Σύμβαση ανανέωσης ενοχής. Αποτελέσματα αναίρεσης τελεσίδικης απόφασης. Ειδικότερα για την εφετειακή απόφαση. «Πράγματα» κατά την 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Αποδοχή πραγμάτων ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Έλλειψη νόμιμης βάσεως. -Διατάξεις: ΑΚ: άρθ. 436 ΚΠολΔ: άρθ. 321, 561, 559, 579, 580, 581 Αριθμός 851/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

- Σύμβαση ανανέωσης ενοχής. Αποτελέσματα αναίρεσης τελεσίδικης απόφασης. Ειδικότερα για την εφετειακή απόφαση. «Πράγματα» κατά την 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Αποδοχή πραγμάτων ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Έλλειψη νόμιμης βάσεως.
- Κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με το σκοπό καταργήσεως, με νέα ενοχή (ανανέωση) που περιλαμβάνει είτε .....
τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη και άλλο δανειστή. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή για την σύσταση της ανανεώσεως απαιτείται: α) να λάβει χώρα σύμβαση μεταξύ των μερών της νέας ενοχής, δηλαδή μεταξύ του δανειστού και του οφειλέτου της νέας ενοχής. β) να υφίσταται ήδη χρέος, δηλαδή παλαιά ενοχή γ) εις αμφότερα τα μέρη να υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση καταργήσεως της παλαιάς ενοχής δια της συστάσεως νέας. Η σύμβαση ανανεώσεως γίνεται είτε μεταξύ των ίδιων υποκειμένων της παλαιάς ενοχής είτε προς νέο οφειλέτη ή νέο δανειστή.
- Από το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί, αποβάλλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη και επομένως παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 και επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση δε αναιρέσεως της εφετειακής αποφάσεως και παραπομπής της υποθέσεως προς συζήτηση της ασκηθείσης εφέσεως ενώπιον του Εφετείου είναι νόμω παραδεκτή η υποβολή από τον εφεσίβλητο και νέων πραγματικών ισχυρισμών προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 περ. α' ΚΠολΔ), που δεν είχαν προταθεί κατά την προηγηθείσα συζήτηση της εφέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση.
- Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).
- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελιώδη, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1085/1999).
- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Διατάξεις:

ΑΚ: άρθ. 436
ΚΠολΔ: άρθ. 321, 561, 559, 579, 580, 581

Αριθμός 851/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: α) Της ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "ΧΧΧ Ε.Ε" μετά από μετατροπή της ομορρύθμου εταιρείας "XXX Ο.Ε", όπως αυτή διορθώνεται στην ορθή επωνυμία "XXX Ε.Ε", που εδρεύει στην XXX Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και β) XXX, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Άγγελος Μαργαρίτης.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Κρανιώτης, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.06.1998 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7104/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 17.06.2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 719/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε μερικά την 7104/2002 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 4881/2006 του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28.12.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση τα ης αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 579§ 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί, αποβάλλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη και επομένως παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 και επ. Κ.Πολ.Δ. ισχύ δεδικασμένου. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Στην περίπτωση δε αναιρέσεως της εφετειακής αποφάσεως και παραπομπής της υποθέσεως προς συζήτηση της ασκηθείσης εφέσεως ενώπιον του Εφετείου είναι νόμω παραδεκτή η υποβολή από τον εφεσίβλητο και νέων πραγματικών ισχυρισμών προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 περ. α' Κ.Πολ.Δ.), που δεν είχαν προταθεί κατά την προηγηθείσα συζήτηση της εφέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 11/1996). Στην κρινομένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επί της από 18.6.1998 ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία εζήτησαν την ακύρωση της υπ' αριθμ. 6820/1998 διαταγής πληρωμής για το ποσό των 10.000.000 δραχμών, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 81/2000 απόφαση από το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την οποία η άνω ανακοπή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 7104/2002 απόφαση από το Εφετείο, με την οποία, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η άνω ανακοπή και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής για το πέραν των 4.485.533 δραχμών ποσό. Κατά της εν λόγω εφετειακής αποφάσεως ο εφεσίβλητος άσκησε αναίρεση και επ' αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 719/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 7104/2002 απόφαση του Εφετείου. Κατά την πρώτη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της ανωτέρω εφέσεως των αναιρεσειόντων, ο αναιρεσίβλητος, ως εφεσίβλητος, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και διατήρηση του διατακτικού της εκκληθείσης πιο πάνω αποφάσεως, προέβαλε, για πρώτη φορά, τον ουσιώδη ισχυρισμό περί ανανεώσεως του χρέους, η οποία ανανέωση απετέλεσε την δικαιολογητική αιτία της εκδόσεως των συναλλαγματικών από την πρώτη αναιρεσείουσα, τις οποίες τριτεγγυήθηκε η δεύτερη, με βάση τις οποίες εξεδόθη η διαταγή πληρωμής. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και ακολούθως απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια με το να λάβει υπόψη "πράγμα" μη προταθέν, γι' αυτό και ο από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. II. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελιώδη, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1085/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε αυτή μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία το Εφετείο εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την ύπαρξη συμβάσεως ανανεώσεως χρέους (ένορκη κατάθεση μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την συζήτηση της ανακοπής, νομίμως προσαχθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια με το να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με το σκοπό καταργήσεως, με νέα ενοχή (ανανέωση( που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη και άλλο δανειστή. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή για την σύσταση της ανανεώσεως απαιτείται: α) να λάβει χώρα σύμβαση μεταξύ των μερών της νέας ενοχής, δηλαδή μεταξύ του δανειστού και του οφειλέτου της νέας ενοχής. β) να υφίσταται ήδη χρέος, δηλαδή παλαιά ενοχή. γ) εις αμφότερα τα μέρη να υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση καταργήσεως της παλαιάς ενοχής δια της συστάσεως νέας. Η σύμβαση ανανεώσεως γίνεται είτε μεταξύ των ίδιων υποκειμένων της παλαιάς ενοχής είτε προς νέο οφειλέτη ή νέο δανειστή. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά, αναφορικώς με την ύπαρξη του επιδίκου χρέους, για το οποίο, κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, εξεδόθη κατά την αναιρεσειόντων η υπ' αριθμ. 6820/1998 διαταγή πληρωμής για το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Η πρώτη ανακόπτουσα-εκκαλούσα είναι ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία ήδη έχει μετατραπεί σε ετερόρρυθμη εταιρεία και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την αγορά και πώληση οίνων. Για το σκοπό αυτό προμηθευόταν κατά τη διάρκεια των ετών 1985 έως 1993 διάφορες κατά περίπτωση ποσότητες οίνου τόσο από την ατομική επιχείρηση του εφεσίβλητου όσο και από την εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "XXX Ε.Π.Ε". Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η πρώτη εκκαλούσα προμηθεύτηκε από την ατομική επιχείρηση του εφεσιβλήτου διάφορες ποσότητες οίνου συνολικής αξίας 10.909.806 δραχμών. Έναντι του ποσού αυτού κατέβαλε στον εφεσίβλητο σε μετρητά και εξοφλώντας διάφορες συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί χάριν καταβολής του τιμήματος το συνολικό ποσό των 6.424.273 δραχμών, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια και τις συναλλαγματικές που έχουν εξοφληθεί και συνεπώς απέμεινε οφειλόμενο προς τον εφεσίβλητο υπόλοιπο ύψους 4.485.533 δραχμών. Επίσης η πρώτη εκκαλούσα κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα προμηθεύτηκε από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "XXX Ε.Π.Ε", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο εφεσίβλητος, διάφορες ποσότητες οίνου συνολικής αξίας 30.991.716 δραχμών. Έναντι του ποσού αυτού κατέβαλε στον εφεσίβλητο υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας αυτής το συνολικό ποσό των 15.210.600 δραχμών, όπως και η ίδια συνομολογεί στην ανακοπή της και συνεπώς απέμεινε οφειλόμενο προς την παραπάνω εταιρεία υπόλοιπο ύψους 15.781.116 δραχμών. Άλλες καταβολές της πρώτης εκκαλούσας για τις παραπάνω οφειλές της προς τον εφεσίβλητο και την εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο εταιρεία δεν αποδείχτηκαν. Για την παραπάνω συνολική οφειλή της ύψους 20.266.649 δραχμών το Νοέμβριο του 1995 η πρώτη εκκαλούσα συμφώνησε με τον εφεσίβλητο να αποδεχτεί εις διαταγή του πέντε συναλλαγματικές ποσού 5.000.000 δραχμών της καθεμίας, εκδόσεως του τελευταίου, στις οποίες συναλλαγματικές συμπεριλαμβάνονταν και οι μέχρι τότε οφειλόμενοι νόμιμοι τόκοι από την καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος των διάφορων ποσοτήτων οίνου. Έτσι στις 30-11-1995 εκδόθηκαν από τον εφεσίβλητο, μεταξύ άλλων, και οι επίδικες δύο συναλλαγματικές ποσού 5.000.000 δραχμών της καθεμίας εις διαταγή του ίδιου και λήξεως στις 30-12-1996, τις οποίες αποδέχθηκε η πρώτη εκκαλούσα και τριτεγγυήθηκε υπέρ αυτής η δεύτερη εκκαλούσα. Οι συναλλαγματικές αυτές εκδόθηκαν σε ανανέωση άλλων προηγούμενων συναλλαγματικών, οι οποίες δεν είχαν πληρωθεί κατά τη λήξη τους, και λόγω μη νόμιμης χαρτοσήμανσης τους ήταν άκυρες, ισχύουν όμως κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους. Κατά την έκδοση και αποδοχή των συναλλαγματικών αυτών στις 30-11-1995 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό προς την παραπάνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "XXX Ε.Π.Ε" να καταβληθεί στον εφεσίβλητο και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας αυτής Ψ1 και για το λόγο αυτό εκδόθηκαν εις διαταγή του τελευταίου οι επίδικες συναλλαγματικές. Με τη συμφωνία αυτή επήλθε ανανέωση ως προς το πρόσωπο του δανειστή και προς τούτο συναίνεσε και η παλαιά δανείστρια ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια του νόμιμου εκπροσώπου της και εφεσίβλητου Ψ1. Η κατάρτιση της συμφωνίας αυτής προκύπτει από το κείμενο των δυο επίδικων συναλλαγματικών, αφού η πρώτη εκκαλούσα αποδεχόμενη τις συναλλαγματικές αυτές που είχαν εκδοθεί από τον εφεσίβλητο εις διαταγή του ιδίου αναμφιβόλως συμφώνησε το οφειλόμενο προς την ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ποσό να καταβληθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής και εφεσίβλητο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος των εκκαλουσών, ο οποίος κατέθεσε ότι από τις πωλήσεις διαφόρων ποσοτήτων οίνου προς τη πρώτη εκκαλούσα παρέμενε χρέος της τελευταίας προς τον εφεσίβλητο ύψους 4.000.000 δραχμών περίπου και προς την εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία ύψους 16.000.000 δραχμών περίπου, χωρίς όμως να γνωρίζει τις ειδικότερες συμφωνίες των διαδίκων κατά την έκδοση και αποδοχή των συναλλαγματικών, διότι δεν ήταν παρών. Με τα δεδομένα αυτά εφόσον μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να καταβληθεί το χρέος της πρώτης εκκαλούσας προς την ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στον εφεσίβλητο και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας αυτής και επήλθε έτσι ανανέωση με αλλαγή του προσώπου του δανειστή, ο τελευταίος νομίμως αξιώνει ως δικαιούχος της απαιτήσεως την καταβολή της στον ίδιο και ενομιμοποιείτο προς έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής με βάση τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές, που ισχύουν κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους. Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως αβάσιμο τον λόγο ανακοπή των αναιρεσειόντων, περί μη υπάρξεως της οφειλής για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6820/1998 διαταγή πληρωμής με βάση τις δυο συναλλαγματικές των 5.000.000 δραχμών η κάθε μία εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου και αποδοχής της πρώτης αναιρεσειούσης, τις οποίες τριτεγγυήθηκε η δεύτερη. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του με πληρότητα σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως, την οποία και εφήρμοσε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 4881/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Σχόλια