Κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα και ανάληψη από το λογαριασμό του πελάτη από τρίτο πρόσωπο. Ευθύνη τράπεζας. Αριθμός 2050/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα

Κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα και ανάληψη από το λογαριασμό του πελάτη από τρίτο πρόσωπο. Ευθύνη τράπεζας. 
 Αριθμός 2050/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :


Του αναιρεσείοντος-καθ'ου η κλήση: Ν. Β., κατοίκου Μάνδρας, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τριαλώνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης- καλούσης : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" εξομοιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του ν. 2190, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουτσινά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1900/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2500/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-12-2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1649/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 14-2-2006 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Τούτο δε, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο, ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται για αντιφατικές αιτιολογίες, όταν εξαιτίας της αντιφατικότητας αυτών, ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου (ΑΠ 349/1995) δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασης του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων για την εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου, να αναφέρονται σ' αυτόν όλες οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτουν. Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1011/2005, 651/2002, 1353/2001). Τέλος, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθ' ημέρα παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή, όμως, έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, μόνο αν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω διδάγματα για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 447/2002, 722/1999, 656/1996). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 66/2004, 392/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στην αρχή αναφέρεται η διαδικαστική πορεία της από 11.9.2000 αγωγής του αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας του αναφερόμενου σ' αυτήν ποσού που οι υπάλληλοι της κατέβαλαν σε άγνωστο άτομο που εμφανίστηκε ενώπιον τους με το βιβλιάριο καταθέσεων και την αστυνομική ταυτότητα του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, στον πρώτο λόγο αναίρεσης αρχικά αναφέρεται 1) ότι η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 830 παρ. 1 εδ. β' και 827 του ΑΚ, 2) ότι η παρατιθέμενη στο λόγο τούτο διάταξη του άρθρου 3 του Ν.Δ 17.7/13.8.1923, μετά την ισχύ του Ν. 2251/1994 δεν είναι η πλέον ισχύουσα, 3) ότι κατά τη νομολογία των δικαστηρίων το βιβλιάριο καταθέσεων εξομοιώνεται με ιδιωτικό έγγραφο, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα αναγράφονται με μηχανική απεικόνιση και κάθε φορά που η Τράπεζα καταβάλει χρήματα σε τρίτο ευθύνεται μόνο αν αποδειχθεί δόλος η βαριά αμέλεια των οργάνων της, 4) ότι με βάση και την ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργεί η κατάθεση χρημάτων στην Τράπεζα, απορρέουν με βάση και τις διατάξεις του άρθρου 288 του ΑΚ παρεπόμενες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και δη της Τράπεζας να ελέγχει επιμελώς τη νομιμοποίηση του εμφανιζόμενου δικαιούχου της κατάθεσης και του κατόχου του βιβλιαρίου της Τράπεζας, 5) ότι ως βαριά αμέλεια έχει νομολογηθεί και επικρατήσει να θεωρείται η αμέλεια η οποία υπάρχει όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της Τράπεζας δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του δικαιούχου και ότι ακόμη ως βαριά αμέλεια πρέπει να θεωρηθεί και η παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων να εξακριβώσουν την πλαστότητα της υπογραφής του εμφανισθέντος ως δικαιούχου προς ανάληψη χρημάτων, όταν αυτή είναι ευχερής και 6) ότι για τη συναγωγή ολοκληρωμένης κρίσης πρέπει να αναφερθεί και το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο, όπου τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι αυταπόδεικτα. Στη συνέχεια, με τον αναιρετικό αυτό λόγο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόυενη απόφαση, ενώ αναφέρει τα ανωτέρω νομολογημένα "στη γενική αναφορά του σκεπτικού της", στην ειδικότερη αναφορά των γεγονότων, στην κρίση δηλαδή των συμπεριφορών των οργάνων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, "εμπεριέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά και παραβαίνει και τα διδάγματα της κοινής πείρας, και παραβιάζει τις προαναφερόμενες διατάξεις νόμων". Ειδικότερα, ενώ τα ανωτέρω για τη διαπίστωση της πλαστότητας από τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας "αποτελούν το βασικό σκεπτικό της", στη συνέχεια η εν λόγω απόφαση αναφέρει επί λέξει: "Κατά συνέπεια το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε να συντελέσει, ώστε να αποτραπεί η εξαπάτηση των υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν η διαφορά μεταξύ των δύο υπογραφών, της υπογραφής δηλαδή που υπάρχει στο δελτίο ταυτότητος η οποία αποτελείται από σύμπλεγμα γραφής ενιαίο και κάπως ευανάγνωστο και εκείνης στο ένταλμα πληρωμής που υπέγραψε το ανωτέρω πρόσωπο και ζήτησε τη συναλλαγή με τα στοιχεία του ενάγοντα, η οποία αποτελείται και αυτή από σύμπλεγμα γραφής ενιαίο και δυσανάγνωστο, πλην όμως η διαπίστωση της διαφοράς αυτής απαιτεί το μεν εξειδικευμένη επιμέλεια το δε ειδικές γνώσεις γραφολογίας". Επιπλέον, κατά τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για το κατά πόσον ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η ταυτοπροσωπία του εμφανισθέντος για την ανάληψη χρημάτων και του αληθινού δικαιούχου από τη σύγκριση της φωτογραφίας του δελτίου ταυτότητας και της όψης του εμφανισθέντος είναι εσφαλμένη υπό την έννοια ότι παραβαίνει τις άνω αναφερόμενες διατάξεις και νόμους και εσφαλμένα υπάγει τα κατά την κρίση της πραγματικά γεγονότα στην έννοια της βαριάς αμέλειας", διότι αναφέρει στο σκεπτικό της: "Αλλά και ο ενάγων, όπως προκύπτει από προσκομιζόμενο σε επικυρωμένο αντίγραφο δελτίο ταυτότητος, ήταν ηλικίας 60 ετών, αφού γεννήθηκε το έτος 1940 (17.12.1940). Η τυχόν διαφορά μεταξύ παρουσιαστικού του εμφανισθέντος με τα στοιχεία του ενάγοντος για την ανάληψη του εν λόγω χρηματικού ποσού με τη φωτογραφία του δελτίου ταυτότητος του ενάγοντος, η οποία όμως (όμως και το δελτίο ταυτότητος) είχαν εκδοθεί πριν από εννέα χρόνια, δηλ. πριν από χρονικό διάστημα τέτοιο που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δικαιολογεί σημαντικές διαφοροποιήσεις στα χαρακτηριστικά ενός προσώπου. Άλλωστε το ανωτέρω πρόσωπο, κατά τα εκτιθέμενα, φορούσε καπέλο και γυαλιά, γεγονός το οποίο συνετέλεσε ακόμη περισσότερο στη δυσχέρεια διάκρισης της οποιασδήποτε υπάρχουσας διαφοράς των χαρακτηριστικών του προσώπου του με εκείνο της φωτογραφίας του δελτίου ταυτότητος του ενάγοντος". Τα ως άνω δε αναφερόμενα παραβιάζουν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού σε ηλικίες των 50 και 60 ετών δεν επέρχονται διαφοροποιήσεις στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων εντός εννέα ετών. Εξάλλου, με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης με το Ν. 2251/1994 (για την προστασία των καταναλωτών) προέβη σε νεότερη θεώρηση και ρύθμιση για την ευθύνη αυτών που παρέχουν υπηρεσίες και στο άρθρο 8 παρ. 1 του νόμου αυτού προβλέπεται ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες σε κάθε περίπτωση υπαιτιότητας, ότι η Τράπεζα εμπίπτει στην έννοια του "παρέχοντος υπηρεσίες", η δε παρακαταθήκη (ομαλή ή ανώμαλη) εντάσσεται στις συμβάσεις που αποβλέπουν στην παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του θεματοφύλακα και ότι πρέπει να γίνει δεκτή η γενική ισχύς του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, διότι η νέα ρύθμιση που καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη του οφειλέτη (παρέχοντος υπηρεσίες) δεν αποκλίνει από το γενικό δίκαιο του Αστικού Κώδικα. Επομένως, κατά το λόγο αυτόν αναίρεσης, "ο χαρακτηρισμός της αμέλειας της Τράπεζας ως βαρείας δεν ήταν αναγκαίος υπό το κράτος του ισχύοντος πλέον νόμου και κατά συνέπειαν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως προϋπόθεση για την αποζημίωση (του αναιρεσείοντος) την βαρεία αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της Τράπεζας, παραβίασε τον ανωτέρω νόμο και προς τούτο τυγχάνει αναιρετέα". Και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση αυτών προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο (που μετά από έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε δεχθεί την ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε κατ' ουσία την εν λόγω αγωγή) υπέπεσε στις πλημμέλειες, αντίστοιχα, 1) από το άρθρο 559 αρ. 1 περ. α' και β' και 19 του ΚΠολΔ και 2) από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα, είναι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι. Τούτο δε, καθόσον: α) Πλην εκείνων που αναφέρονται επιλεκτικά και εντελώς αποσπασματικά, εντός εισαγωγικών, στο πρώτο ως άνω λόγο αναίρεσης, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια όλες οι άλλες κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και περαιτέρω με ποιες από τις αιτιολογίες αυτές, το Δικαστήριο εκείνο παραβίασε καθεμία από τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, β) Δεν αναφέρονται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν (πλην εκείνου που αναφέρεται σχετικά με τη μη διαφοροποίηση στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων ηλικίας 50 - 60 ετών, εντός εννέα ετών), αναφορικά με την ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών κανόνων σ' αυτούς, γ) Δεν προσδιορίζονται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση αυτών και από πού προκύπτουν, δ) Αν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η μεταξύ των διαδίκων ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση καταρτίστηκε πριν ή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2251/1994 (για την προστασία των καταναλωτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.12.2003 αίτηση αναιρέσεως του Νικολάου Βαφειάδη για αναίρεση της 2500/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδοµήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δηµοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια