Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει, ότι οι γονείς,.....έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους - Διατάξεις: ΑΚ: 1485, 1486, 1489, 1493 ΚΠολΔ: 559 αριθ. 19 Αριθμός 1384/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα

- Υποχρέωση των γονέων για διατροφή του ανήλικου τέκνου τους. Αναίρεση για ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει, ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να....
διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, το μέτρο δε της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την εν γένει συντήρησή του έξοδα (πρβλ. ΑΠ 1681/2005).
- Κατά τη έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Διατάξεις:

ΑΚ: 1485, 1486, 1489, 1493
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 19

Αριθμός 1384/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων XXX και XXX, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Ζαρείφη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1218/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5296/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 576 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι." Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. XXX έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών XXX προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (25-2-2008) επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη Ψ1 ως εκπρόσωπο των δύο ανηλίκων τέκνων της, Τούτο δε έγινε με παραγγελία του αναιρεσείοντος, ενεργήσαντος δια του δικηγόρου Δ. Σπανορρήγα, ο οποίος είχε σχετική πληρεξουσιότητα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. XXX συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών ΧΧΧ. Ως εκ τούτων, παρόλο που ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση θα χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά τη έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει, ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, το μέτρο δε της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την εν γένει συντήρησή του έξοδα (πρβλ. ΑΠ 1681/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους γάμο στις 21.4.1991 και απέκτησαν δύο παιδιά, ηλικίας 13 και 10 ετών, αντιστοίχως, κατά την άσκηση της αγωγής. Τα ανήλικα, μετά τη διάζευξη των γονέων τους κατά το έτος 2003, ζουν με την μητέρα τους, που τα εκπροσωπεί στην περί διατροφής αυτών δίκη. Στις 7.5.2003 οι σύζυγοι συμφώνησαν εγγράφως ότι η καταβλητέα από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη διατροφή των ανηλίκων θα ανερχόταν σε 763 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 7.5.2003 έως 7.5.2005. Στις 18.11.2004 η αναιρεσίβλητη επέδωσε στον αναιρεσείοντα αγωγή, με την οποία ζητούσε να της επιδικασθεί, ως διατροφή των ανηλίκων για χρονικό διάστημα δύο ετών (18.11.2004 έως 18.11.2006), το ποσό των 2.753 ευρώ μηνιαίως "εξυπονοώντας ακυρότητα της πιο πάνω συμφωνίας, που έχει καθορίσει μικρότερο από την ανάλογη διατροφή ποσό για την μεταγενέστερη από αυτήν ένδικη περίοδο και ειδικότερα από τον επιδόσεως της αγωγής χρόνο, ήτοι από 18.11.2004 μέχρι 7.5.2005, που ήταν η ισχύς της συμφωνίας". Το συνολικό μηνιαίο εισόδημα του αναιρεσείοντος ανέρχεται σε 5.500 ευρώ, κατά μέσο όρο, και της αναιρεσίβλητης σε 1.050 ευρώ, οι δε διατροφικές ανάγκες των ανηλίκων "ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ για το καθένα". "Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλλει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες οικονομικές του δυνάμεις το ποσό των 1.500 ευρώ τον μήνα και για τα δύο τέκνα. Κατά το υπόλοιπο ποσό των 300 ευρώ το μήνα, που απαιτείται για τη διατροφή τους, βαρύνεται η μητέρα τους XXX η οποία εκπληρώνει την υποχρέωσή της αυτή με την προσφορά της προσωπικής της απασχόλησης για την περιποίηση και την φροντίδα τους, την παροχή στέγης και την ανάλωση μέρους από το προαναφερθέν εισόδημά της". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο για τις διατροφικές ανάγκες των ανηλίκων, όσο και για τις οικονομικές δυνατότητες καθενός από τους γονείς τους, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους δύο (2) αναιρετικούς λόγους της αίτησής του, με τους οποίους, κατά την εκτίμησή του, περιεχομένου τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέα. Ειδικότερα: (1) Αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση, ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσιβλήτου είχαν συναφθεί δύο διαδοχικές συμφωνίες περί της καταβλητέας από τον πρώτο διατροφής των ανηλίκων, και δη η από 21.2.2002 και η από 7.5.2003, με τις οποίες τα οικεία ποσά διατροφής είχαν ορισθεί, αντιστοίχως, σε 530 ευρώ και σε 765 ευρώ μηνιαίως. Προσάπτεται δε στην απόφαση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αιτίαση ότι "η κατάληξη της συλλογιστικής της περί ακυρότητας της συμφωνίας επειδή καθορίσθηκε με αυτήν "μικρότερο από την ανάλογη διατροφή ποσό" είναι εσφαλμένη, αφού βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δημιουργεί ασάφεια σχετικά με το ποιά συμφωνία θεωρείται από την αναιρεσιβαλλομένη άκυρος, δεδομένου ότι οι δύο υπογραφείσες συμφωνίες περιέχουν διαφορετικό ποσό διατροφής, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας και της κατά Νόμον διατροφής". Τούτο όμως είναι αβάσιμο, αφενός μεν διότι - όπως προαναφέρθηκε - το Εφετείο σαφώς θεώρησε (μερικώς) άκυρη την από 7.5.2003 συμφωνία των συζύγων περί της διατροφής των ανηλίκων, αφετέρου δε διότι το περαιτέρω, αποδιδόμενο στο Δικαστήριο σφάλμα, ότι δηλαδή θεώρησε την συμφωνία αυτή ως γενομένη στα πλαίσια της αρχικής και ευρύτερης συμφωνίας των συζύγων για την συναινετική λύση του γάμου των, δεν άσκησε επιρροή στην έκβαση της δίκης, και δη στον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσης διατροφής. (2) Η κρίση του Εφετείου ότι καθένα από τα ανήλικα παιδιά έχει ίδιες διατροφικές ανάγκες και ότι είναι ισόποση η συνεισφορά της αναιρεσίβλητης στη διατροφή καθενός, αφορά την γενομένη υπ' αυτού (αναιρετικώς ανέλεγκτη) εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο έσφαλε επειδή δεν έλαβε υπόψιν την διαφορά της ηλικίας των δύο παιδιών και την διαφορά των διατροφικών αναγκών κάθε τέκνου, στο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως κατά το ένδικο χρονικό διάστημα έγινε από το Εφετείο "κατά τρόπο γενικό, αφηρημένο και αυθαίρετο." Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 5296/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια