Αριθμός 102/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα - Έννοια, αποτελέσματα και προϋποθέσεις χρησικτησίας, έννοια νομής, μεταβίβαση κυριότητας. - Σε περίπτωση κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει για την συμπλήρωση του απαιτούμενενου χρόνου και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Η απόσβεση τυχόν δικαιωμάτων τρίτων επέρχεται με την συμπλήρωση του χρονου χρησικτησίας και ως προς αυτά, υπό την προϋπόθεση της καλής πίστης του χρησιδεσπόζοντος. - Πραγματικά περιστατικά συγκεκριμένης περιπτώσεως και απόδειξη κυριότητας επί αγροτεμαχίου δυνάμει χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου και κληρονομικής διαδοχής

- Έννοια, αποτελέσματα και προϋποθέσεις χρησικτησίας, έννοια νομής, μεταβίβαση κυριότητας.
- Σε περίπτωση κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει για την συμπλήρωση του απαιτούμενενου χρόνου.... και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Η απόσβεση τυχόν δικαιωμάτων τρίτων επέρχεται με την συμπλήρωση του χρονου χρησικτησίας και ως προς αυτά, υπό την προϋπόθεση της καλής πίστης του χρησιδεσπόζοντος.
- Πραγματικά περιστατικά συγκεκριμένης περιπτώσεως και απόδειξη κυριότητας επί αγροτεμαχίου δυνάμει χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου και κληρονομικής διαδοχής.

Διατάξεις:
AK: 974, 1000, 1033, 1045, 1051, 1053, 983, 1710, 1711, 1813, 1846, 1850
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 10, 559 αριθ. 19
Αθηνά
Αριθμός 102/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) XXX, 2) XXX, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκαβέρα.

Των αναιρεσίβλητων: 1) XXX και 2) XXX, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λουράντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1482/1993 μη οριστική 3668/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2004 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 9-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της, από 24-11-2004, αίτησης για αναίρεση της 726/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, για να είναι ορισμένοι οι, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται απαραιτήτως στο αναιρετήριο και με σαφήνεια, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα: Α) Στην περίπτωση του αριθ. 1: α) ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα εναρίθμως και το νομικό σφάλμα του Δικαστηρίου, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ. ΑΠ 32/1996, Ολ. ΑΠ 1/1995), επί δε αιτιάσεως για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αναφέρεται ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παρέβη το δικαστήριο, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τί συνίσταται η παράβαση. Και Β) Στην περίπτωση του αριθ. 8, κατά την οποία ο σχετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997) και συνεπώς δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αν δεν ληφθούν υπόψη η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναιρέσεως) ποιά ήταν τα "πράγματα" αυτά και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των παραπάνω διατάξεων (αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), οι σχετικοί, όμως, λόγοι είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι στη μεν περίπτωση του αριθμ. 1 δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο πού ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα του Εφετείου, αν δηλαδή εντοπίζεται στην ερμηνεία ή εφαρμογή των φερομένων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ποιό δίδαγμα της κοινής πείρας παρέβη το Εφετείο (αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο η φράση, που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες "με το σπαθί του", η οποία επιδέχεται διάφορες ερμηνείες και όχι μόνο την υποστηριζομένη από αυτούς), στη δε περίπτωση του αριθ. 8 δεν προσδιορίζονται τα "πράγματα", με την προαναφερομένη έννοια, που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω Δικαστήριο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αφού τα μνημονευόμενα σχετικώς αποτελούν απλά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, μη ουσιώδεις ισχυρισμούς αυτών, κρίσεις τους για την αξιοπιστία ή μη των εξετασθέντων μαρτύρων και γενικώς αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, σχετικές με την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
ΙΙ. Επειδή, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, Και στη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.) και περιλαμβάνει ήδη μία περίπτωση, δηλαδή την παραδοχή "πραγμάτων" χωρίς αναφορά των αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίχθηκε το Δικαστήριο, η έννοια του όρου πράγματα είναι ταυτόσημη με την αναφερομένη στη σκέψη Ι της παρούσας. Με την ως άνω μορφή ο προκείμενος λόγος συντρέχει ειδικότερα όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα (με την ανωτέρω έννοια), που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν είναι απαραίτητο να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν πράγματα χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πράγματα αυτά, με βάση τις αποδείξεις, που αναφέρει σ' αυτήν, δηλαδή μάρτυρες και έγγραφα.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1000, 1033, 1045, 1051 και 1053 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, δηλαδή η έννοια της νομής συγκροτείται από δύο στοιχεία, ήτοι το υλικό (corpus) και το πνευματικό (animus), β) ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ' αρέσκειαν και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό, δηλαδή ο κύριος του πράγματος μπορεί αφενός να επιχειρεί οποιαδήποτε υλική ενέργεια στο πράγμα και να προβαίνει στη διάθεσή του με νομικές πράξεις και αφετέρου να αποκρούει κάθε τρίτο, που επεμβαίνει, χωρίς δικαίωμα σ' αυτό (πράγμα), γ) για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η συμφωνία δε αυτή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, δ) εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία), χωρίς δηλαδή να απαιτείται καλή πίστη ή τίτλος (νόμιμος ή νομιζόμενος), ε) εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, δηλαδή ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορεί, χωρίς άλλο να συνυπολογίσει στη δική του νομή και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και στ) όταν αποκτηθεί η κυριότητα του πράγματος με χρησικτησία, επέρχεται απόσβεση και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τρίτων που τυχόν υπάρχουν πάνω σ' αυτό, εκτός αν αυτός, που χρησιδεσπόζει, δεν βρισκόταν κατά την κτήση της νομής σε καλή πίστη ως προς το δικαίωμα του τρίτου. Ο χρόνος χρησικτησίας πρέπει να περάσει και ως προς το δικαίωμα του τρίτου. Για τον υπολογισμό αυτού του χρόνου εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη χρησικτησία της κυριότητας του πράγματος.
Συνεπώς, τα αποτελέσματα της χρησικτησίας (τακτικής και έκτακτης), που αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, αφού ο χρησιδεσπόζων δεν στηρίζει το δικαίωμά του σε δικαίωμα προκατόχου του, είναι αφενός η κτήση της κυριότητας από τον χρησιδεσπόζοντα και αφετέρου η απόσβεση των περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που τυχόν έχουν τρίτοι πάνω στο πράγμα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά ερμήνευσε το νόμο και η αντίφαση πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της αποφάσεως και όχι μεταξύ αυτών και άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών, ενώ η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, που αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν ενδιαφέρει. Ανεπάρκεια δε και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ή όταν η διατύπωση της αποφάσεως είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο. Ελλείψεις, όμως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα ακόλουθα: "Από τα υπόλοιπα έγγραφα (εκτός της 8/10.2.1993 ένορκης βεβαιώσεως), που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στις προσκομιζόμενες με επίκληση σε κεκυρωμένο φωτοαντίγραφο υπ΄ αριθμ. 217/2000 και 260/2000 εκθέσεις του Εισηγητή για τις αποδείξεις Δικαστή, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι αγρός στη θέση XXX της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας XXX και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες της δεύτερης των εναγομένων (XXX) και λοιπών κληρονόμων της XXX, ανατολικά με ιδιοκτησίες XXX και δεύτερης των εναγομένων κι εν μέρει με δίοδο (μπασιά), νότια με αγρό χέρσο κληρονόμων XXX και δυτικά με ιδιοκτησία επίσης κληρονόμων XXX Η ακριβής θέση και τα όρια του επίδικου ακινήτου αποτυπώνονται τόσο στο από Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου XXX, που προσκόμισαν οι εναγόμενες, όσο και στο από Ιουνίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου XXX, που προσκόμισαν οι ενάγοντες. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων είναι ως προς το εμβαδόν του επίδικου ακινήτου, το οποίο με το πρώτο τοπογραφικό διάγραμμα έχει υπολογισθεί σε 5.367,31 μ2, ενώ με το δεύτερο σε 5.417,25 μ2, το οποίο δέχονται τελικά και οι εναγόμενες ως ακριβέστερο (βλ. 2η σελίδα 5ο στίχο των προτάσεών τους προς το Δικαστήριο τούτο). Γενικά δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, δηλαδή οι διάδικοι αντιδικούν για το ίδιο ακίνητο και η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το ότι στην ένδικη αγωγή τα βόρεια σύνορα του ακινήτου αναφέρονται εσφαλμένα ως νότια και αντιστρόφως, ούτε βέβαια η παραδρομή αυτή διαφοροποιεί το αντικείμενο της δίκης. Πρόκειται για το ακίνητο, το οποίο ο XXX, με το υπ΄ αριθμ. XXX συμβόλαιο του συμβολαιογράφου XXX (δεν προκύπτει η μεταγραφή του) μεταβίβασε λόγω προικός στη θυγατέρα του XXX και στον μετέπειτα σύζυγό της XXX Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφονται ως όρια του ακινήτου οι ιδιοκτησίες XXX, XXX .και XXX (προικοδότη), ενώ δεν προσδιορίζεται η έκταση του ακινήτου (αναγράφεται απλώς όσης εκτάσεως και αν είναι). Με τις παρούσες κατ΄ έφεση προτάσεις τους οι εναγόμενες εμφανίζονται να αμφισβητούν όψιμα ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο με το επίδικο. Η αμφισβήτηση αυτή είναι αστήρικτη και προσχηματική, αφού παράλληλα οι εναγόμενες υποστηρίζουν και μάλιστα τάχθηκε και σχετικό θέμα αποδείξεως σε βάρος τους, ότι η δικαιοπάροχός τους XXX αγόρασε ατύπως το έτος 1936 το επίδικο ακίνητο από την XXX, συνομολογώντας έτσι την κυριότητα της τελευταίας σ΄ αυτό και κατ΄ επέκταση την ταύτιση του προικώου ακινήτου της με το επίδικο. Κατά τα λοιπά ο ισχυρισμός των εναγομένων περί άτυπης αγοράς του επιδίκου από την XXX (μητέρα της δεύτερης και γιαγιά της πρώτης των εναγομένων) παρέμεινε αναπόδεικτος, αφού οι μάρτυρές τους δεν μπόρεσαν να τον επιβεβαιώσουν και απλώς αναφέρθηκαν σε καλλιέργεια του ακινήτου από την XXX και μετέπειτα από τη δεύτερη εναγομένη και το σύζυγό της (XXX), τους οποίους διαδέχθηκε στην καλλιέργεια του ακινήτου η πρώτη εναγομένη (θυγατέρα τους). Η κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα των εναγομένων XXX ανατρέχει στο έτος 1942 και θυμάται ήδη από το έτος αυτό την XXX να καλλιεργεί το επίδικο ακίνητο, ενώ ο πρώτος μάρτυρας των εναγομένων XXX πρωτογνώρισε, όπως κατέθεσε, το επίδικο ακίνητο τα έτη 1984 - 1985, όταν βοήθησε το σύζυγο της δεύτερης εναγομένης να φυτεύσει σ΄ αυτό ελαιόδενδρα. Οι ίδιοι μάρτυρες περιγράφουν σαφώς στις καταθέσεις τους τις πράξεις καλλιέργειας του επιδίκου από την XXX .και στη συνέχεια από τη δεύτερη εναγομένη και το σύζυγό της, στους οποίους, όπως κατέθεσαν, η XXX το παραχώρησε ως προίκα κατά το γάμο τους το έτος 1957. Ακριβώς στην πραγματική αυτή κατάσταση καλλιέργειας του επίδικου ακινήτου από τις εναγόμενες και την εμφανιζόμενη ως δικαιοπάροχό τους XXX, η οποία (πραγματική κατάσταση) για το χρονικό διάστημα από το 1966 και μετέπειτα επιβεβαιώνεται και από το υπ΄ αριθμ. XXX έγγραφο του Αγρονομείου Πειραιώς, βασίζουν οι παραπάνω μάρτυρες και την άποψή τους ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει ήδη στην πρώτη εναγομένη και προηγουμένως στις δικαιοπαρόχους της. Μάλιστα ενισχύοντας την άποψή τους αυτή, την οποία εμφανίζουν και ως διάχυτη εντύπωση, κατέθεσαν ότι στο επίδικο ακίνητο έβλεπαν μόνον την XXX και στη συνέχεια τη δεύτερη εναγομένη και το σύζυγό της, ενώ δεν είδαν ποτέ στο ακίνητο αυτό τη θυγατέρα της XXX, XXX, ούτε άκουσαν να διεκδικεί το επίδικο ακίνητο. Ωστόσο οι μάρτυρες των εναγομένων δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν την αιτία κατοχής του επίδικου ακινήτου από την XXX και πάντως δεν απέκλεισαν να είχε μισθώσει αυτή και στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη το ακίνητο από την XXX Με τα δεδομένα αυτά και συνεκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτει τελικώς ότι η XXX και ο σύζυγός της νεμήθηκαν αυτοπροσώπως το προικώο ακίνητό τους και ήδη επίδικο με πράξεις καλλιέργειας δημητριακών και συλλογής των καρπών και της χορτονομής συνεχώς από το έτος 1903 μέχρι τουλάχιστον το έτος 1942, που σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων XXX (αν βέβαια η κατάθεσή του θεωρηθεί ακριβής) εμφανίζεται να καλλιεργεί το επίδικο ακίνητο η XXX Το έτος λοιπόν αυτό και πάντως πριν από το έτος 1957 η XXX, ενεργώντας για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος των γονέων της XXX και XXX, οι οποίοι είχαν ήδη υπερβή το 60ο έτος της ηλικίας τους, εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο στην XXX για αόριστο χρόνο και με μίσθωμα σε ποσοστό επί των καρπών του ακινήτου (κυρίως σιτάρι, κριθάρι ή πατάτες). Η μίσθωση αυτή επιβεβαιώνεται έμμεσα και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων XXX, ο οποίος κατέθεσε ότι η μοναδική οικογένεια στην περιοχή του επιδίκου ήταν αυτή της XXX, η οποία για το λόγο αυτό καλλιεργούσε όλα τα ακίνητα, ανεξαρτήτως σε ποιόν ανήκαν. Το 1957 η XXX παραχώρησε τη χρήση του επίδικου (μίσθιου) ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη (θυγατέρα της) με την ευκαιρία του γάμου της το έτος αυτό με τον XXX Έτσι με τη σύμφωνη γνώμη και της XXX και των γονέων της η μίσθωση του επίδικου ακινήτου (βλ. άρθρ. 641 Α.Κ.) συνεχίσθηκε με μισθώτρια πλέον τη δεύτερη εναγομένη και με το αυτό είδος μισθώματος σε ποσοστό επί των καρπών του ακινήτου. Για την παραπάνω σχέση μισθώσεως σαφείς και με προσωπική αντίληψη είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, ενώ τη μίσθωση δεν αποκλείουν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και οι μάρτυρες των εναγομένων. Στις 14.4.1966 πέθανε ο πατέρας και στις 25.4.1966 η μητέρα της XXX, οι οποίοι κατά το τελευταίο διάστημα της ζωής τους δεν φαίνεται να κατοικούσαν στη μικρή οικία των δύο δωματίων, που υπήρχε τότε στο επίδικο ακίνητο και στην οποία αρχικά κατοικούσαν ο προικοδότης XXX και η σύζυγός του. Μετά το θάνατο των γονέων της η XXX, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους, που αποδέχθηκε σιωπηρά την κληρονομία τους, τους διαδέχθηκε και στη νομή του επίδικου ακινήτου (άρθρα 983, 1710, 1711, 1813, 1846, 1850 Α.Κ.) και συνέχισε να την ασκεί μέσω της δεύτερης εναγομένης ως μισθώτριας (άρθρο 980 παρ. 1 Α.Κ.). Δηλαδή η XXX συγχρόνως με την απόκτηση της νομής του επίδικου ακινήτου υπεισήλθε και στη μίσθωσή του ως εκμισθώτρια με μισθώτρια τη δεύτερη εναγομένη (κάτοχο δυνάμει έννομης σχέσεως) και βοηθό κατόχου το σύζυγό της XXX Μάλιστα ο τελευταίος θέλησε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο και ζήτησε από την XXX να του το πωλήσει, αυτή όμως αρνήθηκε, επειδή ήταν το μόνο αξιόλογο περιουσιακό της στοιχείο, που της εξασφάλιζε ένα μικρό εισόδημα, και επιπλέον είχε γι΄ αυτή και συναισθηματική αξία, αφού σ΄ αυτό έζησε τα παιδικά της χρόνια. Άλλωστε η XXX δεν είχε επιτακτική ανάγκη να πωλήσει το επίδικο ακίνητο, αφού είχε εξασφαλισμένη δωρεάν στέγη στο σπίτι της XXX μέσα στον οικισμό της Κοινότητας XXX (βλ. προπάντων τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων), κυρίως όμως είχε την ηθική, αλλά και την οικονομική στήριξη της οικογένειας των εναγόντων. Η οικογένεια αυτή μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960, που οι ενάγοντες τελείωσαν τις γυμνασιακές τους σπουδές, ήταν εγκατεστημένη στον XXX και συνδεόταν στενά με την XXX, η οποία δεν ήταν παντρεμένη και εκτός από τους γονείς της, που ζούσαν ακόμη τότε, δεν είχε άλλους συγγενείς. Στο σπίτι της οικογένειας των εναγόντων η XXX απασχολείτο τακτικά ως οικιακή βοηθός και μάλιστα αρκετές φορές διανυκτέρευε στο σπίτι αυτό φροντίζοντας τους ενάγοντες, που είχε σαν παιδιά της, με την μεσολάβηση δε του πατέρα τους είχε προσληφθεί ως άμισθη νεωκόρος στην εκκλησία Ζωοδόχος Πηγή του XXX και είχε έτσι την ευκαιρία να αυξάνει το εισόδημά της με τα φιλοδωρήματα των πιστών (κατά το θάνατό της ο λογαριασμός της στην XXX με αριθμό .XXX είχε διαθέσιμο υπόλοιπο 181.665 δραχμών). Η στενή σχέση της XXX με την οικογένεια των εναγόντων διατηρήθηκε και μετά την εγκατάσταση της οικογένειας αυτής στην Αθήνα, αφού οι γονείς κυρίως των εναγόντων έρχονταν τακτικά στα XXX για διακοπές. Η μητέρα των εναγόντων και πρώτη μάρτυράς τους κατέθεσε ότι μετά την άρνηση της XXX να πωλήσει το επίδικο ακίνητο στον XXX αυτός το είχε "με το σπαθί του". Πρόκειται για προσωπική και εκ των υστέρων εκτίμησης της μάρτυρος με βάση την όλη συμπεριφορά του XXX, ο οποίος δεν ενεργούσε πάντως για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό της μισθώτριας του ακινήτου συζύγου του (δεύτερης εναγομένης). Δηλαδή σε συνεννόηση με τη σύζυγό του αποφάσισαν (μετά το 1966) να αντιποιηθούν τη νομή της XXX στο επίδικο ακίνητο και να το ιδιοποιηθούν. Καλυπτόμενοι, όμως, από τη μίσθωση του ακινήτου δεν εξεδήλωσαν σαφώς την πρόθεσή τους αυτή και προς την ΧΧΧ και συνέχισαν να της καταβάλλουν ως μίσθωμα ποσοστό επί των καρπών, υπολογίζοντας ότι μετά το θάνατό της θα μπορούσαν, ελλείψει συγγενών της, να κρατήσουν, χωρίς άλλο, το ακίνητο, έχοντας συμπληρώσει εν τω μεταξύ και χρόνο έκτακτης χρησικτησίας. Όμως ο κάτοχος του ακινήτου δυνάμει έννομης σχέσεως και ο βοηθός του, όπως ήταν αντίστοιχα στο επίδικο ακίνητο η δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια) και ο σύζυγός της, τεκμαίρεται ότι κατέχουν εξακολουθητικά στο όνομα του νομέα (άρθρο 980 παρ. 2 Α.Κ.), αν δε αντιποιηθούν τη νομή του, αυτή δεν χάνεται για το νομέα πριν αυτός να λάβει γνώση της αντιποιήσεως (άρθρο 982 Α.Κ.). Για να ανατρέψουν λοιπόν το παραπάνω μαχητό τεκμήριο όφειλαν οι εναγόμενες να επικαλεσθούν και ν΄ αποδείξουν κατ΄ άρθρο 338 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ότι η δεύτερη εξ αυτών και ο σύζυγός της γνωστοποίησαν στην XXX την πρόθεσή τους να αντιποιηθούν τη νομή της στο επίδικο ακίνητο ή εν πάση περιπτώσει ότι αυτή έλαβε γνώση της αντιποιήσεως. Όμως, αυτό οι εναγόμενες ούτε το επικαλέσθηκαν ούτε το απέδειξαν στο πλαίσιο έστω του θέματος αποδείξεως, που τους τάχθηκε. Επομένως εφόσον η δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγός συνέχισαν να βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο υπό το κάλυμμα της μισθώσεώς του και δεν κατέστησαν σαφές προς την XXX ότι εξουσίαζαν πλέον το ακίνητο για δικό τους λογαριασμό, η XXX, η οποία και γενικότερα δεν αντιλήφθηκε αντιποίηση της νομής της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι την απώλεσε και αντίστοιχα δεν υπήρξε στο επίδικο ακίνητο νομή χρησικτησίας της δεύτερης εναγομένης κατά τη διάρκεια της ζωής της XXX. Το ότι η XXX δεν αντιλήφθηκε και δεν γνώριζε την επιχειρούμενη αντιποίηση της νομής της επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων XXX, ο οποίος κατέθεσε ότι η XXX έλεγε ότι είχε κτήματα στην XXX και στην περιοχή XXX του XXX Άλλωστε την καλλιέργεια και την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου επικαλέσθηκε η XXX για να της χορηγηθεί το έτος περίπου 1976 αγροτική σύνταξη από τον ΟΓΑ (το ακίνητό της στη θέση XXX της XXX είναι άγονο και αποτελεί οικόπεδο 10 περίπου στρεμμάτων). Έτσι λοιπόν η XXX, νεμόμενη εξακολουθητικά το επίδικο ακίνητο μέσω της μισθώτριάς της δεύτερης των εναγομένων και του συζύγου της, ενώ και η ίδια το επισκεπτόταν για να το επιβλέπει, έγινε με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 Α.Κ.) κυρία του επίδικου ακινήτου, αφού με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των γονέων της στο ακίνητο (άρθρο 1051 Α.Κ.) συμπλήρωσε χρόνο χρησικτησίας υπέρτερο της εικοσαετίας κατά το διάστημα από την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946) μέχρι το θάνατό της που συνέβη στις 9.6.1982 (βλ. και άρθρα 64, 65 Εισ.Ν.Α.Κ.). Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι ανεξάρτητα από το αν κατά το χρόνο του θανάτου τους οι γονείς της XXX είχαν γίνει πρωτοτύπως συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με τη συμπλήρωση αυτοτελώς στο πρόσωπό τους χρόνου (30 ετών) κτητικής παραγραφής κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος στα XXX Αστικού Κώδικα των Ιονίων Νήσων (άρθρα 593, 2063, 2092 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με άρθρ. 50 και 51 Εισ.Ν.Α.Κ., αυτή (XXX) δεν έγινε με το θάνατο των γονέων της κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή), αφού μολονότι δεν αποποιήθηκε την κληρονομία τους, δεν ισχυρίζεται και ούτε προέκυψε ότι την αποδέχθηκε με δημόσιο έγγραφο και μετέγραψε την αποδοχή της, όπως είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση της κυριότητας επί ακινήτου στον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής (άρθρα 1193, 1195, 1198 Α.Κ.). Μετά το θάνατο της XXX δημοσιεύθηκε στα υπ΄ αριθμ. 1967/24.6.1982 πρακτικά συνεδριάσεως του Μον.Πρ. Αθηνών η υπ΄ αριθ. XXX δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών XXX Μ΄ αυτή εγκατέστησε γενικούς κληρονόμους της τους ενάγοντες, προς τους οποίους, όπως ανέγραψε στη διαθήκη της, είχε μεγάλες υποχρεώσεις και τους εκτιμούσε από μικρά παιδιά. Το γεγονός ότι η XXX στη δημόσια διαθήκη της δεν ανέφερε ειδικά το επίδικο ακίνητο, δεν σημαίνει, όπως οι εναγόμενες υποστηρίζουν, ότι δεν θεωρούσε δικό της το ακίνητο αυτό, αφού στη διαθήκη της δεν ανέφερε ούτε το ακίνητό της στη θέση XXX της XXX, το οποίο δεν αμφισβητείται ότι είναι δικό της. Άλλωστε αν δεν θεωρούσε δικά της τα ακίνητα αυτά, δεν θα ενδιαφερόταν να συντάξει και μάλιστα στην Αθήνα τη δημόσια διαθήκη της, που προαναφέρθηκε, με την οποία απέφυγε να κατονομάσει τα κληρονομιαία περιουσιακά της στοιχεία για λόγους ευχερέστερης συντάξεως της διαθήκης, αλλά και για να μην υπάρχει αμφιβολία ότι μ΄ αυτή κατέλιπε το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία της δικαιοπαρόχου τους με δήλωσή τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς XXX, η οποία συνέταξε την υπ΄ αριθμ. 26657/15.9.1992 πράξη της, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αριθμό 94 στον τόμο 119 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων. Έτσι οι ενάγοντες έγιναν κατ΄ ισομοιρία (άρθρο 1804 Α.Κ.) συγκύριοι του επίδικου ακινήτου αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της δικαιοπαρόχου τους (άρθρο 1199 Α.Κ.). Στην πράξη αποδοχής από τους ενάγοντες της κληρονομίας της δικαιοπαρόχου τους το επίδικο ακίνητο περιγράφεται αρχικά με τα όρια, που περιγράφεται και στο υπ΄ αριθμ. XXX προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου XXX και με έκταση κατ΄ εκτίμηση 2 περίπου στρεμμάτων, αφού με την έκταση αυτή θεωρήθηκε ότι περιγράφεται και στο προικοσυμβόλαιο. Στη συνέχεια όμως αναγράφεται στην πράξη αποδοχής της κληρονομίας της XXX η πραγματική έκταση του επίδικου ακινήτου με βάση το προσαρτημένο στην πράξη αυτή, από Ιουνίου 1988 διάγραμμα του τοπογράφου XXX Με βάση το ίδιο διάγραμμα προσδιορίζονται στην πράξη αποδοχής της κληρονομιαίας και τα όρια του επίδικου ακινήτου. Από προφανή, όμως, παραδρομή τα βόρεια σύνορα του ακινήτου αναφέρονται, όπως και στην αγωγή, ως νότια και αντιστρόφως, χωρίς ωστόσο από την παραδρομή αυτή να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του ακινήτου και ούτε θίγεται το κύρος της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομίας (βλ. άρθρο 1196 - 1197 Α.Κ.). Η δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγός της εξακολούθησαν και μετά το θάνατο της XXX να καλλιεργούν το επίδικο ακίνητο (κυρίως με δημητριακά) και να έχουν το φυσικό εξουσιασμό του, χωρίς όμως να καταβάλλουν μίσθωμα στους ενάγοντες, στους οποίους με το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους μεταβιβάσθηκε και περιήλθε κατ΄ αρχήν η νομή του επίδικου ακινήτου (άρθρο 983 Α.Κ.). Εφόσον λοιπόν η δεύτερη εναγομένη δεν συνέχισε με τους ενάγοντες τη μίσθωση του επίδικου ακινήτου, που τη συνέδεε με τη δικαιοπάροχό τους και ήταν σε ισχύ μέχρι το θάνατό της, ήταν πλέον σαφής η πρόθεσή της να αντιποιηθεί τη νομή των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο και αυτοί ανεξαρτήτως γνώσεώς τους την απώλεσαν χωρίς εμπόδιο από το άρθρο 982 Α.Κ., αφού η δεύτερη εναγομένη δεν κατείχε το επίδικο ακίνητο ως αντιπρόσωπός τους δυνάμει έννομης μεταξύ τους σχέσεως. Με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ΄ αριθμ. XXX συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών XXX η δεύτερη εναγομένη στο πλαίσιο γονικής παροχής προς τη θυγατέρα της πρώτη των εναγομένων (άρθρο 1509 Α.Κ.) της μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, το οποίο, όπως δήλωσε και καταχωρήθηκε στο συμβόλαιό τους, το είχε από άτυπη παραχώρηση της κατοχής του εκ μέρους της XXX πριν από 30 χρόνια και άσκηση έκτοτε συνεχούς νομής σ΄ αυτό, που οδήγησε στην συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπό της. Η επίκληση του τρόπου αυτού κτήσεως κυριότητας της δεύτερης εναγομένης στο επίδικο ακίνητο επιβεβαιώνει ουσιαστικά τη σταθερή από πολλά χρόνια προσπάθειά της να οικειοποιηθεί, με τη βοήθεια και του συζύγου της, το επίδικο ακίνητο και να αντιποιηθεί κατά τ΄ ανωτέρω τη νομή της XXX και των διαδόχων της, ενώ παράλληλα αντιφάσκει και αλληλοαναιρείται με τον ισχυρισμό, που διατύπωσαν όψιμα στο πλαίσιο της παρούσας δίκης οι εναγόμενες, δηλαδή ότι το επίδικο ακίνητο αγόρασε ατύπως το έτος 1936 η ΧXX από την ΧXX (μητέρα της ΧXX) και το παραχώρησε ατύπως το έτος 1957 στη δεύτερη εναγομένη (θυγατέρα της) ως προίκα της. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται, στο σημείο αυτό, με την έφεσή τους, ότι από παραδρομή αναγράφηκε στο παραπάνω συμβόλαιο το όνομα της ΧXX αντί της ΧXX Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αναπόδεικτος και προσχηματικός και σε τελική ανάλυση δεν μεταβάλλει την ουσία των πραγμάτων που συνίσταται στην αντιποίηση της νομής του επίδικου ακινήτου από τη δεύτερη εναγομένη και στη χωρίς δικαίωμα μεταβίβασή του στην πρώτη των εναγομένων, που το νέμεται έκτοτε με πράξεις καλλιέργειας. Μάλιστα η δεύτερη εναγομένη για να εδραιώσει τη θέση της και να εμφανίσει ως αδιαφιλονίκητη τη νομή της στο επίδικο ακίνητο φύτευσε σ΄ αυτό με τη βοήθεια και του συζύγου της αριθμό ελαιοδένδρων μεταξύ των ετών 1984 - 1985, ενώ στις όμορες ιδιοκτησίες της, στις οποίες δεν είχε ανάγκη να καταστήσει εμφανή τη νομή της, δεν έκανε το ίδιο, όπως επισημαίνουν και οι ενάγοντες, οι οποίοι την εποχή εκείνη απουσίαζαν στις Η.Π.Α. και δεν είχαν σαφή εικόνα των πραγμάτων, ούτε αυτοί ούτε οι ηλικιωμένοι γονείς τους, που ζούσαν στην Αθήνα. Ωστόσο θεωρούσαν δικό τους το επίδικο ακίνητο, γι΄ αυτό και το δήλωσαν ως κληρονομιαίο στη Δ.Ο.Υ. Κυθήρων (βλ. τις υπ΄ αριθμ. XXX και XXX σχετικές δηλώσεις τους), ενώ με εντολή τους συντάχθηκε για το επίδικο ακίνητο το από Ιουνίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου XXX Με τα δεδομένα αυτά η χρησικτησία της δεύτερης εναγομένης στο επίδικο ακίνητο δεν ανάγεται σε χρόνο πριν από το θάνατο της XXX, αφού μέχρι το θάνατό της αυτή εξακολουθούσε, κατά τα προεκτεθέντα, να θεωρείται νομέας του ακινήτου της, οπότε, έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (1992), δεν συμπληρώνεται με την προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας της πρώτης εναγομένης στο επίδικο ακίνητο, διάστημα 20 ετών, ώστε να καταλυθεί η συγκυριότητα των εναγόντων και να καταστή αυτή με έκτακτη χρησικτησία κυρία του επίδικου ακινήτου.
Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους του επίδικου ακινήτου και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας των εναγομένων και συνακόλουθα παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής (άρθρο 249 Α.Κ.), υποχρέωσε την πρώτη των εναγομένων, που νέμεται εξακολουθητικά το επίδικο ακίνητο, να το αποδώσει κατ΄ ισομοιρία στους ενάγοντες, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε με αιτιολογίες που συμπληρώνονται παραδεκτά με τις αιτιολογίες της προκειμένης αποφάσεως (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ.), όσα δε διαφορετικά υποστηρίζονται με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης εφέσεως είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της από ουσιαστικής πλευράς". Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο: α) μνημονεύει ρητώς τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίζει το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, προχωρώντας μάλιστα σε ειδική αναφορά, αξιολόγηση και σύγκριση των καταθέσεων των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων και ορισμένων από τα προσκομισθέντα έγγραφα, β) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974, 1000, 1033, 1045, 1051 και 1053 Α.Κ. και γ) διέλαβε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα θιγόμενα με την αναίρεση ζητήματα, απάντησε στους ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων (ενστάσεις ιδίας κυριότητας αυτών στο επίδικο και παραγραφής του δικαιώματος των εναγόντων προς απόδοση του επιδίκου ακινήτου) και κατέληξε σε σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς όλοι οι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, από τους αριθ. 1, 8, 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι κατ΄ ουσία. Σημειώνεται, εδώ, ότι το Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι οι υλικές πράξεις εξουσιάσεως του επιδίκου από τις εναγόμενες και τις δικαιοπαρόχους τους έγιναν δυνάμει μισθώσεως τούτου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και συνεπώς αποτελούσαν πράξεις κατοχής μετά από σύμβαση και όχι νομής διανοία κυρίου, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητάς του (επιδίκου) με έκτακτη χρησικτησία. Όσον αφορά την περικοπή της καταθέσεως της μάρτυρα των εναγόντων (μητέρας τους), κατά την οποία "ο XXX (σύζυγος της δεύτερης και πατέρας της πρώτης των εναγομένων) είχε το επίδικο με το σπαθί του", στην οποία στηρίζουν κυρίως οι αναιρεσείουσες τους, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως, το Εφετείο την χαρακτηρίζει ως "απλή προσωπική και εκ των υστέρων εκτίμηση της μάρτυρος, με βάση την όλη συμπεριφορά του XXX" και δίνει επαρκή και ικανοποιητική εξήγηση για ποιό λόγο δεν αποδίδει στην περικοπή αυτή της καταθέσεως την έννοια, που της αποδίδουν οι αναιρεσείουσες. Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται σαφώς στην αγωγή τους ότι είχαν διαρκώς τη νομή του επιδίκου (αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους) από το 1903 μέχρι το 1986 τουλάχιστον, δεν ήταν δε απαραίτητο να μνημονεύσουν σ΄ αυτή (αγωγή) τα περί μισθώσεως του επιδίκου, τα οποία επικαλέσθηκαν προφανώς μετά την προβολή από τις αναιρεσείουσες των ενστάσεών τους περί ιδίας κυριότητάς τους από χρησικτησία και παραγραφής της σχετικής αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια προέκυψαν από τις αποδείξεις. Τα λοιπά αναφερόμενα στο αναιρετήριο πλήττουν, υπό την επίφαση των προμνημονευομένων λόγων αναιρέσεως, την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και αξιολόγηση των αποδείξεων και είναι γι΄ αυτό απορριπτέα, ως απαράδεκτα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 24.11.2004, αίτηση των XXX και XXX, για αναίρεση της 726/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Σχόλια