Αριθμός 468/2006- Εφετείο Λάρισας- Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που είναι μία ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση


- Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που είναι μία ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση.
- Ν. 1641/1986. Με το άρθρο 4 του νόμου ορίζεται, σχετικά με τη στεγαστική συνδρομή, που ...παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους, ότι πριν από την εξόφληση του δανείου και επί δεκαετία από τη λήψη του απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία ή προσύμφωνο διάθεσης του ακινήτου που αποκτάται με δάνειο ή σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή επιβολή κατάσχεσης του. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που αγοράζονται ή ανεγείρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, και προ της παρόδου δεκαετίας, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος ο οποίος, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, κρίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΕΚ.
- Ν.Δ. 775/1964. Θεσπίζεται, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή ανεγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 1641/1986, με χρήματα του ως άνω δανείου. Η απαγόρευση της κατασχέσεως, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς έως την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου.
- Η ανακοπή που πλήττει το κύρος της αναγκαστικής εκτελέσεως για το λόγο ότι η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε σε ακίνητο, η διάθεση του οποίου είναι κατά το νόμο απαγορευμένη και εντεύθεν άκυρη (άρθρο 175 ΑΚ), πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
ΒΟΥΛΑ- Σύμφωνα με το άρθρο 175 εδ. α' ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που είναι μία ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση (ΑΠ 1688/1983). Εξάλλου, με το άρθρο 1 ν. 1641/1986 «Μικτά δανειοδοτικά στεγαστικά προγράμματα του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και άλλες διατάξεις», που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου χορηγήσεως του δανείου, ορίζεται ότι η στεγαστική συνδρομή που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους σύμφωνα με τον εκάστοτε κανονισμό του Οργανισμού της Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), περιλαμβάνει α) δάνειο για την ανέγερση κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή σε οικόπεδο που παραχωρεί οποιοσδήποτε στεγαστικός φορέας, β) δάνειο για αγορά κατοικίας από το δικαιούχο και γ) δάνειο για αποπεράτωση ιδιόκτητης κατοικίας του δικαιούχου. Με το άρθρο 3 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, για την εξασφάλιση των χορηγούμενων δανείων (έντοκο και άτοκο μέρος) εγγράφεται υπέρ των πιστωτικών οργανισμών του άρθρου 11 και με φροντίδα τους πρώτη υποθήκη στο αποκτώμενο ή οικοδομούμενο με δάνειο ακίνητο. Αν ο δικαιούχος παίρνει μόνον το άτοκο ποσό του δανείου, εγγράφεται ισόποση υποθήκη μόνον υπέρ του ΟΕΚ.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζεται, σχετικά με τη στεγαστική συνδρομή, που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους, ότι πριν από την εξόφληση του δανείου και επί δεκαετία από τη λήψη του απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία ή προσύμφωνο διάθεσης του ακινήτου που αποκτάται με δάνειο ή σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή επιβολή κατάσχεσης του. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που αγοράζονται ή ανεγείρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, και προ της παρόδου δεκαετίας, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος ο οποίος, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, κρίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΕΚ. Η παραπάνω μεταβίβαση τελεί υπό την προϋπόθεση της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου.
Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 4 ν. 1641 /1986 με εκείνη της παρ. 13 του άρθρου 6 ν.δ. 775/1964 «περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί λαϊκής κατοικίας», η οποία ορίζει ότι «υφισταμένης υποθήκης πάσα απαλλοτρίωσις του ακινήτου είναι άκυρος, επιτρεπομένης μόνον της μεταβιβάσεως λόγω προικός υπέρ κατιόντων ή αδελφών» προκύπτει ότι με αυτήν θεσπίζεται, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή ανεγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 1641/1986, με χρήματα του ως άνω δανείου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 αυτού, η δε παρά τις προϋποθέσεις αυτές γενόμενη διάθεση είναι απολύτως άκυρη (ΑΠ 1171/2001, ΑΠ 1647/2001). Η απαγόρευση δε της κατασχέσεως, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς έως την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου. Επομένως για τη δυνατότητα της κατασχέσεως απαιτείται η πλήρης εξόφληση του δανείου και η πάροδος δεκαετίας από τη λήψη του δανείου, με συνέπεια η έλλειψη της μιας από τις ανωτέρω προϋποθέσεις να αποκλείει την κατάσχεση.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β' και 2 και 992 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που πλήττει το κύρος της αναγκαστικής εκτελέσεως για το λόγο ότι η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε σε ακίνητο, η διάθεση του οποίου είναι κατά το νόμο απαγορευμένη και εντεύθεν άκυρη (άρθρο 175 ΑΚ), πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Διαφορετικά, δηλαδή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεραπεύεται η ακυρότητα της κατασχέσεως και καθίστανται απρόσβλητες για το λόγο αυτό (δηλαδή της ελλείψεως εξουσίας διαθέσεως) οι περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση του πλειστηριασμού και της εκθέσεως κατακυρώσεως για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη εξαιτίας εκπρόθεσμης προβολής του σχετικού λόγου. Η πάροδος της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού για έλλειψη εξουσίας προς διάθεση καθιστά τον πλειστηριασμό τυπικά έγκυρο και απρόσβλητο με ανακοπή, έστω και αν δεν μπορεί να επέλθει το κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της κυριότητας στον υπερθεματιστή, επειδή υπάρχει νόμιμος λόγος απαγορεύσεως διαθέσεως του πράγματος (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 1642/2002 ΝοΒ 2003.1210).
(Απόσπασμα)

Αριθμός 468/2006

Εφετείο Λάρισας

Πρόεδρος: Ζήσης Βασιλόπουλος
Δικαστές: Ν. Μπιχάκης, Γ. Αποστολάκης (εισηγητής)
Δικηγόροι: Ε. Δημητρίου - Γ. Πασιά

... 5. Σύμφωνα με το άρθρο 175 εδ. α' ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που είναι μία ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση (ΑΠ 1688/1983). Εξάλλου, με το άρθρο 1 ν. 1641/1986 «Μικτά δανειοδοτικά στεγαστικά προγράμματα του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και άλλες διατάξεις», που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου χορηγήσεως του δανείου, ορίζεται ότι η στεγαστική συνδρομή που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους σύμφωνα με τον εκάστοτε κανονισμό του Οργανισμού της Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), περιλαμβάνει α) δάνειο για την ανέγερση κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή σε οικόπεδο που παραχωρεί οποιοσδήποτε στεγαστικός φορέας, β) δάνειο για αγορά κατοικίας από το δικαιούχο και γ) δάνειο για αποπεράτωση ιδιόκτητης κατοικίας του δικαιούχου. Με το άρθρο 3 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, για την εξασφάλιση των χορηγούμενων δανείων (έντοκο και άτοκο μέρος) εγγράφεται υπέρ των πιστωτικών οργανισμών του άρθρου 11 και με φροντίδα τους πρώτη υποθήκη στο αποκτώμενο ή οικοδομούμενο με δάνειο ακίνητο. Αν ο δικαιούχος παίρνει μόνον το άτοκο ποσό του δανείου, εγγράφεται ισόποση υποθήκη μόνον υπέρ του ΟΕΚ.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζεται, σχετικά με τη στεγαστική συνδρομή, που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους, ότι πριν από την εξόφληση του δανείου και επί δεκαετία από τη λήψη του απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία ή προσύμφωνο διάθεσης του ακινήτου που αποκτάται με δάνειο ή σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή επιβολή κατάσχεσης του. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που αγοράζονται ή ανεγείρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, και προ της παρόδου δεκαετίας, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος ο οποίος, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, κρίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΕΚ. Η παραπάνω μεταβίβαση τελεί υπό την προϋπόθεση της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου.
Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 4 ν. 1641 /1986 με εκείνη της παρ. 13 του άρθρου 6 ν.δ. 775/1964 «περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί λαϊκής κατοικίας», η οποία ορίζει ότι «υφισταμένης υποθήκης πάσα απαλλοτρίωσις του ακινήτου είναι άκυρος, επιτρεπομένης μόνον της μεταβιβάσεως λόγω προικός υπέρ κατιόντων ή αδελφών» προκύπτει ότι με αυτήν θεσπίζεται, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή ανεγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 1641/1986, με χρήματα του ως άνω δανείου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 αυτού, η δε παρά τις προϋποθέσεις αυτές γενόμενη διάθεση είναι απολύτως άκυρη (ΑΠ 1171/2001, ΑΠ 1647/2001). Η απαγόρευση δε της κατασχέσεως, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς έως την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου. Επομένως για τη δυνατότητα της κατασχέσεως απαιτείται η πλήρης εξόφληση του δανείου και η πάροδος δεκαετίας από τη λήψη του δανείου, με συνέπεια η έλλειψη της μιας από τις ανωτέρω προϋποθέσεις να αποκλείει την κατάσχεση.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β' και 2 και 992 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που πλήττει το κύρος της αναγκαστικής εκτελέσεως για το λόγο ότι η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε σε ακίνητο, η διάθεση του οποίου είναι κατά το νόμο απαγορευμένη και εντεύθεν άκυρη (άρθρο 175 ΑΚ), πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Διαφορετικά, δηλαδή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεραπεύεται η ακυρότητα της κατασχέσεως και καθίστανται απρόσβλητες για το λόγο αυτό (δηλαδή της ελλείψεως εξουσίας διαθέσεως) οι περαιτέρω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε ανακοπή, με την οποία ζητείται η ακύρωση του πλειστηριασμού και της εκθέσεως κατακυρώσεως για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη εξαιτίας εκπρόθεσμης προβολής του σχετικού λόγου. Η πάροδος της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού για έλλειψη εξουσίας προς διάθεση καθιστά τον πλειστηριασμό τυπικά έγκυρο και απρόσβλητο με ανακοπή, έστω και αν δεν μπορεί να επέλθει το κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της κυριότητας στον υπερθεματιστή, επειδή υπάρχει νόμιμος λόγος απαγορεύσεως διαθέσεως του πράγματος (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 1642/2002 ΝοΒ 2003.1210).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανακόπτων με την υπό κρίση από 21.4.1999 ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, επικαλέστηκε ότι με επίσπευση της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας και για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως της που επιδικάσθηκε με τις υπ' αριθ. 230/1977 και 233/1997 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατασχέθηκε με την υπ' αριθ. 1029/1998 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Βόλου Π.Κ. το ειδικότερα περιγραφόμενο ακίνητο του, το οποίο ακολούθως πλειστηριάσθηκε στις 17.6.1998 δυνάμει της υπ' αριθ. 1048/1999 Β' επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου επιμελητή. Το εκπλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα και ήδη εκκαλούσα και συντάχθηκε σχετικώς από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, συμβολαιογράφο Βόλου Γ.Κ., η με αριθμό ΧΧΧ/1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και στη συνέχεια η υπ' αριθ. ../1999 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης επικαλέστηκε ότι επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) είχε εγγράψει στις 23.7.1991 πρώτη υποθήκη προς ασφάλεια απαιτήσεως του εκ δανείου ύψους 1.050.000 δραχμών, που είχε χορηγήσει στη σύζυγο του Α.Π.Α. για την αποπεράτωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Επικαλούμενος περαιτέρω ο εφεσίβλητος - ανακόπτων ότι λόγω μη εξοφλήσεως του ληφθέντος από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας δανείου υπήρχε έλλειψη εξουσίας προς διάθεση, η οποία πλήττει κατ' ανάγκη όχι μόνον την κατάσχεση αλλά και τον πλειστηριασμό, ζήτησε να ακυρωθεί ο διενεργηθείς ανωτέρω αναγκαστικός πλειστηριασμός. Το με το λόγο όμως αυτόν της ανακοπής (που ασκήθηκε στις 19.5.1999, δηλαδή μετά τη σύνταξη στις 14.4.1999 της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και πριν από την πάροδο της προθεσμίας των 90 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως) προβαλλόμενο ανωτέρω ελάπωμα της αναγκαστικής εκτελέσεως αναφέρεται αμέσως και ευθέως στην επιμέρους πράξη της αναγκαστικής κατασχέσεως (πρώτης μετά την επιταγή) που προηγήθηκε του πλειστηριασμού, το κύρος της οποίας θίγει αμέσως (άρθρο 175 ΑΚ, άρθρο 4 παρ. 1 ν. 1641/1986) και επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, έπρεπε να προβληθεί με σχετική ανακοπή του εφεσίβλητου οφειλέτη μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού που έγινε στις 14.4.1999.
Συνεπώς, εφόσον η ανακοπή με το ανωτέρω περιεχόμενο της δεν ασκήθηκε μέχρι την έναρξη της τελευτάς πράξεως εκτελέσεως, η επιβληθείσα ως άνω κατάσχεση επί του ακινήτου που υπήρχε απαγόρευση διαθέσεως ισχυροποιήθηκε και έγινε απρόσβλητη, με συνέπεια να μην μπορεί πλέον να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη μεταγενέστερη και τελευταία στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως πιο πάνω πράξη του πλειστηριασμού. Η πάροδος δε της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού για ακυρότητα της κατασχέσεως, το κύρος της οποίας και μόνον θίγεται αμέσως (άρθρο 175 ΑΚ και 4 παρ. 1 ν. 1641/1986), καθιστά τον πλειστηριασμό τυπικώς έγκυρο και απρόσβλητο με ανακοπή, έστω και αν δεν μπορεί να επέλθει το κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, δηλαδή της μεταβιβάσεως του πλειστηριασθέντος ακινήτου στην υπερθεματίστρια καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, επειδή υπάρχει νόμιμος λόγος απαγορεύσεως διαθέσεως του πράγματος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει, δεχόμενο την ανακοπή, ότι η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα ανακοπή του καθού η εκτέλεση και ήδη εφεσίβλητου οφειλέτη ασκήθηκε εμπροθέσμως και παραδεκτώς, υπέπεσε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου.
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια το δικαστήριο πρέπει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ακολούθως πρέπει να απορρίψει την ανακοπή ως απαράδεκτη, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν τους εφεσίβλητους (ανακόπτοντα και υπέρ αυτού παρεμβάντα), επειδή ηττώνται (176,182,183 ΚΠολΔ)...

Σχόλια