Αβάσιμες οι διεκδικήσεις του Δημοσίου επί των δασικών εκτάσεων.... Η απευθείας και επιλεκτική αναγωγή από το κράτος σε διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών του 1858, οι οποίες πέρασαν στην ελληνική δικαιική πραγματικότητα με τα άρθρα 2& 3 του βασικού Νόμου147/1914, για την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες και ισχύουν μέχρι σήμερα δια του άρθρου 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα

Η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου έφερε στο προσκήνιο τη τώρα και δεκαετίες συγκαλυπτόμενη διεκδίκηση του Δημοσίου επί των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων.

Το Δημόσιο συγκαλύπτει τις διεκδικήσεις του επί αυτών των εκτάσεων, με το πρόσχημα του δασικού ή και χορτολιβαδικού χαρακτήρα τους.

Η Πολιτεία έχει αποφύγει να.... αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα μέχρι σήμερα για διάφορους λόγους και σκοπιμότητες. Σήμερα όμως, η επίλυση του έχει καταστεί αναγκαία προϋπόθεση για να προχωρήσει η σύνταξη του Εθνικού κτηματολογίου. Κινδυνεύει, μάλιστα, να αποτελέσει μείζον πρόβλημα κοινωνικής αναταραχής αλλά και κρίσιμο πολιτικό ζήτημα, αφού πλησιάζουμε, αν δεν έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική περίοδο.

Επειδή το κράτος επικαλούμενο το τεκμήριο κυριότητος υπέρ του Δημοσίου επί των εκτάσεων αυτών, δεν αναγνωρίζει τους νομότυπα συντεταγμένους και μεταγεγραμμένους σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας τους.

Ενώ δέχεται ως έγκυρη τη σύνταξη αυτών των τίτλων, προκειμένου να εισπράξει το φόρο μεταβίβασης, κληρονομιάς και τα τέλη μεταγραφής. Αποτελεί ένα ζήτημα το οποίο αγγίζει, σχεδόν, όλες τις οικογένειες της χώρας, που έχουν ιδιοκτησία σε κάποιο ή κάποια αγροτεμάχια. Ακόμη θίγεται και το τραπεζικό σύστημα της χώρας μας, δεδομένου ότι σίγουρα πάρα πολλά από τα κτήματα των οποίων προσβάλλεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς έχουν υποθηκευτεί για τη δανειοδότηση των ιδιοκτητών τους.

Περιληπτικά και σχηματικά, η λογική που διέπει τις διεκδικήσεις του Δημοσίου, είναι;

Η απευθείας και επιλεκτική αναγωγή από το κράτος σε διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών του 1858, οι οποίες πέρασαν στην ελληνική δικαιική πραγματικότητα με τα άρθρα 2& 3 του βασικού Νόμου147/1914, για την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες και ισχύουν μέχρι σήμερα δια του άρθρου 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με τις οποίες “ οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι προς αυτούς τύποι” ανήκαν στην κυριότητα του Οθωμανικού δημοσίου, δηλαδή οι εκτάσεις που δεν καλλιεργούνταν ή ήταν αδύνατη η καλλιέργεια τους. Στο οθωμανικό δίκαιο ήταν άγνωστη η χρησικτησία ως τρόπος κτήσεως κυριότητος.

Η δε παραχώρησης αυτών των δημόσιων γαιών σε ιδιώτες γινόταν με χορήγηση τίτλου (ταπίου), και αφορούσε το δικαίωμα της διηνεκούς “εξουσίασεως” (τεσσαρούφ) και όχι της κυριότητας.

Για την τεκμηρίωση των διεκδικήσεων του επί των εκτάσεων αυτών, το Ελληνικό δημόσιο, αναγάγει την καλλιέργεια ως αποκλειστική εκδήλωση “εξουσιάσεως” και νομιμοποιητικό στοιχείο κτήσεως εμπραγμάτου δικαιώματος επί των οθωμανικών δημοσίων γαιών, παρά το γεγονός ότι η έκφανση της “εξουσιάσεως” ήταν δυνατό να εκδηλώνεται και με άλλες πράξεις χρήσεως και καρπώσεως (ΑΠ 677/1962 και 450/1959). Έτσι απέκλεισε τη βοσκή σαν αποδεικτικό στοιχείο της νομής. (Δασικός Κώδικας 86/1969 και ΑΠ 198/83 και Εφ. Αθηνών 3693/98).

Το Ελληνικό δημόσιο, κατά συνέπεια, θεωρεί ότι, όσες από τις προαναφερθείσες εκτάσεις, ήτοι τα δάση, δασικές και χορτολιβαδικές δεν καλλιεργούνταν,ανήκαν στην ιδιοκτησία του οθωμανικού δημοσίου, οι οποίες μετά την απελευθέρωση της χώρας περιήλθαν δικαιώματι πολέμου στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού δημοσίου. Για τη νομιμοποίηση και διασφάλιση των διεκδικήσεων του, το Ελληνικό Δημόσιο θέσπισε το τεκμήριο κυριότητος υπέρ αυτού για τα δάση, τις δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις. Με αποτέλεσμα να διεκδικεί σχεδόν όλες τις ιδιοκτησίες των ορεινών και ημιορεινών περιοχών, που οι κάτοικοι τους ζουν από την βοσκή των ζώων τους και όχι από την καλλιέργεια της γης.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια διαμορφώθηκαν και γιγαντώθηκαν τεράστια συντεχνιακά και πελατειακά συμφέροντα, τα οποία ορίζουν τόσο διασταλτικά την έννοια της δασικής έκτασης για να περιληφθούν σε αυτή περισσότερες εκτάσεις.

Επίσης επιχειρούν να αυξήσουν τις εκτάσεις της δικαιοδοσίας τους, με το να διαγράφουν, τόσο τις νομικές επιπτώσεις της σταδιακής διεύρυνσης των γεωγραφικών και διοικητικών ορίων του κράτους, όσο και να ερμηνεύουν κατά το δοκούν το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, το οποίο επιτάσσει την υποχρεωτική αναγωγή στις σχέσεις δικαίου που ίσχυαν για την κτήση κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για τη κτήση τους.

Η εν λόγω λογική του δημοσίου εκδηλώνεται με την επίκληση των αεροφωτογραφιών του 1945, στις οποίες έχουν αποτυπωθεί οι καλλιεργούμενες και οι μη καλλιεργούμενες εκτάσεις. Και σε αυτές τις αεροφωτογραφίες βασίζονται οι ενστάσεις που υποβάλλουν οι Δ/νσεις Δασών, σύμφωνα με τις οποίες θεωρούνται κατά τεκμήριο τα δάση, οι δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις ως μη αδιαμφισβήτητα ιδιωτικές στην Κτηματολογίο ΑΕ, εφόσον σε αυτές τις αεροφωτογραφίες δεν φαίνεται να καλλιεργούνταν.

Και ενόσω δεν έχει επιλυθεί το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς σύμφωνα με ένα από τους αναφερόμενους στο Π.Δ. 137/81 τρόπους με τους οποίους το Δημόσιο αποξενώθηκε των δικαιωμάτων του.

Από την ως άνω γενική και ισοπεδωτική οπτική διαφοροποιείται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων της Κρήτης, για τους ακόλουθους λόγους:

1) Η προσάρτηση της Κρήτης με την Ελλάδα δεν έγινε με πολεμικά και στρατιωτικά μέσα, ούτε και με κάποια συνθήκη του διεθνούς δικαίου, αλλά ντε φάκτο. Κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να περιέλθουν στην ιδιοκτησία του ελληνικού δημοσίου οι εν λόγω εκτάσεις ούτε δικαιώματι πολέμου ούτε με παράγωγο τρόπο, συνθήκη κλπ.

2) Το ελληνικό δημόσιο είναι διάδοχος του δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας και όχι του Οθωμανικού δημοσίου, επειδή μεταξύ της απελευθέρωσης της Κρήτης και της Ένωσης της με την Ελλάδα παρεμβάλλεται η Κρητική Πολιτεία. Με το από 3/ 4-10-1908 Διάταγμα της Κρητικής Πολιτείας, ορίζεται το Ελληνικό δημόσιο ως διάδοχος του δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας και μάλιστα το άρθρο 4 αναφέρει, ότι “ Το Ελληνικόν δημόσιον ως διάδοχος του δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κειμένους Κρητικούς νόμους”

3)Με το άρθρο 2& 3 του βασικού Νόμου 147/1914 περί της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, διατηρήθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος ίσχυε από τις 23/9/1904 μέχρι το 1946 που θεσπίστηκε ο Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα.

4) Σύμφωνα με τα άρθρα 302, 293 και 295 του Κρητ. Αστ. Κώδικα, “ επί δημοσίου κτήματος εις την Κρήτη ήταν δυνατή η κτήση κυριότητος με 10ετή τακτική ή 20ετή έκτακτη χρησικτησία συμπληρουμένη μόνο μέχρι 11-5-1915” (Α.Π.331/1995), όπου και ανεστάλη κάθε προθεσμία και παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου(ΟλΑΠ 75/1987). Επίσης στην “έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-5-1915 δεν εφαρμόζονται, και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτή, οι μεταγενέστερες διατάξεις (…)οι οποίες ορίζουν ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω κι αν δεν ενήργησε σ΄αυτά καμία πράξη νομής (ΑΠ 198/83 και Εφ. Αθηνών 3693/87).

Ο Κρητικός Αστ.Κώδικας, “θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση για τον υπολογισμό του χρόνου,ο οποίος διέδραμεν πρίν από την ισχύ του” (Α.Π. 1080/1994). Η ρύθμιση αυτή επέφερε μια σημαντικότατη διαφοροποίηση σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα σε ότι αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίμαχων εκτάσεων της Κρήτης, επειδή αναγνωριζόταν θεμελίωση χρησικτησίας και κατά τον χρόνο ισχύος του οθωμανικού δικαίου, το οποίο δεν προέβλεπε χρησικτησία. Σύμφωνα με αυτά τα δύο άρθρα του Κρητ.Α.Κ. μπορούσε να αρχίσει να υπολογίζεται ο απαιτούμενος χρόνος, ακόμη και πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα, για την απόκτηση κυριότητος με χρησικτησία, εφόσον εξακολουθούσε η νομή κατά την έναρξη ισχύος του. Έτσι, μπορούσε να υπολογισθεί, πρίν από την έναρξη ισχύος του Κρητ.Αστ. Κώδικα, ο χρόνος νομής, για μεν την έκτακτη χρησικτησία μέχρι και 15 χρόνια ήτοι μπορούσε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος μέχρι 23/9/1909 και για δε την τακτική μέχρι και 5 χρόνια πριν από την έναρξη της ισχύος του, εφόσον υπήρχαν τα απαιτούμενα προσόντα -τίτλος,μεταγραφή και καλή πίστη (ΑΠ 1080/1994, ΑΠ 572/2001 και ΑΠ 331/1995).

5) Στην περίοδο της Ήμιαυτονομίας της Κρήτης, και συγκεκριμένα μετά το 1880, δεν εκδιδόταν πλέον οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας, όπως στις υπόλοιπες Νέες Χώρες, αλλά συντάσσονταν οι τίτλοι από συμβολαιογραφεία και μεταγραφόταν στα οικεία υποθηκοφυλακεία.

6) Η Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1913 που κυρώθηκε με το Νόμο ΔΣΙΓ (4213), προβλέπει ρητά στο άρθρο 5, ότι “ Τα μέχρι καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα καθώς και αι δικαστικαί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά των αρμοδίων οθωμανικών αρχών, έσσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί του εναντίου αποδείξεως”. Η διάταξη αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου (αρ.28 του Συντάγματος). Συνεπώς οι τίτλοι που νομίμως συντάχθηκαν και μεταγράφηκαν πριν από την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα είναι ισχυροί.

Το ιδιότυπο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Κρήτης επί δασικών και χορτολιβαδικών εδαφών στην Κρήτη, επιβεβαιώνεται και αναγνωρίζεται, μεταξύ των άλλων, και με το βασικό νόμο 998/79, για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Στο 62 άρθρο του, ορίζεται, ότι “επί πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου” και φυσικού ή νομικού προσώπου, σε ότι αφορά την Κρήτη, εξαιρείται ο ιδιώτης από το βάρος της απόδειξης. Και επιπροσθέτως, καταργεί τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής,“δι΄ ων το Δημόσιο θεωρεί ως ίδια δάση, δασικά και χορτολιβαδι-κά εδάφη” της Κρήτης, που είχαν εκδοθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, ακόμη και αν είχαν καταστεί τελεσίδικα. Ως εκ τούτου φαίνεται να μην είναι νομικά τεκμηριωμένες οι προαναφερθείσες ενστάσεις των Δ/νσεων Δασών στην Κτηματολόγιο Α.Ε.

Από τα μέχρι τώρα εκτεθέντα συνάγεται ότι στην Κρήτη μπορούσε να τεκμηριωθεί ο θεσμός της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Ότι για τα εμπράγματα δικαιώματα επί δημοσίων κτημάτων που είχαν αποκτηθεί μέχρι το 11-5-1915 με έκτακτη χρησικτησία δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητος υπέρ του Δημοσίου. Καθώς και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι διάδοχος του Οθωμανικού δημοσίου, αλλά του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας..

Στην ιδιοκτησία του Ελληνικού δημοσίου περιήλθε μόνο ένα μικρό μέρος των δημόσιων γαιών του Οθωμανικού κράτους. Η επίσημη εκπροσώπηση των επαναστατημένων Κρητικών, η Μεταπολιτευτική Επιτροπή της Κρήτης, αναφέρει σε υπόμνημα που υπέβαλε στις 3-9-1895 στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, ότι “ ο Χριστιανικός λαός, κατέχων όλην σχεδόν την εκτός φρουρίων έκτασιν αυτής”, της Κρήτης.

Τούτο δε, είναι λογικό, επειδή από τη μια η Κρητική Πολιτεία, ως προϊόν και αποτέλεσμα επαναστατικών αγώνων, δεν ήταν ξενόφερτη και εγκάθετη, για να χρειάζεται τις δημόσιες γαίες, προκειμένου να ανταμείψει τη διαμεσολάβηση κρατικοδίαιτων στρωμάτων, που εξασφάλιζαν την νομιμοποίηση και την αναπαραγωγή της εξουσίας της, όπως έκανε το Ελλαδικό κράτος. Και από την άλλη με το να αποσυρθούν οι Τούρκοι στις πόλεις, ως βεβαιώνουν πολλοί ιστορικοί συγγραφείς, καταλύθηκε η οθωμανική εξουσία στις εκτός των τειχών περιοχές της νήσου. Οπότε οι επαναστατημένοι Κρητικοί κατέλαβαν τις ιδιοκτησίες τους. Και αυτοί φαίνεται να είναι οι λόγοι που όχι μόνο δεν υιοθέτησε η Κρητική Πολιτεία διατάξεις περί των οθωμανικών δημοσίων γαιών, αλλά δέχθηκε, κατά την διάρκεια ισχύος του οθωμανικού δικαίου, την έναρξη του χρόνου χρησικτησίας και επί δημοσίων γαιών. Έτσι πέρασε σχεδόν το σύνολο των οθωμανικών δημόσιων γαιών στην ιδιοκτησία των Κρητικών.

Επίσης, από το ίδιο σκεπτικό διέπεται το άρθρο 107 του Συντάγματος του 1899 και του 1907, ότι εκτός μερικών εξαιρέσεων,“τα βακουφικά κτήματα οιασδήποτε κατηγορίας, τα κατεχόμενα υπό ιδιωτών ή σωματείων ή άλλων νομικών προσώπων , καθίστανται κτήματα τελείας ιδιοκτησίας εις χείρας των σημερινών κατόχων ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων αυτών”. Καθώς επίσης και η μη διεκδίκηση από το Δημόσιο της Κρητικής Πολιτείας των “παρακειμένων της Νήσου νησίδων” που χωρίς καμία αμφιβολία ήταν οθωμανικές δημόσιες γαίες, λόγω της δασικής και χορτολιβαδικής τους κάλυψης. Και όμως από το άρθρο 19 του Συντάγματος του 1899 και το αντίστοιχο 17 του 1907, “Ουδέν επί των παρακειμένων νησιδίων εμπράγματον δικαίωμα αποκτάται άνευ αδείας της Κυβερνήσεως, κατά την μεταβίβασιν δε τοιούτων δικαιωμάτων η Πολιτεία έχει το δικαίωμα της προτίμησης” συνάγεται σαφώς, ότι ακόμη και οι νησίδες της Κρήτης είχαν περάσει στα χέρια των ιδιωτών, ποσώς μάλλον οι βοσκές που ήταν κοντά στα σπίτια τους.

Πέραν των όσων έχουν παραπάνω εκτεθεί, είναι εξεταστέο από νομικής πλευράς κατά πόσο η είσπραξη φόρου μεταβίβασης και κληρονομιάς είναι πράξη αποξένωσης του δημοσίου από την διεκδικούμενη ιδιοκτησία του.

Κατά την ταπεινή μας γνώμη είναι χρέος όλων, προπαντός της πολιτικής ηγεσίας και των φορέων της Κρήτης να υπερασπιστούμε την ιστορία του νησιού μας, αλλά και να προστατέψουμε τα συμφέροντα μας. Γι΄αυτό πρέπει να ανακληθούν οι σχετικές εγκύκλιοι του Υπουργείου Γεωργίας που διαγράφουν την Κρητική Πολιτεία και πλήττουν τα συμφέροντα των Κρητικών και να εκδοθούν νέες που να είναι εναρμονισμένες με την ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία που διέπει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίμαχων εκτάσεων της Κρήτης. Καθώς επίσης να περιληφθεί στο συζητούμενο πάνω από 10 χρόνια νομοσχέδιο για την ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων, το ιδιότυπο ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών των εκτάσεων της Κρήτης, Διαφορετικά θα συρθούν κυρίως, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι των ορεινών και ημιορεινών περιοχών του νησιού, αρχικά στα ελληνικά δικαστήρια και αργότερα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο –αφού μόνο σε μια μικρή πεδινή περιοχή των Χανίων υπεβλήθησαν περίπου 9700 ενστάσεις από το Δημόσιο.

* Ο Δημ. Καντηλιεράκης είναι πρώην πρόεδρος του ΟΕΕ Δυτικής Κρήτης

Σχόλια