ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΠΔΔ

  Διάκριση δημόσιας (που δεν κατάσχεται) και ιδιωτικής (που κατάσχεται) περιουσίας του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.
  Στην ιδιωτική περιουσία ανήκουν οι πάσης φύσεως απαιτήσεις, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους. 
  Χρήματα από ανταποδοτικά τέλη δεν κατάσχονται, όχι γιατί δεν ανήκουν στην.... ιδιωτική περιουσία αλλά γιατί πρόκειται για απαιτήσεις που εξαρτώνται από αντιπαροχή και για τον λόγο αυτό είναι ακατάσχετες (982 παρ.1  περ. α ΚΠολΔ).
  Ο ισχυρισμός ότι γενικά και αόριστα ένας τραπεζικός λογαριασμός περιέχει και χρήματα προοριζόμενα για σκοπό , που τα καθιστά ανεπίδεκτα κατάσχεσης, δεν αρκεί για το ακατάσχετο των χρημάτων του λογαριασμού. 
   Δεν είναι ακατάσχετα χρήματα προερχόμενα από φόρους, ούτε προοριζόμενα για την μισθοδοσία του προσωπικού του δημοσίου ή ΝΠΔΔ. 
 Εξαίρεση στις παραπάνω παραδοχές εισάγει η υπ' αριθμ. 223/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, το σκεπτικό της οποίας γενικευόμενο, αν γίνει δεκτό, τότε μπορεί να οδηγήσει στο ακατάσχετο κάθε τραπεζικής κατάθεσης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ (δεν εκπλήσσει, βέβαια, εν όψει της προσαρμογής και των δικαστικών αποφάσεων στις δημοσιονομικές ανάγκες του ελληνικού κράτους, ιδίως όταν πρόκειται για την πληρωμή μισθών εργαζομένων του δημοσίου- το ότι από το κατασχεθέν ποσό ίσως να περίμεναν να πληρωθούν κάποιοι εργαζόμενοι , που εργάζονται στην επιχείρηση, που επέβαλε την κατάσχεση, προφανώς δεν ευαισθητοποιεί κανέναν).   
     ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:17
Ετος:2002

Περίληψη
Κατάσχεση αξίωσης Ο.Τ.Α. για φόρους και τέλη σε χέρια τρίτων - Τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων - Τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) -. Πότε επιτρέπεται η κατάσχεση περιουσίας των Ο.Τ.Α. Τι περιλαμβάνεται στην ιδιωτική και στη δημόσια περιουσία Ο.Τ.Α. Κατασχετό αξίωσης Ο.Τ.Α. για Τ.Α.Π. Ακατάσχετο αξίωσης Ο.Τ.Α. για ανταποδοτικά τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων. Αντίθετη μειοψηφία.
Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 17/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β Σύνθεσης: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Καρατζά, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Αθανάσιο Κρητικό, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Χρήστο Μπαλντά, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ανάργυρο Πλατή - Εισηγητή, Ευριπίδη Αντωνίου και Χρήστο Μπαβέα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2002, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο Γουίλμινγκτον της πολιτείας του Ντέλαγουερ (Delaware) των Η.Π.Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ.Ξ..
Της καθής η κλήση - αναιρεσίβλητης:...
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΕΣ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ.Τ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκε η 4119/2000 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2001 αίτησή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1364/2001 απόφαση του Ζ' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όσον αφορά τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 11-7-2001 κλήση της αναιρεσείουσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε την παραδοχή του παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όσον αφορά το τέλος ακίνητης περιουσίας και τους φόρους και την απόρριψη αυτού, όσον αφορά τα ανταποδοτικά τέλη (καθαριότητας, φωτισμού, απορριμμάτων).
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 11.7.2001 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας η από 11.1.2001 αίτηση για αναίρεση της 4119/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς τον πρώτο λόγο της, που παραπέμφθηκε με την απόφαση 1364/2001 του Ζ' Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ., επειδή η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου. Ο λόγος αυτός εγείρεται από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και αφορά το ζήτημα αν είναι κατασχετές απαιτήσεις Ο.Τ.Α. από α) δημοτικά τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων και β) τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.). ΙΙ. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το πρωτοδικείο δίκασε επί της από 10.10.1999 ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά της, σύμφωνα με το άρθρο 925 ΚΠολΔ αρνητικής δήλωσης της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε από την αναιρεσείουσα αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής της, κατά του Δ. Π., η οποία της έχει επιδικασθεί με απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που κηρύχθηκε εκτελεστή στην ημεδαπή. Η αναιρεσείουσα κατέσχε κάθε απαίτηση, του, ως άνω, Δ. κατά της αναιρεσίβλητης εταιρίας, για την καταβολή δημοτικών τελών καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων και Τ.Α.Π. Απέρριψε δε την ανακοπή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι η αναγκαστική κατάσχεση απαίτησης του ΟΤΑ από τις αιτίες αυτές είναι ανεπίτρεπτη γιατί πρόκειται για δημοτική περιουσία εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ.
ΙΙΙ. Η περιουσία των ΟΤΑ διακρίνεται : α) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα) που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους, παρέχουν στους Ο.Τ.Α. οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Η "ιδιωτική περιουσία" των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη "δημόσια περιουσία" είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Στην «ιδιωτική περιουσία» των Ο.Τ.Α. περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησής τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες τους. Αυτή είναι και η βασική διαφορά από τη «δημόσια περιουσία», διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημοτικό ή κοινοτικό σκοπό με τη "χρήση" τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης. Τυχόν αποστέρηση των ΟΤΑ από τη δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία τους θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, γι αυτό δε το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά «εκτός συναλλαγής», με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητάς τους, η αναγκαστική κατάσχεσή τους. Δεν συντρέχουν όμως οι λόγοι αυτοί ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 966 ΑΚ, στις απαιτήσεις των ΟΤΑ, έστω κι αν αυτές προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα», αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στους ΟΤΑ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των προς τρίτους οφειλών των ΟΤΑ από οποιαδήποτε αιτία. Τα έσοδα δε των ΟΤΑ από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εν γένει εσόδων τους. Επομένως αν αυτά ήταν ακατάσχετα, η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των ΟΤΑ θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο. Κρίνοντας συνεπώς το Πρωτοδικείο ότι από τις κατασχεθείσες στα χέρια της αναιρεσίβλητης, ως τρίτης, ως άνω απαιτήσεις του Δ. Π., το τέλος ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) είναι ακατάσχετο, με συνέπεια να κρίνει άκυρη την κατάσχεση που είχε επιβάλει επ αυτού η αναιρεσείουσα και συνακόλουθα να απορρίψει, ως μη νόμιμη, την ανακοπή, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 947 και 966 ΑΚ και πρέπει ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το σχετικό μέρος του, να γίνει δεκτός. Τα έσοδα όμως των ΟΤΑ από τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων, αν και δεν είναι καθεαυτά πράγματα ούτε συνεπώς εκτός συναλλαγής, δεν επιτρέπεται να κατασχεθούν διότι πρόκειται για απαιτήσεις που εξαρτώνται από αντιπαροχή (αναλ. 982 παρ. 1 περίπτ. α ΚΠολΔ). Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του από 24-9/20.10.1958 β.δ. «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων», προβλέπεται η επιβολή τελών με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται από το νομάρχη, ειδικότερα δε τελών : α) καθαριότητας των κοινόχρηστων εν γένει χώρων, περισυλλογής, αποκομιδής και διάθεσης των απορριμμάτων κ.λπ και β) εγκατάστασης, συντήρησης και ηλεκτρικής ενέργειας για το φωτισμό των εν γένει κοινόχρηστων χώρων. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 22 τα έσοδα από τα τέλη φωτισμού διατίθενται αποκλειστικώς για τις δαπάνες φωτισμού, ενώ, κατά το άρθρο 17 του ν. 1080/1980 «περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών της περί των προσόδων των Ο.Τ.Α. νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων», το τέλος καθαριότητας και αποκομιδής απορριμμάτων καλύπτει υποχρεωτικώς τις εν γένει δαπάνες λειτουργίας της υπηρεσίας καθαριότητας, ήτοι τις αποδοχές του τακτικού και ημερομίσθιου προσωπικού, την προμήθεια και συντήρηση των μέσων αποκομιδής απορριμμάτων και καταβρέγματος, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη που σχετίζεται με τη διεξαγωγή, τη λειτουργία και την εν γένει βελτίωση της υπηρεσίας αυτής, οι διατάξεις δε αυτές εφαρμόζονται και επί πάντων των υπό των δήμων και κοινοτήτων επιβαλλόμενων ανταποδοτικών τελών και δικαιωμάτων. Τέλος, με την παράγραφο 12 του άρθρου 25 του ν. 1828/1989, τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, που προβλέπονται από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του β.δ. 24-9/20.10.1958, ενοποιούνται σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος. Το τέλος αυτό επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, για την αντιμετώπιση των δαπανών παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κάθε άλλης δαπάνης από παγίως παρεχόμενες στους πολίτες δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα, κατά δε την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 215 και 216 παρ. 1 εδ. γ του π.δ. 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), τα ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα αποτελούν τακτικά έσοδα των ΟΤΑ και εγγράφονται στον οικείο προϋπολογισμό. Εν όψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα του ενοποιημένου τέλους τούτου, που ευθέως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν να μη διατίθενται για άλλους σκοπούς τα έσοδα από το τέλος αυτό, να αντικρύζονται δηλαδή οι δαπάνες των υπηρεσιών που καλύπτονται από το τέλος αυτό με τα έσοδα από το εν λόγω τέλος, που εισάγονται στον προϋπολογισμό του οικείου Ο.Τ.Α., πρέπει, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 982 παρ. 1 περίπτ. α ΚΠολΔ, το τέλος αυτό, ως εξαρτώμενο από αντιπαροχή, να θεωρηθεί ως ακατάσχετη απαίτηση των ΟΤΑ. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 5 του π.δ. 410/1995, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 29 του ν. 2703/1997, σύμφωνα με την οποία «η εξυπηρέτηση του δανείου (των ΟΤΑ) δεν επιτρέπεται να γίνεται από έσοδα που προέρχονται από εξειδικευμένες επιχορηγήσεις ή από τα ανταποδοτικά τέλη ή από το τμήμα των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων που προορίζονται για επενδυτικές δραστηριότητες των ΟΤΑ (ΣΑΤΑ). Επιτρέπεται η λήψη δανείου, με εκχώρηση εσόδων για την ασφάλειά του, από ανταποδοτικά τέλη, με την προϋπόθεση ότι το δάνειο συνάπτεται για την εξυπηρέτηση της αντίστοιχης υπηρεσίας, χάριν της οποίας επιβάλλονται τα ανταποδοτικά τέλη, και στην οποία (διάταξη) επαναλαμβάνεται η ίδια, ως άνω, αρχή του ειδικού προορισμού των εσόδων από τα ανταποδοτικά τέλη. Εφόσον, συνεπώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκε, αν και με άλλο αιτιολογικό, ότι από τις κατασχεθείσες στα χέρια της αναιρεσίβλητης, ως τρίτης, ως άνω απαιτήσεις του Δ. Π., τα τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων είναι ακατάσχετα, συνακόλουθα δε απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, η ανακοπή της αναιρεσείουσας όσον αφορά τα τέλη αυτά, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης είναι ορθό και πρέπει, κατ εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ κατά το σκέλος του που αφορά την κατάσχεση των εν λόγω ανταποδοτικών τελών.
Μειοψηφούν εννέα (9) μέλη του Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος Σ. Μ. και οι Αρεοπαγίτες Πέτρος Κακκαλής, Γρηγόριος Φιλιππάτος, Παναγιώτης Φιλιππόπουλος, Κωνσταντίνος Βαρδαβάκης, Γεώργιος Ναυπλιώτης, Ανάργυρος Πλατής, Ευριπίδης Αντωνίου και Χρήστος Μπαβέας, τα οποία έχουν τη γνώμη ότι ναι μεν το άρθρο 966 ΑΚ αναφέρεται στα ενσώματα πράγματα, επιβάλλεται όμως αναλογική εφαρμογή του και στις απαιτήσεις των ΟΤΑ που πηγάζουν από έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου. Διότι δια των δημοτικών και κοινοτικών εσόδων από έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου χρηματοδοτούνται δημοσιολογικές αποκλειστικώς δαπάνες, απαραίτητες για τη λειτουργία των ΟΤΑ. Πρόκειται επομένως για έσοδα ειδικού σκοπού ο οποίος τους προσδίδει το χαρακτήρα «εκτός συναλλαγής», για το λόγο δε αυτό οι απαιτήσεις των ΟΤΑ από φόρους και τέλη, προοριζόμενες εν γένει για την εξυπηρέτηση των δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών, είναι ακατάσχετες. Ειδικότερα, τα έσοδα από φόρους και τέλη, ανταποδοτικά ή μη, προορίζονται από την ίδια τους τη φύση και από την αποστολή των ΟΤΑ, στο σύνολό τους, για συγκεκριμένες, ανά κονδύλιο του προϋπολογισμού, δαπάνες, οι οποίες δεν είναι ανεκτό να παραμείνουν ανεκπλήρωτες.
Πρέπει ακολούθως να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας όσο αυτή αναφέρεται στην κατάσχεση στα χέρια της αναιρεσίβλητης, ως τρίτης, της από το ΤΑΠ απαίτησης του Δ. Π., να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς την απόφαση 4119/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Π., κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαϊου 2002.

Πρόεδρος:Στέφανος Ματθίας.
Εισηγητές:Α. ΠΛΑΤΗΣ
Λήμματα:Κατάσχεση αξίωσης Ο.Τ.Α. για φόρους και τέλη σε χέρια τρίτων ,Τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων ,Τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.)




ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 
Δικαστήριο:ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος:ΘΗΒΩΝ
Αριθ. Απόφασης:222
Ετος:2012

Περίληψη
Κατάσχεση σε βάρος ΟΤΑ στα χέρια τρίτου (Τράπεζας) - Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Υπολογισμός τόκου που οφείλει Δήμος - Τίτλοι βάσει των οποίων είναι επιτρεπτή η εκτέλεση κατά του Δημοσίου -. Υπέρβαση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση. Καθορισμός της αμοιβής αυτής βάσει του άρθρ. 127 του Κώδικα Δικηγόρων. Μη νόμιμος ο υπολογισμός με 6%. Απαγόρευση κατάσχεσης της περιουσίας που έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού. Κατάσχεση σε λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος για ποικίλα έσοδα των ΟΤΑ, όπως μισθοδοσία, ανταποδοτικά τέλη και φόροι. Έννοια μισθού. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που εξαιρούν τις διαταγές πληρωμής από τους εκτελεστούς τίτλους είναι αντισυνταγματικές.
Κείμενο Απόφασης

Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών

Αριθ. 222/2012


(...…) Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίσιν ανακοπής, ο ανακόπτων Δήμος, διατείνεται ότι μη νόμιμο είναι το κονδύλι των τόκων της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, καθότι έπρεπε να υπολογίζεται με 6% ετησίως. Παραταύτα, ο λόγος είναι ουσία αβάσιμος καθότι εάν δεν υπολογισθούν οι τόκοι με το επιτόκιο που ισχύει για τους ιδιώτες αναγνωρίζεται υπέρ διαδίκων ευνοϊκή μεταχείριση (βλ. ΕΔΔΑ Μεϊδάνης κατά Ελλάδας Δ 2008. 704, ΕφΑθ 4279/2007 Δ 2008. 392, ΜΠρΘηβ 236/2009, ΠΠρΑθ 2516/2003 Δ 2004).
     Με τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής, ο ανακόπτων εκθέτει ότι για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των ΟΤΑ γίνεται εκτέλεση με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών και ότι αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού. Ότι εν προκειμένω η κατάσχεση έγινε στο λογαριασμό που ο ανακόπτων τηρεί στην Τράπεζα **, όπου συγκεντρώνονται ποικίλα έσοδα των ΟΤΑ, όπως μισθοδοσίας, ανταποδοτικά τέλη και φόροι, που προορίζονται για την εξυπηρέτηση δημοτικών σκοπών και είναι ακατάσχετοι. Ο συγκεκριμένος, αορίστως προβάλλεται καθότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο ποιο αποδοτικό τέλος συγκεντρώνεται στο λογαριασμό στον οποίο έγινε η κατάσχεση, ώστε να κριθεί ότι συνιστά όντως ανταποδοτικό τέλος. Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση του ανακόπτοντος ότι στο λογαριασμό συγκεντρώνεται ποσό από τους φόρους. Επιπροσθέτως ο ανακόπτων δεν αναφέρει ποίο ποσοστό εκ του ποσού που βρίσκεται στο λογαριασμό προέρχεται από ανταποδοτικό τέλος ή φόρο. Με αυτόν τον τρόπο όμως δεν δύναται να αντικρουσθεί και εν τέλει να κριθεί αν το ποσό το οποίο ευρίσκεται στο λογαριασμό προέρχεται από ανταποδοτικό τέλος και σε τι ποσοστό, καθότι αυτός ο λογαριασμός είναι ο μοναδικός που τηρείται από τον ανακόπτοντα, όπως αποδεικνύεται από την από 26.3.2010 δήλωση τρίτου (κατ’ άρθρο 985 ΚΠολΔ). Σύμφωνα επομένως με τα παραπάνω αν δεν επιτρεπόταν κατάσχεση στο λογαριασμό αυτού ουσιαστικά η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τον ΟΤΑ θα απέβαλε κάθε περιεχόμενο (βλ. ΟλΑΠ 17/2002, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής ως αόριστος. Επιπροσθέτως και κατ’ επάλληλη σκέψη πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανακόπτων συνομολογεί ότι στον λογαριασμό αυτόν συγκεντρώνονται «ποικίλα έσοδα». Προκύπτει δηλαδή ότι στο λογαριασμό αυτόν συγκεντρώνονται όλα τα έσοδα του ανακόπτοντος, ώστε τα έσοδα των ανταποδοτικών τελών να χάνουν την ιδιαιτερότητά τους αφού αναμειγνύονται με τα υπόλοιπα έσοδα. Όσον αφορά δε στους φόρους είναι σαφές ότι οι φόροι και τα τέλη δεν είναι ακατάσχετα και δεν περιλαμβάνονται στη δημόσια αλλά στην ιδιωτική περιουσία του ΟΤΑ (ΑΠ (Ολ) 17/2002 ΝΟΜΟΣ). Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό περί μισθών είναι σαφές ότι τα χρήματα που υπάρχουν στο λογαριασμό δεν είναι «μισθός». Κάποιο τμήμα αυτών ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί για την καταβολή μισθών, μέχρις όμως να περιέλθουν στους ίδιους τους υπαλλήλους δεν συνιστούν μισθό κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 882 § 2 περ. δ. ΚΠολΔ. Επιπλέον δεν έχουν προορισμό να εξυπηρετήσουν ειδικό δημοτικό σκοπό, αλλά παρέχουν το μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του ΟΤΑ.
     Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του, ο ανακόπτων Δήμος εκθέτει ότι η κατάσχεση στην διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, καθότι δεν θεωρείται δικαστική απόφαση και δεν εκτελείται, αφού ουδεμία υποχρέωση συμμόρφωσης παράγουν για τους ΟΤΑ. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 95 § 5 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 2 § 3, 14 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/ 1997) σαφώς συνάγεται ότι προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ. με τις οποίες επιδικάζονται εις βάρος τους χρηματικές απαιτήσεις. Στους δε τίτλους αυτούς περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 627 επ. ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, οι οποίες ναι μεν εκδίδονται από δικαστή δίχως προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθ’ ου μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά το νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο Δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικά με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφενός μεν επιλύουν διαφορές, αφετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, διότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής όσο και ως προς την απαίτηση. Η προβαλλόμενη από τον ανακόπτοντα νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 20 ν. 3301/2004, η οποία προστέθηκε στο άρθρο 1 του ν. 3068/2002 και κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σε αυτήν εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκεινται στις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Διεθνούς Συμφώνου και ως εκ τούτου είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή έκδοση διαταγής πληρωμής (συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων) σε βάρος του ΟΤΑ (βλ. ΑΠ 2347/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ (Ολ) 21/2001 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1837/ 2007 ΝοΒ 2007. 1143, ΕφΑθ 4486/2006 ΝοΒ 2007. 679 και ΕΣ 226/2010 (ΠΡΑΞΗ-Τμ VII). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ’ αριθ. …/2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών κατέστη τελεσίδικη και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου σύμφωνα με το άρθρο 633 § 2, δεδομένου ότι επιδόθηκε στον ανακόπτοντα με τις υπ’ αριθ. 3795Β/ 6.10.2009 και 3970Β/5.11.2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θήβας Κ.Α.**, χωρίς να ασκηθεί η ανακοπή κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου πρέπει ν’ απορριφθεί.
     Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα ανάμεσα στους διαδίκους.

Πρόεδρος:Κ. Φλετούρη, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι:Κ. Χαλβατζής, Λ. Κτιστάκις
Λήμματα:Κατάσχεση σε βάρος ΟΤΑ στα χέρια τρίτου (Τράπεζας) ,Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ,Υπολογισμός τόκου που οφείλει Δήμος ,Τίτλοι βάσει των οποίων είναι επιτρεπτή η εκτέλεση κατά του Δημοσίου





ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος:ΠΡΕΒΕΖΗΣ
Αριθ. Απόφασης:223
Ετος:2012

Περίληψη
Κατάσχεση σε βάρος ΟΤΑ στα χέρια τρίτου (Τράπεζας) - Αναστολή εκτελέσεως. Κατάσχεση ιδιωτικής περιουσίας δημοσίου, ΟΤΑ, ν.π.δ.δ. - Έννοια δημοσίου σκοπού μιας δημόσιας υπηρεσίας -. Στην ακατάσχεση δημόσια περιουσία εντάσσονται και τα χρήματα που προορίζονται για την κάλυψη των υποχρεωτικών δαπανών του Δήμου και έχουν συμπεριληφθεί στον προϋπολογισμό αυτού. Δεκτή η αίτηση αναστολής, καθόσον το ποσό του Δήμου που κατασχέθηκε ήταν η μισθοδοσία των υπαλλήλων του που ανήκει στην ως άνω ακατάσχετη περιουσία του.
Κείμενο Απόφασης

Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας

(Ασφαλιστικά μέτρα)

Αριθ. 223/2012

(...…) Η περιουσία των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οποίους συγκαταλέγονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης διακρίνεται: Α) σε πράγματα (ενσώματα αντικείμενα), τα οποία έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν δια της χρήσεώς τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης και Β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εμμέσως μόνο δια της αξίας ή των προσόδων τους παρέχουν στα οικονομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών και τη λειτουργία τους (ΟλΑΠ 17/2002, ΑΠ 2354/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 ν. 3068/2002 «Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού». Για τη διάκριση δε ανάμεσα στη δημόσια και ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων και εν γένει ΟΤΑ, αναγκαία είναι, κατ’ αρχήν, η ανίχνευση των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, έτσι όπως τα ορίζει η διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ. Στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι «πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοτών, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών». Το άρθρο 966 ΑΚ κηρύσσει τα δημόσια πράγματα εκτός συναλλαγής και απαγορεύει επομένως κάθε πράξη, όπως η κατάσχεση ή η αναγκαστική εκτέλεση που μπορεί να οδηγήσει στην απαλλοτρίωσή τους, χωρίς βέβαια να αποκλείεται η μεταβίβασή τους από ένα δημόσιο οργανισμό σε άλλο, που άλλωστε δεν αποτελεί αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 17 του Συντάγματος. Εξαιρούνται, ως εκ τούτου, τα δημόσια πράγματα από τις συναλλαγές και έτσι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, χάριν ακριβώς του εξυπηρετουμένου αυτού συμφέροντος, το οποίο, ειδικότερα, διαφέρει ανάλογα με την κατηγορία: Για τα κοινά σε όλους το εξυπηρετούμενο συμφέρον συνίσταται, κυρίως, στην απόλαυση από όλους βασικών στοιχείων του περιβάλλοντος (αέρας, θάλασσα), για τα κοινόχρηστα στην εξυπηρέτηση της κοινής χρήσης υδάτων, οδών, πλατειών, αιγιαλών, λιμανιών, όρμων, οχθών πλεύσιμων ποταμών, μεγάλων λιμνών και οχθών τους (ΑΚ 967), για τα πράγματα που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών στη δυνατότητα ειδικής χρήσης τους κατά το σκοπό τους. Τα πράγματα ειδικής χρήσεως, που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών σκοπών, συνθέτουν την έννοιά τους υπό το πρίσμα δύο στοιχείων: α) το σκοπό που τα πράγματα αυτά εξυπηρετούν και β) τον προορισμό τους προς εξυπηρέτηση. Δημόσιος γενικά σκοπός είναι εκείνος που έχει αναχθεί σε σκοπό της πολιτείας και επιδιώκεται μέσα από τον μηχανισμό μιας δημόσιας υπηρεσίας με τη χρήση των μέσων του δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, δημόσιος σκοπός είναι ο σκοπός μιας δημόσιας υπηρεσίας, αλλά και οι επιδιωκόμενοι σκοποί από όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που ασκούν διοίκηση. Περαιτέρω, η έννοια του προορισμού του πράγματος σε εξυπηρέτηση σημαίνει την ειδική, αποκλειστική και ουσιαστική αφιέρωση του πράγματος στις ανάγκες της δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να εξυπηρετείται καλύτερα ο δημόσιος σκοπός (Σπ. Παππάς σε Κατ’ άρθρο Ερμηνεία ΑΚ, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, τόμος V, 2004, υπό άρθρο 966). Εξάλλου, η δημόσια περιουσία του κράτους περιλαμβάνει τα πράγματα που υπηρετούν αυτούσια δημόσιους σκοπούς και είναι αμέσως απαραίτητα για την εκπλήρωση των λειτουργιών του κράτους, ενώ η ιδιωτική περιουσία του κράτους αποτελείται από τα πράγματα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία συμβάλλουν στην εκπλήρωση δημοσίων σκοπών όχι αυτουσίως και άμεσα, αλλά έμμεσα με τις προσόδους και την αξία τους. Κρίσιμο λοιπόν κριτήριο εν προκειμένω είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί το πράγμα. Έτσι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ο σκοπός που επιδιώκεται με το πράγμα, ώστε στη συνέχεια να ενταχθεί αυτό στη δημόσια ή την ιδιωτική περιουσία του κράτους και εντεύθεν να ελεγχθεί αν υπόκειται ή όχι σε αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δανειστών του. Εν κατακλείδι, δεν αρκεί ότι η φερόμενη ως δημόσια περιουσία του κράτους (ενσώματο αντικείμενο κινητό ή ακίνητο) είναι ικανή να θεραπεύσει δημόσιους σκοπούς, αλλά θα πρέπει να έχει ήδη και αφιερωθεί στη θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού. Επιπροσθέτως, θα πρέπει τούτη η αφιέρωση, κατά της αρχές της αναλογικότητας, να είναι απολύτως απαραίτητη, με αντικειμενικά μέτρα, ελεγχόμενα από το Δικαστήριο, για την εκπλήρωση του δημοσίου αυτού σκοπού. Τέλος, τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν μέσο ασκήσεως κρατικής οικονομικής πολιτικής, ανήκουν στη δημόσια περιουσία και όχι στην ιδιωτική (ορ. Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 1997, σ. 667 επ.). Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και τα χρήματα που προορίζονται για την κάλυψη των υποχρεωτικών δαπανών του δήμου και έχουν συμπεριληφθεί στον προϋπολογισμό αυτού κατά τις διατάξεις των άρθρων 159 επ. ν. 3463/2006 (αποδοχές προσωπικού, γραφική ύλη, δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, τέλη ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κ.λπ.). Τα χρήματα αυτά είναι ακατάσχετα, διότι είναι αφιερωμένα στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω αναγκών, μη υποκείμενα σε επαύξηση, ενώ ενδεχόμενη κατάσχεσή τους θα είχε βαρύτατες κοινωνικές επιπτώσεις, αφού στην ουσία θα οδηγούσε στην αναστολή της λειτουργίας του Δήμου, δεδομένου ότι τα έργα και οι υπηρεσίες που πρέπει να εκτελούνται (ακόμη και αυτές που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση της απλής καθημερινότητας των πολιτών) δε θα μπορούν να εκτελεσθούν ελλείψει της επερχόμενης ανικανότητας του δήμου να προμηθευθεί ακόμη και πρώτη ύλη.
     Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών ζητεί την ακύρωση της από 26.3.2012 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της υπ’ αριθ. …/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και του από 6.4.2012 κατασχετήριου εγγράφου εις χείρας της ** ως τρίτης, για τον λόγο ότι το ποσό που κατασχέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί στην παραπάνω τράπεζα είναι ακατάσχετο, καθώς ως μισθοδοσία των υπαλλήλων του ανήκει στην δημόσια περιουσία του. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του αιτούντος, Κ.Φ.**, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος, καθώς το ποσό των 38.788,20 ευρώ που κατέσχεσε ο καθ’ ου η αίτηση εις χείρας της ** βρίσκεται κατατεθειμένο στον υπ’ αριθ. … τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί ο αιτών για την μισθοδοσία των υπαλλήλων του. Ο λογαριασμός αυτός τηρείται κατά την διάταξη του άρθρου 12 της ΥΑ 2/37345/0004/2010 και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καταβολή των μισθολογικών αμοιβών του προσωπικού του που αμείβεται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών. Είναι δηλαδή ο ενδιάμεσος λογαριασμός στον οποίο κατατίθεται από την Ε.Α.Π. η μισθοδοσία των ως άνω προσώπων και στην συνέχεια το σύστημα ΔΙΑΣ φροντίζει για την μεταφορά των ποσών στους ατομικούς λογαριασμούς των αμειβομένων (άρθρο 13 της παραπάνω ΥΑ). Τα ποσά αυτά της μισθοδοσίας όσο βρίσκονται στον εν λόγω ενδιά-μεσο λογαριασμό αποτελούν δημόσια περιουσία που προορίζεται αποκλειστικά για την μισθοδοσία του προσωπικού του ν.π.δ.δ. και εξυπηρετεί ειδικά προσδιορισμένο δημόσιο σκοπό. Κατόπιν αυτών, πιθανολογείται ότι ακύρως επιβλήθηκε κατάσχεση στο παραπάνω ποσό. Συνεπώς πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, όπως επίσης πιθανολογείται και ότι η συνέχιση της εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτούντα. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να ανασταλεί η επισπευδόμενη από τον καθ’ ου η αίτηση αναγκαστική εκτέλεση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ’ ου η αίτηση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, κατόπιν της υποβολής σχετικού νομίμου αιτήματος από τον τελευταίο, με το έγγραφο σημείωμά του (άρθρα 178 § 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 191 § 2 του ΚΠολΔ).
     [Δέχεται την αίτηση και αναστέλλει την εκτελεστική διαδικασία].

Πρόεδρος:Α. Παπαθανασίου, Πρόεδρος Πρωτοδικών
Δικηγόροι:Α. Τάσσης, Κ. Ρεμεντζά
Λήμματα:Κατάσχεση σε βάρος ΟΤΑ στα χέρια τρίτου (Τράπεζας) ,Αναστολή εκτελέσεως. Κατάσχεση ιδιωτικής περιουσίας δημοσίου, ΟΤΑ, ν.π.δ.δ. ,Έννοια δημοσίου σκοπού μιας δημόσιας υπηρεσίας - ΠΗΓΗ ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΤΣΑΛΙΚΙΔΗ
 

Σχόλια