Με το άρθ. 39 ν. 3259/2004 υφίσταται υποχρέωση για επαναπροσδιορισμό των οφειλών από τις Τράπεζες. - Η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίησή τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ. σχετ. ΕφΑθ 7129/2006, 5139/2005, 423/2005, αδημ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, 2001, σελ. 120,121). -

-Με το άρθ. 39 ν. 3259/2004 υφίσταται υποχρέωση για επαναπροσδιορισμό των οφειλών από τις Τράπεζες.
- Η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίησή τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ. σχετ. ΕφΑθ 7129/2006, 5139/2005, 423/2005, αδημ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, 2001, σελ. 120,121).
- Ακόμα και στις περιπτώσεις.....
που έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις (στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται τέτοια απόφαση, αφού η, διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί καν απόφαση), οι οφειλέτες απαλλάσσονται από την καταβολή του υπερβάλλοντος ποσού της συνολικής οφειλής με βάση τον, επιβαλλόμενο από το νόμο, υποχρεωτικό επανυπολογισμό της.
-Στην επαναπροσδιορισθείσα οφειλή δεν προστίθενται τέλη, φόροι, έξοδα ή εισφορά. Ratio του αρ. 39 ν. 3259/2004.
-Το δικαίωμα της υπαγωγής στο ν. 3259/2004 δεν επηρεάζεται από τυχόν τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής.
- Αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να είναι ορισμένη έννομη σχέση, όπου ως έννομη σχέση νοείται κάθε βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη ή έννομη συνέπεια καθεαυτή (βλ. σχετ. ΑΠ 640/2003 ΝοΒ 52,33, ΑΠ 851/2002 ΕλΔνη 44, 1271). Αίτημα δε της κρινόμενης αγωγής είναι να αναγνωρισθεί ότι ο επίδικος αλληλόχρεος λογαριασμός έχει συγκεκριμένο κατάλοιπο, δηλαδή η έννομη συνέπεια (ύψος οφειλής) από την εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την έννομη σχέση των εναγόντων με την εναγομένη (αλληλόχρεος λογαριασμός) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπαγάγει την έννομη σχέση που τη συνδέει με τους ενάγοντες στο ορθό νομικό καθεστώς.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 14, 18, 25, 70, 176, 214Α, 368, 369, 371, 372, 379, 380, 633
Νόμοι: 3259/2004 άρθ. 39, 2789/2000 άρθ. 30, 2873/2000 άρθ. 47, 2912/2001 άρθ.42, 1083/1980 άρθ. 8, 2601/1998 άρθ. 12, 128/1975 Νατάσα-

Αριθμός 1821/2007

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Παναγιώτη Γιαννούλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κυριακή Κατσιβέλη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτριας και από τον Γραμματέα, Μιλτιάδη Ψυλλάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην 1-11-2006, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΦΟΙ XXX Ε.Ε.», που εδρεύει στα XXX Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) του ΧXX1 του XXX, 3) του XXX2 του XXX, 4) του XXX3 του XXX, όλοι κάτοικοι Δήμου XXX Χαλκιδικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο.

Της εναγομένης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Ανώνυμος Εταιρεία» (πρώην «ΑLΡΗΑ Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.»), με διακριτικό τίτλο «ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ», που εδρεύει στην Αθήνα (XXX) και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Νικόλαο Κανελλιά.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20.10.2005 αγωγή τους που κατατέθηκε με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΧΧΧ/2005 (αρ. πιν. ΣΤ ΧΧΧ) και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 1.11.2006. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 Ν. 3259/4-8-2004: «1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (δάνεια άνω των 2.201.000 ευρώ έως 31.12.1999 και δάνεια αρχικού κεφαλαίου άνω των 400.000 ευρώ ή δάνεια αγροτών). 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου -2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης..... 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει». Περαιτέρω, το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 (προσαρμογή του ελληνικού δικαίου με την οδηγία 98/26/ΕΚ της 19.5.1998), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του νόμου 2873/2000 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του νόμου 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλετών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι τις 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις, να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 ορίζονται τα εξής: «Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, από τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000, δεν δύναται να υπερβεί το παρακάτω πολλαπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή, προκειμέμου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης του ποσού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50%) του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31/12/1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31/12/1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν, μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31/12/2000. Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος». Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων (αρθρ. 30 Ν. 2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 42 του Ν. 2912/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149/4.8.2004), εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου από τους προαναφερόμενους νόμους, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή, να μην υπερβαίνει τα περιοριστικά αναφερόμενα στο νόμο αυτό πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές, ρυθμιζόμενες με τις διατάζεις του άρθρου 39 του νόμου αυτού αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις καθίσταται επίσης σαφές ότι στην τελική οφειλή δεν είναι δυνατό να προστεθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοδήποτε τέλος, φόρος, εισφορά ή έξοδα. Τούτο σαφώς συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση, τόσο του ως άνω άρθρου 42 Ν. 2912/2001, όσο και την αντίστοιχη του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, όπου ορίζεται ρητά ότι «... η συνολική οφειλή… δεν δύναται να υπερβεί....», η οποία διαφοροποιείται από την προηγούμενη του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπου οριζόταν ότι «η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση… δεν μπορεί να υπερβεί». Στην αντικατασταθείσα, δηλαδή, διάταξη προσδιοριζόταν ως συνολική οφειλή αυτή που περιελάμβανε μόνο τόκους, ενώ στη νέα διάταξη αναφέρεται μόνο η φράση «συνολική οφειλή», χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα καμία άλλη επιβάρυνση. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και με βάση τη ratio του νέου νόμου και το πνεύμα του νομοθέτη που θέλησε να απαλλάξει το δανειολήπτη από την υπέρμετρη επιβάρυνσή του, εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς που τα τελευταία χρόνια οδήγησαν σε απόγνωση και χρεοκοπία μεγάλο αριθμό οφειλετών δημιουργώντας μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Εξάλλου, εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στην διαμορφούμενη κατά τα ανωτέρω, τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη κλπ., θα το όριζε ρητά όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο νόμο 2789/2000, το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. α' του οποίου ρητά προέβλεπε την προαφαίρεσή τους από τις καταβολές, ρύθμιση όμως που δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο. Εξάλλου η από την ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001) καθιερούμενη απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να καταλογίζουν έξοδα σε βάρος των δανειοληπτών τους- έστω και αν περιέχεται στις κατ' ιδίαν συμβάσεις τους αντίθετος ρητός συμβατικός όρος- ούτε στο άρθρο 5, ούτε στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του προσθέτου (πρώτου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αντίκειται, αλλ’ απεναντίας συμπλέει και προς το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος, καθώς επίσης και στο άρθρο 5 αυτού [βλ. και Ολ.ΑΠ 2/1997-10/2003 Δ/νη 44 405-40/1998 Δ/νη 40, 46 και Εφ. Αθ. 4110/2004 αδημ. στο νομικό τύπο). Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρθρου 42 του νόμου, 2912/2001 φράση: «κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων», αναμφισβήτητα υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τους οφειλέτες διόγκωσης των υποχρεώσεών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει των υψηλών επιτοκίων και των υπέρμετρων ανατοκισμών που επιβάλλονταν, ως γενικοί όροι συναλλαγών, στους δανειολήπτες από αυτά. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι το νομοθετικό καθεστώς, το οποίο επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων που οφείλονταν στα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 8 παρ. 6 ν. 1083/1980 και 289/1980 απόφαση της ΝΕ) και το οποίο οδήγησε στην υπέρμετρη διόγκωση των οφειλών των δανειοληπτών, έχει ήδη καταργηθεί και δεν ισχύει για τις νέες τραπεζικές συμβάσεις (άρθρο 12 νόμου 2601/1998), ο δε ΕΦΤΕ καταργήθηκε ήδη οριστικά με το άρθρο 33 παρ. 1 του νόμου 2873/2000 από 1/1/2001. Επομένως οι πιο πάνω επιβαρύνσεις, και ανεξαρτήτως του αν αυτές . βαρύνουν τον δανειολήπτη απευθείας από το νόμο (π.χ. ΕΦΤΕ) ή από το πιστωτικό ίδρυμα (π.χ. εισφορά του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν,. 128/1975), το οποίο τους μετακυλύει και τους επιβάλλει, ως γενικούς 77στην ως άνω συνολική οφειλή. Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή καθιερώνεται διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναπροσαρμογή ή «επαναρρύθμιση», διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης, από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθορισθείσας οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα διαμορφωθεί με την εφαρμογή των προλεχθέντων διατάξεων. Σύμφωνα με το γράμμα αλλά και το σκοπό των διατάξεων αυτών, η υποχρέωση επανακαθορισμού των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων επιβάλλεται ως γενικός όρος για την ικανοποίησή τους, ενώ οι εξαιρέσεις από τη διαδικασία προβλέπονται περιοριστικά και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ. σχετ. ΕφΑθ 7129/2006, 5139/2005, 423/2005, αδημ., Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, 2001, σελ. 120,121).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους εκθέτουν ότι, δυνάμει της επικαλούμενης σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό καθώς και των πρόσθετων αυτής πράξεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ της πρώτης των εναγόντων, ετερόρρυθμης εταιρείας με αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή και εμπορία σιδήρου, ως πιστούχου, και της εναγομένης ως δανείστριας, η τελευταία της παρέσχε πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 25.000.000 δρχ. ή 73.367,57 €. Ότι στην ανωτέρω σύμβαση οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων υπέγραψαν ως εγγυητές. Ότι, κατά τη διάρκεια κίνησης της πιστώσεως χορηγήθηκαν συνολικά περί τα 250.000.000 δρχ. ή 733.675,72 € και μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού έγιναν καταβολές συνολικού ποσού περίπου 243.000.000 δρχ. ή 713.132,80 €. Ότι, παρά ταύτα, η εναγομένη προέβη μονομερώς, την 1/2/2001, στο κλείσιμο του λογαριασμού και στη συνέχεια εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 26/2001 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής για οφειλόμενο υπόλοιπο 59.655.049 δρχ. ή 175.069,84 €, η οποία κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες με επιταγή να καταβάλουν το ως άνω ποσό πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων. Ότι, για την πιο πάνω απαίτησή της η εναγομένη προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση και επέσπευσε πλειστηριασμό επί τριών ακινήτων του τετάρτου των εναγόντων. Ότι, τα ποσά που επιδικάστηκαν με την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής διαμορφώθηκαν λόγω επιβολής από την εναγομένη ανατοκισμού τόκων, δικαιοπραξία, όμως, που δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία των εναγόντων και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική και αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη. Ότι, υπέβαλαν εμπρόθεσμα στην εναγομένη αίτηση επανακαθορισμού του ύψους της οφειλής τους σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερόμενων νόμων, η τελευταία, ωστόσο, αρνήθηκε να τους υπαγάγει στο παραπάνω καθεστώς ισχυριζόμενη ότι το ύψος της συνολικής οφειλής τους, σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, ανέρχεται σε 360.554,34 ευρώ, δηλαδή περίπου διπλάσιο από το επιδικαζόμενο με την κοινοποιηθείσα σ' αυτούς διαταγή πληρωμής. Ότι, με τη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του νόμου 2912/2001, που είχε αντικαταστήσει τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του νόμου 2789/2000, ρυθμίστηκε η συνολική οφειλή από τις συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλόμενοι και ανείσπρακτων ακόμα από τις Τράπεζες ποσών, η οποία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από ανατοκισμούς τόκων και λοιπές επιβαρύνσεις. Ότι, ο υπολογισμός της οφειλής των εναγόντων με βάση την εν λόγω διάταξη καταλήγει σε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου συνολικού ύψους 97.071,33 €, και όχι του επικαλούμενου από την εναγομένη 360.554,34 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί, ότι το χρεωστικό σε βάρος τους υπόλοιπο, από τη συναφθείσα με την εναγομένη σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ανέρχεται σε 97.071,33 €, αντί των 175.069,84 ευρώ ή 360.554,34 ευρώ που ισχυρίζεται η εναγομένη, να υποχρεωθεί η τελευταία να υπαγάγει την ως άνω οφειλή στη -ρύθμιση του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και να .εφαρμόσει όλες τις ευνοϊκές διατάξεις της ως προς τον τρόπο αποπληρωμής της οφειλήςκαι να καταδικαστεί στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, αρμόδια καθ' ύλη και κατά τόπο φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 2, 18 παρ. 1 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κρίνεται νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις καθώς και σ' εκείνες των άρθρων 70, 176 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης της προηγήθηκε απόπειρα για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς κατ' άρθρο 214 Α' Κ.Πολ.Δ., η οποία, όμως, απέβη άκαρπη (βλ. σχετ. την από 4.7.2006 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων Σέφη Αναστασάκου).
Η εναγομένη με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της για την αντίκρουση της αγωγής ισχυρίζεται ότι: α) το κατάλοιπο του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί, καθόσον η εκδοθείσα κατά των εναγόντων 26/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, τους επιδόθηκε για δεύτερη φορά, χωρίς να ασκηθεί από τους τελευταίους ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά συνέπεια, έχει καταστεί τελεσίδικη. Τα ίδια δε πραγματικά περιστατικά επικαλείται η εναγομένη για να θεμελιώσει ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αγωγής από τους ενάγοντες. Ειδικότερα, επικαλείται ότι η ίδια έδειξε ανοχή στην καθυστέρηση εξόφλησης των υποχρεώσεων των εναγόντων, όταν δε εξέδωσε την 26/2001 διαταγή πληρωμής και προχώρησε σε αναγκαστική εκτέλεση κατ' αυτών, οι τελευταίοι δεν άσκησαν κανένα ένδικο βοήθημα, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την οφειλή τους. Ωστόσο, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμοι, καθόσον, ακόμα και αληθή υποτιθέμενα όσα εκθέτει η εναγομένη, ότι δηλαδή οι ενάγοντες δεν άσκησαν ανακοπή κατά της προαναφερόμενης εκδοθείσας σε βάρος τους διαταγή πληρωμής, οπότε αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη και δεν μπορεί αμφισβητηθεί η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση ούτε με την ανακοπή του άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ. (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 30/1987), δεν οδηγούν σε απόρριψη της κρινόμενης αγωγής, ούτε καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος που ασκείται με αυτή, για τους παρακάτω λόγους: Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 προστέθηκε στην παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 εδάφιο κατά το οποίο: « σε όσες από τις παραπάνω περιπτώσεις, εκτός εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31/12/2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν η πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παρ. 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον». Επομένως, κατά ρητή επιταγή του νομοθέτη, ακόμα και στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις (στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται τέτοια απόφαση, αφού η, διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί καν απόφαση), οι οφειλέτες απαλλάσσονται από την καταβολή του υπερβάλλοντος ποσού της συνολικής οφειλής με βάση τον, επιβαλλόμενο από το νόμο, υποχρεωτικό επανυπολογισμό της. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, με νεότερη νομοθετική ρύθμιση προβλέπεται ο ανακαθορισμός των χρεών των δανειοληπτών προς τις τράπεζες, με ευνοϊκότερους υπέρ αυτών όρους, αφού πολλά από αυτά είχαν υπερδεκαπλασιασθεί με τις διάφορες υπέρμετρες επιβαρύνσεις, κυρίως λόγω ανατοκισμού των τόκων υπέρ των τραπεζών και οι δανειολήπτες είχαν περιέλθει σε ιδιαιτέρως δυσχερή θέση (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 423/2005 αδημ.), β) ότι η αγωγή είναι αόριστη, καθόσον οι ενάγοντες επικαλούνται καταβολές που έγιναν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, ύψους 243.000.000 δρχ., χωρίς να τις προσδιορίζουν, ενώ κατά τον υπολογισμό του ποσού της οφειλής τους αυθαίρετα και παράνομα χρησιμοποιούν τον συντελεστή (2). Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος, αφού τα επικαλούμενα από αυτή πραγματικά περιστατικά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της υπόθεσης (ύψος οφειλής εναγόντων) και όχι στα στοιχεία του παραδεκτού του κρινόμενου δικογράφου (έναρξη, λήξη έννομης σχέσης με εναγόμενη, υπαγωγή ή μη από την τελευταία του αλληλόχρεου λογαριασμού στις διατάξεις του αρθρ. 39 Ν. 3259/2004), γ) ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί διότι, αφενός οι ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκησή της, αφετέρου διότι με αυτή επιδιώκεται η αναγνώριση υπαγωγής της επίδικης οφειλής στις διατάξεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, αντικείμενο που δεν ασκείται παραδεκτά με αναγνωριστική αγωγή. Σχετικά, πρέπει να σημειωθεί ότι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να είναι ορισμένη έννομη σχέση, όπου ως έννομη σχέση νοείται κάθε βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη ή έννομη συνέπεια καθεαυτή (βλ. σχετ. ΑΠ 640/2003 ΝοΒ 52,33, ΑΠ 851/2002 ΕλΔνη 44, 1271). Αίτημα δε της κρινόμενης αγωγής είναι να αναγνωρισθεί ότι ο επίδικος αλληλόχρεος λογαριασμός έχει συγκεκριμένο κατάλοιπο, δηλαδή η έννομη συνέπεια (ύψος οφειλής) από την εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την έννομη σχέση των εναγόντων με την εναγομένη (αλληλόχρεος λογαριασμός) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπαγάγει την έννομη σχέση που τη συνδέει με τους ενάγοντες στο ορθό νομικό καθεστώς. Το δε έννομο συμφέρον των εναγόντων για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής είναι πρόδηλο, αφού η εναγομένη με την συμπεριφορά της αμφισβητεί το ύψος της οφειλής των εναγόντων, γεγονός από το οποίο απειλείται οικονομική βλάβη στα συμφέροντά τους (αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των εναγόντων), για την αποτροπή της οποίας, η απόφαση που θα εκδοθεί αποτελεί πρόσφορο μέσο. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι νομικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, και τέλος δ) ότι η ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (προφανώς εκ παραδρομής αναφέρεται στις προτάσεις της εναγομένης ως αρθρ. 30 Ν. 2989/2000) όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 42 Ν. 2912/2001, δεν καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση, καθόσον θέτει χρονικό περιορισμό ως προς την καταγγελία των συμβάσεων την 31.12.2000, ενώ ο επίδικος λογαριασμός έκλεισε την 1.2.2001. Και αυτός ο ισχυρισμός της εναγομένης είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού μετά τις προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, όπου πράγματι ως προϋπόθεση εφαρμογής τους είχε τεθεί το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης κατά την 31.12.2000, ψηφίσθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, η οποία καταλαμβάνει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν την έναρξη της ισχύος του. Μοναδική δε προϋπόθεση για την υπαγωγή μίας έννομης σχέσης στις ρυθμίσεις της, προβλέπεται η υποβολή στα πιστωτικά ιδρύματα αίτησης από τους ενδιαφερόμενους έως 31.10.2004, η οποία, όπως προαναφέρθηκε έχει υποβληθεί από τους ενάγοντες.
Από τα νομίμως προσαγόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όσα από τα οποία δεν παρέχουν άμεση απόδειξη, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Δυνάμει της ΧΧΧ/11-11-1994 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό καθώς και των πρόσθετων αυτής πράξεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ της πρώτης των εναγόντων, ετερόρρυθμης εταιρείας με αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή και εμπορία σιδήρου, ως πιστούχου, και της εναγομένης ως δανείστριας, η τελευταία παρέσχε στην πρώτη πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 55.000.000 δρχ. ή 161.408,65 € (βλ. σχετ. την από 26.11.1996 πρόσθετη πράξη αυξήσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού). Με την ανωτέρω σύμβαση, στην οποία οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων κατά το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού. Η εναγομένη προέβη, την 1/2/2001, στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και επέδωσε στους ενάγοντες την από 1.3.2001 εξώδικη πρόσκλησή της, με την οποία τους κοινοποιούσε το κλείσιμο του λογαριασμού και τους καλούσε να καταβάλουν το ανεξόφλητο κατάλοιπό του. Στη συνέχεια, εξέδωσε την 26/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής για οφειλόμενο υπόλοιπο 59.655.049 δρχ ή 175.069,84 €, η οποία κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες με επιταγή να καταβάλουν το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 2.2.2001. Για την πιο πάνω απαίτησή της η εναγομένη προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση και επέσπευσε πλειστηριασμό επί τριών ακινήτων κυριότητος του τετάρτου των εναγόντων, που βρίσκονται στο Δήμο Μουδανιών Χαλκιδικής. Ενόψει της έκδοσης, όμως, των παραπάνω νόμων 2912/2001 και 3259/2004, οι οποίοι καταλαμβάνουν και την περίπτωση των εναγόντων, η εναγομένη είχε υποχρέωση επανυπολογισμού της οφειλής τους στην οποία και πράγματι προέβη. Ειδικότερα, κατόπιν της από 26.10.2004 εμπρόθεσμης αίτησης επαναπροσδιορισμού οφειλής που υπέβαλαν οι ενάγοντες στην εναγομένη, η τελευταία απήντησε την 12.1.2005 ότι, με βάση τους όρους της συμβάσεως η οφειλή τους, κατά την 4.8.2004, ανερχόταν σε 253.880,87 ευρώ, ενώ, με βάση τις διατάξεις των προαναφερόμενων νόμων, κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία (4.8.2004) ανερχόταν, σε 360.554,34 ευρώ, κατέληγε, δηλαδή, σε οφειλή μεγαλύτερη από το πράγματι οφειλόμενο, με βάση τα εμπορικά της βιβλία, και για το λόγο αυτό παρέμενε ως είχε. Οι ενάγοντες, ωστόσο, ισχυρίζονται, ότι ο πιο πάνω υπολογισμός δεν έγινε όπως ορίζουν οι νέες διατάξεις και συγκεκριμένα, ότι για τον υπολογισμό της βάσης της οφειλής η εναγομένη συνυπολόγισε παράνομα ανατοκισμό τόκων και .επιβαρύνσεις εξόδων, που χρεώνονταν από την ίδια σε όλη τη διάρκεια της κίνησης του λογαριασμού, καθώς και ότι, παρόλο που η τελευταία εκταμίευση έγινε την 17.3.1998, η εναγομένη χρησιμοποίησε συντελεστή (3) αντί του ορθού (2). Αν, δε, γινόταν με τον επιβαλλόμενο από τις εν λόγω διατάξεις τρόπο, θα κατέληγε σε χρεωστικό σε βάρος των εναγόντων υπόλοιπο ύψους 97.071,33 ευρώ. Ωστόσο, για τη διακρίβωση του πιο πάνω γεγονότος, δηλαδή την ύπαρξη ή μη του προαναφερόμενου χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος της πιστούχου απαιτούνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ειδικές γνώσεις επιστήμης (λογιστικής), ενόψει, τόσο της μακροχρόνιας λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού και των πολλών εκατέρωθεν χρεοπιστώσεων που έλαβαν χώρα, όσο και του είδους των κονδυλίων που χρεώθηκαν (τόκοι συμβατικοί, υπερημερίας, ανατοκισμού, έξοδα κλπ.) και τα οποία αμφισβητούνται από αμφότερες τις διάδικες πλευρές. Πρέπει, επομένως, να αναβληθεί η έκδοση της οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και να διαταχθεί η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης (άρθρα 368, 369, 371, 372, 379, 380 Κ.Πολ.Δ.), να ορισθεί δε πραγματογνώμονας- λογιστής ο οποίος θα γνωμοδοτήσει εγγράφως σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση της οριστικής του απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που θα γίνει με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονα τον ΧΧΧ του ΧΧΧ, Λογιστή- Φοροτεχνικό Α' τάξεως, οδός ΧΧΧ ΧΧ, ΤΚ ΧΧΧ, ΧΧΧ, τηλ. ΧΧΧ, ΧΧΧ που περιέχεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος κατά πρώτον θα δώσει τον προβλεπόμενο όρκο ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τότε που θα του επιδοθεί η παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια, αφού λάβει υπόψη του τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2001 όπως αυτές ισχύουν σήμερα, μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και τροποποίηση με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004, αποφανθεί εγγράφως για τα παρακάτω ζητήματα: Α. α) Ποιο είναι το ποσό των κάθε είδους τόκων (συμβατικών και καθυστερήσεως) που οφείλονται για το ένδικο ως άνω δάνειο που έλαβε η πρώτη ενάγουσα δυνάμει της ΧΧΧ/11 -11 -1994 σύμβασης πιστώσεως, με ανοικτό λογαριασμό από την εναγόμενη Τράπεζα, β) Εάν καταλογίστηκαν σε βάρος της δανειολήπτριας και τόκοι τόκων (εάν έγινε δηλαδή και ανατοκισμός), γ) Σε καταφατική περίπτωση, για ποιο χρονικό διάστημα, μετά την αναφερομένη στην αγωγή τελευταία χορήγηση, στις 17-3-1998 καταλογίστηκαν τέτοιοι τόκοι τόκων (υπερημερίας), έγινε δηλαδή τέτοιος εκτοκισμός τόκων για διάστημα μικρότερο ή μεγαλύτερο μάλιστα, των τριών μηνών, εφεξής και πότε. Β. Εάν καταλογίστηκαν τόκοι τόκων, σε ποια κονδύλια καταλογίστηκαν, ποιο είναι το συγκεκριμένο ποσό (των ανατοκισμών) για το κάθε κονδύλιο (χωριστά και συνολικά). Γ. Στην περίπτωση που, όλα τα κονδύλια, που υπολόγισε η Τράπεζα ή μερικά απ' αυτά (και ποια) περιλαμβάνουν και τόκους τόκων, πώς μετά και τον υπολογισμό αυτών, διαμορφώνονται τα καθέκαστα ποσά των αντίστοιχων κονδυλίων και τέλος, πώς διαμορφώνεται, σύμφωνα και με (τις προπαρατεθείσες στο σκεπτικό διατάξεις του νόμου, η τελική οφειλή του ενάγοντος, μετά δηλαδή την αφαίρεση του ποσού του τόκου επί τόκων και των εξόδων. Δ. Εάν το τελικό υπόλοιπο, είναι πιστωτικό υπέρ του ενάγοντος ή άλλως χρεωστικό, σε βάρος αυτού, και σε ποιο ακριβές ποσό ανέρχεται τούτο. Πα το θέμα αυτό θα συντάξει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία θα αναφέρει όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του, καταχωρώντας πλήρη, αναλυτική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεμελιωτική του πορίσματός του. Την έκθεση αυτή πρέπει να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την όρκισή του.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια