554/2013 ΑΠ ( 609836) - Πληρεξουσιότητα. Αποτελέσματα. Σύννομη ανάκληση αυτής. Ρύθμιση του κύρους των δικαιοπραξιών, που επιχειρήθηκαν μετά την παύση της πληρεξουσιότητας και της αντίστοιχης ευθύνης του αντιπροσωπευόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 224 και 225 ΑΚ. Τα κριτήρια της γνώσης ή της άγνοιας της παύσης της πληρεξουσιότητας είτε από μέρους του πληρεξούσιου είτε από μέρους του τρίτου.

κλικ ΚΑΙ εδώ για ολόκληρη την απόφαση 554/2013 ΑΠ ( 609836)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Πληρεξουσιότητα. Αποτελέσματα. Σύννομη ανάκληση αυτής. Ρύθμιση του κύρους των
δικαιοπραξιών, που επιχειρήθηκαν μετά την παύση της πληρεξουσιότητας και της αντίστοιχης ευθύνης του αντιπροσωπευόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 224 και 225 ΑΚ. Τα κριτήρια της ....

γνώσης ή της άγνοιας της παύσης της πληρεξουσιότητας είτε από μέρους του πληρεξούσιου είτε από μέρους του τρίτου. Αποτελέσματα. Προϋποθέσεις προστασίας του συναλλασσόμενου τρίτου. Η  «φαινόμενη πληρεξουσιότητα». Έννοια. Αδικοπρακτική ευθύνη τράπεζας για τη ζημία που προξένησαν οι ποινικά κολάσιμες πράξεις του προστηθέντος υπαλλήλου - διευθυντή καταστήματός της. Υπεξαίρεση από τον προστηθέντα του χρηματικού ποσού που κατατέθηκε στη τράπεζα προς επένδυση σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου (REPOS). Έκδοση πλαστογραφημένης βεβαίωσης συναλλαγής. Άρση της επιβληθείσας διαθεσιμότητας του προστηθέντα κατά τη κατάρτιση της  σχετικής σύμβασης, η οποία είναι έγκυρη και δεσμεύει την τράπεζα, εκπροσωπούμενη κατά την κατάρτισή της από τον προστηθέντα υπάλληλό της που ενεργούσε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, δεσμεύοντας αυτήν. Αδυναμία των πελατών της τράπεζας, ως τρίτων να ελέγξουν την νομιμότητα των ενεργειών των υπαλλήλων της, να γνωρίζουν την αντιπροσώπευσή της, καθώς και τους μεταγενέστερους περιορισμούς αυτής. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση  κατά της υπ` αριθμ. 6689/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. 

Αριθμός 554/2013 
 
 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
 Α1` Πολιτικό Τμήμα 
 
 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, 
Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
 
 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της 
Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
 
 Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ".. ....  ... ." που εδρεύει 
στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο 
της Φώτιο Σαρρή.
 
 Των αναιρεσιβλήτων: Μ. Κ. του Β. συζ. Π. Κ. και 2. Π. Κ. του Ι., κατοίκων .. .. . .., οι οποίοι 
εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Χριστίνα Καρελλά, με δήλωση κατ` άρθρο 
242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
 
 Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που 
κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7468/1998, μη 
οριστική, 2162/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6689/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την 
αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Νοεμβρίου 2011 αίτησή 
της.
 
 Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι 
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, 
ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 
αιτήσεως αναιρέσεως.
 
 Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των 
αντιδίκων του στην δικαστική δαπάνη του.
 
 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
 Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε 
κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των 
δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι 
πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι 
προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με 
ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, 
ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 
7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 
(παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την 
εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά 
σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, 
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή 
ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη 
διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη 
βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε 
ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που 
αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο 
προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού 
συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα 
εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του 
εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την 
άρνησή του (ανεπαρκής αγιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο 
προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την 
έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του 
αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη 
περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, 
από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή 
όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως 
από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του 
προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό 
της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 
561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις 
αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση 
του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει 
ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο 
αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των 
άρθρων 211, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί 
δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο, δηλαδή 
τον πληρεξούσιο, της εξουσίας αντιπροσώπευσής του και ότι, όταν δοθεί πληρεξουσιότητα για 
χρόνο αόριστο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός 
καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου, όπως είναι η ανάκληση ή η 
παύση της πληρεξουσιότητας. Η σύννομη ανάκληση της πληρεξουσιότητας επάγεται την παύση 
αυτής, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση το κύρος των δικαιοπραξιών, που επιχειρήθηκαν μετά 
την παύση της πληρεξουσιότητας και η ευθύνη του αντιπροσωπευομένου μετά από αυτήν 
ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 224 και 225 ΑΚ, που εντάσσονται λειτουργικά στη 
γενικότερη ρύθμιση του προβλήματος των συνεπειών της έλλειψης πληρεξουσιότητας, το οποίο 
ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 229 επ ΑΚ. Η διάρθρωση της ρυθμίσεως των διατάξεων 
των άρθρων 224 και 225 ΑΚ στηρίζεται σε δυο βασικά κριτήρια, ήτοι στη γνώση ή την άγνοια της 
παύσης της πληρεξουσιότητας, είτε από μέρους του πληρεξουσίου είτε από μέρους του τρίτου, 
υπό την έννοια ότι, αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παύση της πληρεξουσιότητας, 
τότε αυτός δεν κρίνεται προστατευτέος και συνεπώς δεν υπάρχει κανένας λόγος για τη δέσμευση 
του αντιπροσωπευομένου, και ότι, αν ο τρίτος δεν γνώριζε και δεν όφειλε να γνωρίζει την παύση 
της πληρεξουσιότητας, δεσμεύεται ο αντιπροσωπευόμενος, εφόσον και ο πληρεξούσιος δεν 
γνώριζε την παύση της πληρεξουσιότητας, όπως και ότι, αν ο πληρεξούσιος γνώριζε την παύση της 
πληρεξουσιότητας, ο αντιπροσωπευόμενος έχει την ευχέρεια είτε να μη επικαλεσθεί την παύση της 
πληρεξουσιότητας και να εκτελέσει τη σύμβαση, που συνομολόγησε με τον τρίτο ο πληρεξούσιος, 
ενώ αρκεί προς αυτό και η σιωπηρή έγκριση, είτε να επικαλεσθεί την παύση της πληρεξουσιότητας, 
οπότε δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του 
Α.Κ. προκύπτει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις 
κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις ανωτέρω 
διατάξεις και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάσθηκε η έννοια της "φαινόμενης 
πληρεξουσιότητας". Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν παρέσχε μεν 
πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στη συνέχεια όμως την ανακάλεσε 
και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" του, όμως θα 
μπορούσε να την γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις 
συναλλαγές επιμέλεια, ενώ από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την 
καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως, ότι στον εμφανιζόμενο ως 
αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα. Προς τούτο όμως απαιτείται, διαρκής ή 
επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο 
του συναλλαγέντος τρίτου. Ο τελευταίος δε δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της 
πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε συνεπεία αμελείας. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω 
προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε 
στους τρίτους, την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και αν πρόκειται για 
σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισθείσα, μέσω του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου", ο 
συναλλαχθείς δε τρίτος, έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευόμενου, τις αξιώσεις 
που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (ΑΠ 639/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με την 
προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 6689/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, 
κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ενάγοντες (ήδη ανερεσίβλητοι) 
σύζυγοι στο κατάστημα της εναγομένης "Τράπεζας ..... .. .. .. .. ........", η οποία συγχωνεύθηκε με 
απορρόφηση από την Τράπεζα "..... .... ....... ..... ... ... ..... ..." (ήδη αναιρεσείουσα), διατηρούσαν 
λογαριασμό αμοιβαίου κεφαλαίου ποσού 11.200.000 δραχμών, διά του υποκαταστήματος της 
εναγομένης στην …, ο οποίος έληξε στις 15-04-1997. Στις 16-04-1997 επισκέφθηκαν το ως άνω 
υποκατάστημα … και μετέφεραν το ως άνω ποσόν, καταβάλλοντας ταυτόχρονα σε μετρητά 
1.688.307 δραχμές, ήτοι συνολικά 13.000.000 δραχμές στον υπ` αριθ. ... λογαριασμό που τηρείται 
στο κεντρικό κατάστημα των … επ` ονόματι του τότε διευθυντή του Π. Π., προκειμένου η 
εναγομένη να προβεί για λογαριασμό τους σε επένδυση σε τίτλους του Δημοσίου με δικαίωμα 
επαναγοράς (REPOS). Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες συνήψαν την ίδια ημέρα (16-04-1997) σύμβαση 
με την εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο Π. Π. υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, 
δυνάμει της οποίας επένδυσε σε REPOS το χρηματικό ποσό των 13.000.000 δραχμών, για χρονικό 
διάστημα 44 ημερών, ήτοι από 16-04-1997 έως 30-05-1997, με συμφωνηθείσα απόδοση της 
επένδυσης για το διάστημα της διάρκειάς της ετήσιο επιτόκιο ποσοστού 10,90% και συμφωνήθηκε 
ότι κατά τη λήξη της σύμβασης θα καταβληθεί στους ενάγοντες το ποσό των 13.170.816 
δραχμών, σύμφωνα με το υπ` αριθ. …έντυπο της Τράπεζας, που συνιστά τη βεβαίωση συναλλαγής. 
Οταν όμως οι ενάγοντες αναζήτησαν το παραπάνω ποσό κατά τη λήξη της σύμβασης, η εναγομένη 
αρνήθηκε την καταβολή του ισχυριζόμενη ότι ο τίτλος της ένδικης σύμβασης ήταν εξ ολοκλήρου 
πλαστογραφημένος από τον υπάλληλό της Π. Π. και ο τελευταίος είχε παράνομα ιδιοποιηθεί το 
ποσό της κατάθεσης που ουδέποτε είχε περιέλθει στην κατοχή της. Ισχυρίζεται επίσης η εναγομένη 
ότι ο ανωτέρω υπάλληλος είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα ήδη από τις 06-12-1996, του είχε αφαιρεθεί 
το δικαίωμα υπογραφής για λογαριασμό της εναγομένης και δεν την εκπροσωπούσε, ούτε τη 
δέσμευε με την υπογραφή του. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι 
πράγματι στις 06-12-1996 ο Π. Π. τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τη Γενική Διεύθυνση της 
εναγομένης με την υπ` αριθ…/05-12-1996 πράξη της και ανακλήθηκε το δικαίωμα υπογραφής του. 
Ομως, περί το τέλος Φεβρουαρίου του 1997 είχε αρθεί η διαθεσιμότητά του και ο τελευταίος 
οπωσδήποτε από τις αρχές Μαρτίου του 1997 έως και το Μάϊο του 1997 είχε επανέλθει στην 
υπηρεσία του και εκτελούσε τα καθήκοντα αναπληρωτή Διευθυντή, όπως παλαιότερα.
 
 Συγκεκριμένα, προσερχόταν κανονικά στην εργασία του, παρέμενε εντός του καταστήματος κατά 
τις ώρες λειτουργίας του και συναλλασσόταν με επενδυτές και πελάτες της εναγομένης 
εκπροσωπώντας αυτήν κατά τη διαχείριση των σχετικών υποθέσεων και είχε πρόσβαση στα 
έντυπα της Τράπεζας. Κατά το τέλος δε Απριλίου του 1997 υπήρξαν υπόνοιες της εναγομένης ότι ο 
Π. Π. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είχε προβεί σε σειρά παράνομων ενεργειών (έκδοση 
πλαστών πιστοποιητικών εγγράφων καταθέσεων και παράδοση αυτών σε πελάτες ως δήθεν 
γνήσιων εγγράφων που πιστοποιούσαν την πραγματοποίηση καταθέσεων, παράνομη ιδιοποίηση 
καταθέσεων, οι οποίες συνιστούσαν ποινικά αδικήματα, για τα οποία μετά τη διαπίστωσή τους από 
διενεργηθέντα έλεγχο από τον Προϊστάμενο του τμήματος Επιθεώρησης της Τράπεζας υπέβαλε 
στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών μηνύσεις, ασκήθηκε δε δίωξη εναντίον του για 
κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης σε υπηρεσία κατ` εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας 
και για τις οποίες καταδικάσθηκε με την υπ` αριθ. 421/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου 
Αθηνών σε κάθειρξη 10 ετών. Με την άνω απόφαση κρίθηκε ένοχος μεταξύ άλλων και της επίδικης 
υπεξαίρεσης, καθώς επίσης και της πλαστογραφίας μετά χρήσης στην επίδικη βεβαίωση 
συναλλαγής, την οποία κατήρτισε ο ίδιος, έθεσε δε κατ` απομίμηση την υπογραφή της υφισταμένης 
του, επίσης υπαλλήλου της Τράπεζας Ι. Σ., εν αγνοία της και χωρίς την συγκατάθεσή της. Ομως, 
ανεξάρτητα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Π. Π. η επίδικη σύμβαση συναλλαγής επί 
τίτλων του Δημοσίου είναι έγκυρη και δεσμεύει την εναγομένη, η οποία εκπροσωπήθηκε κατά την 
κατάρτισή της από τον προστηθέντα υπάλληλό της που ενεργούσε μέσα στα πλαίσια των 
καθηκόντων του, δεσμεύοντας την εναγομένη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από 
την κατάθεση των ιδίων των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια της εναγομένης, ήτοι των 
Π. Κ. και Ν. Χ., οι οποίοι, ο μεν πρώτος ήταν τον επίδικο χρόνο Διευθυντής του κεντρικού 
καταστήματος της εναγομένης και ο οποίος επιβεβαίωσε ότι ο Π. τέλος Φεβρουαρίου επανήλθε στη 
υπηρεσία και δέσμευε αυτήν με την υπογραφή του, ο δε δεύτερος διενήργησε την επιθεώρηση για 
λογαριασμό της τράπεζας προκειμένου να ελεγχθούν οι παράνομες δραστηριότητες του Π. Π.. 
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τις 
ειδικότερες σ` αυτόν αναφορές, ότι μπορούν οι πελάτες της Τράπεζας να ελέγξουν την νομιμότητα 
των ενεργειών των υπαλλήλων της και την αντιπροσώπευση αυτής και ότι μπορούν να γνωρίζουν 
μεταγενέστερους περιορισμούς στην αντιπροσώπευση αυτής. Οι παραπάνω ισχυρισμοί της 
εκκαλούσας αναιρούνται από τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων της. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Π. 
Κ. - Διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος κατέθεσε: "Οι αρμοδιότητες που είχε ο Π. ήταν όλες 
που είχα κι εγώ ως Διευθυντής ... Ως αναπληρωτής Διευθυντής που ήταν (ο Π.) θα μπορούσε να 
ζητήσει αριθμημένα έντυπα και να του δοθούν. Αν δεν ήταν αναπληρωτής Διευθυντής δεν θα 
μπορούσε με κανένα τρόπο να περιέλθουν στα χέρια του τέτοια έντυπα ... Από τον Μάϊο του 1996 
έως τον Δεκέμβριο που τέθηκε σε διαθεσιμότητα αποκαλύφθηκαν έκνομες ενέργειες εις βάρος του 
καταθετών της Τράπεζας και ενέργειες που εξέθεταν το κύρος της Τράπεζας...Η Τράπεζα είχε 
μηχανισμούς ελέγχου, αλλά ο Π. κατόρθωνε να διαφεύγει από τα συστήματα ελέγχου... Για τη 
συγκεκριμένη συναλλαγή οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να έχουν αμφιβολία για την επένδυσή 
τους...Εξαιτίας των παραπάνω ενεργειών του Π. ως εκπροσώπου της Τράπεζας εζημιώθηκαν οι 
ενάγοντες κατά το ποσό της επένδυσής τους ....". Αλλά και ο εξετασθείς μάρτυρας Α. Κ., περί των 
ανωτέρω κατέθεσε: "...... Τα παραστατικά που παραλαμβάνει κάποιος πελάτης από την Τράπεζα 
αποτελούν πλήρη απόδειξη συναλλαγής και τη δέσμευση της Τράπεζας κανείς συναλλασσόμενος 
δεν ερευνά και δεν μπορεί να ερευνήσει, αν ο υπάλληλος που τον εξυπηρέτησε είναι νόμιμα 
εξουσιοδοτημένος ή όχι, ή τα παραστατικά που φέρουν τις απαραίτητες σφραγίδες και υπογραφές 
έχουν το παραμικρό νομικό κώλυμα . Αν τεθεί σε διαθεσιμότητα ένας υπάλληλος της Τράπεζας του 
απαγορεύεται η επαφή πρωτίστως με τους πελάτες της Τράπεζας. ....". Περαιτέρω, ο τύπος της 
ανωτέρω επίδικης σύμβασης REPOS είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός της. Επομένως, η 
κατάρτιση εκ μέρους του Π. Π. της επίδικης βεβαίωσης συναλλαγής, στην οποία τέθηκε 
πλαστογραφημένη η υπογραφή της υπαλλήλου, αφορά απλώς την απόδειξη της νομιμοποίησης 
του δικαιούχου ως καταθέτη ή επενδυτή και όχι βέβαια τη γένεση των δικαιωμάτων και των 
υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση και υφίστανται ήδη από το χρονικό 
σημείο της κατάθεσης του χρηματικού ποσού στη Τράπεζα από τον τρίτο συναλλασσόμενο και της 
φύλαξης αυτού εκ μέρους της για το λόγο και με τους όρους που συμφωνήθηκαν. Οι τυχόν εξ 
άλλου παρατυπίες κατά την κατάρτιση δεν μπορεί να βαρύνουν τους ενάγοντες, οι οποίοι 
καλόπιστα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη προέβησαν σε συμφωνία μαζί του υπό τη 
συγκεκριμένη ιδιότητά του και δεν γνώριζαν, ούτε όφειλαν να γνωρίζουν ειδικές λεπτομέρειες 
σχετικά με το πώς καταρτίζονται οι ανωτέρω συμβάσεις, αν π.χ. χρειάζεται η υπογραφή και 
δεύτερου υπαλλήλου κ.α. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της 
εναγομένης ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης δεν εκπροσωπείτο αυτή νόμιμα από τον ως άνω 
υπάλληλό της και ότι η σχετική βεβαίωση είναι πλαστή, επειδή ο Π. Π. δεν είχε εξουσία 
εκπροσώπησης.
 
 Συνεπώς, η εναγομένη δεσμεύεται από την επίδικη σύμβαση που συνήψε για λογαριασμό της ο 
ανωτέρω προστηθείς προς τούτο υπάλληλός της, διότι ο τελευταίος ενήργησε στα πλαίσια 
άσκησης των καθηκόντων του, κατά κατάχρηση βέβαια αυτών που του είχαν ανατεθεί. Κρίνοντας 
τα ίδια η εκκαλουμένη ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που η εκκαλούσα υποστηρίζει 
με τον πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
 
 Ειδικότερα, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν διαφοροποιήσεις στις 
Τράπεζες και αποκλίσεις όσον αφορά το ύψος των χορηγουμένων επιτοκίων, μεταξύ των 
υποκαταστημάτων της ίδιας Τράπεζας, ούτε ότι το γεγονός της χορήγησης ευνοϊκότερου επιτοκίου 
οφείλεται στην κατάρτιση από τους ενάγοντες της επίδικης σύμβασης τηλεφωνικά και εξ 
αποστάσεως, αφού υπάρχουν διαφοροποιήσεις στα επιτόκια όταν πρόκειται για νέες καταθέσεις και 
δεν είναι ασυνήθιστη η κατάρτιση της σύμβασης μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες των 
υπαλλήλων υποκαταστήματος, με τους Διευθυντές ή αναπληρωτές Διευθυντές Κεντρικού 
Καταστήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Περί τούτου ο μάρτυρας Α. Κ. καταθέτει: 
"... Γνωρίζω πάμπολλες περιπτώσεις όπου διευθυντικά στελέχη στα πλαίσια καλύτερης 
εξυπηρέτησης πελατών χρησιμοποιούν ατομικούς λογαριασμούς στους οποίους οι πελάτες 
καταθέτουν χρήματα.......Οι περιπτώσεις αυτές γίνονται από διευθυντικά στελέχη και για την 
εξυπηρέτηση καλών πελατών...Η προηγηθείσα συνομιλία του διευθυντού του καταστήματος … με 
τον αναπληρωτή διευθυντή του κεντρικού κ. Π. δεν άφηνε κανένα περιθώριο για παρεξήγηση...". 
 
 Ακολούθως, δεν είναι ασυνήθιστη διαδικασία η μεταφορά κεφαλαίων μέσω λογαριασμών 
Διευθυντών, για την αποφυγή απώλειας τόκων και ο σχετικός με τον πρώτο λόγο έφεσης 
ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Για το τελευταίο, ο ίδιος ως άνω μάρτυρας Α. Κ. 
καταθέτει: "..... Σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι Τράπεζες σε λίγα εκπαιδευμένα και πολύ αξιόπιστα 
στελέχη της επιτρέπει να διαχειρίζονται μεγάλο ποσό χρημάτων για να μπορέσουν αυτοί οι 
υπάλληλοι να μεγιστοποιήσουν τις αποδόσεις των χρημάτων των πελατών τους...". Περαιτέρω, 
πρέπει να απορριφθεί ο με τον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυρισμός ότι ο Π. Π. κατά τον χρόνο 
κατάρτισης της επίδικης σύμβασης τελούσε σε κανονική άδεια, αφού και από τους μάρτυρες της 
εναγομένης-εκκαλούσας βεβαιώνεται η έστω και πρόσκαιρη άρση της διαθεσιμότητάς του. Σχετικά, 
ο μάρτυρας Ν. Χ. καταθέτει: "... Κατά το Φεβρουάριο εξακολουθούσε να είναι στη διάθεση της 
διοίκησης και ασχολείτο με τους χορηγητικούς λογαριασμούς που ήταν ευθύνη δική του...Γνωρίζω 
ότι και επίσημα είχε διακόψει την άδεια για 2-3 ημέρες προκειμένου να χειριστεί λογαριασμούς 
πελατών του...Δεν γνωρίζω γιατί η Τράπεζα ενέδωσε στη επιθυμία των άνω πελατών, δηλαδή να 
έρθει ο Π. στο κατάστημα...". Τέλος, απορριπτέος κρίνεται και ο τελευταίος με τον πρώτο λόγο της 
έφεσης ισχυρισμός, ότι μόνο εγγράφως θα μπορούσε να παύσει η ισχύς του εγγράφου με το οποίο 
ο Π. Π. τέθηκε στη διάθεση της διοίκησης και του αφαιρέθηκε το δικαίωμα υπογραφής, αφού παρά 
την έκδοση αυτού του εγγράφου ο ίδιος χειριζόταν χορηγητικούς και άλλους λογαριασμούς". Με 
βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, 
επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει 
δεκτή την ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκετο από τους αναιρεσίβλητους, η επιδίκαση σ` 
αυτούς εις βάρος της εναγομένης, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, του ποσού 
των 38.652,43 ευρώ (13.170.816 δραχμές), ως υπόχρεης προς τούτο από την μεταξύ τους 
σύμβαση, για την κατάρτιση της οποίας ενήργησε για λογαριασμό της το ως άνω διευθυντικό 
στέλεχος αυτής, ως εκπρόσωπός της, στον οποίο παρείχε την σχετική προς τούτο 
πληρεξουσιότητα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, 
ευθέως ή εκ πλαγίου, τις αναφερόμενες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί αντιπροσωπείας 
και πληρεξουσιότητας των άρθρων 221 και 224 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, 
επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα από τις αιτιολογίες της αποφάσεως του 
Εφετείου σαφώς προκύπτει, ότι αυτό στήριξε τη συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας 
τράπεζας, στη διαληφθείσα τραπεζική σύμβαση, στο γεγονός ότι η αντιπροσωπευόμενη στη 
σύμβαση αυτή από τον διευθυντή της Π. Π. "Τράπεζα .. ... ... ...", αν και γνώριζε ότι αυτός, είχε 
τεθεί από εκείνη σε διαθεσιμότητα και του είχε ανακληθεί το δικαίωμα υπογραφής, εξακολουθούσε 
να επιτρέπει σ` αυτόν να προσέρχεται στο κεντρικό κατάστημά της και να συμπεριφέρεται έναντι 
των πελατών της, όπως και προηγουμένως, διατηρώντας στο κατάστημα αυτό γραφείο και 
έχοντας πρόσβαση στα διάφορα έγγραφά της (έντυπα) και τις σφραγίδες της, ενώ θα έπρεπε αυτή 
(τράπεζα), καταβάλλοντας την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, να έχει απομακρύνει αυτόν 
από το κεντρικό κατάστημα και να μην του επιτρέπει να ενεργεί όπως και προηγουμένως, 
συναλλασσόμενος με τους πελάτες της και εμφανιζόμενος στους λοιπούς υπαλλήλους της, σαν να 
μην είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, διατηρώντας το δικαίωμα υπογραφής που του παρείχε, ως 
διευθυντή της, και στο ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως πελάτες της τράπεζας, αγνοούσαν καλοπίστως, 
την έλλειψη αυτή πληρεξουσιότητας, με αποτέλεσμα, λόγω του προκληθέντος αυτού "φαινομένου 
πληρεξουσιότητας", να δεσμεύεται η τράπεζα, έναντι των εναγόντων, από την καταρτισθείσα για 
λογαριασμό της, μέσω του διευθυντή της Π. Π. συμβάσεως σε επένδυση τίτλων με δικαίωμα 
επαναγοράς (REPOS), για την οποία εκδόθηκε από τον παραπάνω διευθυντή σχετική βεβαίωση 
συναλλαγής, και αφού προηγουμένως οι ανερεσίβλητοι είχαν καταβάλει, κατά τον προαναφερόμενο 
τρόπο, το ποσό των 13.000.000 δραχμών. Είναι δε πλήρεις και σαφείς οι αιτιολογίες της 
προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με την εγκατάσταση του άνω διευθυντή της σε γραφείο του 
κεντρικού καταστήματός της από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1997, επιτρέποντας σ` αυτόν, εν 
γνώσει της, να συναλλάσσεται με τους πελάτες της, και να έχει πρόσβαση σε όλα τα έντυπά της, ότι 
παρείχε στον τελευταίο, έναντι των τρίτων συναλλασσομένων με αυτόν "φαινομένη 
πληρεξουσιότητα", με δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσή της, για όλες τις συμβάσεις που 
κατήρτιζε με τρίτους για λογαριασμό της. Ομοίως, είναι σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της 
προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι αγνοούσαν καλόπιστα, και δεν μπορούσαν να 
γνωρίζουν την έλλειψη της πληρεξουσιότητας του άνω διευθυντικού στελέχους της εναγομένης, 
αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της, οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να έλθουν σε καμιά επαφή μ` αυτόν, 
ενδιαφερόμενοι για την επωφελέστερη απόδοση των χρημάτων τους, κατέθεσαν στον λογαριασμό 
του τελευταίου το ως άνω ποσόν, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η προαναφερόμενη επένδυση, 
μετά την οποία τους παραδόθηκε η πιο πάνω βεβαίωση της συναλλαγής αυτής. Επομένως, τα όσα 
αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο 
αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του 
άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. 
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση 
πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
 
 Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε 
υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν 
ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των 
άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από 
αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη 
υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι 
αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, 
ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι 
δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της 
αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, 
αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης 
πραγματικών γεγονότων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε 
υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή 
ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των 
πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων 
προς αυτά που τον συγκροτούν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, 
από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, 
διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της, τον 
οποίο επανέφερε με την έφεσή της και ενώπιον του, ότι οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) "γνώριζαν ή 
όφειλαν να γνωρίζουν την έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας, του με αυτούς εξ αποστάσεως 
συναλλαγέντος διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Π. Π.". Ο λόγος αυτός της 
αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 
απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο έλαβε 
υπόψη ευθέως τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
 
 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η 
αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως 
ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
 
 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
 Απορρίπτει την από 25-11-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 6689/2008 αποφάσεως του 
Εφετείου Αθηνών.
 
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο 
χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
 
 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.
 
 Και
 
 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013.
 
 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια