρίου, ιδίως καταβολή ποινικής ρήτρας, αν ο επιφανειούχος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του, ι) στην απαγόρευση παραίτησης του επιφανειούχου από το δικαίωμα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 22 ή τη διατήρηση των δικαιωμάτων τρίτων που βαρύνουν την επιφάνεια μετά την απόσβεσή της, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου ν. 3986/2011».

3. Κατά το άρθρο 20 § 3 οι παραπάνω όροι περιλαμβάνονται είτε στη σύμβαση σύστασης της επιφάνειας είτε και σε μεταγενέστερη (συμβολαιογραφική) σύμβαση μεταξύ του κυρίου και του επιφανειούχου, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Πρέπει να τονισθεί ότι με τις συμβάσεις αυτές καθορίζεται το εμπράγματο περιεχόμενο του δικαιώματος, ώστε η διάταξη της § 3, κατά την οποία «οι παραπάνω όροι ενεργούν υπέρ και κατά του κυρίου και του επιφανειούχου και των διαδόχων τους» είναι απλώς διευκρινιστική. Λογικό είναι ότι οι παραπάνω όροι θα ισχύουν και έναντι τρίτων, όπου αυτό έχει νόημα, π.χ. η κατανομή των βαρών θα ισχύει και έναντι τρίτων. Εξαιτίας του εμπράγματου χαρακτήρα των όρων αυτών, ισχύει η αρχή του κλειστού αριθμού, υπό την έννοια ότι άλλοι όροι (όπως είναι εκείνοι που αφορούν το αντάλλαγμα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω) δεν έχουν εμπράγματο χαρακτήρα, αλλά θα ισχύουν μόνο μεταξύ των μερών (έτσι και η αιτιολογική έκθεση).

4. Ο κύριος του εδάφους διατηρεί τα δικαιώματα κυριότητας επί του ακινήτου, πλην όσων του αφαιρεί το δικαίωμα του επιφανειούχου. Βέβαια τις περισσότερες φορές οι εκδηλώσεις του δικαιώματος κυριότητας θα είναι θεωρητικές, χωρίς όμως και να αποκλείονται. Έτσι π.χ. ο θησαυρός που βρέθηκε στο έδαφος ανήκει ολικά ή μερικά (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 1093 ΑΚ) στον κύριο του εδάφους[68][68]. Ο κύριος του εδάφους επίσης μπορεί να εκμεταλλεύεται τα λατομικά ορυκτά (άρθρο 6 ν. 210/1973) και να εισπράττει την αποζημίωση για την κατάληψη μεταλλευτικού χώρου (άρθρο 39 επ. ν.δ. 210/1973). Και βέβαια ο κύριος δεν κωλύεται να μεταβιβάσει την κυριότητα επί του ακινήτου. Σχετικά το άρθρο 26 § 4 ορίζει ότι αν ο κύριος πρόκειται να εκποιήσει το ακίνητο με δημόσιο διαγωνισμό, οφείλει να προτιμά με τους ίδιους όρους (αν οι προσφορές είναι «ουσιωδώς όμοιες») τον επιφανειούχο.

5. Ο επιφανειούχος φέρει τα «οποιασδήποτε φύσεως» βάρη που έχουν σχέση με το κτίσμα ή το έδαφος, επί του οποίου οικοδομήθηκε ή πρόκειται να οικοδομηθεί το κτίσμα (άρθρο 21 § 4 ν. 3986/2011). Όπως όμως αναφέρθηκε, είναι επιτρεπτός άλλος καθορισμός της κατανομής των βαρών σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 περ. γ’.

Ε. Το αντάλλαγμα


1. Η σύσταση του δικαιώματος της επιφάνειας, ως αιτιώδους δικαιοπραξίας, μπορεί καταρχήν να γίνει για κάθε νόμιμη αιτία. Με δεδομένο όμως ότι στην παρούσα φάση το δικαίωμα περιορίσθηκε στην επιφάνεια επί δημόσιων κτημάτων, λόγος για άλλη αιτία πλην της πώλησης δύσκολα μπορεί να νοηθεί. Συνεπώς θα είναι φυσικό να υπάρχει αντάλλαγμα. Το αντάλλαγμα αυτό δεν θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της εμπράγματης διαμόρφωσης του δικαιώματος, με βάση τη συμφωνία του άρθρου 20 § 1 ν. 3986/2011, εκτός αν ο νόμος εισήγε στο ελληνικό δίκαιο το κτηματικό βάρος (Grundschuld, Reallast, όπως κατά την § 9 ErbbRG, που παραπέμπει στις §§ 1105 επ. ΓερμΑΚ), υπό την έννοια ότι το αντάλλαγμα θα οφείλεται από τον εκάστοτε δικαιούχο της επιφάνειας. Όμως η μορφή αυτή χρέους αποκρούσθηκε κατά τις συζητήσεις της Συντακτικής Επιτροπής του Αστικού Κώδικα, στις οποίες τονίσθηκε ότι το Grundschuld (που ελάχιστα διαφέρει από το Reallast[69][69]) δημιουργεί το φαινόμενο οφειλής χωρίς οφειλέτη[70][70]. Έτσι, κατά τη σύνταξη του ν. 3986/2011 κρίθηκε σκοπιμότερο να αφεθεί ανέπαφος ο ενοχικός χαρακτήρας της υποχρέωσης[71][71], που θα μπορεί όμως να ασφαλίζεται με υποθήκη επί του δικαιώματος της επιφάνειας[72][72]. Βέβαια αυτό θα σημαίνει ότι όταν ο επιφανειούχος μεταβιβάσει το δικαίωμά του, θα εξακολουθεί αυτός (και όχι ο διάδοχός του) να οφείλει το εδαφονόμιο. Μπορεί όμως να συμφωνηθεί ότι ο κύριος διατηρεί το δικαίωμα να εγκρίνει τη μεταβίβαση, οπότε ως όρο της έγκρισης μπορεί να θέσει την αναδοχή της οφειλής του ανταλλάγματος εκ μέρους του διαδόχου. Σε κάθε περίπτωση δεν αποκλείεται τα αφορώντα στο αντάλλαγμα να περιληφθούν στη συμφωνία του άρθρου 20 § 1 ν. 3986/2011, δεν θα έχουν όμως το εμπράγματο χαρακτήρα εκείνης.

2. Ο νόμος προβλέπει δύο μορφές ανταλλάγματος (άρθρο 25 § 1 ν. 3986/2011):

(α) Η πρώτη είναι ένα κανονικό «τίμημα», κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ. Το τίμημα αποτελεί μια ενιαία παροχή, που αντικατοπτρίζει κατά τις συμφωνίες των μερών την αξία του παραχωρούμενου δικαιώματος. Το τίμημα καταβάλλεται εξ ολοκλήρου κατά τη σύσταση του δικαιώματος, ή πιστώνεται, ολικά ή μερικά. Κανονικά υπόκειται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων.

(β) Η δεύτερη μορφή ανταλλάγματος είναι το «εδαφονόμιο» (Erbbauzinsen, Baurechtzinsen, rente). Ο νόμος ορίζει το εδαφονόμιο ως το «περιοδικό αντάλλαγμα που καταβάλλεται από τον επιφανειούχο στον κύριο κατά τη διάρκεια του δικαιώματος της επιφανείας» (άρθρο 18 αρ. 6 ν. 3986/2011), συνεπώς πρόκειται για παροχή που μοιάζει όχι με τίμημα, αλλά με μίσθωμα, άρα υπόκειται σε φόρο εισοδήματος. Είναι επίσης δυνατόν, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 § 2, να συμφωνηθεί ολική ή μερική προκαταβολή του εδαφονομίου και μάλιστα με μείωση του ποσού του με βάση συμφωνούμενο συντελεστή προεξόφλησης. Για την περίπτωση όπου το αντάλλαγμα έχει τη μορφή εδαφονομίου, το άρθρο 26 § 3 προβλέπει δυνατότητα τιτλοποίησης τούτου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 ν. 3156/2003 και μάλιστα με δυνατότητα του Δημοσίου να εγγυάται τις ομολογίες που εκδίδονται στο πλαίσιο της τιτλοποίησης αυτής, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις. Η διάταξη κρίθηκε απαραίτητη, διότι, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, «οι απαιτήσεις από το εδαφονόμιο δεν είναι επιχειρηματικές και ως εκ τούτου το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 δεν θα εφαρμοζόταν».

(γ) Ο νόμος προβλέπει και συνδυασμό των δύο μορφών ανταλλάγματος, έτσι ώστε τελικά να υπάρχει μεγάλη ελευθερία των μερών κατά τον προσδιορισμό του ανταλλάγματος και του τρόπου καταβολής του.

3. Η αναπροσαρμογή του εδαφονομίου μπορεί να γίνει σύμφωνα με τις συμφωνίες των μερών[73][73]. Η εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ δεν θα αποκλείεται.

4. Το αντάλλαγμα δεν αποκλείεται να συμφωνείται και σε είδος. Υποδειγματικό στο σημείο αυτό είναι το γαλλικό bail à construction, στο οποίο το αντάλλαγμα μπορεί να συνίσταται, ολικά ή μερικά, στη μεταβίβαση στον «bailleur» ακινήτων ή ποσοστών επί ακινήτων, που ο «preneur» οικοδόμησε επί του εδάφους τούτου (άρθρ. L. 251-5 του code de la construction et l’habitation).

5. Οι συνέπειες της μη καταβολής του ανταλλάγματος θα είναι βέβαια οι γενικώς ισχύουσες (αγωγή προς εκπλήρωση κλπ.), μπορεί όμως να προβλεφθεί ότι θα αφορούν και αυτό τούτο το δικαίωμα. Έτσι η μη καταβολή μπορεί να συμφωνηθεί ως λόγος αξίωσης του κυρίου για ανάκτηση του ακινήτου σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 περ. δ’[74][74].

ΣΤ. Μεταβίβαση και επιβάρυνση του δικαιώματος της επιφάνειας


1. Το δικαίωμα είναι μεταβιβαστό και μάλιστα τόσο εν ζωή όσο και αιτία θανάτου[75][75] (άρθρο 21 § 1 ν. 3986/2011). Ειδικότερα ορίζεται ότι το δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο εισφοράς σε εταιρία[76][76]. Επιτρέπεται επίσης η επιβάρυνση του δικαιώματος με υποθήκη ή προσημείωση ή με πραγματική δουλεία επί του κτίσματος του επιφανειούχου (άρθρο 21 § 2). Η υποθήκη, που θα επιτρέπει τη χρηματοδότηση του επιφανειούχου, θα συνιστάται για το χρόνο της επιφάνειας (πρβλ. για την επικαρπία, ΑΚ 1259), και μάλιστα τον αρχικό ή τον κατά παράταση, και θα αποσβέννυται κατά τη λήξη της επιφάνειας[77][77], εκτός αν με τη συμφωνία του άρθρου 20 § 1 περ. ι’ επιτραπεί από τον κύριο η διατήρηση της υποθήκης, μετατρεπόμενη πλέον σε υποθήκη επί της κυριότητας του ακινήτου (άρθρο 22 § 8).

2. Η μεταβίβαση και η επιβάρυνση (εκτός από την προσημείωση) γίνονται όπως και η σύσταση της επιφάνειας, άρα σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ. Η μεταβίβαση μπορεί να γίνει για οποιοδήποτε λόγο (εκ χαριστικής ή επαχθούς αιτίας). Ειδικές διατάξεις ρυθμίζουν την περίπτωση (άρθρο 20 § 1 περ. ε’ ν. 3986/2011), όπου η σύμβαση σύστασης της επιφάνειας ή μεταγενέστερη εξαρτά την ισχύ της μεταβίβασης ή της επιβάρυνσης από τη συναίνεση του κυρίου. Κατά το άρθρο 21 § 3 η συναίνεση αυτή πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή, ενώ η έλλειψή της καθιστά τη μεταβίβαση ή την επιβάρυνση ανίσχυρη[78][78]. Όμως ο νόμος δεν απαιτεί η συναίνεση να παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

3. Η επιφάνεια είναι δικαίωμα κατασχετό. Τυχόν εξάρτηση της μεταβίβασης από τη συναίνεση του κυρίου δεν επηρεάζει τον τυχόν αναγκαστικό πλειστηριασμό ή την εκποίηση σε πτώχευση (άρθρο 21 § 3)[79][79]. Αυτό, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, σκοπό έχει «την αποφυγή ακατάσχετων στοιχείων προς βλάβη των δανειστών».

Ζ. Προστασία του επιφανειούχου


Σύμφωνα με το άρθρο 24 ν. 3986/2011, σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του επιφανειούχου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την προστασία της κυριότητας (πρβλ. ΑΚ 1173). Συνεπώς θα εφαρμόζονται οι διατάξεις ΑΚ 1094 επ. Αλλά και η προστασία της οιονεί νομής θα είναι δυνατή με αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 996, ενώ θα είναι δυνατή και η προστασία από τυχόν παραβάσεις του συμβατικού περιεχομένου της συμφωνίας του επιφανειούχου με τον κύριο του εδάφους.

Η. Απόσβεση του δικαιώματος της επιφάνειας


1. Το δικαίωμα της επιφανείας λήγει σε διάφορες περιπτώσεις:

(α) Όταν παρέλθει ο χρόνος της διάρκειας (άρθρο 22 § 1 ν. 3986/2011) και με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος δεν έχει παραταθεί κατά τα άρθρα 19 § 2 και 20 § 1 περ. στ’.

(β) Λόγω ένωσης της επιφάνειας με την κυριότητα επί του εδάφους στο ίδιο πρόσωπο πριν από τη λήξη του δικαιώματος (άρθρο 22 § 2 ν. 3986/2011, πρβλ. ΑΚ 1168).

(γ) Με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση παραίτησης του επιφανειούχου, που κοινοποιείται στον κύριο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (άρθρο 22 § 3 ν. 3986/2011, πρβλ. ΑΚ 1169). Όμως η συμφωνία του άρθρου 20 § 1 περ. ι’ μπορεί να απαγορεύσει την παραίτηση[80][80], αυτό δε θα είναι λογικό, στο μέτρο που ο κύριος θα είναι εκτεθειμένος να αποζημιώσει τον επιφανειούχο κατ’ άρθρο 22 § 6. Σε κάθε περίπτωση τα αφορώντα στην καταβολή του εδαφονομίου θα κρίνονται από τις (ενοχικές) συμφωνίες των μερών.

(δ) Η επιφάνεια θα αποσβεσθεί και σε περίπτωση που συντρέξουν ορισμένοι άλλοι αυτονόητοι, μολονότι μη αναγραφόμενοι λόγοι, όπως η φυσική εξαφάνιση του εδάφους, η παρά τρίτου χρησικτησία εφ’ ολοκλήρου του ακινήτου (ΑΚ 1053) κλπ.

2. Αντίθετα, δεν επάγεται λήξη της επιφάνειας η καταστροφή του κτίσματος, ούτε είναι επιτρεπτή η εξάρτηση της επιφάνειας από διαλυτική αίρεση (άρθρο 22 §§ 4 και 5 ν. 3986/2011)[81][81], επιτρέπεται όμως η αναβλητική αίρεση[82][82]. Η αχρησία επίσης δεν αποτελεί λόγο απόσβεσης της επιφάνειας όπως στην περίπτωση των πραγματικών δουλειών και της επικαρπίας (ΑΚ 1138 επ., 1170), αλλά και κατά το ιταλικό δίκαιο[83][83]. Όμως με τη συμφωνία του άρθρου 20 § 1 είναι δυνατόν να τεθούν όροι συντήρησης και χρησιμοποίησης του ακινήτου (περ. α’), και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, αξίωση του κυρίου κατά του επιφανειούχου για μεταβίβαση του ακινήτου στον κύριο ή τρίτο (περ. δ’) ή ποινικές ρήτρες (περ. θ’).

3. Όταν η επιφάνεια αποσβεσθεί, τα κτίσματα περιέρχονται στον κύριο[84][84] και μάλιστα χωρίς αποζημίωση του επιφανειούχου ή απόδοση του πλουτισμού του κυρίου (άρθρο 22 § 6 ν. 3986/2011)[85][85]. Η διατάραξη της αρχής superficies solo credit τερματίζεται και ο επιφανειούχος υποχρεούται να αποδώσει το ακίνητο στον κύριο του εδάφους. Η αιτιολογική έκθεση παρατηρεί ότι ο επιφανειούχος υποχρεούται να παραδώσει και τα τμήματα του εδάφους που κατά το άρθρο 20 § 1 χρησιμοποιούσε. Επίσης ο επιφανειούχος δεν δικαιούται να κατεδαφίσει ή να απομακρύνει τα κτίσματα[86][86]. Ωστόσο η συμφωνία του άρθρου 20 § 1 περ. ζ’ μπορεί να προβλέπει αποζημίωση. «Μάλιστα – αναφέρει η αιτιολογική έκθεση – δεν θα είναι άσκοπο να υπάρξει τέτοια συμβατική πρόβλεψη, δεδομένου ότι η προσδοκία του επιφανειούχου να αποζημιωθεί θα λειτουργεί ως κίνητρο, ώστε να μεριμνά για την καλή συντήρηση των κτισμάτων, ιδίως κατά την τελευταία περίοδο της επιφανείας». Σε αντιστοιχία με την ΑΚ 1161 ορίζεται (άρθρο 22 § 7 ν. 3986/2011) ότι στη σχέση ανάμεσα στον επιφανειούχο και τον κύριο, αυτός που παραχώρησε την επιφάνεια λογίζεται υπέρ του επιφανειούχου ως κύριος, εκτός αν ο επιφανειούχος γνωρίζει ότι δεν είναι κύριος.

4. Μείζον πρόβλημα είναι η τυχόν διατήρηση των εμπράγματων βαρών. Όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση, «ο κίνδυνος είναι μήπως ο επιφανειούχος επιβαρύνει τα κτίσματα με εμπράγματα δικαιώματα και μάλιστα για μακρό χρόνο (σε περίπτωση πραγματικών δουλειών) ή για μεγάλα ποσά (σε περίπτωση υποθήκης) και ο κύριος βρεθεί πλέον με οικονομικά απομειωμένη κυριότητα». Κατά το άρθρο 22 § 8 ν. 3986/2011, η απόσβεση της επιφάνειας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των εμπράγματων δικαιωμάτων που τυχόν συστήθηκαν επ’ αυτής από τον επιφανειούχο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τέτοια δικαιώματα δεν αποκλείεται να συσταθούν (θα πρόκειται δε για υποθήκη, προσημείωση και πραγματικές δουλείες, άρθρο 21 § 2), θα έχουν όμως ημερομηνία λήξεως. Ωστόσο, ο νόμος επιτρέπει να συμφωνείται με τη συμφωνία του άρθρου 20 § 1 περ. ι’ ότι τα δικαιώματα αυτά θα επιβιώνουν της απόσβεσης της επιφάνειας, βαρύνοντα εφεξής την κυριότητα. Έτσι θα είναι γνωστό στους τρίτους αν τα συνιστώμενα δικαιώματα πρόκειται να επιβιώσουν της απόσβεσης της επιφάνειας.

5. Εύλογη είναι η ρύθμιση ξένων δικαίων σχετικά με τη μετενέργεια της υποθήκης, όταν ο κύριος του εδάφους πρόκειται να αποζημιώσει τον επιφανειούχο για τα κτίσματα που περιέρχονται κατά τη λήξη της επιφανείας στην κυριότητά του. Στην περίπτωση αυτή το άρθρο 779d ΕλβΑΚ προβλέπει ότι το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται επί της αποζημίωσης, η οποία έτσι δεν μπορεί να καταβληθεί στον επιφανειούχο χωρίς τη συναίνεση του ενυπόθηκου δανειστή. Παρόμοια ρύθμιση περιέχει η § 29 της γερμανικής ErbbRG και το άρθρ. 2816 ΙταλΑΚ. Και κατά το ν. 3986/2011 μπορεί αυτό να γίνει δεκτό, αν έχει προβλεφθεί ότι ο κύριος οφείλει αποζημίωση για τα κτίσματα, όχι όμως και ότι η υποθήκη επιβιώνει της απόσβεσης της επιφάνειας.

6. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 22 ν. 3986/2011 ορίζει ότι: «Στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 19 τα δικαιώματα αυτά διατηρούνται και βαρύνουν την κυριότητα». Πρόκειται για εσφαλμένη παραπομπή, οφειλόμενη στην αναρίθμηση άρθρων κατά τη σύνταξη του τελικού σχεδίου νόμου. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση, η παραπομπή θα έπρεπε να έχει γίνει στο άρθρο 22 § 2 (απόσβεση λόγω ένωσης επιφάνειας και κυριότητας στο ίδιο πρόσωπο). Όταν δηλ. η επιφάνεια ενωθεί με την κυριότητα, τα εμπράγματα δικαιώματα επιβιώνουν ανεξάρτητα από συμφωνία. Ο λόγος της κατ’ εξαίρεσης επιβίωσης των βαρών είναι η αποφυγή συμπαιγνίας κυρίου και επιφανειούχου, που προκαλώντας την επίκτηση θα μπορούσαν να προκαλέσουν κατάργηση των δικαιωμάτων του δανειστή.

7. Η τύχη της μίσθωσης κατά τη λήξη της επιφάνειας ρυθμίζεται κατά τρόπο όμοιο με εκείνο του άρθρου 1164 ΑΚ. Κατά το άρθρο 23 ν. 3986/2011: «Εάν η επιφάνεια λήξει κατά τη διάρκεια της εκμίσθωσης του ακινήτου που έγινε από τον επιφανειούχο, εφαρμόζονται αναλόγως ως προς την εξακολούθηση της μίσθωσης καθώς και ως προς την προκαταβολή ή την εκχώρηση ή την κατάσχεση μισθωμάτων της, οι διατάξεις για την εκποίηση του μισθίου ακινήτου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Πάντως η εξακολούθηση της μίσθωσης δεν δύναται να αξιωθεί από το μισθωτή για διάστημα που υπερβαίνει τα εννέα έτη από τη λήξη της επιφανείας»[87][87].

Θ. Φορολογική μεταχείριση της επιφάνειας


1. «Για την εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας το εμπράγματο δικαίωμα της επιφανείας εξομοιώνεται με εκείνο της επικαρπίας» (άρθρο 26 § 2 ν. 3986/2011). Με τη λιτή αυτή διάταξη, το συνολικό πρόβλημα της φορολογικής μεταχείρισης του νέου δικαιώματος (από άποψη τόσο φορολογίας εισοδήματος όσο και φορολογίας της μεταβίβασης ακινήτων ή φορολογίας της ακίνητης περιουσίας) επιλύεται με παραπομπή στα ισχύοντα επί επικαρπίας.

2. Ενδιαφέρον πάντως εξακολουθούν να έχουν οι διατάξεις που αφορούν τη φορολογική μεταχείριση δικαιωμάτων επιφάνειας, που συστήθηκαν πριν από την εισαγωγή του ΑΚ. Έτσι, ο ισχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, άρθρα 20) θεωρεί ως εισόδημα από ακίνητα «και το δικαίωμα που αποκτάται από τον κύριο του εδάφους προκειμένου για οικοδομές που έχουν ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου ή αν πρόκειται για επιφάνειες και εμφυτεύσεις που διατηρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του Α.Ν. 2783/1941 (ΦΕΚ 29Α')». Επίσης στο άρθρο 21 § 1 ορίζεται ότι ως εισόδημα από οικοδομές λογίζεται το εισόδημα του επιφανειούχου από εκμίσθωση ή ιδιοχρησιμοποίηση.

IV. Τελικές σκέψεις


Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το δικαίωμα της επιφάνειας μπορεί να εξυπηρετήσει ποικίλες ανάγκες. Η μερική επανεισαγωγή του όμως κατά την παρούσα συγκυρία εξυπηρετεί ένα συγκεκριμένο είδος αναγκών, που συνδέονται με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Τα άρθρα 18 επ. του ν. 3986/2011 περιέχουν την «αστικολογική» πλευρά της σύστασης της επιφάνειας επί δημοσίων κτημάτων και δεν ρυθμίζουν – όπως παρατήρησε η Αντιπολίτευση, αλλά και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής – την πλευρά δημοσίου δικαίου του ζητήματος. Θα ήταν ευκταίο να είχαν ρυθμισθεί και τέτοια ζητήματα. Από την άλλη μεριά, η επανεισαγωγή του θεσμού μπορεί να θέσει το ζήτημα της εκγενίκευσής του σε μεταγενέστερο στάδιο, ώστε να είναι ικανός να εξυπηρετήσει και ανάγκες των ιδιωτών. Προς τούτο όμως ενδιαφέρον θα έχει να υπάρξει κάποια πρώτη εμπειρία από τη χρήση του θεσμού στο πλαίσιο του ν. 3986/2011, αλλά και να εξετασθεί το ενδεχόμενο ένταξής του στον ΑΚ.





ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ” ΑΥΤΑ ΓΕΝΙΚΩΣ
Αρθρο 1093 – Κτήση θησαυρού.
1. Εκείνος που βρήκε και πήρε στη νομή του κινητό πράγμα αξίας, κρυμμένο μέσα σε άλλο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, τόσο καιρό ώστε να μην μπορεί να εξακριβωθεί ο κύριός του (θησαυρός) γίνεται κύριος του μισού θησαυρού. Ο άλλος μισός ανήκει στον κύριο του πράγματος όπου ήταν κρυμμένος ο θησαυρός.
Αρχαιολογικός νόμος, κεφάλαιο 1ο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 1, Αντικείμενο
1. Στην προστασία που παρέχεται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγεται η πολιτιστική κληρονομιά της Xώρας από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι σήμερα.
2. Η πολιτιστική κληρονομιά της Xώρας αποτελείται από τα πολιτιστικά αγαθά που βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, καθώς και εντός άλλων θαλασσίων ζωνών στις οποίες η Ελλάδα ασκεί σχετική δικαιοδοσία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η πολιτιστική κληρονομιά περιλαμβάνει και τα άϋλα πολιτιστικά αγαθά.
3. Στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου, το Ελληνικό Κράτος μεριμνά και για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ελληνική επικράτεια οποτεδήποτε και αν απομακρύνθηκαν από αυτήν. Το Ελληνικό Κράτος μεριμνά επίσης στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών που συνδέονται ιστορικά με την Ελλάδα.
Αρθρο 2, Έννοια όρων
1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου:
α) Ως πολιτιστικά αγαθά νοούνται οι μαρτυρίες της ύπαρξης, και της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας του ανθρώπου.
β) Ως μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες και ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία βάσει των εξής διακρίσεων:
αα) Ως αρχαία μνημεία ή αρχαία νοούνται όλα τα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στους προϊστορικούς, αρχαίους, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους και χρονολογούνται έως και το 1830, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Αρθρου 20. Στα αρχαία μνημεία συμπεριλαμβάνονται σπήλαια και παλαιοντολογικά κατάλοιπα για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη.
ββ) Ως νεότερα μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που είναι μεταγενέστερα του 1830 και των οποίων η προστασία επιβάλλεται λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 6 και 20 .
γγ) Ως ακίνητα μνημεία νοούνται τα μνημεία που υπήρξαν συνδεδεμένα με το έδαφος και παραμένουν σε αυτό ή στον βυθό της θάλασσας ή στον πυθμένα λιμνών ή ποταμών καθώς και τα μνημεία που βρίσκονται στο έδαφος ή στον βυθό της θάλασσας ή στον πυθμένα λιμνών ή ποταμών και δεν είναι δυνατόν να μετακινηθούν χωρίς βλάβη της αξίας τους ως μαρτυριών. Στα ακίνητα μνημεία συμπεριλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις, οι κατασκευές και τα διακοσμητικά και λοιπά στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους, καθώς και το άμεσο περιβάλλον τους.
δδ) Ως κινητά μνημεία νοούνται τα μνημεία που δεν θεωρούνται ακίνητα.
γ) Ως αρχαιολογικοί χώροι νοούνται εκτάσεις στην ξηρά ή στη θάλασσα ή στις λίμνες ή στους ποταμούς, οι οποίες περιέχουν ή στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις ότι περιέχονται αρχαία μνημεία ή αποτέλεσαν ή υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτέλεσαν από τους αρχαιότατους χρόνους έως και το 1830 μνημειακά, οικιστικά ή ταφικά σύνολα. Οι αρχαιολογικοί χώροι περιλαμβάνουν και το απαραίτητο ελεύθερο περιβάλλον που επιτρέπει στα σωζόμενα μνημεία να συντίθενται σε ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα.
δ) Ως ιστορικοί τόποι νοούνται είτε εκτάσεις στην ξηρά ή στη θάλασσα ή στις λίμνες ή στους ποταμούς που αποτέλεσαν ή που υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτέλεσαν τον χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, ή εκτάσεις που περιέχουν ή στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις ότι περιέχονται μνημεία μεταγενέστερα του 1830, είτε σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης μεταγενέστερα του 1830, τα οποία συνιστούν χαρακτηριστικούς και ομοιογενείς χώρους, που είναι δυνατόν να οριοθετηθούν τοπογραφικά, και των οποίων επιβάλλεται η προστασία λόγω της λαογραφικής, εθνολογικής, κοινωνικής, τεχνικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους.
ε) Ως άϋλα πολιτιστικά αγαθά νοούνται εκφράσεις, δραστηριότητες, γνώσεις και πληροφορίες, όπως μύθοι, έθιμα, προφορικές παραδόσεις, χοροί, δρώμενα, μουσική, τραγούδια, δεξιότητες ή τεχνικές που αποτελούν μαρτυρίες του παραδοσιακού, λαϊκού και λόγιου πολιτισμού.
στ) Ως Υπηρεσία νοείται η αρμόδια Κεντρική ή Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού .
ζ) Ως Συμβούλιο νοείται το κατά περίπτωση αρμόδιο γνωμοδοτικό συλλογικό όργανο, όπως αυτά ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 49 έως 51 .
Αρθρο 3 , Περιεχόμενο της προστασίας
1. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας συνίσταται κυρίως :
α) στον εντοπισμό, την έρευνα, την καταγραφή, την τεκμηρίωση και τη μελέτη των στοιχείων της,
β) στη διατήρηση και στην αποτροπή της καταστροφής, της αλλοίωσης και γενικά κάθε άμεσης ή έμμεσης βλάβης της,
γ) στην αποτροπή της παράνομης ανασκαφής, της κλοπής και της παράνομης εξαγωγής,
δ) στη συντήρηση και την κατά περίπτωση αναγκαία αποκατάστασή της,
ε) στη διευκόλυνση της πρόσβασης και της επικοινωνίας του κοινού με αυτήν,
στ) στην ανάδειξη και την ένταξή της στην σύγχρονη κοινωνική ζωή και
ζ) στην παιδεία, την αισθητική αγωγή και την ευαισθητοποίηση των πολιτών για την πολιτιστική κληρονομιά.
2. Η προστασία των μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων περιλαμβάνεται στους στόχους οποιουδήποτε επιπέδου χωροταξικού, αναπτυξιακού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού ή σχεδίων ισοδυνάμου αποτελέσματος ή υποκατάστατων τους.
Αρθρο 4 , Εθνικό Αρχείο Μνημείων
1. Τα μνημεία καταγράφονται, τεκμηριώνονται και καταχωρούνται στο Εθνικό Αρχείο Μνημείων, που τηρείται στο Υπουργείο Πολιτισμού.
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού ρυθμίζεται η οργάνωση και η λειτουργία του Εθνικού Αρχείου Μνημείων και προσδιορίζονται ο τρόπος καταγραφής των μνημείων, ο τρόπος προστασίας των δεδομένων, οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης σε αυτά για ερευνητικούς και άλλους λόγους και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Αρθρο 5 , Προστασία άϋλων πολιτιστικών αγαθών
1. Το Υπουργείο Πολιτισμού μεριμνά για την αποτύπωση σε γραπτή μορφή, καθώς και σε υλικούς φορείς ήχου, εικόνας ή ήχου και εικόνας, την καταγραφή και την τεκμηρίωση άϋλων πολιτιστικών αγαθών του παραδοσιακού, λαϊκού και λόγιου πολιτισμού που παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού, καθορίζονται ο τρόπος καταγραφής και αποτύπωσης των άϋλων πολιτιστικών αγαθών, οι αρμόδιες για την υλοποίηση των παραπάνω ενεργειών υπηρεσίες ή και φορείς και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΚΙΝΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΙ, ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ, ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 6, Διακρίσεις ακινήτων μνημείων – Χαρακτηρισμός
1. Στα ακίνητα μνημεία περιλαμβάνονται:
α) Τα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1830,
β) τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής, κοινωνικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους,
γ) τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής, κοινωνικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους.
2. Ο χαρακτηρισμός ακινήτου μνημείου είναι δυνατόν να αφορά και κινητά που συνδέονται με ορισμένη χρήση του ακινήτου, τις χρήσεις που είναι σύμφωνες με τον χαρακτήρα του ως μνημείου, καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο ή στοιχεία αυτού.
3. Σε περίπτωση αμφιβολίας για τη δυνατότητα μετακίνησης μνημείων της περίπτωσης γγ) του εδαφίου β) του Αρθρου 2 και την ιδιότητά τους ως ακινήτων αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
4. Τα αρχαία ακίνητα μνημεία προστατεύονται από το νόμο χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης. Τα ακίνητα των περιπτώσεων β) και γ) της παραγράφου 1 χαρακτηρίζονται μνημεία με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Υπηρεσίας και γνώμη του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5. Η εισήγηση κοινοποιείται απευθείας, με μέριμνα της Υπηρεσίας, στον κύριο, τον νομέα ή τον κάτοχο, ο οποίος μπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση. Εάν δεν είναι δυνατόν να γίνει κοινοποίηση γιατί ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί από την Υπηρεσία συντάσσεται ανακοίνωση για την εισήγηση, που δημοσιεύεται σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού όπου βρίσκεται το υπό χαρακτηρισμό ακίνητο ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού, και εάν δεν υπάρχει τέτοια σε ημερήσια εφημερίδα της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης για τις περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Παράλληλα η ανακοίνωση τοιχοκολλείται στο υπό χαρακτηρισμό ακίνητο και συντάσσεται πρακτικό από την Υπηρεσία για την τοιχοκόλληση. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων αρχίζει από την δημοσίευση.
6. Ο κύριος ή όποιος έχει εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο υπό χαρακτηρισμό καθώς και ο νομέας, ο κάτοχος ή ο χρήστης οφείλει και πριν από την έκδοση της απόφασης να επιτρέπει στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την είσοδό τους σε αυτό και την εξέτασή του. Επίσης οφείλει να τους παρέχει κάθε σχετική πληροφορία.
7. Τα αποτελέσματα του χαρακτηρισμού επέρχονται από την κοινοποίηση ή την δημοσίευση της ανακοίνωσης στην εφημερίδα και αίρονται εάν η απόφαση περί χαρακτηρισμού δεν δημοσιευθεί εντός ενός (1) έτους από αυτές. Εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος απαγορεύεται κάθε επέμβαση ή εργασία στο υπό χαρακτηρισμό ακίνητο.
8. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ρυθμίζεται η διαδικασία ακρόασης του ενδιαφερομένου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων.
9. Η απόφαση χαρακτηρισμού ακινήτου μνημείου που εκδίδεται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους μπορεί να ανακληθεί μόνο για πλάνη περί τα πράγματα. Η απόφαση ανάκλησης εκδίδεται κατά την διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφότου και επέρχονται τα αποτελέσματα της. Η απόφαση για τον χαρακτηρισμό ή η ανακλητική της αποστέλλεται στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και στον οικείο δήμο ή κοινότητα και στο Κτηματολόγιο Α.Ε.
10. Η κατεδάφιση νεότερων ακινήτων που είναι προγενέστερα των εκάστοτε εκατό τελευταίων ετών ακόμα και αν δεν έχουν χαρακτηρισθεί μνημεία, δεν επιτρέπεται χωρίς την έγκριση της Υπηρεσίας. Για τον σκοπό αυτό ο ενδιαφερόμενος γνωστοποιεί στην Υπηρεσία ότι προτίθεται να προβεί σε αυτήν. Η έγκριση θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί εάν μέσα σε εξήντα (60) μέρες από τη γνωστοποίηση δεν συντελεστούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας της εισήγησης για τον χαρακτηρισμό του ακίνητου που προβλέπονται στην παράγραφο 5.
11. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου κρίνεται εάν είναι αναγκαία η ολική ή μερική, διαρκής ή προσωρινή άρση της προστασίας ακινήτου μνημείου προκειμένου να προστατευθεί άλλο μνημείο.
Αρθρο 7, Κυριότητα σε ακίνητα μνημεία
1. Τα αρχαία ακίνητα μνημεία που χρονολογούνται έως και το 1453 ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
2. Τα ακίνητα αρχαία που αποκαλύφθηκαν ή αποκαλύπτονται κατά την εκτέλεση ανασκαφών, ανεξάρτητα από τη χρονολόγησή τους, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
3. Το δικαίωμα κυριότητας σε άλλα ακίνητα αρχαία μεταγενέστερα του 1453 ασκείται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου.
4. Δεν υπόκεινται σε κατάσχεση ακίνητα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1453. Οι παράγραφοι 2-4 του Αρθρου 22 εφαρμόζονται αναλόγως.
Αρθρο 8, Δήλωση, υπόδειξη ακινήτων αρχαίων και αμοιβή
1. Κάθε πρόσωπο που ανακαλύπτει ή βρίσκει ακίνητο αρχαίο οφείλει να το δηλώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην πλησιέστερη αρχαιολογική, αστυνομική ή λιμενική αρχή. Η δήλωση περιέχει την ακριβή τοποθεσία όπου βρίσκεται ή ανακαλύπτεται το αρχαίο, και κάθε άλλη χρήσιμη λεπτομέρεια. Τα στοιχεία της δήλωσης καταγράφονται σε έκθεση της παραπάνω αρχής. Αν το αρχαίο ανακαλύπτεται ή βρίσκεται σε ακίνητο όπου εκτελούνται έργα ή εργασίες, αυτές πρέπει να διακόπτονται αμέσως μέχρις ότου αποφανθεί η Υπηρεσία.
2. Η Υπηρεσία οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να εξετάζει και να καταγράφει το αρχαίο και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας του, ύστερα από σχετική ειδοποίηση τού ιδιοκτήτη του ακινήτου, όπου αυτό βρέθηκε, εφόσον αυτή είναι δυνατή.
3. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου παρέχεται χρηματική αμοιβή στο πρόσωπο που δηλώνει την ύπαρξη ακινήτου αρχαίου σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ύψος της οποίας καθορίζεται ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχαίου και τη συμβολή εκείνου που το δηλώνει στην ανεύρεση και διάσωσή του.
4. Αμοιβή μπορεί να παρέχεται με όμοια απόφαση επίσης σε όποιον υποδεικνύει τον τόπο όπου υπάρχουν άγνωστα στην Υπηρεσία ακίνητα αρχαία, η καταβολή και το ύψος της οποίας κρίνεται ανάλογα με τη σπουδαιότητα των αρχαίων, καθώς και με τη συμβολή εκείνου που υποδεικνύει τον τόπο όπου βρίσκονται, στην ανεύρεση και τη διάσωση τους.
5. Εάν η δήλωση ή η υπόδειξη γίνεται από περισσότερα πρόσωπα, η αμοιβή επιμερίζεται μεταξύ τους σε ποσοστά που καθορίζονται με την ίδια απόφαση ανάλογα με τη συμβολή καθενός και σε περίπτωση αμφιβολίας κατά ίσα μέρη. Αν το αρχαίο ανακαλύπτεται ή βρίσκεται μέσα σε ιδιωτικό ακίνητο και εκείνος που το δηλώνει δεν είναι κύριος του ακινήτου, η αμοιβή επιμερίζεται μεταξύ εκείνου που το δηλώνει και του κυρίου του ακινήτου σε ίσα μέρη. Προκειμένου για ενάλια αρχαία αν εκείνος που τα δηλώνει δεν είναι κύριος του μέσου με το οποίο εντοπίστηκαν, η αμοιβή επιμερίζεται μεταξύ του κυρίου του μέσου και εκείνου που τα δηλώνει.
6. Δεν καταβάλλεται αμοιβή:
α) εάν το αρχαίο είναι ήδη γνωστό στην Υπηρεσία,
β) εάν βρίσκεται ή ανακαλύπτεται σε γνωστό στην Υπηρεσία αρχαιολογικό χώρο ή κατά την διενέργεια ανασκαφών ή την εκτέλεση άλλων εργασιών για τις οποίες απαιτείται να παρίσταται εκπρόσωπος της Υπηρεσίας,
γ) εάν εκείνος που το δηλώνει ή υποδεικνύει τον τόπο όπου βρίσκεται είναι υπάλληλος του Δημοσίου, ΟΤΑ, ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, και ενεργεί στο πλαίσιο των υπηρεσιακών του καθηκόντων .
δ) Δεν καταβάλλεται επίσης αμοιβή σε όποιον ανακαλύπτει ή βρίσκει αρχαίο προβαίνοντας σε δραστηριότητες που αντίκεινται στις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και στην περίπτωση της παραγράφου 5, σε όποιον επιχειρεί να αποκρύψει το αρχαίο ή προβαίνει σε ενέργειες που μπορούν να το βλάψουν, οπότε η αμοιβή καταβάλλεται στον άλλο κατά το ποσοστό που του αναλογεί.
Αρθρο 9, Διατήρηση ακινήτων αρχαίων
1. Για τη διατήρηση ή μη ακινήτου αρχαίου αποφαίνεται η Υπηρεσία με αιτιολογημένη έκθεση μετά την διενέργεια διερευνητικής ανασκαφής, εάν αυτό είναι αναγκαίο. Εάν το θέμα κρίνεται ως μείζονος σημασίας είναι δυνατόν το αργότερο σε δύο (2) μήνες από την εύρεση ή ανακάλυψή του αρχαίου να παραπέμπεται στο Συμβούλιο, το οποίο γνωμοδοτεί το αργότερο σε δύο (2) μήνες από την παραπομπή. Στην περίπτωση αυτή για τη διατήρηση αποφαίνεται ο Υπουργός.
2. Σε κάθε περίπτωση που αποφασίζεται να καταχωθεί ή να μη διατηρηθεί στον τόπο όπου βρίσκεται το αρχαίο, απαιτείται η προηγούμενη φωτογράφηση, αποτύπωση και τεκμηρίωσή του καθώς και η κατάθεση εκτενούς επιστημονικής έκθεσης συνοδευόμενης από λεπτομερή κατάλογο ευρημάτων.
3. Αν αποφασίζεται να διατηρηθεί το αρχαίο, μπορεί να επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη του ακινήτου η υποχρέωση να επιτρέπει την επίσκεψή του υπό όρους.
4. Αν το αρχαίο βρίσκεται σε ιδιωτικό ακίνητο, ο έχων δικαίωμα σε αυτό δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τη στέρηση της χρήσης του σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 19 μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη δήλωση ή εύρεση του αρχαίου, εφόσον δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση.
5. Αν έχει αποφασιστεί η διενέργεια διερευνητικής ανασκαφής, ο έχων δικαίωμα στο ακίνητο δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τη στέρηση της χρήσης του και για κάθε βλάβη που προκύπτει σε αυτό από την ανασκαφή το αργότερο μετά την πάροδο ενός (1) έτους από τη δήλωση ή την εύρεση του αρχαίου.
6. Τα ποσά που δαπανά ο έχων δικαίωμα στο ακίνητο για την προστασία του αρχαίου σύμφωνα με τις υποδείξεις της Υπηρεσίας και μέχρι την έκδοση της απόφασης για τη διατήρησή του, καταβάλλονται σε αυτόν.
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ, ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥΣ
Αρθρο 10- Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και στο περιβάλλον τους
1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του.
2. Απαγορεύεται η εκμετάλλευση λατομείου, ο πορισμός οικοδομικών υλικών, η διενέργεια μεταλλευτικών ερευνών και η εκμετάλλευση μεταλλείων, καθώς και ο καθορισμός λατομικών περιοχών, χωρίς έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου που χορηγείται εντός τριών μηνών από την περιέλευση στο Υπουργείο Πολιτισμού της αίτησης και των σχεδιαγραμμάτων που προβλέπονται από τη μεταλλευτική και λατομική νομοθεσία. Εάν τυχόν παρέλθει άπρακτος η ως άνω προβλεπόμενη προθεσμία θεωρείται ότι δεν υφίστανται απαγορευτικοί λόγοι. Η έγκριση δεν χορηγείται εάν, λόγω της απόστασης από ακίνητο μνημείο, της οπτικής επαφής με αυτό, της μορφολογίας του εδάφους και του χαρακτήρα των ενεργειών για τις οποίες ζητείται, κινδυνεύει να προκληθεί άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο.
3. Η εγκατάσταση ή η λειτουργία βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή εμπορικής επιχείρησης, η τοποθέτηση τηλεπικοινωνιακών ή άλλων εγκαταστάσεων, η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μη κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας .
4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτά, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
5. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης για την αποτροπή άμεσου και σοβαρού κινδύνου είναι δυνατή η επιχείρηση εργασιών αποκατάστασης βλάβης που δεν αλλοιώνει τα υπάρχοντα κτιριολογικά, αισθητικά και άλλα συναφή στοιχεία του μνημείου χωρίς την έγκριση που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 4, μετά από άμεση και πλήρη ενημέρωση της Υπηρεσίας, η οποία μπορεί να διακόψει τις εργασίες με σήμα της.
6. Στις περιπτώσεις που απαιτείται έγκριση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αυτή προηγείται από όλες τις άλλες άδειες άλλων αρχών που αφορούν την επιχείρηση ή την εκτέλεση του έργου ή της εργασίας και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις υπόλοιπες άδειες. Η άδεια εκδίδεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
7. Για την προστασία των ακινήτων μνημείων είναι δυνατόν με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου να επιβάλλονται περιορισμοί στη χρήση και στον τρόπο λειτουργίας τους καθώς και στους όρους δόμησης τους κατά παρέκκλιση από κάθε ισχύουσα διάταξη.
8. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και Πολιτισμού και γνώμη των οικείων γνωμοδοτικών οργάνων, είναι δυνατόν να επιβάλλονται ειδικοί όροι δόμησης και χρήσης με σκοπό την προστασία των μνημείων.
Αρθρο 11, Υποχρεώσεις κυρίων, νομέων ή κατόχων ακινήτων μνημείων
1. Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος ακινήτου μνημείου ή ακινήτου μέσα στο οποίο διατηρείται ακίνητο αρχαίο, οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία και να ακολουθεί τις υποδείξεις της για τη διατήρηση, την ανάδειξη και εν γένει την προστασία του μνημείου. Οφείλει επίσης να επιτρέπει την περιοδική ή έκτακτη επιθεώρηση του μνημείου από την Υπηρεσία μετά από έγγραφη ειδοποίηση και να ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Υπηρεσία για κάθε γεγονός που μπορεί να το θέσει σε κίνδυνο.
2. Ο κύριος ή ο νομέας του μνημείου υποχρεούται να μεριμνά για την άμεση εκτέλεση των εργασιών συντήρησης, στερέωσης ή προστασίας ετοιμόρροπου μνημείου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με δική του δαπάνη και υπό την εποπτεία και τις υποδείξεις της Υπηρεσίας σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41. Αν ο κύριος ή ο νομέας αδρανεί, την ίδια υποχρέωση έχει ο κάτοχος, ο οποίος μπορεί να αναχθεί κατά του κυρίου ή του νομέα. Αν η Υπηρεσία κρίνει ότι καθυστερεί η εκτέλεση των εργασιών συντήρησης ή στερέωσης για οποιοδήποτε λόγο ή ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, μπορεί να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, διατηρώντας τη δυνατότητα να καταλογίζει το σύνολο ή μέρος της σχετικής δαπάνης σε βάρος των υπόχρεων κατά τις σχετικές περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις. Tο Δημόσιο ή οι ΟΤΑ υποχρεούνται να καλύπτουν το σύνολο ή μέρος των δαπανών συντήρησης, στερέωσης ή άλλης εργασίας προστασίας μνημείου που δεν του ανήκει, εφόσον αυτές υπερβαίνουν ένα εύλογο ποσό, ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος δεν είναι υπαίτιος για τη φθορά που το μνημείο έχει υποστεί και η οικονομική κατάσταση του υπόχρεου δεν του επιτρέπει να καταβάλει τη δαπάνη. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του μνημείου οφείλει να επιτρέπει την πρόσβαση του κοινού σε αυτό υπό προϋποθέσεις και για χρονικό διάστημα που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
3. Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος ακινήτου μνημείου ή ακινήτου μέσα στο οποίο διατηρείται αρχαίο οφείλουν να διευκολύνουν τη φωτογράφηση και τη μελέτη από την Υπηρεσία ή από ειδικούς επιστήμονες στους οποίους έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από την Υπηρεσία.
4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τους δικαιούχους άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ, ΧΩΡΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Αρθρο 12, Οριοθέτηση αρχαιολογικών χώρων
1. Οι αρχαιολογικοί χώροι οριοθετούνται ή αναοριοθετούνται με βάση τα δεδομένα αρχαιολογικής έρευνας πεδίου και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα όρια των αρχαιολογικών ορίζονται με συντεταγμένες εξαρτημένες από τα αντίστοιχα φύλλα χάρτου 1:100.000 του Εθνικού Τριγωνομετρικού Δικτύου.
2. Εάν εντός των περιοχών που πρόκειται να καλύψουν υπό εκπόνηση Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδια Χωρικής Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή άλλα σχέδια χωρικών ρυθμίσεων δεν έχουν οριοθετηθεί αρχαιολογικοί χώροι, αυτοί οριοθετούνται προσωρινά βάσει σχεδιαγράμματος κλίμακας τουλάχιστον 1:2000 που καταρτίζεται από την Υπηρεσία, με βάση επαρκή επιστημονικά στοιχεία και ιδίως ευρήματα που πιθανολογούν την ύπαρξη μνημείων και εγκρίνεται από τον Υπουργό Πολιτισμού. Η σχετική πράξη με το σχεδιάγραμμα περιέρχεται στην οικεία αρχή μέσα σε έξι (6) μήνες από την περιέλευση στην υπηρεσία του σχετικού ερωτήματος και ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της παραγράφου 1.
3. Εάν δεν έχει γίνει καθορισμός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, ο οποίος είναι αναγκαίος για την εφαρμογή των άρθρων 13, 14, 16 και 17, ο Υπουργός Πολιτισμού ζητεί από το αρμόδιο για την οριοθέτηση του οικισμού όργανο, συναποστέλλοντας και σχετικό διάγραμμα, να προβεί κατ απόλυτη προτεραιότητα στην οριοθέτηση του κατά το μέτρο που τούτο είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των ανωτέρω άρθρων. Μέχρις ότου αυτή συντελεσθεί, με κοινή τους απόφαση οι Υπουργοί Πολιτισμού και ΥΠΕΧΩΔΕ τον οριοθετούν προσωρινώς κατά το ανωτέρω μέτρο και ρυθμίζουν κάθε θέμα που αφορά την προστασία του μέρους του αρχαιολογικού χώρου που εμπίπτει στα προσωρινά του όρια, όπως η αναστολή οικοδομικών εργασιών και έκδοσης οικοδομικών αδειών ή οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 5 του Αρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους. Πριν από την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1, απαιτείται η γνώμη του καθ΄ύλην αρμόδιου Υπουργού, για υφιστάμενες δραστηριότητες της αρμοδιότητάς τους, προκειμένου να καθορισθούν οι δυνατότητες και οι προϋποθέσεις συνέχισης της λειτουργίας τους στο πλαίσιο του Αρθρου 10.
Αρθρο 13, Αρχαιολογικοί χώροι εκτός οικισμών Ζώνες προστασίας
1. Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
2. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου που διατυπώνεται ύστερα από την πραγματοποίηση αυτοψίας, συνοδεύεται από σχετικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της προηγούμενης παραγράφου περιοχή στην οποία απαγορεύεται παντελώς η δόμηση
3. (Ζώνη Προστασίας Α΄). Στην περιοχή αυτή μπορεί να επιτρέπεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου μόνο η κατασκευή κτισμάτων ή προσθηκών σε υπάρχοντα κτίρια που είναι αναγκαία για την ανάδειξη των μνημείων ή χώρων καθώς και για την εξυπηρέτηση της χρήσης τους. Με την απόφαση αυτή καθορίζεται και η θέση του κτίσματος στην περιοχή ή το μέρος του κτιρίου στο οποίο γίνεται η προσθήκη. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου που διατυπώνεται ύστερα από την πραγματοποίηση αυτοψίας από μέλη του ή επιτροπή που ορίζεται από αυτό, συνοδεύεται από σχετικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της παραγράφου 1, εάν είναι εκτεταμένοι, περιοχή σε μέρος ή στο σύνολο της οποία θα ισχύουν, δυνάμει της κοινής απόφασης του επομένου εδαφίου, ειδικές ρυθμίσεις ως προς τους όρους δόμησης ή τις χρήσεις γης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες ή και όλους τους πιο πάνω περιορισμούς.
4. (Ζώνη Προστασίας Β). Με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη των οικείων γνωμοδοτικών οργάνων, καθορίζονται στη συνέχεια οι ειδικοί όροι δόμησης, οι χρήσεις γης, οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες, καθώς και η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις συνέχισης της λειτουργίας υφιστάμενων νόμιμων δραστηριοτήτων. Τα όρια της Ζώνης Προστασίας Α και της Ζώνης Προστασίας Β ορίζονται με συντεταγμένες εξαρτημένες από τα αντίσοιχα φύλλα χάρτου 1:100.000 του Εθνικού Τριγωνομετρικού Δικτύου.
Αρθρο 14, Αρχαιολογικοί χώροι σε οικισμούς – Οικισμοί που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους
1. Στους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών είναι δυνατόν να καθορίζονται ζώνες προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 13.Σε μη ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων (ενεργών) οικισμών και αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους, υπό την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου, απαγορεύεται η ανέγερση νέων κτιρίων και επιτρέπεται η αποκατάσταση ερειπωμένων κτισμάτων καθώς και η κατεδάφιση εκείνων που έχουν χαρακτηρισθεί ετοιμόρροπα υπό τους όρους των περιπτώσεων β) και γ) αντιστοίχως της παραγράφου 3 του παρόντος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται σε αυτούς οι υπόλοιπες διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος.
2. Στους ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται οι επεμβάσεις που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα και τον πολεοδομικό ιστό ή διαταράσσουν τη σχέση μεταξύ των κτηρίων και των υπαίθριων χώρων. Επιτρέπεται μετά από άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη των οικείου γνωμοδοτικού οργάνου,
α) η ανέγερση νέων κτισμάτων εφόσον συνάδουν από πλευράς όγκου , δομικών υλικών και λειτουργίας με τον χαρακτήρα του οικισμού,
β) η αποκατάσταση ερειπωμένων κτισμάτων, εφόσον τεκμηριώνεται η αρχική τους μορφή,
γ) η κατεδάφιση υφισταμένων κτισμάτων, εφόσον δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του συνόλου ή χαρακτηρισθούν ετοιμόρροπα κατά τις διατάξεις του Αρθρου 41,
δ) η εκτέλεση οποιουδήποτε έργου στα υφιστάμενα κτίσματα, στους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους και τους κοινόχρηστους χώρους, λαμβανομένου πάντα υπόψη του χαρακτήρα του οικισμού ως αρχαιολογικού χώρου,
ε) η χρήση κτίσματος ή και των ελεύθερων χώρων του, εάν εναρμονίζεται με το χαρακτήρα και τη δομή τους
3. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης για την αποτροπή άμεσου κινδύνου είναι δυνατή η εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης βλάβης χωρίς την παραπάνω άδεια μετά από ενημέρωση της Υπηρεσίας η οποία μπορεί να διακόψει τις εργασίες με σήμα της.
4. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαιτούμενη άδεια εκδίδεται πριν από όλες τις άλλες άδειες άλλων αρχών που αφορούν στην εκτέλεση του έργου, σε κάθε περίπτωση μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης, τα δε στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας σε αυτές. Η άδεια αλλαγής της χρήσης εκδίδεται μέσα σε δέκα (10) ημέρες.
5. Στους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται δραστηριότητες καθώς και χρήσεις των κτισμάτων, των ελεύθερων χώρων τους και των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με τον χαρακτήρα και τη δομή των επιμέρους κτισμάτων ή χώρων ή του συνόλου. Για τον καθορισμό της χρήσης κτίσματος ή ελεύθερου χώρου αυτού ή κοινόχρηστου χώρου χορηγείται άδεια με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
6. Μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους που είναι ενεργοί οικισμοί καθορίζονται, με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Πολιτισμού και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του τυχόν άλλου κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά τους περιορισμούς της ιδιοκτησίας, τις χρήσεις γης ή κτηρίων, τους όρους δόμησης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες.
Αρθρο 15, Ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι
1. Στους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύεται η αλιεία, η αγκυροβολία και η υποβρύχια δραστηριότητα με αναπνευστικές συσκευές, εκτός αν έχει χορηγηθεί άδεια του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
2. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του τυχόν συναρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου καθορίζονται οι όροι άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών στους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους.
3. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζονται οι όροι χορήγησης άδειας για την υποβρύχια δραστηριότητα με αναπνευστικές συσκευές, βαθυσκάφη ή άλλα μέσα επισκόπησης του βυθού σε θαλάσσιες περιοχές, λίμνες και ποταμούς, για λόγους προστασίας της υποβρύχιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
4. Γύρω από ενάλια μνημεία και γύρω από αρχαιολογικούς χώρους είναι δυνατόν να ορίζεται περιοχή στην οποία δεν επιτρέπονται οι παραπάνω δραστηριότητες χωρίς προηγούμενη άδεια (Ζώνη Προστασίας) που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
5. Απαγορεύεται η εκτέλεση κάθε μορφής λιμενικού έργου χωρίς προηγούμενη άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η άδεια αυτή προηγείται από όλες τις άδειες που αφορούν στην εκτέλεση του έργου και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις υπόλοιπες άδειες που απαιτούνται.
Αρθρο 16, Ιστορικοί τόποι
1. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από διάγραμμα οριοθέτησης και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτάσεις ή σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης σύμφωνα με τις ειδικότερες διακρίσεις του εδαφίου δ) του Αρθρου 2 χαρακτηρίζονται ιστορικοί τόποι. Στους ιστορικούς τόπους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15.
Αρθρο 17, Ζώνες Προστασίας γύρω από μνημεία
1. Γύρω από μνημεία μπορεί να καθορίζεται Ζώνη Προστασίας Α, σύμφωνα με την διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του Αρθρου 13, στην οποία η δόμηση επιτρέπεται με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου μόνο για την κατασκευή κτισμάτων ή προσθηκών που είναι αναγκαία για την ανάδειξη των μνημείων και την εξυπηρέτηση της χρήσης τους.
2. Ο καθορισμός χώρου, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως ή νομίμως υφισταμένων οικισμών, ως Ζώνης Α΄, συνεπάγεται την αναγκαστική απαλλοτρίωσή του, εάν αναιρείται η κατά προορισμό χρήση του.
3. Γύρω από μνημεία, μπορεί να καθορίζεται επίσης Ζώνη Προστασίας Β, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του Αρθρου 13, στην οποία καθορίζονται ειδικοί όροι δόμησης, χρήσεις γης και επιτρεπόμενες δραστηριότητες με κοινή απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του τυχόν άλλου κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ύστερα από γνώμη των οικείων γνωμοδοτικών οργάνων .
ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΣΤΕΡΗΣΗ ΧΡΗΣΗΣ
Αρθρο 18, Απαλλοτριώσεις
1. Το Δημόσιο μπορεί να προβαίνει με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου είτε στην ολική ή τη μερική απαλλοτρίωση είτε στην απευθείας εξαγορά μνημείου ή οποιουδήποτε ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία, καθώς και παρακειμένων ακινήτων ή μνημείων, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων.
2. Με όμοια απόφαση που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία είναι δυνατή είτε η ολική ή μερική απαλλοτρίωση είτε η απευθείας εξαγορά ακινήτου εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών. Η εξαγορά γίνεται κατά τη διαδικασία του Αρθρου 2 του ν. 2882/2001, στη δε επιτροπή του Αρθρου 15 του ίδιου νόμου μετέχει αντί του εμπειρογνώμονα, υπάλληλος της υπηρεσίας στην περίπτωση που πρέπει να εκτιμηθεί η αξία μνημείου.
3. Τα ακίνητα μνημεία που βρίσκονται μέσα σε ακίνητα ιδιοκτησίας Ο.Τ.Α, άλλων Ν.Π.Δ.Δ., εκκλησιαστικών νομικών προσώπων διατηρούνται και προστατεύονται με ευθύνη της Υπηρεσίας χωρίς το Δημόσιο να υποχρεούται σε απαλλοτρίωση.
4. Η απαλλοτρίωση ή η απευθείας εξαγορά γίνεται υπέρ του Δημοσίου με δαπάνες αυτού ή άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου.
5. Κατά της απόφασης της παραγράφου 1, χωρεί ένσταση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της στον ενδιαφερόμενο, επί της οποίας αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού, μετά από γνώμη του Συμβουλίου.
6. Η εισήγηση της Υπηρεσίας για ολική ή μερική απαλλοτρίωση ή απευθείας εξαγορά ακινήτου περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόρριψη άλλων λύσεων προστασίας των μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις για τον τρόπο διατήρησης και ανάδειξής τους μέσα στο προς απαλλοτρίωση ακίνητο.
7. Το ποσό της αποζημίωσης μπορεί να καταβάλλεται, εφόσον συναινεί ο ιδιοκτήτης, σε δόσεις ή σε ομόλογα, ή σε είδος, ή με άλλου είδους διακανονισμό, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού.
8. Εφόσον συναινεί ο ιδιοκτήτης, είναι δυνατή η ανταλλαγή ιδιωτικού ακινήτου με ακίνητο ίσης αξίας του Δημοσίου ή του ΟΤΑ ή η αποζημίωση με άλλο νόμιμο τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, η οποία εκτελείται με μέριμνα της Κτηματικής Εταιρίας Δημοσίου και είναι δυνατόν να καταβάλλεται τμήμα της τιμής του ακινήτου ή της αποζημίωσης που καθορίζεται. Η διάταξη της παραγράφου 5 εφαρμόζεται αναλόγως. Σε περίπτωση έκδοσης ομολόγων οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις έκδοσής τους θα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
9. Η ανεπιφύλακτη παραλαβή της αποζημίωσης σε είδος ή των ομολόγων ή της πρώτης δόσης ή του αντικειμένου του διακανονισμού κατά την παράγραφο 7 ή του τμήματος της αποζημίωσης κατά την παράγραφο 8, εξομοιώνεται με την έγγραφη συναίνεση.
Αρθρο 19, Αποζημίωση για τη στέρηση χρήσης ακινήτου
1. Για την προστασία μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική στέρηση ή περιορισμό της χρήσης ακινήτου .
2. Σε περίπτωση ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τη μέση κατά προορισμό απόδοση του ακινήτου πριν τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει.
3. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Και στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει.
4. Σε περίπτωση προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ή μέρους ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία, ή άλλων παρακείμενων ακινήτων εάν κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων αυτών, κάθε θιγόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, για τον προσδιορισμό της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2.
5. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τμήματος του ακινήτου, που απαιτείται για την προστασία του μνημείου, η αποζημίωση καταβάλλεται για το τμήμα αυτό, μόνον εάν ο περιορισμός ή η στέρηση δεν επιφέρει ουσιώδη οριστικό περιορισμό ή οριστική στέρηση της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3.
6. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού που εκδίδεται, ύστερα από γνώμη επιτροπής διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης κατά τις παραγράφους 1 έως 5 καθώς και το ύψος της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού καθορίζεται η συγκρότηση και οι αρμοδιότητες της επιτροπής, η διαδικασία κατά την οποία γνωμοδοτεί, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
7. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου, προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο.
8. Η προστασία ή η ανάδειξη μνημείων που βρίσκονται σε ακίνητα ιδιοκτησίας ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και ιδρυμάτων ή αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών που έχουν μεταξύ άλλων ως σκοπό την ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς, θεωρείται ότι εντάσσεται στην κατά προορισμό χρήση των ακινήτων αυτών.
9. Σε περίπτωση επιβολής ουσιωδών περιορισμών στους όρους δόμησης ακινήτου για τους οποίους δεν προβλέπεται αποζημίωση ή μεταφορά συντελεστή δόμησης, μπορεί να καταβάλλεται μη χρηματική αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, το είδος, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καθορισμού της οποίας καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού.
Αρχαιολογικός Νόμος – Φορολογικά κίνητρα – Εγκλήματα και νόμισμα
Αρχαιολογικός Νόμος – Φορολογικά κίνητρα – Εγκλήματα και νόμισμα
Κτήση θησαυρού . Σε αυτή την ενότητα της σελίδας μας μπορείτε να δείτε τον νέο αρχαιολογικό νόμο, χωρισμένο σε κεφάλαια λόγο μεγέθους, καθώς και νόμους ή τμήματα νόμων που κατορθώσαμε να βρούμε και έχουν σχέση με το νόμισμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΙΝΗΤΡΑ
Αρθρο 47, Φορολογικά κίνητρα
1. Στην υποπερίπτωση γγ της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του Αρθρου 31 του ν. 2238/1994 μετά το τέταρτο εδάφιο προστίθενται επτά νέα εδάφια ως εξής:
α) «Η αξία των κινητών μνημείων όπως αυτά ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία που μεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στο Δημόσιο ή σε μουσεία αναγνωρισμένα από τον Υπουργό Πολιτισμού σύμφωνα με την ίδια νομοθεσία. Σε περίπτωση μεταβίβασης στο Δημόσιο η αποδοχή της δωρεάς γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του αρμόδιου γνωμοδοτικού Συμβουλίου του Υπουργείου Πολιτισμού και μετά από χρηματική αποτίμηση της αξίας των μνημείων από ειδική εκτιμητική επιτροπή και αποδοχή της αξίας από τον δωρητή. Η απόφαση αυτή περιλαμβάνει τα στοιχεία του δωρητή, την περιγραφή και τη χρηματική αποτίμηση του μνημείου. Τα μνημεία κατατίθενται σε κρατικά μουσεία. Σε περίπτωση μεταβίβασης λόγω δωρεάς σε μουσεία που δεν ανήκουν στο Δημόσιο η αποδοχή της δωρεάς γίνεται μετά από χρηματική αποτίμηση των μνημείων από την ειδική εκτιμητική επιτροπή του έκτου εδαφίου του παρόντος. Το ποσό που αφαιρείται δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό 15% του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή κερδών που προκύπτουν από τον ισολογισμό της διαχειριστικής περιόδου από τα ακαθάριστα έσοδα της οποίας εκπίπτει. Σε περίπτωση που η έκδοση της απόφασης της ειδικής εκτιμητικής επιτροπής γίνεται σε μεταγενέστερη χρήση από αυτή της δωρεάς το ποσό του προηγούμενου εδαφίου εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία εκδίδεται η απόφαση αυτή.».
2. Η περίπτωση κγ΄ του Αρθρου 23 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α΄) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«κγ) Το 50% της αξίας των ακινήτων που βρίσκονται σε αδόμητη αρχαιολογική ζώνη και έχουν δεσμευθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού».
3. Η διάταξη της παραγράφου 4 του Αρθρου 2 του ν.2557/1997, αντικαθίσταται ως εξής:
α) «Σε περίπτωση επιβολής φόρου κληρονομιάς, κληροδοσίας ή δωρεάς, με αντικείμενο κινητά μνημεία ή εικαστικά ή άλλα έργα τέχνης ο φόρος που αναλογεί μπορεί να καταβάλλεται από τους υπόχρεους σε είδος με τη μεταβίβαση ίσης αξίας κινητών μνημείων ή άλλων εικαστικών ή άλλων έργων τέχνης στο Δημόσιο. Η αξία του κινητού καθορίζεται από ειδική εκτιμητική επιτροπή. Ειδικότερα θέματα που αφορούν στη διαδικασία, τα αρμόδια όργανα, τα μουσεία ή άλλους επιστημονικούς ή πολιτιστικούς φορείς στους οποίους κατατίθενται τα μνημεία ή άλλα πολιτιστικά αγαθά και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, ρυθμίζονται με την απόφαση της επόμενης παραγράφου.»
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζονται η σύνθεση της ειδικής εκτιμητικής επιτροπής που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος για την χρηματική αποτίμηση της αξίας των μνημείων, η διαδικασία, οι όροι, οι προϋποθέσεις, και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 2238/94 και του νόμου 2459/1997, όπως αυτές προστίθενται ή τροποποιούνται με τις προηγούμενες παραγράφους 1 και 2 αντίστοιχα, καθώς και των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου 3 του παρόντος.
Αρθρο 48, Αλλα οικονομικά κίνητρα
1. Ο ιδιοκτήτης ακινήτου μνημείου δικαιούται μεταφορά του συντελεστή δόμησης που δεν έχει καλυφθεί από το ακίνητο, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού ορίζονται η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιχορήγηση ή και την παροχή άλλων οικονομικών κινήτρων σε κυρίους ή νομείς κτιρίων που έχουν χαρακτηρισθεί ως μνημεία ή διατηρητέα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή της παραγράφου 2 του Αρθρου 4 του ν. 1577/1985 , ή βρίσκονται σε εκτάσεις ή σε οικιστικά σύνολα που έχουν χαρακτηρισθεί ως αρχαιολογικοί χώροι, ιστορικοί τόποι ή παραδοσιακά σύνολα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και της παραγράφου 1 του Αρθρου 4 του ν.1577/1985 αντίστοιχα. Τα παραπάνω κίνητρα και επιχορηγήσεις παρέχονται όταν λόγω φθοράς ή καταστροφής των κτιρίων του προηγούμενου εδαφίου ακόμα και αν αυτή οφείλεται σε ανώτερη βία, παρίσταται ανάγκη συντήρησης, αναστήλωσης, αποκατάστασης, ανακατασκευής και ανάδειξης τους ή ανάγκη διατήρησης επιμέρους αρχιτεκτονικών, στατικών ή άλλων στοιχείων τους με ιστορική, καλλιτεχνική σημασία, καθώς και ανάγκη διενέργειας εργασιών με σκοπό τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε αυτά εάν πρόκειται για μνημεία. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα είναι δυνατόν να ορίζεται ότι τα κριτήρια επιλογής των κτιρίων καθορίζονται ειδικότερα σε προκήρυξη όπου αυτή προβλέπεται, καθώς και το ύψος της χορηγούμενης επιχορήγησης, σε ποσοστό της απαιτούμενης δαπάνης των εργασιών για τους παραπάνω σκοπούς. Το ποσοστό αυτό μπορεί να κυμαίνεται ανάλογα με την περίπτωση, όταν τα κτίρια βρίσκονται σε οικισμούς βάσει κριτηρίων που ανάγονται στην πυκνότητα ή την σπανιότητα των κτιρίων σε αυτούς, τον χαρακτήρα του οικισμού σε συνάρτηση με τον κίνδυνο, τον βαθμό και τον ρυθμό αλλοιώσεώς του, καθώς και την οικονομική κατάσταση του κυρίου ή νομέα. Τέλος με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται για πράξεις ή παραλείψεις αντίθετες προς τις ρυθμίσεις του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ , ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
Αρθρο 49 , Τοπικά Συμβούλια Μνημείων
1. Με αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού συγκροτούνται Τοπικά Συμβούλια Μνημείων (ΤΣΜ) στην έδρα κάθε διοικητικής περιφέρειας, όπως αυτή ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Τα Τοπικά Συμβούλια Μνημείων αποτελούνται από έντεκα (11) μέλη ως εξής:
α) Έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αναπληρούμενο από άλλο Πάρεδρο, ως Πρόεδρο.
β) Τρεις αρχαιολόγους (ΠΕ) υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, αναπληρούμενους από άλλους υπαλλήλους της ίδιας ειδικότητας.
γ) Έναν αρχιτέκτονα (ΠΕ) υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού, αναπληρούμενο από άλλο υπάλληλο της ίδιας ειδικότητας.
δ) Έναν συντηρητή (ΠΕ ή ΤΕ) υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού, αναπληρούμενο από άλλο υπάλληλο της ίδιας ειδικότητας.
ε) Έναν αρχιτέκτονα (ΠΕ) υπάλληλο του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ , αναπληρούμενο από άλλο υπάλληλο της ίδιας ειδικότητας, οριζόμενο από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.
στ) Τρία μέλη ΔΕΠ Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή ερευνητές σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα ή ειδικούς επιστήμονες με πενταετή τουλάχιστον ερευνητική εμπειρία μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο πεδίο της αρχαιολογίας, της αρχιτεκτονικής, της εθνολογίας, της λαογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της ιστορίας της τέχνης ή άλλο κλάδο που σχετίζεται με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, αναπληρούμενους από πρόσωπα με τα ίδια προσόντα.
ζ) Έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων που ορίζεται με τον αναπληρωτή του.
2. Τα ΤΣΜ είναι αρμόδια να γνωμοδοτούν για όλα τα ζητήματα που αφορούν σε μνημεία, χώρους και τόπους της περιφέρειάς τους εκτός από εκείνα που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου 5γ) του Αρθρου 50. Τα Τοπικά Συμβούλια είναι δυνατό να εξετάζουν εκ νέου, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, ένα ζήτημα που έχει ήδη κριθεί μόνο εάν διαπιστώνουν ότι προέκυψαν εκ των υστέρων νέα ουσιώδη στοιχεία .
Αρθρο 50, Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο – Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων
1. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού συγκροτείται Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), που αποτελείται από δεκαεπτά (17) μέλη ως εξής:
α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού ως Πρόεδρο,
β) Τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Πολιτισμού, αναπληρούμενο από άλλο νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του γραφείου του Νομικού Συμβούλου στο Υπουργείο Πολιτισμού.
γ) Τον Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον Γενικό Διευθυντή Αναστηλώσεων Μουσείων και Τεχνικών Έργων του Υπουργείου Πολιτισμού, αναπληρούμενους από πρόσωπα με ανάλογα προσόντα.
δ) Πέντε προϊσταμένους περιφερειακών ή ειδικών περιφερειακών οργανικών μονάδων του Υπουργείου Πολιτισμού επιπέδου διεύθυνσης με ειδικότητες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες του ΚΑΣ, αναπληρούμενους από πρόσωπα με τα ίδια προσόντα.
ε) Επτά τακτικούς ή αναπληρωτές καθηγητές ΑΕΙ ή αντίστοιχης βαθμίδας ερευνητές αναγνωρισμένων ερευνητικών ιδρυμάτων ή άλλους έγκριτους επιστήμονες με υπερδεκαετή επαγγελματική και επιστημονική εμπειρία μετά την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος στην αρχαιολογία, την αρχιτεκτονική, την ιστορία της τέχνης, τη γεωλογία ή με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ή άλλη σχετική με την προστασία των αρχαίων μνημείων και χώρων, αναπληρούμενους από πρόσωπα με τα ίδια προσόντα.
στ) Έναν αρχιτέκτονα (ΠΕ) υπάλληλο του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, αναπληρούμενο από υπάλληλο με την ίδια ειδικότητα, οριζόμενο από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.
2. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού συγκροτείται Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ), που αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη ως εξής:
α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού ως Πρόεδρο,
β) Τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Πολιτισμού, αναπληρούμενο από άλλο νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του γραφείου του Νομικού Συμβούλου στο Υπουργείο Πολιτισμού.
γ) Τον Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον Γενικό Διευθυντή Αναστηλώσεων Μουσείων και Τεχνικών Έργων του Υπουργείου Πολιτισμού, αναπληρούμενους από πρόσωπα με ανάλογα προσόντα.
δ) Τρεις προϊσταμένους περιφερειακών ή ειδικών περιφερειακών οργανικών μονάδων του Υπουργείου Πολιτισμού επιπέδου διεύθυνσης με ειδικότητες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες του ΚΣΝΜ, αναπληρούμενους από πρόσωπα με τα ίδια προσόντα.
ε) Επτά τακτικούς ή αναπληρωτές καθηγητές ΑΕΙ ή αντίστοιχης βαθμίδας ερευνητές αναγνωρισμένων ερευνητικών ιδρυμάτων ή άλλους έγκριτους επιστήμονες με υπερδεκαετή επαγγελματική και επιστημονική εμπειρία με ειδικότητα στην αρχαιολογία, την αρχιτεκτονική, την ιστορία της τέχνης, τη γεωλογία ή με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ή άλλη σχετική με την προστασία των αρχαίων μνημείων και χώρων, αναπληρούμενους από πρόσωπα με τα ίδια προσόντα.
στ) Έναν αρχιτέκτονα (ΠΕ) υπάλληλο του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, αναπληρούμενο από υπάλληλο με την ίδια ειδικότητα, οριζόμενο από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.
3. Με την απόφαση συγκρότησης του ΚΑΣ και του ΚΣΝΜ ορίζεται και ο αναπληρωτής του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού ως Προέδρου του ΚΑΣ και του ΚΣΝΜ. Όταν τον Γενικό Γραμματέα αναπληρώνει άλλο μέλος του Συμβουλίου στη θέση του ως μέλος καλείται ο αναπληρωτής του μέλους αυτού.
Εισηγητές στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων ορίζονται οι προϊστάμενοι των καθ΄ ύλην αρμόδιων Διευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού.
4. Στην αρμοδιότητα του ΚΑΣ ανήκουν θέματα που αφορούν στην προστασία αρχαίων μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων που αποτέλεσαν τον χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων έως το 1830. Στην αρμοδιότητα του ΚΣΝΜ ανήκουν θέματα που αφορούν στην προστασία νεοτέρων μνημείων και των λοιπών ιστορικών τόπων.
5. Υπό την επιφύλαξη της διάταξης της προηγουμένης παραγράφου, τα Κεντρικά Συμβούλια:
α) Εισηγούνται στον Υπουργό για τις αρχές που διέπουν τις ειδικότερες εκφάνσεις της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς όπως αυτές προσδιορίζονται στο Αρθρο 3.
β) Εισηγούνται στον Υπουργό για τα ετήσια προγράμματα απαλλοτριώσεων ή απευθείας αγορών, ανασκαφών, αναστηλώσεων, εργασιών συντήρησης καθώς και άλλων εργασιών επί των μνημείων.
γ) Γνωμοδοτούν για ζητήματα που σχετίζονται με : αα) μνημεία, χώρους και τόπους που βρίσκονται σε περισσότερες από μία περιφέρειες καθώς και στη θάλασσα ή σε ποταμούς ή σε λίμνες,
ββ) την προστασία των μνημείων που είναι εγγεγραμμένα στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς καθώς και των άλλων μείζονος σημασίας μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων,
γγ) επεμβάσεις μείζονος σημασίας σε μνημεία, χώρους και τόπους,
δδ) την οριοθέτηση και τον καθορισμό αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων και ζωνών προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 17,
εε) την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή απευθείας αγορά ή ανταλλαγή ακινήτων χάριν της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς,
στστ) τη μεταφορά ακινήτων μνημείων ή τμήματος αυτών ή την απόσπαση στοιχείων από μνημεία μείζονος σημασίας,
ζζ) την χορήγηση άδειας για κατεδάφιση σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 10 του Αρθρου 6,
ηη) τον χαρακτηρισμό κατηγοριών κινητών μνημείων,
θθ) την εξαγωγή μνημείων,
ιι) τον δανεισμό και την ανταλλαγή κινητών μνημείων που ανήκουν στο Δημόσιο,
ιαια) την αναγνώριση συλλεκτών και την περιέλευση συλλογών στο Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 31,
ιβιβ) το δανεισμό, την προσωρινή εξαγωγή, την ανταλλαγή και τη μεταβίβαση αρχαίων αντικειμένων συλλογών μουσείων του Αρθρου 45, ιγιγ) για κάθε άλλο μείζον θέμα που παραπέμπεται σε αυτά από τον Υπουργό Πολιτισμού.
α) Για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 11 του Αρθρου 6, εάν και τα δύο μνημεία είναι αρχαία αρμόδιο είναι το ΚΑΣ, ενώ εάν είναι και τα δύο νεώτερα το ΚΣΝΜ.
β) Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης αυτής αρμόδιο είναι ειδικό όργανο, το οποίο συγκροτείται από την Ολομέλεια του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και την Ολομέλεια του Κεντρικού Συμβουλίου Νεοτέρων Μνημείων που συνεδριάζουν από κοινού. Τα μέλη του που αναφέρονται στις περιπτώσεις α), β) και γ) της παραγράφου 1 και α), β) και γ) της παραγράφου 2, έχουν μία ψήφο, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του. Στην περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
γ) Το όργανο αυτό είναι επίσης αρμόδιο να γνωμοδοτεί ως προς το χαρακτηρισμό ακινήτου, που βρίσκεται σε αρχαιολογικό χώρο ή πάνω σε αρχαίο, ως μνημείου, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β) και γ) της παραγράφου 1 του Αρθρου 6, χωρίς να αναιρείται η προστασία αυτών.
Αρθρο 51, Συμβούλιο Μουσείων
1. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού συγκροτείται Συμβούλιο Μουσείων, που αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη ως εξής:
α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού ως Πρόεδρο,
β) Τον Γενικό Διευθυντή Αναστηλώσεων Μουσείων και Τεχνικών Έργων, τον Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων, τον Γενικό Διευθυντή Πολιτιστικής Κίνησης και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού, που αναπληρώνονται από πρόσωπα με ανάλογα προσόντα.
γ) Έξι (6) διευθύνοντες μουσείων, διαφόρων κατηγοριών, κρατικών ή μη, αναπληρούμενους από πρόσωπα με την ίδια ιδιότητα .
δ) Δύο (2) πρόσωπα με επιστημονική ειδίκευση ή επαγγελματική εμπειρία σε θέματα οργάνωσης και λειτουργίας μουσείων, αναπληρούμενα από πρόσωπα με τα ίδια προσόντα.
ε) Έναν εκπρόσωπο του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), με τον αναπληρωτή του.
στ) Έναν (1) εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ), με επιστημονική ειδίκευση ή επαγγελματική εμπειρία σε θέματα οργάνωσης και λειτουργίας μουσείων με τον αναπληρωτή του.
2. Το Συμβούλιο Μουσείων:
α) εισηγείται στον Υπουργό για τις αρχές που διέπουν τη μουσειακή πολιτική του κράτους και για τα μέτρα υποστήριξης και εξειδίκευσης αυτής, καθώς και για την συνεργασία μεταξύ των μουσείων και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους,
β) γνωμοδοτεί για τα ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή των διατάξεων του Αρθρου 45, με την επιφύλαξη της διάταξης της περίπτωσης ιβιβ) του εδαφίου γ) της παραγράφου 5 του Αρθρου 50,
γ) γνωμοδοτεί για θέματα εφαρμογής της αρχής της αμοιβαιότητας, σε περίπτωση δανεισμού για την διοργάνωση εκθέσεων σε μουσεία ,
δ) γνωμοδοτεί για την συγκρότηση κρατικών μουσείων ως ειδικών περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΠΟ, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 28 του Αρθρου 7 του ν.2557/1997,
ε) γνωμοδοτεί για κάθε θέμα που αφορά μουσεία και παραπέμπεται σε αυτό.
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Αρθρου 6 του νόμου 2557/97 (ΦΕΚ Α 271) καταργούνται.
Αρθρο 52 Κοινοί κανόνες για την συγκρότηση και λειτουργία των Συμβουλίων
1. Η θητεία των μελών των Συμβουλίων των άρθρων 48 έως 50 είναι τριετής. Η θητεία των μισών τουλάχιστον από τα μέλη των Συμβουλίων που δεν συμμετέχουν σε αυτά αυτοδικαίως, ανανεώνεται κάθε έξι (6) έτη.
2. Το έργο των Συμβουλίων μπορεί να υποβοηθείται, ύστερα από πρότασή τους και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την ανάθεση της εξέτασης επιμέρους ζητημάτων σε επιτροπές που απαρτίζονται από ορισμένα από τα μέλη τους ή άλλους ειδικούς επιστήμονες ή εμπειρογνώμονες και γνωμοδοτούν σε αυτά.
3. Η επιστημονική και γραμματειακή υποστήριξη των Συμβουλίων εξασφαλίζεται από γραμματεία που συνιστάται στο Υπουργείο Πολιτισμού στην έδρα κάθε Συμβουλίου.
4. Στους εισηγητές, στα μέλη των Συμβουλίων και της γραμματείας τους , καταβάλλεται αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού .
5. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ρυθμίζονται τα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία των Συμβουλίων και της γραμματείας τους, τη δυνατότητα συγκρότησης και λειτουργίας τους κατά τμήματα και κάθε άλλη συναφή λεπτομέρεια. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού, μπορεί να ιδρύονται νέα συμβούλια, να καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, να συγχωνεύονται ή να καταργούνται Συμβούλια και να ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.
6. Στις συνεδριάσεις των Συμβουλίων μετέχουν τα μέλη τους και οι εισηγητές άνευ ψήφου. Πρόσωπα των οποίων οι υποθέσεις άγονται ενώπιόν του Συμβουλίου μπορούν να παρίστανται και με ή δια δικηγόρου, και να χρησιμοποιούν τεχνικούς συμβούλους, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους και να απαντήσουν σε τυχόν ερωτήσεις των μελών ή εισηγητών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 53, Κλοπή μνημείων
1. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται η κλοπή (Αρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα), αν έχει αντικείμενο μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή μνημείο που αφαιρέθηκε από ακίνητο μνημείο, από χώρο ανασκαμμένο, από μουσείο, από αποθηκευτικούς χώρους αρχαίων ευρημάτων ή από χώρο όπου φυλάσσεται συλλογή.
2. Εάν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπα ενωμένα για τη διάπραξη κλοπών ή ληστειών ή για τη διάπραξη εγκλημάτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιβάλλεται κάθειρξη. Η ίδια ποινή επιβάλλεται εάν ο δράστης διαπράττει κατά συνήθεια ή κατ΄επάγγελμα εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο .
Αρθρο 54, Υπεξαίρεση μνημείων
1. Με κάθειρξη μέχρι (10) δέκα ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (Αρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα), αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια.
Αρθρο 55 , Αποδοχή και διάθεση μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος
1. Η πράξη της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος (Αρθρο 394 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα) τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, αν έχει αντικείμενο μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό προέρχεται από αξιόποινη πράξη. Επιβάλλεται κάθειρξη, αν ο υπαίτιος επιχειρεί την πράξη του προηγουμένου εδαφίου ή εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια .
Αρθρο 56, Φθορά μνημείου
1. Όποιος με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστρέφει, βλάπτει, ρυπαίνει, ή αλλοιώνει την μορφή μνημείου ή ανήκοντος σε συλλογή μουσείου πολιτιστικού αγαθού ή πολιτιστικού αγαθού που έχει τοποθετηθεί σε ανοικτό ή κλειστό δημόσιο, δημοτικό ή κοινόχρηστο χώρο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
Αν το μνημείο ανήκει στο δράστη επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
2. Αν πρόκειται για μνημείο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η πράξη έγινε στο πλαίσιο τρομοκρατικής δραστηριότητας ή από πολλούς ενωμένους για την τέλεσή της, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι (10) δέκα ετών.
Αρθρο 57 , Φθορά μνημείου από αμέλεια
1. Με φυλάκιση μέχρι (2) δύο ετών τιμωρείται η πράξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του προηγούμενου Αρθρου 56 αν τελέσθηκε από αμέλεια.
Αρθρο 58, Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου
1. Όποιος παραλείπει τη δήλωση που επιβάλλεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του Αρθρου 8 και της παραγράφου 1 του Αρθρου 24 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Όποιος παραλείπει τη δήλωση που επιβάλλεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του Αρθρου 24 ή της παραγράφου 2 του Αρθρου 33 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.
Αρθρο 59, Παράνομη μεταβίβαση μνημείου
1. Όποιος μεταβιβάζει την κυριότητα ή την κατοχή μνημείου ή αποκτά την κυριότητα ή αποδέχεται να περιέλθει στην κατοχή του μνημείο χωρίς την αναγκαία από τον νόμο άδεια, έγκριση ή γνωστοποίηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, αν πρόκειται για αρχαίο μνημείο που δεν έχει δηλωθεί νόμιμα. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
Αρθρο 60, Παράνομη εμπορία μνημείων
1. Όποιος ασκεί δραστηριότητα αρχαιοπώλη ή εμπόρου νεότερων μνημείων κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 1 του Αρθρου 32 χωρίς άδεια τιμωρείται με φυλάκιση.
Αρθρο 61- Παράνομη ανασκαφή
1. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών.
2. Αν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τελέσθηκαν μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, ή αν ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια επιβάλλεται κάθειρξη.
Αρθρο 62, Παράνομη χρήση ανιχνευτή μετάλλου
1. Όποιος χρησιμοποιεί ανιχνευτή μετάλλων ή άλλα όργανα διασκόπησης χωρίς την άδεια που απαιτείται από την διάταξη της παραγράφου 2 του Αρθρου 38 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τελέσθηκε μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους ή αν ο υπαίτιος της πράξης την επιχειρεί κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών.
Αρθρο 63, Παράνομη εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών
1. Όποιος εξάγει ή επιχειρεί να εξαγάγει από την Ελλάδα, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου, μνημείο ή πολιτιστικό αγαθό για το οποίο έχει κινηθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του Αρθρου 20, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. Η προέλευση του μνημείου κατ΄αξιόποινο τρόπο συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
2. Όποιος παραβαίνει τους όρους της απόφασης με την οποία έχει χορηγηθεί άδεια προσωρινής εξαγωγής μνημείου ή πολιτιστικού αγαθού που ανήκει σε συλλογή μουσείου και ιδίως αν δεν το επανεισάγει μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε, τιμωρείται με φυλάκιση. Αν όμως η παράβαση του όρου δεν είναι ουσιώδης, το δικαστήριο μπορεί να αφήσει την πράξη ατιμώρητη. Το αξιόποινο της πράξης της μη εμπρόθεσμης επανεισαγωγής εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμα εξετασθεί με οποιοδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές επανεισάγει το μνημείο ή το πολιτιστικό αγαθό.
3. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος της πράξης του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον η πράξη τελέστηκε με σκοπό την οριστική απομάκρυνση του μνημείου από τα όρια της ελληνικής επικράτειας.
4. Όποιος εξάγει ή επιχειρεί να εξαγάγει από την Ελλάδα εκτός των ορίων του τελωνειακού εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παράβαση του Κανονισμού 3911/1992 του Συμβουλίου και 752/1993 της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των προεδρικών διαταγμάτων εφαρμογής τους, πολιτιστικά αγαθά κατά την έννοια του Κανονισμού 3911/1992, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
5. Το Αρθρο 3 του προεδρικού διατάγματος 423/1995 (Α΄ 242) καταργείται.
Αρθρο 64, Παράνομη εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών
1. Όποιος εισάγει στην Ελλάδα πολιτιστικά αγαθά κατά την έννοια της από 17 Νοεμβρίου 1980 διεθνούς συμβάσεως των Παρισίων που κυρώθηκε με τον ν. 1103/1980 (Α΄ 297), τα οποία έχουν αφαιρεθεί παράνομα από μουσεία ή άλλα παρόμοια ιδρύματα ή θρησκευτικά ή δημόσια μνημεία που βρίσκονται στην επικράτεια άλλων κρατών μερών της ίδιας συμβάσεως και τα οποία αποτελούν αποδεδειγμένα τμήμα της απογραφής των ιδρυμάτων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
Αρθρο 65, Παράνομη μη επιστροφή πολιτιστικών αγαθών
1. Όποιος δεν συμμορφώνεται με εκτελεστή απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητών, η οποία διατάσσει την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος άλλου κράτους, κατ εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων που κυρώνονται και ισχύουν στην Ελλάδα ή των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τιμωρείται με φυλάκιση.
Αρθρο 66, Παράνομη επέμβαση ή εκτέλεση έργου
1. Όποιος χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια ή καθ υπέρβαση αυτής διενεργεί σε μνημείο , σε αρχαιολογικό χώρο, ή σε ιστορικό τόπο, πράξη από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.2-4, 13, 14 και 15 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος διενεργεί πράξη ή δραστηριότητα σε ζώνες προστασίας γύρω από μνημεία ή χώρους , όπως ορίζονται στα άρθρα 15 και 17, κατά παράβαση των όρων και περιορισμών που ισχύουν σε αυτές. Η ίδια ποινή επιβάλλεται σε όποιον χωρίς την αναγκαία από τον νόμο άδεια ή καθ υπέρβασή της διενεργεί τις πράξεις που αναφέρονται στο Αρθρο 42 καθώς και στην παράγραφο 4 του Αρθρου 46.
Αρθρο 67 , Πλημμελής φύλαξη, διατήρηση ή συντήρηση μνημείου
1. Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος μνημείου, ο οποίος εκτελεί τις υποχρεώσεις του για φύλαξη, διατήρηση ή συντήρησή του πλημμελώς και έτσι εκθέτει το μνημείο σε κίνδυνο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
Αρθρο 68, Πράξεις ελεγκτικών οργάνων
1. Οι διατάξεις του Αρθρου 25Β του ν. 1729/1987 (Α΄144) που προστέθηκε με το Αρθρο 22 του ν. 2161/1993 (Α΄ 119) εφαρμόζονται αναλόγως και στα εγκλήματα της κλοπής μνημείων, της υπεξαίρεσης μνημείων, της φθοράς μνημείων, της αποδοχής και διάθεσης μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, της παράνομης ανασκαφής και της παράνομης εξαγωγής πολιτιστικών αγαθών. Η ενέργεια του ελεγκτικού οργάνου περιορίζεται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση των εγκλημάτων αυτών, η τέλεση των οποίων θα πρέπει πάντως να είχε προαποφασισθεί από το δράστη.
Αρθρο 69-Δήμευση και χρηματική ποινή
1. Η δήμευση των πολιτιστικών αγαθών που αποτελούν αντικείμενο παράνομης εξαγωγής ή επιχειρούμενης παράνομης εξαγωγής καθώς και των μέσων τέλεσης της πράξης αυτής και της παράνομης ανασκαφής επιβάλλεται υποχρεωτικά εφόσον ανήκουν στον δράστη ή σε συμμέτοχο.
2. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν επιβληθεί δήμευση των μέσων τέλεσης των εγκλημάτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, επιβάλλεται χρηματική ποινή που μπορεί να ανέλθει στο ήμισυ (1/2) της αξίας των μέσων αυτών.
Αρθρο 70, Επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 2331/1995
1. Το εδάφιο αθ΄ του Αρθρου 1 του ν. 2331/1995 (Α΄ 173) αντικαθίσταται ως εξής: «αθ) Των αξιόποινων πράξεων που έχουν ως αντικείμενο μνημείο».
Αρθρο 71, Αρμοδιότητα εφετείου
1. Τα κακουργήματα της κλοπής μνημείων, της υπεξαίρεσης μνημείων, της φθοράς μνημείων, της αποδοχής και διάθεσης μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, της παράνομης επέμβασης ή εκτέλεσης έργου σε μνημείο της παράνομης εξαγωγής πολιτιστικού αγαθού και της παράνομης ανασκαφής υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου.
2. Μόλις περατωθεί η ανάκριση για πράξεις της προηγούμενης παραγράφου η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εάν κρίνει ότι δεν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, εισάγει την υπόθεση με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφασίζει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 309-315 του Κ.Π.Δ.
3. Εάν ο εισαγγελέας εφετών κρίνει ότι προκύπτουν ενδείξεις και ότι δεν πρέπει να επιστρέψει τη δικογραφία για να συμπληρωθεί, εισάγει εφόσον συμφωνεί και ο Πρόεδρος Εφετών, την υπόθεση στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή.
Αρθρο 72, Τύχη χρηματικών ποινών
1. Οι χρηματικές ποινές, τα πρόστιμα, τα ποσά που προέρχονται από μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές ποινές καθώς και τα ποσά χρηματικής ικανοποίησης του Δημοσίου λόγω ηθικής βλάβης που επιβάλλονται κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελούν πόρο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.).
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Πολιτισμού καθορίζεται η διαδικασία βεβαίωσης, είσπραξης και απόδοσης στο Τ.Α.Π. των πιο πάνω ποσών και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ, ΕΙΔΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 73 , Μεταβατικές και ειδικές διατάξεις
1. Τα υπάρχοντα κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δικαιώματα κυριότητας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδας, της Εκκλησίας της Κρήτης, των Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, της Ιερής Μονής του Σινά, των Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, των Βλατάδων στην Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, άλλων νομικών προσώπων ή άλλων ενώσεων προσώπων που εκπροσωπούν θρησκείες ή δόγματα, σε αρχαία μνημεία θρησκευτικού χαρακτήρα, ακόμη και αν χρονολογούνται μέχρι και το 1453, διατηρούνται.
2. Με τις διατάξεις του παρόντος δεν θίγονται ισχύουσες ειδικές διατάξεις περί του Αγίου Όρους.
3. Όποιος έχει στην κατοχή του αρχαίο κινητό από αυτά που αναφέρονται στις περιπτώσεις 1α και 1β του Αρθρου 20, υποχρεούται να το δηλώσει στην Υπηρεσία μέσα σε προθεσμία (18) δεκαοκτώ μηνών από την δημοσίευση απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία καθορίζονται η διαδικασία και οι αρμόδιες για την υποβολή των δηλώσεων, υπηρεσίες ή εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η εμπρόθεσμη δήλωση αποτελεί για όποιον προβαίνει σε αυτήν, λόγο απαλλαγής από την ποινική δίωξη για τη μη έγκαιρη δήλωση.
4. Αυτός που δηλώνει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο ότι κατέχει αρχαίο που χρονολογείται έως και το 1453, είναι δυνατόν να υποβάλλει, παράλληλα με τη δήλωση, αίτηση για τη χορήγηση άδειας κατοχής του αρχαίου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η άδεια χορηγείται εκτός εάν συντρέχει η περίπτωση γ) της παραγράφου 2 του Αρθρου 23. Κατά τη χορήγηση της άδειας κατοχής ορίζονται τα αναγκαία μέτρα για τη φύλαξη και τη διατήρηση του μνημείου.
5. Αν σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 δηλωθεί η κατοχή αρχαίου που έχει εισαχθεί από την αλλοδαπή και που χρονολογείται έως και το 1453, αναγνωρίζεται το δικαίωμα κυριότητας υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της διάταξης της παραγράφου 3 του Αρθρου 33 .
6. Όσοι έχουν άδεια ιδιωτικής συλλογής αρχαίων κατά τις διατάξεις του κν 5351/32 μπορούν να ζητήσουν να αναγνωριστούν ως συλλέκτες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Οι αιτούντες αναγνωρίζονται ως συλλέκτες εκτός εάν συντρέχουν τα κωλύματα της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 του Αρθρου 31. Με την απόφαση αναγνώρισης ορίζονται τα αναγκαία μέτρα, τα οποία οφείλει ο συλλέκτης να λάβει, για τη φύλαξη και διατήρηση των αντικειμένων της συλλογής το αργότερο μέσα σε προθεσμία δεκαοκτώ (18) μηνών από την αναγνώριση. Μετά την παρέλευση δεκαοκτώ (18) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, λήγει αυτοδίκαια η ισχύς αδειών ιδιωτικής συλλογής αρχαίων που έχουν χορηγηθεί κατά τις διατάξεις του κν 5351/32, εκτός εάν εκκρεμεί αίτηση αναγνώρισης ως συλλέκτη κατά τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου.
7. Όσοι έχουν άδεια εμπορίας αρχαίων κατά τις διατάξεις του κν 5351/32, αν επιθυμούν να ασκούν τη δραστηριότητα του αρχαιοπώλη, οφείλουν να ζητήσουν τη χορήγηση της σχετικής άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, μέσα σε προθεσμία δεκαοκτώ (18) από τη δημοσίευσή του . Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, λήγει αυτοδίκαια η ισχύς αδειών εμπορίας αρχαίων που έχουν χορηγηθεί κατά τις διατάξεις του κν 5351/32, εκτός εάν εκκρεμεί αίτηση για την χορήγηση άδειας αρχαιοπώλη κατά τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου.
8. Ο διευθύνων συστηματική ανασκαφή που βρίσκεται σε εξέλιξη υποχρεούται να καταθέτει προς δημοσίευση αρχική παρουσίαση εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Εάν η ανασκαφή έχει περατωθεί ο διευθύνων έχει την υποχρέωση να καταθέσει την τελική δημοσίευση εντός πενταετίας από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
9. Τα λειτουργούντα, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μουσεία, τα οποία έχουν ιδρυθεί με νόμο, λογίζονται ως αναγνωρισμένα κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του Αρθρου 45. Οφείλουν όμως να προσαρμοσθούν στις ρυθμίσεις του Αρθρου αυτού και των κανονιστικών πράξεων που προβλέπονται σε αυτό, μέσα σε προθεσμία που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού.
10. Οι υφιστάμενες νόμιμα λειτουργούσες εξορυκτικές δραστηριότητες μεταλλείων ή λατομείων μετά την ισχύ του παρόντος νόμου συνεχίζουν νομίμως τη λειτουργία τους.
11. Πολιτιστικά αγαθά που έχουν χαρακτηρισθεί ως προστατευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις της προϊσχύουσας νομοθεσίας προστατεύονται στο εξής κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Πολιτιστικά αγαθά που έχουν ήδη χαρακτηρισθεί κατά κατηγορίες χαρακτηρίζονται εκ νέου σύμφωνα με τη διαδικασία και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Έως τότε προστατεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου που εφαρμόζονται αναλόγως.
12. Η χρηματική αξία κινητών μνημείων καθορίζεται από τριμελή επιτροπή ειδικών επιστημόνων, που συνιστάται με απόφαση του Υπουργού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Εάν ο ιδιώτης δεν αποδεχθεί την τιμή που καθορίζεται από την παραπάνω επιτροπή συνιστάται επιτροπή αποτελούμενη από έναν ειδικό επιστήμονα εκπρόσωπο του ιδιώτη, έναν προϊστάμενο υπηρεσιακής μονάδας του Υπουργείου Πολιτισμού ή έναν διευθυντή μουσείου οριζόμενο από τον Υπουργό Πολιτισμού και έναν ειδικό επιστήμονα που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου.
13. Προκειμένου περί ακινήτων ή εκτάσεων πολλαπλώς χαρακτηρισμένων υπερισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφόσον πρόκειται για μνημεία, αρχαιολογικούς χώρους ή ιστορικούς τόπους.
14. Οι εντοπισμένοι αρχαιολογικοί χώροι που δεν έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 1 του Αρθρου 12, κατά την δημοσίευση του παρόντος νόμου, οριοθετούνται οριστικά εντός οκταετίας από αυτήν, στο πλαίσιο προγράμματος που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Προκειμένου για ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους η παραπάνω προθεσμία είναι διπλάσια.
Όπου στον παρόντα νόμο και γενικότερα στη νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς προβλέπεται :
α) ότι απαιτείται άδεια ή έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση εργασίας ή για την διενέργεια οποιασδήποτε άλλης πράξης ή
β) ότι απαγορεύεται ή επιβάλλεται η διενέργεια εργασιών ή οποιασδήποτε άλλης πράξης είτε εκ του νόμου είτε επειδή αυτό προβλέπεται σε πράξη της Υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού ή
γ) ότι επέρχονται συγκεκριμένες έννομες συνέπειες λόγω της παραβίασης διατάξεων, μπορούν να εκδίδονται προσωρινώς μεν σήματα οριστικώς δε πρωτόκολλα με τα οποία διαπιστώνεται η πλήρωση των προϋποθέσεων από τις οποίες απορρέουν οι έννομες συνέπειες που προβλέπονται από τον νόμο ή τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες ατομικές ή κανονιστικές πράξεις, ιδίως η διακοπή εργασιών, η εγκατάσταση εργολάβων ή συνεργείων για την διενέργεια εργασιών, η επιβολή αποζημίωσης ή τέλους, η αποβολή από ακίνητο, η κατάσχεση κινητού ή ακινήτου μνημείου. Τα σήματα και τα πρωτόκολλα αυτά εκδίδονται από τον Υπουργό Πολιτισμού ο οποίος μπορεί να εξουσιοδοτεί σχετικά τον Γενικό Γραμματέα ή υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι αστυνομικές αρχές και κάθε άλλη δημόσια αρχή ή αρχή της τοπικής αυτοδιοίκησης υποχρεούνται να παράσχουν κάθε αναγκαία συνδρομή για την εκτέλεση των σημάτων και των διοικητικών πρωτοκόλλων της παρούσας παραγράφου. Για την επίδοση και την εκτέλεση των παραπάνω σημάτων και πρωτοκόλλων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του τέταρτου και του πέμπτου εδαφίου της περίπτωσης β, της παραγράφου 9, του Αρθρου 7 του ν.2557/1997, όπως ισχύει.
15. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού, ορίζονται οι πρόσθετες διοικητικές κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται για πράξεις ή παραλείψεις που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των κανονιστικών πράξεων οι οποίες έχουν εκδοθεί κατ εξουσιοδότησή του.
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 74, Κωδικοποίηση της νομοθεσίας
1. Mε προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού, μπορεί να κωδικοποιείται στο σύνολό της η νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, να αλλάζει η σειρά και η αρίθμηση των διατάξεων, να συνενώνονται ομοειδείς διατάξεις και εν γένει να επέρχεται κάθε τροποποίηση αναγκαία για τη διοικητική κωδικοποίηση αυτής.
Αρθρο 75
1. Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Κάθε διάταξη νόμου αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου καταργείται
Εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα
Αρθρο 207 – Παραχάραξη.
1. Όποιος παραποιεί η νοθεύει ελληνικό ή ξένο μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο καθώς και όποιος προμηθεύεται τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.
Αρθρο 208 – Κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων.
1. Όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο νόμισμα ή χαρτονόμισμα σαν γνήσιο, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή και σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή.
2. Αν όμως ο υπαίτιος ή αντιπρόσωπός του είχε δεχθεί το νόμισμα σαν γνήσιο, του επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Η ίδια ποινή επιβάλλεται, αν ο υπαίτιος ενήργησε εκτελώντας εντολή εκείνου στο οποίο δόθηκε το νόμισμα σαν γνήσιο, όταν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με τον εντολέα ή ζει μαζί του στην ίδια κατοικία.
Αρθρο 209 – Κιβδηλεία.
1. Όποιος με κοπή, τρύπημα η ρίνισμα ή με άλλον τρόπο ελαττώνει την εσωτερική αξία του μεταλλικού νομίσματος με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν να είχε πλήρη την εσωτερική του αξία, καθώς και εκείνος που προμηθεύεται κίβδηλο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.
Αρθρο 210 – Κυκλοφορία κίβδηλων νομισμάτων.
1. Όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία νόμισμα κίβδηλο σαν να είχε πλήρη την εσωτερική του αξία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.
2. Αν όμως ο υπαίτιος ή ο αντιπρόσωπός του είχε δεχθεί το νόμισμα αυτό σα γνήσιο του επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Η ίδια ποινή επιβάλλετε αν ο υπαίτιος ενήργησε εκτελώντας εντολή εκείνου στον οποίο δόθηκε το νόμισμα σαν γνήσιο, όταν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με τον εντολέα ή ζει μαζί του στην ίδια κατοικία.
Άρθρο 211 – Προπαρασκευαστικές πράξεις.
1. Όποιος με σκοπό να διαπράξει κάποιο από τα εγκλήματα των άρθρων 207 και 209 παρασκευάζει ή προμηθεύεται με οποιονδήποτε τρόπο διάφορα μέσα, σκεύη ή εργαλεία, χρήσιμα γι αυτόν τον σκοπό τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και με χρηματική ποινή.
Άρθρο 212.
1. Απαλλάσσεται από κάθε ποινή όποιος στις περιπτώσεις του προηγούμενου Άρθρου καταστρέφει με την ελεύθερη θέλησή του τα αντικείμενα που αναφέρονται σ αυτό πριν τα χρησιμοποιήσει.
Άρθρο 213 – Δήμευση.
1. Η δήμευση των παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων και των μέσων, σκευών και εργαλείων του άρ.211 διατάσσεται και αν ακόμα δεν διωχθεί και καταδικασθεί ορισμένο πρόσωπο και ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκουν ή όχι στον αυτουργό ή το συναίτιο της παραχάραξης ή κιβδηλείας.
2. Αν όμως ο κύριος των νομισμάτων ή του υλικού από το οποίο κατασκευάστηκαν είναι αποδεδειγμένα αμέτοχος στην παραχάραξη ή την κιβδηλεία, τα νομίσματα αχρηστεύονται ως νομίσματα και αποδίδονται ύστερα από αυτό στον κύριο.
Άρθρο 214 – Τραπεζογραμμάτια και άλλοι τίτλοι που εξομοιώνονται μ’ αυτά.
1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού εξομοιώνονται με το χαρτονόμισμα τα τραπεζογραμμάτια οι ομολογίες που περιέχουν υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού, οι μετοχές, οι προσωρινοί τίτλοι μετοχών, τα τοκομερίδια οι μερισματαποδείξεις ή οι αποδείξεις για την ανανέωση τέτοιων μερισμάτων, αν αυτοί οι τίτλοι είναι στον κομιστή και εκδόθηκαν από κάποιον που είχε το δικαίωμα να τους εκδώσει ή φαίνονται ότι εκδόθηκαν από τέτοιο πρόσωπο.
Άρθρο 215 – Παράνομη έκδοση ανώνυμων ομολογιών.
1. Όποιος θέτει παράνομα σε κυκλοφορία στην Ελλάδα ανώνυμες ομολογίες που περιέχουν υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
Άρθρο 450 – Πρόκληση κινδύνων σχετικών με την κυκλοφορία νομισμάτων.
1. Με πρόστιμο τιμωρείται όποιος: α) κατασκευάζει πουλάει ή θέτει με οποιοδήποτε τρόπο σε κυκλοφορία αντικείμενα που μοιάζουν τόσο πολύ με χρυσά ή ασημένια νομίσματα, με χαρτονομίσματα ή με έγγραφα που εξομοιώνονται κατά το Άρθρο 214 με χαρτονομίσματα, ώστε να είναι δυνατό να εκληφθούν ως γνήσια. β) κατασκευάζει σφραγίδες, ανάγλυφα, πλάκες ή άλλες μήτρες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή κάποιου από τα αντικείμενα του στοιχείου α.
Άρθρο 451 – Παράνομη κατασκευή νομισματοκοπικών εργαλείων.
1. Με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι τριών μηνών τιμωρείται όποιος χωρίς έγγραφη άδεια της αρχής κατασκευάζει, προμηθεύεται ή παραδίδει σε άλλον εκτός από την αρχή ή το νόμιμο δικαιούχο:
α) σφραγίδες, ανάγλυφα, πλάκες ή άλλες μήτρες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη κατασκευή μεταλλικών ή χάρτινων νομισμάτων ή εγγράφων που εξομοιώνονται κατά το Άρθρο 214 με χαρτονομίσματα, επίσημων ενσήμων (Άρθρο 218), δημοσίων βεβαιώσεων ή πιστοποιήσεων.
β) αποτυπώματα των μητρών ή υποδείγματα των παραπάνω επίσημων εγγράφων, βεβαιώσεων ή πιστοποιητικών.
Άρθρο 452 – Άρνηση αποδοχής νομισμάτων.
1. Όποιος αρνείται να δεχτεί για πληρωμή νομίσματα που έχουν νόμιμη κυκλοφορία στο κράτος τιμωρείται με πρόστιμο.



[1][1] Θα δημοσιευθεί στον τιμητικό τόμο του καθηγητή Ι.Σ.Σπυριδάκη.
[2][2] Ορθά όμως επισημαίνει η Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής ότι «η επέκταση αυτή τελεί υπό τους όρους του άρθρου 109 §§ 1και 2 του Συντάγματος».
[3][3] Η αξιωματική Αντιπολίτευση έθεσε ως όρο για να ψηφίσει το άρθρο 18 ότι θα διευκρινιζόταν ότι η περιουσία του Δημοσίου, που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο δικαιώματος επιφανείας, δεν θα ήταν οποιαδήποτε, αλλά μόνο η ιδιωτική. Η διευκρίνιση δεν έγινε, όμως ο τίτλος του κεφαλαίου Α’ του νέου νόμου ρητά αναφέρεται στο «Ταμείο Αξιοποίησης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου». Για το ότι εξάλλου ο όρος «δημόσια κτήματα» αναφέρεται «κυρίως στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου» βλ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, σ. 158.
[4][4] Ο γράφων φέρει τη βασική ευθύνη σύνταξης του κειμένου του κεφαλαίου Γ’ (άρθρα 18-26), που αποτελούν το ιδιωτικού δικαίου ρυθμιστικό πλαίσιο του νέου θεσμού, καθώς και της αντίστοιχης αιτιολογικής έκθεσης. Βελτιώσεις οφείλονται στους Δικηγόρους και Δ.Ν. κ.κ. Στράτη Στρατήγη και Αλέξανδρο Μεταλληνό, καθώς και σε υπηρεσιακούς παράγοντες. Πρέπει να σημειωθεί ότι τμήματα του πρώτου μέρους (υπό ΙΙ) της παρούσας μελέτης προέρχονται κατά τα ουσιώδη τους από παλαιότερο κείμενο του γράφοντος του έτους 1980, που εκπονήθηκε μετά από πρωτοβουλία του κ. Στράτη Στρατήγη, Γ.Γραμματέα του (τότε) Υπουργείου Συντονισμού, ενόψει της εισόδου της χώρας στην ΕΟΚ. Ο κ. Στρατήγης έβλεπε την εισαγωγή της επιφανείας, «ως εμπραγμάτου δικαιώματος, άρα μακροχρόνιας, ακώλυτης και τραπεζικά διαπραγματεύσιμης νομής και χρήσης της γης, για την εξυπηρέτηση επιχειρήσεων για τις εγκαταστάσεις τους, χωρίς την ανάγκη αγοράς της ακριβότερης πλήρους κυριότητας» («Εστία» 13.5.2010). Η αρχική μελέτη συνεπώς σκόπευε στη γενική εισαγωγή του δικαιώματος της επιφάνειας (και μάλιστα με ένταξη των νέων διατάξεων στον ΑΚ) και όχι μόνο για τα ακίνητα του Δημοσίου, όπως κατά το ν. 3986/2011.
[5][5] Βλ. Φλώρο, εις ΕρμΑΚ ΕισΝ 58-59, αρ. 5. – Για την επιφάνεια κατά το προϊσχύσαν δίκαιο βλ. Καλλιγά, Εμπράγματον δίκαιον, 1879, σ. 371 επ., Windscheid/Kipp (μετ. Αργυρού), Σύστημα ρωμ. δικαίου, τόμος Β’, 1901, σ. 565 επ., Dernburg (μετ. Δυοβουνιώτου), Σύστημα ρωμ. δικαίου, τόμος Β’, 1912, σ. 409 επ., Οικονομίδου, Στοιχεία του Αστικού δικαίου, βιβλίον β’ (Εμπράγματα δίκαια), 1925, σ. 298 επ., Ι.Ζέπου, Αστικός Κώδιξ καθ’ ά εν Ελλάδι πολιτεύεται, 1930, σ. 578 επ., Πετρόπουλου, Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου, 1963, σ. 757 επ., Α.Τούση, Εμπράγματον Δίκαιον, 1948, 369, Στυμφαλιάδη, Εμπράγματον δίκαιον, 1954, σ. 201, ΕφΑιγ. 88/1974 ΑρχΝ ΚΣΤ’ 293, ΑΠ 353/1961 ΝοΒ 1962, 16.
[6][6] Βλ. ήδη Γάϊο, G. 2.73 «Praeterea id, quod in solo nostro ab aliquo aedificatum est, quamvis ille suo nomine aedificaverit, iure naturali nostrum fit, quia superficies solo cedit».
[7][7] Η εμφύτευση ήταν δυνατή μόνο «επί φύσει καρποφόρων ακινήτων» (Σόντης, ΕΕΝ 1962, 740).
[8][8] Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 565.
[9][9] Όχι όμως και κινητό παράπηγμα ή απλή καλύβα (Καλλιγάς, ό.π., σ. 373).
[10][10] Βλ. Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 570, Οικονομίδη, ό.π., σ. 312 σημ. 2, ΕφΠατρ. 262/1929 Δ-κή Β ΙΙ 41, Ι. Ζέπο, ό.π., Φλώρο, ό.π., Στυμφαλιάδη, ό.π.
[11][11] Υποκείμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και σε μεταγραφή. Dernburg, ό.π., σ. 416, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 578.
[12][12] Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 567, Ι. Ζέπο, ό.π., σ. 578.
[13][13] Φαίνεται ότι κατά τους Ρωμαίους η καταβολή εδαφονομίου ήταν ουσιώδες στοιχείο της επιφανείας. Καλλιγάς, ό.π., σ. 359. Άλλως κατά το γερμανικό κοινοδίκαιο, Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 567 σημ. 11, Dernburg, ό.π., σ. 415. Αντίθετα κατά τον Οικονομίδη, ό.π., σ. 313 σημ. 9, το εδαφονόμιο δεν ήταν απαραίτητος όρος της επιφανείας.
[14][14] Βλ. Οικονομίδη, ό.π., σ. 313, Ι. Ζέπο, ό.π., σ. 579, Φλώρο, ό.π., ΑΠ 353/1961 ΝοΒ 1962, 16. Για το μίσθωμα, καλούμενο «solarium» και «certa pensio» βλ. Πετρόπουλο, ό.π., σ. 758. – Η καθυστέρηση καταβολής του εδαφονομίου δεν είχε ως συνέπεια την απόσβεση του δικαιώματος και την έξωση του επιφανειούχου. Βλ. Οικονομίδη, ό.π., σ. 315 σημ. 20, Ι. Ζέπο, ό.π., σ. 580, Α. Τούση, ό.π., σ. 374.
[15][15] Οικονομίδης, ό.π., σ. 312, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 579, ΕφΝαυπλ. 817/1909 Θ. ΚΒ’ 221.
[16][16] Dernburg, ό.π., σ. 417, ΕιρΚαμ 40/1929 Δ-κή Α ΙΙ 111, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 580.
[17][17] Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 567, Dernburg, ό.π., σ. 417, Οικονομίδης, ό.π., σ. 314, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 580, Α. Τούσης, ό.π., σ. 375, ΑΠ 246/1854 (αναφερόμενη από τους Κασίμη/Κιτσικόπουλο, Πανδέκτης του Αστικού δικαίου, τεύχος Γ’, 1931, σ. 1473).
[18][18] Οικονομίδης, ό.π., σ. 313 σημ. 8.
[19][19] Καλλιγάς, ό.π., σ. 376, Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 566, Οικονομίδης, ό.π., σ. 313, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 579, Στυμφαλιάδης, ό.π., σ. 201, ΑΠ 353/1961 ΝοΒ 1962, 16.
[20][20] Καλλιγάς, ό.π., σ. 376, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 579, ΕφΑθ 252/1891 Θ. Β’ 283.
[21][21] Καλλιγάς, ό.π., σ. 376, Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 567, Dernburg, ό.π., σ. 418, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 579, Α. Τούσης, ό.π., σ. 375, Απ. Γεωργιάδης, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, σ. 64, Φλώρος, ΕρμΑΚ ΕισΝ 58-59, αρ. 5.
[22][22] Καλλιγάς, ό.π., σ. 377 in f., Dernburg, ό.π., σ. 418, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 580.
[23][23] Καλλιγάς, ό.π., σ. 378, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 580.
[24][24] Καλλιγάς, ό.π., σ. 378, Οικονομίδης, ό.π., σ. 315 σημ. 18, Α. Τούσης, ό.π., σ. 374 σημ. 2. – Κατά Windscheid/Kipp, ό.π., σ. 570, θα πρέπει να εξετάζεται αν δικαιούται ο επιφανειούχος να ανεγείρει εκ νέου το έργο.
[25][25] Καλλιγάς, ό.π., σ. 378, Ι. Ζέπος, ό.π., σ. 580.
[26][26] Καλλιγάς, ό.π., σ. 378, Dernburg, ό.π., σ. 418.
[27][27] Οικονομίδης, ό.π., σ. 312.
[28][28] Οικονομίδης, ό.π., σ. 312. Βλ. και Κασίμη/Κιτσικοπούλου, ό.π., σ. 1473, ΕφΑθ 252/1891 Θ. Β’ 283. Όμως κατά τον Πετρόπουλο, Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου, 1963, σ. 758, το δικαίωμα αναγνωρίσθηκε για πρώτη φορά ως εμπράγματο στο Ιουστινιάνειο δίκαιο (μέχρι τότε επρόκειτο για δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος).
[29][29] ΑΠ 1702/2009 ΕλλΔνη 2010, 724.
[30][30] Και δυνάμεθα να εξαγορασθούν. Βλ. άρθρ. 60-63 ΕισΝΑΚ, σχετικά δε Σπυριδάκη/Περάκη, ΑΚ, τόμος ΣΤ’ (ΕισΝ), υπό άρθρ. 60 έως 63, Φλώρο, εις ΕρμΑΚ 58-59.
[31][31] «Διάγραμμα εμπραγμάτου δικαίου υπό του υπό του Εισηγητού Πέτρου Θ.Θηβαίου», εις «Σχέδιον Αστικού Κώδικος εκπονηθέν υπό της Συντακτικής Επιτροπής, Εμπράγματον δίκαιον», 1936, σ. 11.
[32][32] Βλ. Θηβαίο, ό.π. (εις «ΣχΑΚ»), σ. 12 in f.: «Κατ’αρχήν, εν τη διαμορφώσει δικαιωμάτων επί του πράγματος, άτινα ως εκ της φύσεως και του προορισμού των συστέλλουσι το δικαίωμα της κυριότητος, είναι σκόπιμον να αναγνωρίζονται ή τοιαύτα, δι’ων ουχί αισθητώς περιορίζεται η κυριότης (πραγματικαί δουλείαι), ή τοιαύτα, εξαντλούντα μεν την κυριότητα, ων όμως η διάρκεια είναι πεπερασμένη χρονικώς (προσωπικαί δουλείαι)». Βλ. και «Αποφάσεις Αναθεωρητικής Επιτροπής επί του Διαγράμματος», ό.π., σ. 18: «Η επιφάνεια ως δικαίωμα εμπράγματον, μεταβιβάσιμον δια κληρονομίας και επομένως αείζωον, ήτο θεσμός πολύ παλαιοτέρων εποχών, περιπεσών παρ’ ημίν από πολλού εις αχρησίαν, αντικατασταθείς δε δια της πολυετούς μισθώσεως. Τούτο λαβούσα υπ’ όψιν η Συντακτική Επιτροπή, έκρινε σκοπιμώτερον να διαγράψη την επιφάνειαν, να ενισχύση δε την πολυετή μίσθωσιν...».
[33][33] Βλ. Θηβαίο, Γενική επισκόπησις, ό.π. (εις «ΣχΑΚ»), σ. 81: «Με την σημερινήν αντίληψιν περί της ιδιοκτησίας, μετατραπείσης εν πολλοίς από ατομικού δικαιώματος εις κοινωνικήν λειτουργίαν και προωρισμένης διά των διαφόρων υποχρεώσεων, αίτινες ήδη την συνοδεύουν, όπως εξυπηρετή και το κοινόν αγαθόν, πρέπει να ομολογηθή, ότι η συνύπαρξις θεσμού όπως ο της επιφανείας, ως δικαιώματος μη πεπερασμένου χρονικώς, αλλά μεταβιβαζομένου επ’άπειρον διά κληρονομίας, αποτελεί αναχρονισμόν και ότι η κοινή συνείδησις δεν ανέχεται, ιδιοκτήτης ασκεπούς χώρου, ανίκανος, αδιάφορον δια τίνα λόγον, να καταστήση τούτον χρήσιμον, ανεγείρων επ’αυτού οικοδόμημα, να μετατρέπη επί το διηνεκές εις φόρου υποτελή, δια του εδαφικού τελέσματος, τον δαπανήσαντα προς ανέγερσιν του οικοδομήματος. Σχέσις άγουσα περίπου εις το αυτό, διαρκείας, αδιάφορος αν πολλών ή ολίγων ετών, πάντως όμως χρονικώς πεπερασμένη, είναι νοητή, τοιαύτη δε η σχέσις της μισθώσεως».
[34][34] Βλ. σχετικά Φίλιου, Ενοχικό δίκαιο, ειδικό μέρος6, 2005, σ. 265, Αντάπαση εις Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ, 618 αρ. 10, Σπυριδάκη/Περάκη, ΑΚ, 618 αρ. 3.
[35][35] Βλ. Φλώρο εις ΕρμΑΚ ΕισΝ 58-59, αρ. 10.
[36][36] Μάλιστα οι δύο θεσμοί μπορούν να συνδυασθούν, βλ. άρθρο 19 § 5 ν. 3986/2011.
[37][37] Συνήθως το δικαίωμα ήταν «διηνεκές». Οικονομίδης, ό.π., σ. 314, Α. Τούσης, ό.π., σ. 374, Πετρόπουλος, Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου, 1963, σ. 757. Πρβλ. και Κ. Τριανταφυλλόπουλο, γνωμ., ΕΕΝ 1957, 539, ΕφΑθ 395/1899 Θ. ΙΑ’ 267, ΕφΑθ 42/1957 ΕΕΝ 1957, 583.
[38][38] Βλ. Ραψομανίκη, εις Γεωργιάδη/Σταθοπούλου ΑΚ 594 αρ. 3.
[39][39] Βλ. σχετικά Αντάπαση, εις Γεωργιάδη-Σταθοπούλου ΑΚ, 610 αρ. 1.
[40][40] Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο η επικαρπία ήταν δικαίωμα προσωποπαγές, βλ. Ι.Σόντη, Η υποκατάστασις των κληρονόμων του επικαρπωτού εις την επικαρπίαν κατά το ρωμ. Δίκαιον και τον ΑΚ, εις Ξένιον Ζέπου ΙΙΙ (1973), σ. 337 επ.
[41][41] Ό.π., σ. 367. – Για τη σχέση της επικαρπίας με το συγγενή θεσμό της εμφύτευσης βλ. Σόντη, Σχέσις επικαρπίας και εμφυτεύσεως κατά το ισχύσαν βυζαντινορρωμαϊκόν δίκαιον, ΕΕΝ 1962, 735 επ.
[42][42] Η υποκατάστασις των κληρονόμων εις την επικαρπίαν κατά το ρωμ. δίκαιον και τον ΑΚ, Ξένιον Ζέπου ΙΙΙ (1973), σ. 367 σημ. 84.
[43][43] Ο numerus clausus των εμπράγματων δικαιωμάτων σημαίνει πρώτον ότι τα εμπράγματα δικαιώματα ορίζονται περιοριστικά από το νόμο, χωρίς δυνατότητα δημιουργίας άλλων εθιμικά ή με ιδιωτική βούληση (Typenzwang), και δεύτερον ότι το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών είναι μόνο αυτό που ορίζεται στο νόμο (Typenfixierung). Βλ. Μπαλή, Εμπρ. Δίκαιον, § 1 αρ. 1, τον ίδιο, Γενικαί Αρχαί § 23 αρ. 2, Σόντη, Αι περιωρισμέναι προσωπικαί δουλείαι, 1957, σ. 2 επ., Τούση, Εμπρ. Δίκαιον, 1966, § 22 σημ. 2, Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, σ. 21, Σπυριδάκη, Περί εναλλαγής υποθηκικών τάξεων, 1969, σ. 128 επ., τον ίδιο, Η αρχή της «τυπικότητας» των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, ΝοΒ 26, 403 (=Σύγχρονα προβλήματα, σ. 161), Σπυριδάκη/Περάκη, ΑΚ, τόμος Γ’ υπό 973 σημ. 8. – Υπό την πρώτη έννοια (υπό την οποία εκλαμβάνεται εις ΑΚ 973) ο numerus clausus ισχύει οπωσδήποτε. Υπό τη δεύτερη ισχύει περιορισμένα (βλ. π.χ. ΑΚ 1118-1120, 1128, 1188, 1221).
[44][44] Το έχει ήδη κάνει, π.χ. με την εισαγωγή με την «κυμαινόμενη ασφάλεια» του ν. 2844/2000.
[45][45] Βλ. Σόντη, ό.π., σ. 5, Σπυριδάκη, ό.π., σ. 129, Απ. Γεωργιάδη, ό.π., σ. 23. – Ο γράφων φρονεί ότι η δικαιολογία αυτή επιβάλλει κατ’ ακριβολογία την αρχή όχι του «κλειστού αριθμού» των εμπράγματων δικαιωμάτων αλλά της «συγκράτησης» του αριθμού των.
[46][46] Σπυριδάκης, ό.π., σ. 129, Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σ. 22.
[47][47] Βλ. π.χ. A. Weill, Droit civil, les biens (1974), σ. 11: «Il ne faut pas voir dans le droit de superficie un démembrement de la propriété: ce droit consiste dans le droit de propriété qu’un individu, le superficiaire, exerce sur ce qui dépasse le sol (…). Le droit de superficie n’est pas un droit réel particulier; il s’agit seulement de la division d’une chose entre deux propriétaires, les deux propriétés sont distinctes».
[48][48] Βλ. Lévy/Castaldo, Histoire du droit civil, 2002, σ. 358, Weill, Droit civil, les biens2 (1974) αρ. 591, Colin/Capitant (-Julliot de la Morandière)11, I (1947) αρ. 1056, Planiol/Ripert (- Picard), III (1926) αρ. 330 επ., J.–P. Marty, La dissociation juridique de l’immeuble – Contribution à l’étude du droit de superficie (thèse, 1977).
[49][49] Κυρίως (σήμερα) του bail à construction, που ρυθμίζεται από τα άρθρα L.251-1 επ. του décret της 31.5.1978 (Code de la construction de l’habitation).
[50][50] Εκτός από τα συστηματικά έργα αστικού δικαίου, βλ. και Barca/Marvasi, La superficie2, 2004, Salis, La superficie2, 1958, Bonaccorsi-Pallottino, La riforma del regime d’uso dei suoli edificabili – Materiali giuridici per un dibattito sulla separazione dello “jus aedificandi” dal diritto di proprietà, 1975, Gambaro, Jus aedificandi e nozione civilistica della proprietà, 1975, Palermo, L’enfiteusi – La superficie – Gli usi civici – Gli oneri reali, 1965.
[51][51] Για το Erbbaurecht υπάρχει στη Γερμανία πλούσια βιβλιογραφία. Βλ. π.χ. Ingenstau/Hustedt, Kommentar zum Erbbaurecht9, 2009, Oefele/Winkler, Handbuch des Erbbaurechts4, 2004, Glaser, Das Erbbaurecht in der Praxis2, 1975, σύντομα δε Palandt/Bassenge, BGB63, 2004, σ. 2743 επ.
[52][52] Η ρύθμιση θυμίζει εκείνη της § 2 της γερμανικής ErbbRG.
[53][53] Βλ. (ενδεικτικά) Barnsley, Conveyancing law and practice, London, 1973, σ. 273 επ.
[54][54] Παρέκκλιση όμως εισάγεται και από το άρθρο 1001 ΑΚ.
[55][55] Έτσι η αιτιολογική έκθεση: «Η παρέκκλιση συνίσταται στο ότι τα επί του εδάφους κτίσματα μπορούν να είναι συστατικά του ακινήτου και ταυτόχρονα να αποτελούν αντικείμενα χωριστού εμπραγμάτου δικαιώματος, κάτι που αποκλείεται από τα παραπάνω άρθρα».
[56][56] «Ein Grundstϋck kann in der Weise belastet werden….».
[57][57] Έτσι άρθρο 955 ΙταλΑΚ, § 1 Ι ErbbRG, άρθρο 675 ΕλβΑΚ.
[58][58] Έτσι η ρύθμιση του άρθρ. 956 ΙταλΑΚ: «Non può essere costituita o trasferita la proprietà delle piantagioni separatamente dalla proprietà del suolo». – Προφανής είναι η σημασία τούτου ως προς την κτήση των καρπών (ΑΚ 1064 επ.).
[59][59] Βλ. άρθρο 954 παρ. 3 ΙταλΑΚ (που αναγνωρίζει όμως αντίθετη συμφωνία) και § 13 της γερμανικής ErbbRG. Αντίθετα το άρθρ. L. 251-7 του γαλλικού Code de la construction et de l’habitation επιτρέπει τη δικαστική λύση του bail à construction, αν το οικοδόμημα καταστράφηκε από τυχηρό ή ανωτέρα βία.
[60][60] Κτήση του δικαιώματος δια χρησικτησίας γίνεται δεκτή στο γαλλικό δίκαιο. Βλ. Weill, Droit civil, les biens, 1974, σ. 593. Από άποψη θετέου δικαίου η σύσταση επιφανείας δεν πρέπει να αποκλείεται, όχι όμως και όταν το δικαίωμα συνιστάται επί δημόσιων κτημάτων.
[61][61] Βλ. Σπυριδάκη, Κώδικας Οριζόντιας και Κάθετης Ιδιοκτησίας, 2011, σ. 20, 162, Σπυριδάκη/Περάκη, ΑΚ 1002 αρ. 5, ΑΠ 540/1974 ΕΕΝ 1975, 192. Για την αρχή «το υπερώον χωρίς εδάφους ού κτάται τις μακρώ χρόνω» βλ. Καλλιγά, Εμπράγματον δίκαιον, 1879, σ. 371 επ.
[62][62] Κατά τον ΕλβΑΚ τέτοιες εμπράγματες συμφωνίες μπορεί να αφορούν: α) τα αποτελέσματα και την έκταση του δικαιώματος, ιδίως ως προς τη θέση, τη δομή, τον όγκο και τον προορισμό των κατασκευών, επίσης δε ως προς τη χρήση της μη οικοδομημένης επιφάνειας (άρθρο 779b), β) την αποζημίωση που ο κύριος του εδάφους πρέπει να καταβάλει στον επιφανειούχο για τα κτίσματα που του περιέρχονται κατά τη λήξη του δικαιώματος (άρθρο 779e), γ) το δικαίωμα του κυρίου του εδάφους για πρόωρη κατάργηση του δικαιώματος επιφάνειας (άρθρο 779h).
[63][63] Βλ. σχετικά άρθρο 21 § 4 ν. 3986/2011.
[64][64] Βλ. § 32 Ι ErbbRG. - Η αξίωση του κυρίου του εδάφους (Heimfallanspruch), η οποία υποχρεωτικά ακολουθεί την κυριότητα επί του εδάφους (§ 3 ErbbRG), μπορεί να ασκηθεί στις περιπτώσεις που προβλέπει η σύμβαση σύστασης του δικαιώματος (που έχει εμπράγματη ισχύ, δεσμεύει δηλ. και τους διαδόχους των μερών). Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να συνίστανται σε γεγονότα για τα οποία δεν είναι υπεύθυνος ο επιφανειούχος ή και σε γεγονότα για τα οποία είναι υπεύθυνος (κυρίως για μη καταβολή του εδαφονομίου). Το άρθρ. 779f ΕλβΑΚ αναφέρει τις περιπτώσεις που ο επιφανειούχος «excède gravement son droit reel ou viole gravement des obligations contractuelles». To άρθρ. 779g ΕλβΑΚ διευκρινίζει ότι για τον καθορισμό της αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη το πταίσμα του επιφανειούχου. Ορίζει επίσης ότι το δικαίωμα δε μεταβιβάζεται αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί ή εξασφαλισθεί. Όταν ο κύριος του εδάφους ασκεί την αξίωση μεταβίβασης (Heimfallanspruch) οφείλει να καταβάλει εύλογη (angemessene) αποζημίωση, για το ύψος της οποίας και τον τρόπο καταβολής της (όπως και για τον αποκλεισμό της - αποκλεισμός όμως δεν επιτρέπεται να συμφωνηθεί όταν το κτίσμα επί του οποίου συστήθηκε το δικαίωμα χρησιμοποιείται ως κατοικία, § 32 ΙΙ ErbbRG) επιτρέπονται συμφωνίες με εμπράγματο χαρακτήρα (§ 32 ErbbRG).
[65][65] Βλ. §§ 5 επ. ErbbRG.
[66][66] Βλ. § 27 Ι ErbbRG.
[67][67] Βλ. και άρθρο 779b ΕλβΑΚ, κατά το οποίο τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν «sur l’utilisation des surfaces non bâties mises à contribution par l’exercice du droit». Η συμφωνία έχει εμπράγματη ισχύ. Ζήτημα είναι αν τα μέρη (κύριος-επιφανειούχος) μπορούν να συμφωνήσουν τη σύσταση πραγματικής δουλείας, ώστε ο γύρω από το κτίσμα χώρος (ή ο χώρος πάνω από το κτίσμα, αν τούτο είναι υπόγειο) να εξυπηρετεί το κτίσμα. Κατά το γράφοντα αυτό είναι εφικτό: Ως κύριος του «άλλου ακινήτου» κατά ΑΚ 1118 μπορεί να θεωρηθεί και ο κύριος του κτίσματος (επιφανειούχος). Άλλο είναι το ζήτημα της σύστασης πραγματικής δουλείας επί του κτίσματος ως «δουλεύοντος», περί του οποίου το άρθρο 21 § 2 του ν. 3986/2010. Πάντως με τη συμφωνία του άρθρου 20 § 1 στ. η’ το ζήτημα μπορεί να καλυφθεί ικανοποιητικά χωρίς προσφυγή σε πραγματική δουλεία.
[68][68] Βλ. Weill, Droit Civil, les biens, 1974, σ. 594.
[69][69] Το Grundschuld (§§ 1191 επ. BGB) αφορά οφειλή του κτήματος ορισμένου ποσού. Το Reallast (§§ 1105 επ. BGB) αφορά οφειλή του κτήματος διαδοχικών παροχών. Για το Grundschuld βλ. Σπυριδάκη, Το δίκαιον της εμπραγμάτου ασφαλείας, τεύχος Α’ (1974), σ. 28, Μπαλή, Εμπράγματον δίκαιον, 1950 § 234.
[70][70] Βλ. «Σχέδιον Αστικού Κώδικος εκπονηθέν υπό της Συντακτικής Επιτροπής, Εμπράγματον δίκαιον», 1936, σ. 57 επ. (Π. Θηβαίος:) «Μεταφραζόμενος αυτολεξεί ο όρος Grundschuld, σημαίνει χρέος του κτήματος, ήτοι ουχί χρέος του κυρίου του κτήματος, το οποίον σημαίνει, ότι εκείνος, υπέρ του οποίου είναι εγγεγραμμένον το ιδιόρρυθμον αυτό εμπράγματον δικαίωμα, δεν είναι δανειστής του ιδιοκτήτου, αλλά από το κτήμα, ήτοι από την αξίαν αυτού έχει λαμβάνειν ωρισμένον πρόσωπον ωρισμένον ποσόν. Κατά τους ερμηνεύοντας το παράδοξον αυτό είδος της εμπραγμάτου ασφαλείας, δι’αυτού σκοπείται ο αυστηρός, όπως λέγουν, αποχωρισμός της ενοχικής από την εμπράγματον αξίωσιν, υπό την έννοιαν, ότι δύναται να υφίσταται απαίτησις κατά τινος κτήματος, χωρίς εκ τούτου να είναι οφειλέτης ο κύριος αυτού. Η έννοια, όσον και αν θεωρητικώς εμφανίζεται, ως μη στερουμένη λογικής βασιμότητος, εν τη εφαρμογή δεν έτυχεν ουδεμίας υποδοχής, μέχρι του σημείου μάλιστα, ώστε είναι ζήτημα από της εφαρμογής του Γερμ. Κώδικος να έχουν παρουσιασθή δύο ή τρεις περιπτώσεις. Ερμηνευτής δε δόκιμος, όπως ο Nussbaum, ον έχω υπ’όψιν, απροκαλύπτως και ανεπιφυλάκτως γράφει, ότι το είδος αυτό της ασφαλείας, όπως το διασκευάζει ο Γερμ. Κώδιξ, είνε τι αφύσικον, δυσχερέστατα δυνάμενον να κατανοηθή, άντικρυς προσκρούον εις τας συναλλαγάς. Υπό τοιούτους λοιπόν όρους, θα ήτο ευχής έργον να ηγνόει θεσμόν τοιούτον ο Κώδιξ ημών…».
[71][71] Όπως συμβαίνει, κατά τα γενικώς ισχύοντα, σε κάθε σύσταση ή μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος εξ επαχθούς αιτίας.
[72][72] Μάλιστα ο ΕλβΑΚ (άρθρ. 779i) δίδει τίτλο υποθήκης εκ του νόμου.
[73][73] Ειδικές διατάξεις περιέχει η γερμανική ErbbRG, που προστέθηκαν (ως § 9a) από το νόμο της 8.1.1974 (βλ. σχετικά Palandt/Bassenge BGB63, 2004, σ. 2750) και αφορούν μόνο τις περιπτώσεις κατοικιών. Αντίθετα τέτοιες διατάξεις δεν περιέχουν ούτε ο ΕλβΑΚ, ούτε ο ΙταλΑΚ.
[74][74] Συναφώς η γερμανική ErbbRG (§ 9 ΙΙΙ) ορίζει ότι η καθυστέρηση (τουλάχιστον) δύο ετών μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του κυρίου του εδάφους για μεταβίβαση της επιφάνειας σ’ αυτόν (Heimfallanspruch). Αν προβλεφθεί κάτι τέτοιο, η αξίωση μεταβίβασης θα μπορεί να ασκηθεί και κατά του ειδικού διαδόχου του επιφανειούχου, αφού αυτός θα αποκτά το δικαίωμα όπως τούτο βρισκόταν στο δικαιοπάροχό του. Όμοια ρύθμιση περιλαμβάνει το άρθρο 779f ΕλβΑΚ, κατά το οποίο αν ο επιφανειούχος «viole gravement des obligations contractuelles», ο κύριος του εδάφους μπορεί να προκαλέσει την πρόωρη επάνοδο του δικαιώματος (retour anticipé, Heimfall).
[75][75] Βλ. άρθρ. 779 § 2 ΕλβΑΚ, § 1 Ι ErbbRG.
[76][76] Και στη Γαλλία, στα πλαίσια του bail à construction ο «preneur» μπορεί να μεταβιβάσει «tout ou partie de ses droits ou les apporter en société».
[77][77] Έτσι η ρύθμιση και των άρθρ. 954 ΙταλΑΚ και L. 251-6 του γαλλικού Code de la construction et de l’habitation.
[78][78] § 6 ErbbRG.
[79][79] Άλλως § 8 ErbbRG.
[80][80] Αντίστροφα, κατά το γερμανικό δίκαιο (§ 26 ErbbRG) για το έγκυρο τη παραίτησης απαιτείται συναίνεση του κυρίου του εδάφους.
[81][81] Βλ. § 1 IV ErbbRG.
[82][82] Έτσι Palandt/Bassenge BGB63, 2004, σ. 2744.
[83][83] Αρθρ. 954 ΙταλΑΚ: «Il diritto di fare la costruzione sul suolo altrui si estingue per prescrizione per effetto del non uso protratto per venti anni».
[84][84] ΙταλΑΚ 953, ΕλβΑΚ 779c, ErbbRG § 12 ΙΙΙ. – Και το γαλλικό décret της 31.5.1978 (code de la construction et de l’habitation) προβλέπει (άρθρo L. 251-2) ότι κατά τη λήξη του bail à construction o bailleur γίνεται κύριος των οικοδομημάτων.
[85][85] Κατά την αιτιολογική έκθεση η μη αποζημίωση «ανταποκρίνεται στη μακροχρόνια φύση της επιφανείας και την πιθανότητα ότι κατά τη λήξη της η αξία των κτισμάτων που κατασκευάσθηκαν θα έχει ήδη προ πολλού αποσβεσθεί». Οι ξένες νομοθεσίες προβλέπουν αποζημίωση του επιφανειούχoυ από τον κύριο του εδάφους για τα κτίσματα που περιέρχονται στην κυριότητα του τελευταίου. Ο ΕλβΑΚ (άρθρ. 779d) προβλέπει «une indemnité equitable», η δε § 27 ErbbRG επιτρέπει συμφωνίες με εμπράγματη ισχύ που αφορούν την καταβλητέα αποζημίωση κατά τη λήξη του δικαιώματος («Vereinbarungen über die Höhe der Entschädigung und die Art ihrer Zahlung sowie ihre Ausschliessung»). Παρόμοιες συμφωνίες επιτρέπονται και από το άρθρ. 779e ΕλβΑΚ.
[86][86] Η απαγόρευση κατεδάφισης ή απομάκρυνσης των κτισμάτων (άρθρο 22 § 6) αφορά τέτοιες ενέργειες που γίνονται μετά την απόσβεση της επιφανείας ή και στα πρόθυρα της απόσβεσης. Κανονικά ο επιφανειούχος έχει το δικαίωμα – που έχει και οι κύριος – πλήρους διάθεσης του κτίσματος. Με τη συμφωνία όμως του άρθρου 20 § 1 θα είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο επιφανειούχος θα έχει δικαίωμα κατεδάφισης ή απομάκρυνσης των κτισμάτων.
[87][87] Πρβλ. § 30 ErbbRG, άρθρ. 954 § 2 ΙταλΑΚ.

σχτικό site to  http://www.coinsmania.gr/cms/

Σχόλια