Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων | Προϋποθέσεις υπαγωγής στο Ν.3869/2010. Διάσωση του 50% εξ αδιαιρέτου της κύριας κατοικίας 4/2014 ΕΙΡ ΝΙΚΑΙΑΣ

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit 
Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων | Προϋποθέσεις υπαγωγής στο Ν.3869/2010. Διάσωση του 50% εξ αδιαιρέτου της κύριας κατοικίας

4/2014 ΕΙΡ ΝΙΚΑΙΑΣ
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑ (Ν 3869/2010) Αριθμός 4/2014 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Νικαίας Νεκταρία Σμαΐλη και τη Γραμματέα Μαρία Ευσταθιάδου.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του, στις 18.12.2013, για να δικάσει την από 22.6.2013 και με αριθμό πράξης κατάθεσης 939/2.7.2013 αίτηση:

Της αιτούσας: ………………………….., κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Πετρούλας Μπούντρου.

Της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευση της [άρθρα 5 ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ]:

Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………………», εδρεύουσας στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίνας Γαρυφαλλάκη.

Της αιτήσεως αυτής δικάσιμος ορίσθηκε με την από 2.7.2013 σημείωση του Ειρηνοδίκη, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία:

Αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του αντίστοιχου πινακίου και άκουσε οσα περιλαμβάνονται στα σχετικά πρακτικά

Μελέτησε τη δικογραφία Σκέφτηκε σύμφωνα με το Νόμο

Στη διάταξη του άρθρου 9 του ν.3689/2010 ορίζεται η διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας και προστασίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη και, ειδικότερα, όσον αφορά στη δεύτερη ορίζεται ότι «Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας δεν είναι τελείως ανώδυνη για τον οφειλέτη, αλλά αυτός αναλαμβάνει μία πρόσθετη υποχρέωση, πέραν αυτής που του επιβάλλεται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του άρθρου 8 ν.3869/2010, η απαλλαγή από τα οποία είναι ανεξάρτητη από την εξυπηρέτηση του πρόσθετου χρέους για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Ειδικότερα, όταν το Δικαστήριο, κατ` εφαρμογή της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη ευνοϊκής ρύθμισης, αφού θα μπορούσε να διατάξει, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του ανωτέρω νόμου, τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας, την εξαιρεί από την εκποίηση, ρυθμίζει την ικανοποίηση των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις ανέρχονται μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, επιβάλλοντας στον οφειλέτη την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει ποσό ίσο με το 80% της αξίας αυτής. Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή, το Δικαστήριο καλείται, ουσιαστικά, να προβεί σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων των χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί 5ετία του αρθρ.8 παρ. 2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ` αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων των παλαιών χρεών του. Διαφορετική ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου το ποσό που θα οριστεί για τη διάσωση της κατοικίας με ανώτατο όριο το 80% της αντικειμενικής της αξίας της, έχοντας τη δυνατότητα να καθορίσει το ανωτέρω ποσό σε μικρότερο από το προκύπττον από το ανωτέρω ποσοστό (έτσι: Αθ. Κρητικός, ό.π., σ.217, παρ. 24), δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη γραμματική διατύπωση της διάταξης, αφού η επίδικη φράση αναφέρεται όχι σε δυνατότητα του Δικαστηρίου προσδιορισμού του ποσοστού, αλλά στο ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνσης του οφειλέτη, με την έννοια ότι, εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μεγαλύτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του, θα απαλλαγεί του πέραν του 80% ποσού της οφειλής. Μία αντίθετη ερμηνεία της διάταξης θα οδηγούσε σε απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, σύμφωνα με τη ρύθμιση του αρθ. 8 παρ. 5, ακόμα και με μηδενικές καταβολές και, με την παράλληλη ρύθμιση του αρθρ. 9 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, σε μικρές καταβολές, δυσανάλογες της αξίας της κύριας κατοικίας του, με διατήρηση του περιουσιακού του αυτού στοιχείου. Ταυτόχρονα, οι πιστωτές θα στερούνταν ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη τους για την ικανοποίηση μέρους, έστω, των απαιτήσεων τους, πράγμα αντίθετο με το σκοπό του νόμου, όπως αυτός συνάγεται τόσο από τη διάταξη του αρθρ. 9 παρ.1 που δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει την εκποίηση και της κύριας κατοικίας, όσο και απ` αυτή του αρθ. 4 παρ. 1 που επιβάλλει στον οφειλέτη την υποχρέωση στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών που θα υποβάλει να λαμβάνει υπόψη, με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών όσο και την περιουσία και τα εισοδήματα του. Εξάλλου, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου, μ` αυτόν δίνεται μεν η δυνατότητα στον οφειλέτη να απαλλαγεί από τα χρέη του, εφόσον όμως δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των πιστωτών του, ειδικά, δε, επί διάσωσης της κύριας κατοικίας του, η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον οφειλέτη υπό τους όρους και διαδικασίες που δεν θα θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών. Εφόσον ο οφειλέτης δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην πρόσθετη αυτή υποχρέωση, εναπόκειται στη βούληση του η εξαίρεση ή μη της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, αφού το δικαστήριο μπορεί να τη διατάξει μόνο μετά από αίτημα του και όχι αυτεπάγγελτα. Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του αρθρ. 9 παρ. 2 του ν.3869/2010, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση, επιβάλλοντας του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον, όμως, τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80%, θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τη διάρκεια της σύμβασης δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε η πίστωση στον οφειλέτη, καθορίζει περίοδο τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οφειλής, η διάρκεια της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη. Σε αντίθεση με ότι συμβαίνει για τις καταβολές στο πλαίσιο του άρθρου 8 παρ.2, ο νόμος, στην περίπτωση εξαίρεσης της κύριας κατοικίας, δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών. Γενικά κριτήρια είναι η ηλικία του οφειλέτη, η παρούσα οικονομική του κατάσταση και η προοπτική βελτίωσης της, χωρίς να τυγχάνει, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 του νόμου, κατά την οποία υπάρχει δυνατότητα ορισμού και μηδενικών καταβολών. Ο οφειλέτης, προκειμένου να διασώσει την κύρια κατοικία του, είναι αναγκασμένος να καταβάλει στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, τις δόσεις που θα ορίσει το Δικαστήριο, έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα που μόλις επαρκούν για τη διαβίωση του. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ανωτέρω νόμου, να ορίσει κάποια περίοδο χάριτος, κάποια, δηλαδή, χρονική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να καταβάλει κανένα ποσό στο πλαίσιο της παραπάνω διάταξης. Για τη χορήγηση της περιόδου χάριτος δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, η διάρκεια της, δε, δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά επαφίεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΜΠρ Θεσ. 17753/2012 ΝΟΜΟΣ, Ειρ. Πάτρας 2/2011 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚατ. 13/2013 αδημ.).

Με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς την πιστώτρια της, που αναφέρεται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά τη ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, όπως αυτή εκτίθεται, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ 3 του Ν 3869/2010 σε συνδυασμό με τα αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ) καθόσον από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη όμοια αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της. Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 του Ν.3869/2010, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από τον Ν 4161/2013 και συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχουν κατατεθεί τα γραμμάτια προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής και δεν έχει επιτευχθεί προδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της πιστώτριας. Η μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση τυγχάνει αόριστη διότι δεν αναλύεται με σαφήνεια το κόστος των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και διότι δεν περιγράφεται με ακρίβεια η οικονομική κατάσταση αυτής κατά τον χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον κατά την διάταξη του άρθρου 4 ο νόμος απαιτεί την αναφορά α) της κατάστασης των εισοδημάτων της αιτούσας και του συζύγου της κατά την υποβολή της αίτησης β) την κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεων αυτών και γ) το σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Εξάλλου, τα προαναφερόμενα στοιχεία που προβάλει η πιστώτρια αποτελούν στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας.

Από την ένορκη επ` ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσια συνεδρίασης και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα, ηλικίας 58 ετών, είναι έγγαμη με τον ……………και έχει δύο οικονομικώς ανεξάρτητα ενήλικα τέκνα, Η ίδια εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος (βλ. κατάθεση μάρτυρα), ωστόσο από τον Ιανουάριο τους έτους 2011 μέχρι και τη συζήτηση της αίτησης είναι άνεργη. Η αιτούσα δεν λαμβάνει πλέον επίδομα ανεργίας και δε διαθέτει άλλη πηγή εισοδημάτων πλην αυτών του συζύγου της. Ο σύζυγος της είναι συνταξιούχος του ιδρύματος κοινωνικών ασφαλίσεων και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη γήρατος ποσού 933,28 ευρώ, η οποία αποτελεί το μοναδικό εισόδημα τους. Στις δαπάνες τους περιλαμβάνονται τα έξοδα του κόστους διαβίωσης τους αλλά και πρόσθετα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης καθόσον ο σύζυγος της αιτούσας πάσχει από καρκίνο του προστάτη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει την κυριότητα, κατά ποσοστό 50 % εξ` αδιαιρέτου, ενός διαμερίσματος, πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου, επιφανείας 77 τ.μ., που κείται επί της οδού ……………………., στον Κορυδαλλό Αττικής και το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της, ενώ ο σύζυγος της διαθέτει το υπόλοιπο ποσοστό κυριότητας επί του ανωτέρω ακινήτου (ήτοι 50 % εξ αδιαιρέτου), για την εξαίρεση του οποίου από την εκποίηση ο τελευταίος έχει υποχρεωθεί με απόφαση αυτού του Δικαστηρίου να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 194,80 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα ανέλαβε τα παρακάτω δάνεια οι οφειλές των οποίων έχουν ως εξής: 1) οφειλή από την υπ` αριθμ …………………σύμβαση στεγαστικού δανείου της «…………………………….», ποσού 52.915,22 ευρώ 2) οφειλή από την υπ`αριθμ. …………………….. σύμβαση στεγαστικού δανείου της «……………………………», ποσού 115.095,54 ευρώ (βλ. την από 7.9.2011 βεβαίωση οφειλών της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας «…………………») Με βάση τα ανωτέρω, το συνολικό ύψος των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται σε 168.010,76 ευρώ. Οι ως άνω οφειλές είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και ειδικότερα με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στην παραπάνω περιγραφόμενη κύρια κατοικία της οφειλέτριας. Η αιτούσα περιήλθε σε πραγματική, μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, η οποία οφείλεται στην μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων αυτής και του συζύγου της και στην αύξηση του κόστους διαβίωσης, λόγω της οικονομικής κρίσης, που πλήττει τη Χώρα τα τελευταία έτη. Η πιστώτρια ισχυρίζεται πως η αιτούσα περιήλθε δόλια σε αδυναμία πληρωμής διότι αυτή προέβη σε δανεισμό δυσανάλογο των δυνατοτήτων της. Δόλος όμως, εκ μέρους της οφειλέτριας δεν αποδείχθηκε καθόσον μόνο η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, η εξυπηρέτηση των οποίων είναι επισφαλής, δεν αποτελεί στοιχείο δόλου. Ο υπερβολικός δανεισμός, ο οφειλόμενος σε κακό υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του πιστουχου, είναι από τις κυριότερες αιτίες της θεσμοθέτησης του Ν.3869/2010. Εξάλλου σε κάθε δε περίπτωση οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να πληροφορούνται προηγουμένως μέσω των διατραπεζικών συστημάτων και της μηχανογραφικής μεταξύ τους επικοινωνίας που έχουν καθιερώσει, αλλά και από στοιχεία που ζητούν από τον επίδοξο πιστούχο, τις δυνατότητες των δανειστών προς αποπληρωμή των δανείων. Περαιτέρω, η πιστώτρια προέβαλε ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αιτούσας καθόσον η τελευταία χωρίς να λάβει υπόψη της τα συμφέροντα της πιστώτριας αιτείται μηδενικές καταβολές ενώ ταυτόχρονα ζητά την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της. Ο ανωτέρω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος καθόσον ο νόμος αξιώνει μεν από τον οφειλέτη τη σύνταξη της αίτησης με στάθμιση των δικών του συμφερόντων και αυτών των πιστωτών, πλην όμως, ο τελευταίος δύναται να προτείνει στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 5 και μηδενικό σχέδιο πληρωμών. Σε κάθε περίπτωση αν το Δικαστήριο κρίνει μη εύλογο και αποδεκτό το σχέδιο αποπληρωμής του οφειλέτη επεμβαίνει και διαμορφώνει αυτό αποκλίνοντας από τα αιτηθέντα (βλ. Ι. Βενιέρης, Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση 2η, σελ. 179). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, επειδή άλλα περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση των δανειστών δεν διαθέτει η αιτούσα, το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα οικογενειακά της εισοδήματα για χρονικό διάστημα πέντε ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της. Ας σημειωθεί ότι οι πραγματοποιηθείσες από την κατάθεση της αίτησης μέχρι και την έκδοση της απόφασης καταβολές συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα. Αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω στοιχεία καθώς και τα έξοδα των βιοτικών αναγκών της ίδιας και της οικογένειας της, η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 40,00 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των οφειλών της. Ειδικότερα, για την πρώτη οφειλή (σύμβαση στεγαστικού δανείου της «…………………» ποσού 52.915,22 ευρώ) η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλλει το ποσό των 12,60 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τη δεύτερη οφειλή (σύμβαση στεγαστικού δανείου της ίδιας πιστώτριας ποσού 115.095,54 ευρώ) η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλλει το ποσό των 27,40 ευρώ μηνιαίως. Από τις ανωτέρω μηνιαίες καταβολές για μία πενταετία θα καλυφθεί μόνο μέρος των απαιτήσεων της πιστώτριας και θα υπολείπεται συνολικά το ποσό των 165.610,76 ευρώ. Για την ικανοποίηση δε του υπόλοιπου των οφειλών της αιτούσας οι ανωτέρω επί πενταετία καταβολές θα συνδυαστούν με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθρ. 9 παρ. 2 Ν.3869/2010 ρύθμιση, εφόσον δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της πιστώτριας της αιτούσας και προβάλλεται σχετικό αίτημα από την τελευταία για εξαίρεση της κύριας κατοικίας της. Η αντικειμενική αξία αυτής ανέρχεται στο ποσό των 26.940,60 ευρώ (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου ακίνητης περιουσίας έτους 2010) και δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%. Κατ` ακολουθία, πρέπει να ορισθούν αντικειμενικής αξίας, ήτοι το ποσό των 21.552,48 ευρώ, ( 26.940,60 ευρώ η αντικειμενική αξία του ακινήτου Χ 80% αυτής). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το ποσό που θα καταβάλλει η αιτούσα στα πλαίσια αυτού του σκέλους της ρύθμισης, θα ανέρχεται σε 71,84 ευρώ μηνιαίως για είκοσι πέντε χρόνια (25 έτη Χ 12 μήνες = 300 μήνες Χ 71,84 ευρώ). Οι ως άνω μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί και περίοδος χάριτος διαρκείας 5 ετών. Σύμφωνα με όλα αυτά, η αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν και να ρυθμισθούν οι οφειλές της αιτούσας κατά τα οριζόμενα. Η απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο χρεών της έναντι των πιστωτών, θα επέλθει κατά νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3869/2010) υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων της, οι οποίες προβλέπονται από την ρύθμιση για μηνιαίες καταβολές επί μία πενταετία, με τη επιφύλαξη όμως της πραγματοποίησης των καθοριζομένων για τη διάσωση της κατοικίας της καταβολών, καθώς και με την επιφύλαξη της μεταβολής των εισοδημάτων της αιτούσας και της τυχόν τροποποίησης της παρούσας ρύθμισης. Κατόπιν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται (άρθρο 8 παρ. του Ν 3869/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ τις επί μία πενταετία μηνιαίες καταβολές της αιτούσας προς την πιστώτρια στο συνολικό ποσό των σαράντα ευρώ (40,00€) μηνιαίως, το οποίο θα διανέμεται συμμετρικά μεταξύ των οφειλών της προς την πιστώτρια, κατά τα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό και θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Οι πραγματοποιηθείσες από την κατάθεση της αίτησης μέχρι και την έκδοση της απόφασης καταβολές θα συνυπολογιστούν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και θα αφαιρεθούν κατά τους τελευταίους μήνες της πενταετίας πριν τη λήξη του.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι το 50 % εξ` αδιαιρέτου του διαμερίσματος πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου, επιφανείας 77 τ.μ., που κείται επί της οδού …………………………..στον Κορυδαλλό Αττικής.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κατοικίας της επί είκοσι πέντε (25) χρόνια το ποσό των εβδομήντα ενός ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (71,84 ευρώ) μηνιαίως. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα πέντε (5) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.). Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Νίκαια, στις 22/1/2014, σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριο συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι ήταν απόντες. Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΟΜΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Σχόλια