Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης - ΣτΕ 4467/2012 Τμ. Γ΄ (Μονομελές) - Διατάξεις: άρθρα 53 – 58 Ν 4055/2012

Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης

ΣτΕ 4467/2012 Τμ. Γ΄ (Μονομελές) [παρατ. Ν. Φραγκάκης]

Διατάξεις: άρθρα 53 – 58 Ν 4055/2012
[...] 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η επιδίκαση υπέρ του αιτούντος χρηματικού ποσού ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω...
υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης που άρχισε με την κατάθεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεως ακυρώσεως του αιτούντος κατά της …/16.4.2003 αποφάσεως του Πρυτανικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου…, με την οποία επελέγη για τη θέση του Νομικού Συμβούλου του εν λόγω Πανεπιστημίου η …. , κατά παράλειψη του αιτούντος, και περατώθηκε με τη δημοσίευση της 3267/2011 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
3. Επειδή, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή, δικαίως … εντός λογικής προθεσμίας υπό … δικαστηρίου … το οποίον θα αποφασίση … επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως …». Περαιτέρω, το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη … Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των». Εξάλλου, στα άρθρα 53 έως 58, του Κεφαλαίου Δ΄ «Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης και αίτηση επιτάχυνσης», του Ν 4055/2012 «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής» (ΦΕΚ Α΄ 51) ορίζονται τα εξής: Άρθρο 53: «1. Οποιοσδήποτε από τους διαδίκους, εκτός από το Δημόσιο και τα δημόσια νομικά πρόσωπα τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισμούς κατά την έννοια του άρθρου 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έλαβαν μέρος σε διοικητική δίκη μπορεί να ζητήσει με αίτηση δίκαιη ικανοποίηση προβάλλοντας ότι η διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε αδικαιολόγητα και συγκεκριμένα ότι διήρκεσε πέραν του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για τη διάγνωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν στη δίκη.
2. Η αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών». Άρθρο 54: «1. Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον: (α) του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο, (β) … (γ) … 2. …». Άρθρο 55: «1. Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής … 2. … 3. Η αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο, για τη νομιμοποίηση του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του ΠΔ 18/1989 και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 4. Για την άσκηση της αίτησης καταβάλλεται παράβολο, το οποίο ορίζεται σε διακόσια (200) ευρώ υπέρ του Δημοσίου … Η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη εάν δεν καταβληθεί παράβολο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας της παραγράφου 1 του επόμενου άρθρου». Άρθρο 56: «1. Όταν η αίτηση κατατίθεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο πρόεδρος του σχηματισμού τμήματος που εξέδωσε την απόφαση επί της δίκης, για την οποία ζητείται δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας αυτής, ορίζει, με πράξη του, σύμβουλο ή πάρεδρο για την εκδίκασή της. Με την πράξη αυτή, η οποία κοινοποιείται στον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο και τον Υπουργό Οικονομικών, ορίζεται η ημέρα συζήτησης της αίτησης σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν των πέντε (5) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. Η διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάσει την έκθεση με τις απόψεις της και τα σχετικά στοιχεία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης. Η αίτηση εκδικάζεται ακόμα και σε περίπτωση μη διαβίβασης της έκθεσης των απόψεων και των στοιχείων από τη διοίκηση. 2. … 3. Ο αιτών μνημονεύει στην αίτησή του το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αναφέρει τις αναβολές που τυχόν δόθηκαν με πρωτοβουλία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, περιγράφει συνοπτικά τα ανακύψαντα νομικά ή πραγματικά ζητήματα, λαμβάνει θέση επί της πολυπλοκότητας, αυτών. 4. Το Ελληνικό Δημόσιο απαντά επί των προβαλλόμενων λόγων περί υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με τη δικονομική συμπεριφορά του αιτούντος κατά την εξέλιξη της δίκης, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνει αναγκαίο για τη διάγνωση της υπόθεσης. 5. Η απόφαση δημοσιεύεται εντός δύο (2) μηνών από τη συζήτηση της αίτησης και κατά αυτής δεν ασκείται ένδικο μέσο». Άρθρο 57: «1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας, ιδίως, τα εξής: α) τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης … β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών, δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2. Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις. 3. Αν γίνει αποδεκτή η αίτηση, επιβάλλονται στο Δημόσιο τα έξοδα του αιτούντος για τη σύνταξη της αίτησης και την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν το εκάστοτε οριζόμενο ποσό για την άσκηση και συζήτηση της παρέμβασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, μπορεί να επιβάλλεται δαπάνη υπέρ του Δημοσίου, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων …». Άρθρο 58:«1. Η απόφαση με την οποία επιδικάζεται το χρηματικό ποσό της δίκαιης ικανοποίησης εκτελείται κατά τις οικείες περί εντάλματος πληρωμής διατάξεις εντός έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στον Υπουργό Οικονομικών … 2. …».
4. Επειδή, με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του Ν 4055/2012 θεσμοθετήθηκε, ως νέο ένδικο βοήθημα, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο (πλην του Δημοσίου και των δημοσίων νομικών προσώπων τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ) και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών. Όπως προκύπτει και από τη σχετική με τις διατάξεις των άρθρων αυτών αιτιολογική έκθεση, οι επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κατ’ επίκληση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και σε συμμόρφωση προς την απόφαση – πιλότο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), της 21.12.2010, Αθανασίου κ.λπ. κατά Ελλάδος, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συστημικού» προβλήματος στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη, λόγω του σημαντικού αριθμού παραβιάσεων των ως άνω άρθρων της Συμβάσεως και, ιδίως, του άρθρου 6 παρ. 1 αυτής, με την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Αντικείμενο της αιτήσεως είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως, τον αρμόδιο κατά περίπτωση δικαστικό σχηματισμό για την εκδίκασή της, τη διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου σχηματισμού, καθώς και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία εκτιμάται η εύλογη χρονική διάρκεια της διοικητικής δίκης. Τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν 4055/2012, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΑΔ, απαριθμούνται στο άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου και αφορούν, ειδικότερα, στη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία πρόκειται, στην πολυπλοκότητα της υποθέσεως, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, στη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και στο διακύβευμα, δηλαδή τη σημασία, της υποθέσεως για τον αιτούντα. Τέλος, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 57 του Ν 4055/2012, η κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης περιλαμβάνει τρία (3) στάδια. Στο πρώτο στάδιο, το δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης με βάση τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 57 του νόμου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του ως άνω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν θα πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβιάσεως του ως άνω δικαιώματος μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. σχετ. αποφ. ΕΔΑΔ, της 29.3.2006, Cochiarella κατά Ιταλίας, της 23.9.2004, Αγαθός κ.λπ. κατά Ελλάδος και της 15.7.2004, Θεοδωρόπουλος κατά Ελλάδος). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, το δικαστήριο προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, αφενός, στον καθορισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την περίοδο που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, και, αφετέρου, στην επιβολή, σε βάρος του Δημοσίου των εξόδων του αιτούντος, κατά τα προβλεπόμενα, ειδικότερα, στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του προαναφερόμενου άρθρου 57 του Ν 4055/2012.
5. Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 27.6.2003 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία κατέθεσε στις 30.6.2003 (αριθμ. καταθ. …/30.6.2003), ο αιτών είχε ζητήσει την ακύρωση της …/16.4.2003 αποφάσεως του Πρυτανικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου …, με την οποία είχε επιλεγεί για τη θέση του Νομικού Συμβούλου του εν λόγω Πανεπιστημίου η …, κατά παράλειψη του αιτούντος. Η υπόθεση εισήχθη, λόγω αρμοδιότητας, στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας και η εκδίκασή της προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 6.5.2004. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο της 2.12.2004 και, στη συνέχεια, για τη δικάσιμο της 16.6.2005. Στις 6.6.2005, η … άσκησε παρέμβαση (αριθ. καταθ. …/6.6.2005) υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης με την αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως και κάθε άλλης συναφούς, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως και, ως εκ τούτου, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19.1.2006. Ο φάκελος της υποθέσεως με τις απόψεις του Πανεπιστημίου …. επί της αιτήσεως ακυρώσεως και της προαναφερόμενης παρεμβάσεως περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 16.11.2005. Στις 20.12.2005, ο αιτών κατέθεσε το από 19.12.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως (αριθ. καταθ. 979/20.12.2005) και, στις 12.1.2006, το από 11.1.2006 υπόμνημα. Κατόπιν αυτών, η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 18.5.2006. Στις 9.3.2006, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε το από 8.3.2006 υπόμνημά της, ενώ, στις 5.4.2006, περιήλθαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας οι απόψεις του Πανεπιστημίου … επί των προσθέτων λόγων ακυρώσεως του αιτούντος. Επακολούθησαν διαδοχικές αυτεπάγγελτες αναβολές της υποθέσεως για τις δικασίμους της 2.11.2006, της 24.5.2007, της 13.12.2007, της 27.3.2008, της 2.10.2008 και της 11.12.2008. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (11.12.2008), η υπόθεση είχε δηλωθεί προς συζήτηση, πλην το Πανεπιστήμιο … υπέβαλε αίτημα αναβολής, το οποίο έγινε δεκτό και η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5.2.2009, οπότε και η υπόθεση συζητήθηκε. Η δίκη περατώθηκε με τη δημοσίευση, στις 20.10.2011, της 3267/2011 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση ακυρώσεως του ήδη αιτούντος και έγινε δεκτή η παρέμβασή της …. Τέλος, από τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτει ότι η απόφαση καθαρογράφηκε στις 17.1.2012 και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο στις 19.1.2012.
6. Επειδή, η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει ή όχι υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στην υπό κρίση περίπτωση, άρχισε στις 30.6.2003, με την κατάθεση της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως του ήδη αιτούντος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και έληξε στις 20.10.2011, με τη δημοσίευση της 3267/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου. Η διαδικασία διήρκεσε, επομένως, οκτώ (8) έτη και τέσσερις (4) μήνες για ένα (1) βαθμό δικαιοδοσίας.
7. Επειδή, ο αιτών ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη περίοδος έληξε όχι με την δημοσίευση αλλά με την καθαρογραφή της 3267/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, στις 17.1.2012, οπότε και κατέστη δυνατή η επίσημη χορήγηση αντιγράφου αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ναι μεν, όπως δέχεται και η νομολογία του ΕΔΑΔ, η εκτέλεση της αποφάσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (βλ. αποφάσεις ΕΔΑΔ, της 12.4.2001, Μεσοχωρίτης κατά Ελλάδος, της 29.9.1996, Zappia κατά Ιταλίας κ.ά.), πλην, εν προκειμένω, η προαναφερόμενη απόφαση, ως απορριπτική, δεν έθετε ζήτημα εκτελέσεως, ούτε απαιτούσε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ώστε να διασφαλισθεί η εκτέλεσή της ως προς τον αιτούντα. Ως εκ τούτου, ο αιτών, ο οποίος άλλωστε, με την δημοσίευση της επίμαχης αποφάσεως στις 20.10.2011, έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου της, δεν υπέστη, ούτε άλλωστε επικαλείται, οποιαδήποτε βλάβη από την πάροδο του τριμήνου που μεσολάβησε μεταξύ, αφενός, της δημοσιεύσεως της αποφάσεως και, αφετέρου, της καθαρογραφής αυτής και της θέσεως της υποθέσεως στο αρχείο.
8. Επειδή, εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι από την μνημονευόμενη στην έκτη σκέψη χρονική περίοδο (30.6.2003 έως 20.10.2011) θα πρέπει να αφαιρεθούν τα χρονικά διαστήματα των δικαστικών διακοπών, οι οποίες, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν 1756/1988 (ΦΕΚ Α΄ 35), διήρκεσαν από την 1η Ιουλίου έως την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους και κατά τη διάρκεια των οποίων εκδικάζονταν μόνο επείγουσες υποθέσεις. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΑΔ (βλ. αποφ. ΕΔΑΔ, της 21.2.2008, Ανώνυμος Τουριστική Εταιρεία Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδος, της 6.4.2000, Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας, κ.ά.), τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν και οργανώνουν το δικαστικό τους σύστημα κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζονται οι εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έκδοση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαιοδοτικών τους οργάνων μέσα σε εύλογη προθεσμία (βλ., ειδικότερα, για τα διαστήματα των δικαστικών διακοπών, την απόφ. ΕΔΑΔ, της 28.3.2002, Ξενόπουλος κατά Ελλάδος).
9. Επειδή, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υποθέσεως και αφού ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΑΔ και καθιερώνει ήδη το άρθρο 57 παρ. 1 του Ν 4055/2012, όπως, ειδικότερα, η πολυπλοκότητα της υποθέσεως, η συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών, καθώς και η σημασία (διακύβευμα) της διαφοράς για τους ενδιαφερόμενους (βλ., αντί πολλών, τις αποφάσεις ΕΔΑΔ, της 12.7.2011, ΦΙΞ κατά Ελλάδος, της 27.6.2000, Frydlender κατά Γαλλίας κ.ά.).
10. Επειδή, ο αιτών προβάλλει ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε για την εκδίκαση της υποθέσεώς του υπερέβη την εύλογη διάρκεια της δίκης, χωρίς υπαιτιότητά του, καθώς δεν εζήτησε σε καμία δικάσιμο την αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η υπόθεση, έχοντας ως αντικείμενο την αιτιολογία πράξεως με την οποία επελέγη συνυποψήφιός του για τη θέση του Νομικού Συμβούλου του Πανεπιστημίου …, δεν παρουσίαζε καμία ιδιαιτερότητα ή αποδεικτική δυσκολία. Η καθυστέρηση αυτή του προκάλεσε ψυχική ταλαιπωρία, άγχος και αγωνία εν αναμονή της αποφάσεως για ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό για την επαγγελματική του πορεία και εξέλιξη. Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι για τη διαμόρφωση της σχετικής με το εξεταζόμενο ζήτημα κρίσεως του Δικαστηρίου πρέπει να ληφθούν υπόψη και να συνεκτιμηθούν, η απουσία ενδιαφέροντος του αιτούντος για την επίσπευση της εκδικάσεως της υποθέσεως με την υποβολή αιτήσεως προτιμήσεως, η εκ μέρους του κατάθεση δικογράφου προσθέτων λόγων ακυρώσεως και η άσκηση παρεμβάσεως από την …, καθώς και το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται ένα χρονικό διάστημα για την εκδίκαση της υποθέσεως.
11. Επειδή, από τα εκτιθέμενα στην πέμπτη σκέψη της παρούσης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, δεν προκύπτει ότι ο αιτών συνέβαλε, με τη συμπεριφορά του, στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η 3267/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η εκ μέρους του αιτούντος κατάθεση δικογράφου προσθέτων λόγων ακυρώσεως, σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του ΠΔ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8) δεν μπορεί να του καταλογισθεί ως στοιχείο που συνέβαλε στην επιβράδυνση της διαδικασίας (βλ. την απόφ. ΕΔΑΔ, της 21.2.2008, Ανώνυμος Τουριστική Εταιρία Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδος) και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, οι πολυάριθμες αναβολές συζητήσεως της υποθέσεως χορηγήθηκαν είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως του Πανεπιστημίου … και όχι του αιτούντος. Παρατηρείται, επίσης, η καθυστερημένη αποστολή στο Δικαστήριο των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως από τη Διοίκηση στις 16.11.2005, αφού δηλ. η συζήτηση της υποθέσεως είχε αναβληθεί ήδη τέσσερις (4) φορές, καθώς και το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της καταθέσεως της αιτήσεως ακυρώσεως (30.6.2003) και της συζητήσεως της υποθέσεως (5.2.2009). Περαιτέρω, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η 3267/2011 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε, κατά βάση, ως αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας και επάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πρυτανικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου …, δεν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ή περίπλοκη. Όπως προκύπτει από το κείμενο της αποφάσεως, η εκδίκαση της υποθέσεως δεν καθυστέρησε επειδή εκκρεμούσε κάποιο ζήτημα στην 7μελή σύνθεση του Γ΄ Τμήματος ή στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ούτε η έκβασή της συνδεόταν με άλλη ή άλλες υποθέσεις των οποίων η εκδίκαση έπρεπε να προηγηθεί. Ένα ζήτημα σχετικό με τον εκτελεστό χαρακτήρα της συμπροσβαλλόμενης πράξεως του Πρύτανη του Πανεπιστημίου … που απασχόλησε το Δικαστήριο είχε ήδη λυθεί με προηγούμενη νομολογία, η οποία και μνημονεύεται στην απόφαση. Τέλος, αν και η υπόθεση είχε ως αντικείμενο την πρόσληψη δικηγόρου σε θέση νομικού συμβούλου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, δεν συνιστά εργατική διαφορά, υπό την έννοια της νομολογίας του ΕΔΑΔ, δεδομένου ότι αφορά πρόσθετη απασχόληση ενός ελεύθερου επαγγελματία και όχι την πρόσβαση αυτή καθεαυτή στο ελεύθερο επάγγελμα του δικηγόρου (πρβλ. απόφ. ΕΔΑΔ, της 6.4.2000, Θλιμμένος κατά Ελλάδος), ούτε συνδέεται με τη διαβίωση του ενδιαφερόμενου από την πρόσληψη στην προαναφερόμενη θέση. Συνεπώς, το διακύβευμα της διαφοράς για τον αιτούντα είναι ήσσονος εμβέλειας. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο, εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως με βάση τα προαναφερόμενα νόμιμα κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα των οκτώ (8) και πλέον ετών που μεσολάβησε από την έναρξη μέχρι τη λήξη της επίμαχης διαδικασίας δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 57 του Ν 4055/2012, ούτε άλλωστε τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η καθυστέρηση αυτή προκάλεσε πράγματι στον αιτούντα ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην αγωνία, την ταλαιπωρία και την αβεβαιότητα που υπέστη κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας, για την αποκατάσταση δε της βλάβης αυτής κρίνεται δικαιολογημένη η επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος.
12. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ζητεί να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της προαναφερόμενης παραβίασης του δικαιώματός του σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Απεναντίας, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρεί ότι το ποσό αυτό δεν θα πρέπει να υπερβεί τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, κατ’ επίκληση: α) της καθιερώσεως, με το Ν 4055/2012, ειδικού ενδίκου βοηθήματος για τη δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, γεγονός το οποίο δικαιολογεί την επιδίκαση μειωμένου χρηματικού ποσού σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το ΕΔΑΔ εάν η υπόθεση είχε αχθεί ενώπιόν του, β) του σημερινού βιοτικού επιπέδου της Χώρας και γ) ορισμένων πρόσφατων αποφάσεων του ΕΔΑΔ (αποφάσεις της 13.1.2011, Γλεντζές κατά Ελλάδος, της 5.4.2011, Κοκκινάτος κατά Ελλάδος, της 10.5.2011, Φράγκος κατά Ελλάδος, της 3.5.2012, Καγκελάρης κατά Ελλάδος της 12.6.2012, Ιωάννου κ.λπ. κατά Ελλάδος και της 12.6.2012, ΣΙΤΟΒΟΛΟ ΒΟΛΟΥ Α.Ε. κατά Ελλάδος), με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, το ΕΔΑΔ επιδίκασε μειωμένα σε σχέση με το παρελθόν χρηματικά ποσά για ηθική βλάβη.
13. Επειδή, ο τρίτος από τους ως άνω ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος, αφενός, διότι από την επισκόπηση των επικαλούμενων αποφάσεων του ΕΔΑΔ δεν προκύπτει ιδιαίτερη διαφοροποίηση των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών σε σχέση με το παρελθόν και, αφετέρου, διότι οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν, κατά βάση, επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης για δίκες οι οποίες, σε αντίθεση με την επίμαχη, εξελίχθηκαν όχι σε ένα (1) αλλά σε δύο (2) ή τρεις (3) βαθμούς δικαιοδοσίας. Απεναντίας, όπως βάσιμα προβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο με τους δύο πρώτους από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει κρίνει ότι, όταν έχει θεσμοθετηθεί εθνικό ένδικο βοήθημα δίκαιης ικανοποίησης, το ΕΔΑΔ μπορεί να δεχθεί την επιδίκαση χαμηλότερων χρηματικών ποσών σε σχέση με εκείνα που θα επιδίκαζε το ίδιο σε ανάλογες υποθέσεις, εφόσον τα επιδικαζόμενα σε εθνικό επίπεδο ποσά δεν είναι πολύ κατώτερα ενός ευλόγου ορίου («unreasonable») και υπό τον όρο ότι οι σχετικές αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard of living») της συγκεκριμένης χώρας, εκδίδονται ταχέως, είναι αιτιολογημένες και εκτελούνται άμεσα (βλ. απόφ. ΕΔΑΔ της 10.10.2004, Dubjakova κατά Σλοβακίας και της 26.3.2006, Scordino κατά Ιταλίας). Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, η οποία είναι απότοκη του σοβαρότατου κλονισμού της δημοσιονομικής ισορροπίας του ελληνικού Κράτους, λόγω της εκτόξευσης σε πρωτοφανή για την ιστορία των δημοσίων οικονομικών της Χώρας επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους (το οποίο ανήλθε, το έτος 2011, σε 165,3% επί του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος – ΑΕΠ), καθώς και λόγω της συνεχιζόμενης σοβαρής ύφεσης, η οποία απομειώνει συνεχώς το ΑΕΠ της Χώρας (από 233 δισεκατομμύρια ευρώ το έτος 2008 σε 215 δισεκατομμύρια το έτος 2011) και, συνακόλουθα, το διαθέσιμο κατά κεφαλή εισόδημα. Τέλος, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, το διακύβευμα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η 3267/2011 απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τον αιτούντα, ο οποίος άλλωστε δεν επικαλείται ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει τη σύνδεση της προσλήψεώς του στην προαναφερόμενη θέση Νομικού Συμβούλου του Πανεπιστημίου … με σοβαρό πρόβλημα βιοπορισμού του. Με τα δεδομένα αυτά και συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, κατά μερική παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, να επιδικασθεί στον αιτούντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων (4.800) ευρώ για ηθική βλάβη, ακολούθως δε να αποδοθεί στον αιτούντα το κατατεθέν παράβολο και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
[Δέχεται εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.]
Παρατηρήσεις
Το συστημικό πρόβλημα των εξαιρετικά μακρόχρονων διαδικασιών και η επανενεργοποίηση του άρθρου 13 ΕΣΔΑ
Συμπληρωματικά με τις ουσιώδεις διατάξεις (άρθρα 2-12) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ] και τα Πρωτόκολλά της, το άρθρο 13 επιτάσσει την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού ένδικου βοηθήματος ενώπιον μιας εθνικής αρχής ή δικαστηρίου για τον καθένα του οποίου παραβιάζονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΔΔΑ, το Δικαστήριο] είχε υιοθετήσει μια μάλλον περιοριστική προσέγγιση του άρθρου 13. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, ανταποκρινόμενο κυρίως στον καταιγισμό προσφυγών για υπέρμετρη χρονική διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον όλων των ειδών εθνικών δικαστηρίων (πολιτικών, ποινικών και διοικητικών) οι οποίες συνιστούν κατηγορία ομοειδών υποθέσεων, το Δικαστήριο ανέπτυξε σημαντικά τη νομολογία του επί του άρθρου 13. Ερμηνεύει, δε, τη διάταξη αυτή ως επιβάλλουσα στα Κράτη το καθήκον να οργανώνουν τα αντίστοιχα δικαστικά τους συστήματα κατά τρόπο που να περιορίζει τις υπερβολικά μακρόχρονες νομικές διαδικασίες. Η απόφαση στην υπόθεση Kudla κατά Πολωνίας [13] (2000) ήταν εκείνη όπου αποτυπώθηκε αυτή η νομολογιακή μεταβολή. Κατά την άποψή του, το Δικαστήριο «έχει φτάσει η στιγμή να αναθεωρήσει τη νομολογία του υπό το πρίσμα της συνεχούς συσσώρευσης ενώπιόν του προσφυγών στις οποίες ο μοναδικός, ή ο βασικός, ισχυρισμός είναι εκείνος της αποτυχίας εξασφάλισης διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρόνου, κατά παράβαση του άρθρου 6 § 1». Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αυξανόμενη συχνότητα με την οποία παραβιάσεις αυτής της κατηγορίας υπογραμμίζουν τον «σημαντικό κίνδυνο» για το κράτος δικαίου σε εθνικές έννομες τάξεις στην περίπτωση που συμβαίνουν «υπερβολικές καθυστερήσεις στη διοίκηση της δικαιοσύνης για τις οποίες οι διάδικοι στερούνται κάθε εσωτερικού ένδικου μέσου». Το Δικαστήριο κατανόησε την ανάγκη να δέχεται την προσφυγή κατά το άρθρο 13 αυτοτελώς, παράλληλα με την προηγούμενη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1.
Η νομολογία Kudla ακολουθείται έκτοτε σε πολλές υποθέσεις υπέρμετρα μακρόχρονων διαδικασιών, όπου τα αμυνόμενα Κράτη διαπιστώνεται να έχουν παραβιάσει τόσο το άρθρο 6 § 1, όσο και το άρθρο 13 της Σύμβασης, με την Ιταλία να είναι η πρωταθλήτρια. Στην Lucenda κατά Σλοβενίας [14] , εκτός από την διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 13, το Δικαστήριο πρόσθεσε στο διατακτικό την τύπου Broniowsky [15] εντολή ότι το καθού η προσφυγή Κράτος οφείλει, μέσω κατάλληλων νομικών μέτρων και διοικητικών πρακτικών, να εξασφαλίσει το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, αφού διαπίστωσε ότι οι παραβιάσεις ανάγονται στη δυσλειτουργία της εσωτερικής νομοθεσίας και πρακτικής. Ωστόσο, το πρόβλημα των υπέρμετρα μακροχρόνιων δικαστικών διαδικασιών παραμένει άλυτο. Πρόκειται για ένα σύνθετο φαινόμενο, όχι μόνο νομικής αλλά και κοινωνικοπολιτικής φύσης.
[…]
Πηγή: ΘΠΔΔ 12/2012, 1088

Σχόλια