Σύσταση εγκληματικής οργάνωσης - άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα

Η διάπραξη μιας ποινικώς αξιόποινης πράξης δεν συνδέεται απαραίτητα με την αυτοτελή εγκληματική συμπεριφορά κάποιου φυσικού πρόσωπου, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις αποτελεί προϊόν συμφωνίας που ενσωματώνει τη σύμπτωση της βούλησης.... περισσοτέρων προσώπων.
Η σύσταση και δράση εγκληματικής οργάνωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του νόμου 2928/27.08.2001, αποτελεί ένα ιδιώνυμο έγκλημα, το οποίο, υπό το καθεστώς αύξησης της οργανωμένης εγκληματικότητας κατά τα τελευταία χρόνια, ενέχει διακριτή αυτοτέλεια, που υπερβαίνει τον χαρακτήρα της σύστασης συμμορίας, στην οποίαν περιοριζόταν ουσιαστικά το ρυθμιστικό πλαίσιο του παλαιού άρθρου.
 
Ειδικότερα, ως εγκληματική οργάνωση ορίζεται η συγκρότηση δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας ανθρώπων, που αποτελείται από τρία τουλάχιστον ή περισσότερα άτομα με σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, τα οποία προβλέπονται είτε σε αυτοτελή άρθρα του Ποινικού Κώδικα είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους. Η δε μεταγενέστερη ένταξη ενός ατόμου ως μέλος της οργάνωσης εξομοιώνεται νομοθετικά με την εξ υπαρχής συμμετοχή του σε αυτή ήδη κατά τη σύστασή της.

Συνεπώς, για τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης απαιτείται έγγραφη ή και προφορική συμφωνία των συμμετεχόντων, η οποία και θα αποτυπώνει τη σύμπτωση της βούλησής τους για τη διάπραξη αξιοποίνων πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, μη αρκούσης της απλής ή προκαταρκτικής συζήτησης για την λήψη οριστικής απόφασης διενέργειας του εγχειρήματος.

Περαιτέρω, η προκείμενη συμφωνία αφορά στη σύμπραξη όλων των μελών της οργάνωσης για την διάπραξη της εγκληματικής πράξης, καθενός με το «ρόλο» του, δηλαδή είτε ως συναυτουργού είτε ως συνεργού. Σε κάθε δε περίπτωση, για τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης απαιτείται δόλος των συμμετεχόντων, δηλαδή γνώση τους για το περιεχόμενο της ευρύτερης συμφωνίας υπό τη συνδρομή του γνωστικού και του βουλητικού στοιχείου σε σχέση με την επικείμενη εκτέλεσή της. 

Τα κακουργήματα, τη διάπραξη των οποίων επιδιώκει μια εγκληματική οργάνωση, μπορεί να αφορούν στην παράβαση των διατάξεων που αφορούν το νόμισμα (παραχάραξη και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων), τα υπομνήματα (με κυριότερη περίπτωση την πλαστογραφία), την υπηρεσία (ψευδής βεβαίωση και νόθευση), τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα (ενδεικτικά εμπρησμό, εμπρησμό δασών και έκρηξη, ιδίως με χρήση εκρηκτικών υλών), τα εγκλήματα κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και των κοινωφελών εγκαταστάσεων, τα εγκλήματα κατά της ζωής (ανθρωποκτονία με πρόθεση), της υγείας (βαριά σωματική βλάβη), της προσωπικής ελευθερίας (αρπαγή, εμπόριο δούλων, αρπαγή ανηλίκων και απαγωγή), κατά της γενετήσιας ελευθερίας (βιασμό, κατάχρηση σε ασέλγεια και αποπλάνηση παιδιών), κατά της ιδιοκτησίας (διακριμένες κλοπές, ληστείες, υπεξαιρέσεις) και κατά της περιουσίας (εκβίαση, απάτη, απάτη με χρήση υπολογιστή και τοκογλυφία).

Το ρυθμιστικό πλαίσιο που αφορά τη δράση μιας εγκληματικής οργάνωσης περιλαμβάνει βεβαίως και άλλες περιπτώσεις ποινικής παραβατικότητας με μείζονα κοινωνικοηθική απαξία, όπως τα κακουργήματα που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες.

Στις περιπτώσεις σύστασης και δράσης εγκληματικής οργάνωσης, το άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει την ποινή της κάθειρξης μέχρι και δέκα (10) ετών. Ωστόσο ο νομοθέτης, συνεκτιμώντας την προοπτική ευρύτερης διαπλοκής που μπορεί να συνδεθεί με τη δράση μιας εγκληματικής οργάνωσης αλλά και της σημασίας που έχει για τη δημόσια και ιδιωτική ασφάλεια η εξάρθρωση και ο κολασμός τέτοιου είδους παθογενειών, φρόντισε, στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου ως άνω άρθρου, να ποινικοποιήσει ρητώς τις περιπτώσεις παράνομης παρακώλυσης της απονομής δικαιοσύνης σε σχέση με την προκείμενη εγκληματική δράση και παράλληλα να θέσει το πλαίσιο των σχετικών ποινών. 

Έτσι, όποιος με απειλή ή χρήση βίας κατά δικαστικών λειτουργών, ανακριτικών ή δικαστικών υπαλλήλων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή με δωροδοκία των ιδίων προσώπων επιχειρεί να ματαιώσει την αποκάλυψη ή δίωξη και τιμωρία των πράξεων μιας εγκληματικής οργάνωσης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, δηλαδή με φυλάκιση που μπορεί να ανέλθει έως και τα πέντε έτη.

Τέλος, το πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων περί εγκληματικής οργάνωσης εφαρμόζεται εξίσου και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι προβλεπόμενες αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από Έλληνα υπήκοο ή στρέφονταν κατά Έλληνα πολίτη ή νομικού προσώπου που εδρεύει στην ημεδαπή η του Ελληνικού Κράτους, ακόμα και αν δεν ορίζονταν ως αξιόποινες με βάση τη νομοθεσία του κράτους όπου διεπράχθησαν.

Σχόλια