
979/2015 ΕΙΡ ΑΘ (ΕΚΟΥΣΙΑ) ( 648121)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Εκούσια δικαιοδοσία. Αίτηση διορισμού επιτρόπου ανηλίκου τέκνου, προς εκπροσώπηση του σε
δίκη προσβολής πατρότητας. Αποκλειστική αρμοδιότητα Ειρηνοδικείου υπέρ του οποίου...
υπάρχει
«τεκμήριο αρμοδιότητας» και δικαιολογητικός λόγος της εμφαινόμενης παράλληλης αρμοδιότητας
Πρωτοδικείου. Νόμιμη η αυτοπρόσωπη παράσταση διαδίκων, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο σε
υποθέσεις «εκούσιας δικαιοδοσίας» στο Ειρηνοδικείο. Δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης του
άρθ. 94 § 2 ΚΠολΔ. Διεθνής αρμοδιότητα Δικαστηρίου. Ρυθμίζεται στην περίπτωση «ημεδαπού
ανηλίκου» από το άρθ. 796§1 ΚΠολΔ και στην περίπτωση «αλλοδαπού» από το άρθ. 24 ΑΚ.
Τεκμήριο εκ του άρθ. 1466 ΑΚ, που αποτελεί άρση του τεκμηρίου, που τίθεται εκ του άρθ. 1465.
Έννομο συμφέρον αιτούντων γονέων προς τυπική ανατροπή του άρθ. 1465 ΑΚ. Σύγκρουση
συμφερόντων ανηλίκου με τους αιτούντες γονείς του. Δέχεται αίτηση, ορίζει επίτροπο.
ΑΡΙΘΜΟΣ 979/2015
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ και από τον Γραμματέα ΜΑΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2015 για να δικάσει την εξής υπόθεση:
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ..............., συζ. ..............., το γένος ..............., 2) ..............., κατοίκων Αιγάλεω Αττικής (...............), που παραστάθηκαν αυτοπρόσωπα.
Οι αιτούντες με την από 25/2/2015 και αριθ. Κατ. 477/2015 αίτηση τους, εκούσιας δικαιοδοσίας, ζήτησαν να διοριστεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου τέκνου τους, για να το εκπροσωπήσει στη δίκη, που πρόκειται να γίνει για προσβολή της πατρότητας.
Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα πρακτικά, και οι αιτούντες ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους.
Αφού άκουσε τους ισχυρισμούς,
MEΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.
-------------
Σύμφωνα με το αρθ. 94 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε παλαιότερα, επιτρεπόταν η παράσταση των διαδίκων στο Ειρηνοδικείο, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο. Στη συνέχεια, μετά την αντικατάσταση του από Ν. 3994/2011 και 4055/12, το άρθρο άλλαξε, ως εξής: Η § 1 ορίζει, ότι «στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικου έχουν υποχρέωση, να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (αντικαταστάθηκε με αρθ. 6 § 7 Ν. 4055/2012). Η παρ. 2, τροποποιήθηκε ως εξής: Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση των διαδίκων χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο α)στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της δίκης δεν υπερβαίνει τις 12.000,00€, β) στα ασφαλιστικά μέτρα, γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος (αρθ. 7 § 1 του Ν. 3994/2011). Ενώ η § 3 παρέμεινε ως είχε. Εξ αυτών των αλλαγών γίνεται φανερό, ότι το ποσοτικό κριτήριο των 12.000,00€ κατ ανώτατο όριο, υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, που τέθηκε για τις δίκες στο Ειρηνοδικείο, όπου μπορούν οι διάδικοι, να παρίστανται αυτοπρόσωπα, αποτελούσε το μέχρι τότε ανώτατο όριο της καθ ύλη αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων. Η αλλαγή συνέβη για καθαρά τεχνικούς και πρακτικούς λόγους, που δεν αφορούν το κατ ουσία δίκαιο. Ο νομοθέτης αυξάνοντας την υλική αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, από το ποσό των 12.000,00€ σε αυτό των 20.000,00€, αφαιρώντας ύλη από το Μον. Πρωτοδικείο, που προσέθεσε στα Ειρηνοδικεία, το έπραξε εν μέσω οικονομικής κρίσης, όπου η τάξη των δικηγόρων (όπως κι άλλων επαγγελματιών βέβαια) μαστιζόταν ήδη από μείωση του αντικειμένου των εργασιών τους. Συνεπώς, εκτός από άλλες πρακτικές δυσκολίες, που σήμαινε αυτή η διαφοροποίηση υλικής αρμοδιότητας για όλους, επιβάρυνσης χρόνου και κόστους (η τοπική αρμοδιότητα Ειρηνοδικείων, σε αντίθεση με το ένα Πρωτοδικείο Αθηνών, είναι κατακερματισμένη, σε διάφορα Ειρηνοδικεία, διάσπαρτα στο λεκανοπέδιο Αττικής), δήλωνε κι επιπλέον επιβάρυνση οικονομική των δικηγόρων, από τους οποίους αφαιρείτο μεγάλο τμήμα υποθέσεων, που δεν θα ήταν υποχρεωτική η παράσταση τους (δίκες Ειρηνοδικείων). Εξ αυτού του λόγου και μόνο προέκυψε η ως άνω αλλαγή του άρθρου της πολιτικής δικονομίας. Διότι, κατά τα λοιπά ο βαθμός δυσκολίας της υπόθεσης, αντίληψης, κατανόησής και δίκαιης λύσης της, που αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο της εξαρχής ρύθμισης, δεν εξαρτάται από το ποσό, στο οποίο ανέρχεται το αντικείμενο της δίκης, αλλά τις συνθήκες, που επικράτησαν για τη διαμόρφωση της σχέσης και τη διάπλαση της αξίωσης. Ως προς τις υποθέσεις «εκούσιας δικαιοδοσίας», όμως, που αφενός δεν υπάρχει διαφορά, υπό την έννοια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Αφετέρου το δικαστήριο διαπλάθει μια έννομη κατάσταση, που κάποιες φορές δεν έχει αντικείμενο χρηματικό, αλλά αποτελεί ουσιαστικά προδικασία, άλλων ενεργειών ή δικών (περιπτώσεις παροχής αδειών για διάφορες ενέργειες σε επιτροπεία ανηλίκων, δικαστικού συμπαραστάτη κ.α). Εκ τρίτου οι περιπτώσεις «γνησίων διαφορών» της εκούσιας δικαιοδοσίας, ομοιάζουν ουσιαστικά με άσκηση δικαιωμάτων δημοσίου δικαίου, που δεν μπορούσαν, να κριθούν αντικειμενικά από τη διοίκηση και γι αυτό υπήχθησαν στα δικαστήρια. Στις περιπτώσεις αυτές, όμως, η κυρίαρχη πολιτεία είναι υπόχρεη, να πράξει και να διασφαλίσει τα δικαιώματα των πολιτών. Εξ αυτών των λόγων συνεπώς, παρά το ότι και στην περίπτωση αυτή ο νεώτερος νομοθέτης διέλυσε κυριολεκτικά την ύλη των Πρωτοδικείων (γεγονός που διαφαινόταν ήδη από την έκδοση του Ν. 2447/1996) και τη μετέφερε στα Ειρηνοδικεία, προκαλώντας αναταραχή και δυσκολία στους πάντες (λόγω έλλειψης υποδομών και γνώσης του αντικειμένου) και κυρίως στους πολίτες, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, στις υποθέσεις «εκούσιας δικαιοδοσίας», που εκδικάζονται από τα Ειρηνοδικεία, επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση των διαδίκων. Αλλωστε, ας μη ξεχνάμε, ότι η κρίση έπληξε όλους τους πολίτες, που δεν ήταν οι άμεσα ευθυνόμενοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Ελληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, κατά τις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν πεδίου, αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου, το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υποδεικνυόμενο, ως εφαρμοστέο δίκαιο (ΑΠ 1081/1988 ΕλλΔνη 29,1392).
Σύμφωνα με το αρθ. 796 § 1 ΚΠολΔ, όταν ζητείται ο διορισμός, αντικατάσταση, ή παύση επιτρόπου, ειδικού ή προσωρινού, αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει τη συνήθη διαμονή του εκείνος, που πρόκειται να τεθεί ή που βρίσκεται σε επιτροπεία. Το ίδιο δικαστήριο είναι αρμόδιο και για το διορισμό ή αντικατάσταση ή την παύση μελών του εποπτικού συμβουλίου. Αν ο ανήλικος, που έχει την ελληνική ιθαγένεια, δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην ημεδαπή, η σχετική αίτηση μπορεί, να ασκηθεί στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στο δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους. Με την παραπάνω διάταξη θεμελιώνεται συγχρόνως διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα του δικαστηρίου της τελευταίας συνήθους διαμονής του ανηλίκου στην Ελλάδα, ή του δικαστηρίου της πρωτεύουσας, εφόσον ο ανήλικος έχει την ελληνική ιθαγένεια, όχι όμως και τη συνήθη διαμονή του στην ημεδαπή (ΑΠ 503/1987, ΝοΒ 1988, 1210). Ενώ, αν ο ανήλικος δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το αρθ. 24 ΑΚ. Η έννοια της κατοικίας ή διαμονής εκλαμβάνεται από τον Α.Κ. Αρμόδιο, τέλος, καθ ύλη θεωρείται το Ειρηνοδικείο, στο οποίο σχεδιάστηκε κατ αρχή, με βάση το νόμο 4055/2012 και την αιτιολογική έκθεση αυτού, να ανατεθούν όλες σχεδόν οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που εκδικαζόταν προηγούμενα από το κατά τόπο αρμόδιο Πρωτοδικείο, με εξαιρούμενες περιπτώσεις τις «πτωχευτικές υποθέσεις» και όσες αφορούσαν το «κτηματολόγιο». Στη συνέχεια, όμως, με νεώτερους νόμους και δη τον 4138/2013 (ΦΕΚ Α 72/19.3.13, αρθ. 9 § 1) και 4198/2013 (ΦΕΚ Α 215/11.10.13, αρθ. 8) θεσπίστηκαν κι άλλες εξαιρέσεις, που αφορούν την «υιοθεσία», «θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση», «ακούσια νοσηλεία», «τεχνητή γονιμοποίηση», «επιμέλεια τέκνων κι ανάθεσή της σε άλλους» και «διορισμό αναδόχων γονέων ως συνεπιτρόπων». Στις υπαγόμενες στο Πρωτοδικείο, ως αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο, υποθέσεις, από ότι παρατηρούμε, δεν περιλαμβάνεται η επιτροπεία ανηλίκων. Ωστόσο: Oι σχετικές διαφορές, μεταξύ συζύγων αφενός και συζύγων και τέκνων αφετέρου της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας συνεχίζουν, να εκδικάζονται από το Πρωτοδικείο. Η αρμοδιότητα προς αυτές κι όσων διαφορών εκδικάζονταν κατά την εκούσια δικαιοδοσία, ανήκε μέχρι πρόσφατα στο Πρωτοδικείο. Τα νομοθετήματα, που εκδόθηκαν, εμφάνισαν ασάφεια, όπως κι οι απανωτές αλλαγές κι εξαιρέσεις. Αποτέλεσαν λόγους εμφάνισης και σημερινής ασάφειας και παράλληλης αρμοδιότητας και των Μονομελών Πρωτοδικείων και των Ειρηνοδικείων.
Σύμφωνα με τα αρθ. 1465, 1466 ΑΚ τίθεται εκ του νόμου διπλό τεκμήριο ως προς το τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια γάμου της μητέρας του, που μπορεί, να προσβληθεί δικαστικά κι ανατραπεί. Το τεκμήριο, που τίθεται, κατά το νόμο με το καθένα από τα παραπάνω άρθρα (εξ ων το β αποτελεί στην ουσία άρση του πρώτου από το δεύτερο), με βάση το αρθ. 1469 ΑΚ μπορεί, μεταξύ άλλων δικαιούμενων, να προσβάλλει και το τέκνο ή κι η μητέρα του τέκνου, που γεννήθηκε σε γάμο. Σύμφωνα με την § 2 αρθ. 619 ΚΠολΔ η αγωγή για προσβολή της πατρότητας κι ανατροπή του τεκμηρίου, που θέτει ο νόμος στο πρώτο από τα παραπάνω άρθρα (1465), αν ασκείται από το τέκνο, απευθύνεται κατά της μητέρας του και του συζύγου της. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων του τέκνου με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, οπότε, προς δικαστική άρση, πρέπει να διορίζεται από το δικαστήριο ειδικός επίτροπος, για το τέκνο (αρθ. 1517, 1592 ΑΚ), που θα το εκπροσωπήσει στη δίκη.
Με την υπό κρίση αίτησή οι αιτούντες, ζητούν, να διορισθεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου τέκνου τους, που γεννήθηκε στη Νίκαια Αττικής, στις 3/10/2002, κέκτηται την ελληνική ιθαγένεια, διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα (..............., Αιγάλεω), δηλώθηκε μεν ως τέκνο του β συζύγου της α αιτούσας, αλλά, επειδή ο γάμος της με τον πρώτο σύζυγό της ............... λύθηκε καθυστερημένα, με απόφαση του δικαστηρίου της περιφέρειας του Μπερατίου στην Αλβανία, που κατέστη τελεσίδικη στις 24/5/2002, ως αποτέλεσμα, υπάρχει σύγκρουση τεκμηρίων και θεωρείται και τέκνο του πρώτου συζύγου της, ενώ είναι τέκνο του β αιτούντα, με τον οποίο συνήψε σχέσεις και είχε σαρκική επαφή, προκειμένου να το εκπροσωπήσει στη δίκη για προσβολή πατρότητας.
Ετσι έχουσα η κρινόμενη αίτηση, αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 1, 739, 740 παρ. 1, 796 ΚΠολΔ), νόμιμα παρίστανται αυτοπρόσωπα οι αιτούντες, το παρόν δικαστήριο, έχει διεθνή αρμοδιότητα επί της προκείμενης υπόθεσης, εφόσον κατ ακολουθία των όσων αναφέρθηκαν, ο ανήλικος έχει την ελληνική ιθαγένεια, διαμένει μόνιμα μέχρι τώρα στην Ελλάδα κι οι αιτούντες έχουν έννομο συμφέρον (αρθ. 68 ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1465 § 1, 1466, 1467, 1468, 1469 αρ. 1, 1517, 1591, 1592, 1593, 1628, 1629 ΑΚ και 619 § 1, 796 ΚΠολΔ. Πρέπει, τέλος, να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσία της, με δεδομένο ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει τηρηθεί η προδικασία, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 748 § 2 ΚΠολΔ, με επίδοση αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. την αριθ. 6334Β/27.3.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών Αρετής Οικονόμου)
Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά, την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι αιτούντες, τους ισχυρισμούς τους κι από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής:
Η α αιτούσα, που είναι Αλβανίδα υπήκοος, που κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα, συνδέθηκε τον Οκτώβριο 2001 με τον β αιτούντα, που έχει ελληνική ιθαγένεια και κατοικεί στην Ελλάδα, με τον οποίο συνήψε ερωτική σχέση, είχε σαρκική επαφή κι εξ αυτού γέννησε, στις 3/10/2002, άρρεν τέκνο, που αναγνώρισε ο τελευταίος ως δικό του και καταχωρήθηκε, με αριθ. ...../ τόμο ...../ έτους 2002, στο Δήμο Νίκαιας Αττικής (βλ επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, με αριθ. πρωτ. 65378/2002, απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης, του Δήμου Νίκαιας). Στις 2/6/2003 η α αιτούσα νυμφεύθηκε, με πολιτικό γάμο, το β, πατέρα του τέκνου της, όπως προκύπτει από την μετ επικλήσεως προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη γάμου, αριθ. ...../ τόμο ...../ έτος 2003, του Ληξιαρχείου Αιγάλεω. Ο β αιτών προέβη σε εκούσια αναγνώριση του ανηλίκου τέκνου του, δυνάμει της αριθ. 25168/10.6.03 πράξης της Συμ/φου Αθηνών ............... Το τέκνο βαφτίστηκε στη συνέχεια .............. (βλ την 9/2003 ληξιαρχική πράξη βάφτισης Δήμου Αιγάλεω). Συνεπεία των παραπάνω, αφού το ανήλικο τέκνο γεννήθηκε εντός 300 ημερών από την τέλεση του β γάμου, θεωρείται κατά τεκμήριο τέκνο του β αιτούντα (1466 ΑΚ). Η α αιτούσα, όμως, πριν από το γάμο, αυτό (δεύτερο), είχε τελέσει α πολιτικό γάμο στην πολιτεία Μπερατίου Αλβανίας, με τον, επίσης Αλβανό υπήκοο, .............., στις 18/9/2000. Ο γάμος κράτησε λίγες εβδομάδες, συμφώνησαν, να τον λύσουν συναινετικά κι ανέλαβε, να ενεργήσει τις απαιτούμενες διαδικασίες για τη λύση του ο παραπάνω, που δεν ξανασυνάντησε έκτοτε η α αιτούσα. Ο γάμος λύθηκε καθυστερημένα, όπως προκύπτει από την αριθ. 418 απόφαση Δικαστηρίου Περιφέρειας Μπερατίου Αλβανίας, που κατέστη αμετάκλητη στις 24/5/02 και προσκομίζεται σε μετάφραση. Εξ αυτών, εφόσον το τέκνο γεννήθηκε σε λιγότερο από 300 ημέρες από την λύση του α γάμου, αλλά και σε λιγότερο από 300 ημέρες από την πραγματοποίηση του β γάμου, υπάρχει τεκμήριο, ότι το ανήλικο τέκνο είναι του β αιτούντα και όχι του πρώτου συζύγου της α αιτούσας. Αυτό δεν εμποδίζει τους αιτούντες να θέλουν, να λυθεί η σύγκρουση τεκμηρίων, που υπάρχει ως προς το τέκνο τους και δημιουργεί προβλήματα. Εχουν, συνεπώς, έννομο συμφέρον και νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή, με αντικείμενο την και τυπική ανατροπή του εκ του νόμου τεκμηρίου, όσον αφορά την πατρότητα του ανήλικου τέκνου τους. Εφόσον ο .............. δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του. Συντρέχει έτσι νόμιμη περίπτωση, να ορισθεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου, που θα το εκπροσωπήσει στην περί προσβολής πατρότητάς του δίκη, αφού λόγω της ανηλικότητάς είναι ανίκανο προς δικαιοπραξία, δεδομένου ότι τα συμφέροντά του συγκρούονται με αυτά των γονέων του. Περαιτέρω, η προτεινόμενη από τους αιτούντες προς διορισμό της, ως ειδικού επιτρόπου του ανηλίκου, .............., κατοίκου Πειραιά, φίλη των αιτούντων, παρέχει τα εχέγγυα, ότι θα ασκήσει με επάρκεια το λειτούργημα, είναι κατάλληλη κι αποδέχεται αυτό. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει γνωμοδοτήσει σχετικά η από το άρθρο 1593 ΑΚ προβλεπόμενη κοινωνική υπηρεσία, που η λειτουργία της προβλέφτηκε, να ξεκινήσει με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, που δεν εκδόθηκε. Η έκθεση αυτή, όμως, δεν είναι δεσμευτική για την κρίση του δικαστηρίου, που μπορεί μόνο να τη συνεκτιμήσει με τα λοιπά στοιχεία, ώστε η έλλειψή της να μη αποτελεί απαράδεκτο, ούτε να εμποδίζει τον ορισμό ειδικού επιτρόπου, που απαιτείται για την αγωγή προσβολής πατρότητας του ανηλίκου και τη συζήτηση της.
Κατ ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτή κι ως βάσιμη στην ουσία της η αίτηση και να ορισθεί το προαναφερόμενο πρόσωπο ειδικός επίτροπος του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.
Διορίζει την κ. .............., κάτοικο Πειραιά (οδός ..............), ειδικό επίτροπο του ανηλίκου άρρενος τέκνου των αιτούντων, .............., που γεννήθηκε την 3/10/02, από τους αιτούντες και δηλώθηκε γνήσιο τέκνο τους, να το εκπροσωπήσει στη δίκη περί προσβολής πατρότητάς του.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, ενώ απουσίαζαν οι αιτούντες.
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΜΑΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Ε.Φ.
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ και από τον Γραμματέα ΜΑΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2015 για να δικάσει την εξής υπόθεση:
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ..............., συζ. ..............., το γένος ..............., 2) ..............., κατοίκων Αιγάλεω Αττικής (...............), που παραστάθηκαν αυτοπρόσωπα.
Οι αιτούντες με την από 25/2/2015 και αριθ. Κατ. 477/2015 αίτηση τους, εκούσιας δικαιοδοσίας, ζήτησαν να διοριστεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου τέκνου τους, για να το εκπροσωπήσει στη δίκη, που πρόκειται να γίνει για προσβολή της πατρότητας.
Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα πρακτικά, και οι αιτούντες ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους.
Αφού άκουσε τους ισχυρισμούς,
MEΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.
-------------
Σύμφωνα με το αρθ. 94 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε παλαιότερα, επιτρεπόταν η παράσταση των διαδίκων στο Ειρηνοδικείο, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο. Στη συνέχεια, μετά την αντικατάσταση του από Ν. 3994/2011 και 4055/12, το άρθρο άλλαξε, ως εξής: Η § 1 ορίζει, ότι «στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικου έχουν υποχρέωση, να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (αντικαταστάθηκε με αρθ. 6 § 7 Ν. 4055/2012). Η παρ. 2, τροποποιήθηκε ως εξής: Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση των διαδίκων χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο α)στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της δίκης δεν υπερβαίνει τις 12.000,00€, β) στα ασφαλιστικά μέτρα, γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος (αρθ. 7 § 1 του Ν. 3994/2011). Ενώ η § 3 παρέμεινε ως είχε. Εξ αυτών των αλλαγών γίνεται φανερό, ότι το ποσοτικό κριτήριο των 12.000,00€ κατ ανώτατο όριο, υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, που τέθηκε για τις δίκες στο Ειρηνοδικείο, όπου μπορούν οι διάδικοι, να παρίστανται αυτοπρόσωπα, αποτελούσε το μέχρι τότε ανώτατο όριο της καθ ύλη αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων. Η αλλαγή συνέβη για καθαρά τεχνικούς και πρακτικούς λόγους, που δεν αφορούν το κατ ουσία δίκαιο. Ο νομοθέτης αυξάνοντας την υλική αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, από το ποσό των 12.000,00€ σε αυτό των 20.000,00€, αφαιρώντας ύλη από το Μον. Πρωτοδικείο, που προσέθεσε στα Ειρηνοδικεία, το έπραξε εν μέσω οικονομικής κρίσης, όπου η τάξη των δικηγόρων (όπως κι άλλων επαγγελματιών βέβαια) μαστιζόταν ήδη από μείωση του αντικειμένου των εργασιών τους. Συνεπώς, εκτός από άλλες πρακτικές δυσκολίες, που σήμαινε αυτή η διαφοροποίηση υλικής αρμοδιότητας για όλους, επιβάρυνσης χρόνου και κόστους (η τοπική αρμοδιότητα Ειρηνοδικείων, σε αντίθεση με το ένα Πρωτοδικείο Αθηνών, είναι κατακερματισμένη, σε διάφορα Ειρηνοδικεία, διάσπαρτα στο λεκανοπέδιο Αττικής), δήλωνε κι επιπλέον επιβάρυνση οικονομική των δικηγόρων, από τους οποίους αφαιρείτο μεγάλο τμήμα υποθέσεων, που δεν θα ήταν υποχρεωτική η παράσταση τους (δίκες Ειρηνοδικείων). Εξ αυτού του λόγου και μόνο προέκυψε η ως άνω αλλαγή του άρθρου της πολιτικής δικονομίας. Διότι, κατά τα λοιπά ο βαθμός δυσκολίας της υπόθεσης, αντίληψης, κατανόησής και δίκαιης λύσης της, που αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο της εξαρχής ρύθμισης, δεν εξαρτάται από το ποσό, στο οποίο ανέρχεται το αντικείμενο της δίκης, αλλά τις συνθήκες, που επικράτησαν για τη διαμόρφωση της σχέσης και τη διάπλαση της αξίωσης. Ως προς τις υποθέσεις «εκούσιας δικαιοδοσίας», όμως, που αφενός δεν υπάρχει διαφορά, υπό την έννοια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Αφετέρου το δικαστήριο διαπλάθει μια έννομη κατάσταση, που κάποιες φορές δεν έχει αντικείμενο χρηματικό, αλλά αποτελεί ουσιαστικά προδικασία, άλλων ενεργειών ή δικών (περιπτώσεις παροχής αδειών για διάφορες ενέργειες σε επιτροπεία ανηλίκων, δικαστικού συμπαραστάτη κ.α). Εκ τρίτου οι περιπτώσεις «γνησίων διαφορών» της εκούσιας δικαιοδοσίας, ομοιάζουν ουσιαστικά με άσκηση δικαιωμάτων δημοσίου δικαίου, που δεν μπορούσαν, να κριθούν αντικειμενικά από τη διοίκηση και γι αυτό υπήχθησαν στα δικαστήρια. Στις περιπτώσεις αυτές, όμως, η κυρίαρχη πολιτεία είναι υπόχρεη, να πράξει και να διασφαλίσει τα δικαιώματα των πολιτών. Εξ αυτών των λόγων συνεπώς, παρά το ότι και στην περίπτωση αυτή ο νεώτερος νομοθέτης διέλυσε κυριολεκτικά την ύλη των Πρωτοδικείων (γεγονός που διαφαινόταν ήδη από την έκδοση του Ν. 2447/1996) και τη μετέφερε στα Ειρηνοδικεία, προκαλώντας αναταραχή και δυσκολία στους πάντες (λόγω έλλειψης υποδομών και γνώσης του αντικειμένου) και κυρίως στους πολίτες, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, στις υποθέσεις «εκούσιας δικαιοδοσίας», που εκδικάζονται από τα Ειρηνοδικεία, επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση των διαδίκων. Αλλωστε, ας μη ξεχνάμε, ότι η κρίση έπληξε όλους τους πολίτες, που δεν ήταν οι άμεσα ευθυνόμενοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Ελληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, κατά τις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν πεδίου, αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου, το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υποδεικνυόμενο, ως εφαρμοστέο δίκαιο (ΑΠ 1081/1988 ΕλλΔνη 29,1392).
Σύμφωνα με το αρθ. 796 § 1 ΚΠολΔ, όταν ζητείται ο διορισμός, αντικατάσταση, ή παύση επιτρόπου, ειδικού ή προσωρινού, αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει τη συνήθη διαμονή του εκείνος, που πρόκειται να τεθεί ή που βρίσκεται σε επιτροπεία. Το ίδιο δικαστήριο είναι αρμόδιο και για το διορισμό ή αντικατάσταση ή την παύση μελών του εποπτικού συμβουλίου. Αν ο ανήλικος, που έχει την ελληνική ιθαγένεια, δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην ημεδαπή, η σχετική αίτηση μπορεί, να ασκηθεί στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στο δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους. Με την παραπάνω διάταξη θεμελιώνεται συγχρόνως διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα του δικαστηρίου της τελευταίας συνήθους διαμονής του ανηλίκου στην Ελλάδα, ή του δικαστηρίου της πρωτεύουσας, εφόσον ο ανήλικος έχει την ελληνική ιθαγένεια, όχι όμως και τη συνήθη διαμονή του στην ημεδαπή (ΑΠ 503/1987, ΝοΒ 1988, 1210). Ενώ, αν ο ανήλικος δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το αρθ. 24 ΑΚ. Η έννοια της κατοικίας ή διαμονής εκλαμβάνεται από τον Α.Κ. Αρμόδιο, τέλος, καθ ύλη θεωρείται το Ειρηνοδικείο, στο οποίο σχεδιάστηκε κατ αρχή, με βάση το νόμο 4055/2012 και την αιτιολογική έκθεση αυτού, να ανατεθούν όλες σχεδόν οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που εκδικαζόταν προηγούμενα από το κατά τόπο αρμόδιο Πρωτοδικείο, με εξαιρούμενες περιπτώσεις τις «πτωχευτικές υποθέσεις» και όσες αφορούσαν το «κτηματολόγιο». Στη συνέχεια, όμως, με νεώτερους νόμους και δη τον 4138/2013 (ΦΕΚ Α 72/19.3.13, αρθ. 9 § 1) και 4198/2013 (ΦΕΚ Α 215/11.10.13, αρθ. 8) θεσπίστηκαν κι άλλες εξαιρέσεις, που αφορούν την «υιοθεσία», «θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση», «ακούσια νοσηλεία», «τεχνητή γονιμοποίηση», «επιμέλεια τέκνων κι ανάθεσή της σε άλλους» και «διορισμό αναδόχων γονέων ως συνεπιτρόπων». Στις υπαγόμενες στο Πρωτοδικείο, ως αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο, υποθέσεις, από ότι παρατηρούμε, δεν περιλαμβάνεται η επιτροπεία ανηλίκων. Ωστόσο: Oι σχετικές διαφορές, μεταξύ συζύγων αφενός και συζύγων και τέκνων αφετέρου της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας συνεχίζουν, να εκδικάζονται από το Πρωτοδικείο. Η αρμοδιότητα προς αυτές κι όσων διαφορών εκδικάζονταν κατά την εκούσια δικαιοδοσία, ανήκε μέχρι πρόσφατα στο Πρωτοδικείο. Τα νομοθετήματα, που εκδόθηκαν, εμφάνισαν ασάφεια, όπως κι οι απανωτές αλλαγές κι εξαιρέσεις. Αποτέλεσαν λόγους εμφάνισης και σημερινής ασάφειας και παράλληλης αρμοδιότητας και των Μονομελών Πρωτοδικείων και των Ειρηνοδικείων.
Σύμφωνα με τα αρθ. 1465, 1466 ΑΚ τίθεται εκ του νόμου διπλό τεκμήριο ως προς το τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια γάμου της μητέρας του, που μπορεί, να προσβληθεί δικαστικά κι ανατραπεί. Το τεκμήριο, που τίθεται, κατά το νόμο με το καθένα από τα παραπάνω άρθρα (εξ ων το β αποτελεί στην ουσία άρση του πρώτου από το δεύτερο), με βάση το αρθ. 1469 ΑΚ μπορεί, μεταξύ άλλων δικαιούμενων, να προσβάλλει και το τέκνο ή κι η μητέρα του τέκνου, που γεννήθηκε σε γάμο. Σύμφωνα με την § 2 αρθ. 619 ΚΠολΔ η αγωγή για προσβολή της πατρότητας κι ανατροπή του τεκμηρίου, που θέτει ο νόμος στο πρώτο από τα παραπάνω άρθρα (1465), αν ασκείται από το τέκνο, απευθύνεται κατά της μητέρας του και του συζύγου της. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων του τέκνου με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, οπότε, προς δικαστική άρση, πρέπει να διορίζεται από το δικαστήριο ειδικός επίτροπος, για το τέκνο (αρθ. 1517, 1592 ΑΚ), που θα το εκπροσωπήσει στη δίκη.
Με την υπό κρίση αίτησή οι αιτούντες, ζητούν, να διορισθεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου τέκνου τους, που γεννήθηκε στη Νίκαια Αττικής, στις 3/10/2002, κέκτηται την ελληνική ιθαγένεια, διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα (..............., Αιγάλεω), δηλώθηκε μεν ως τέκνο του β συζύγου της α αιτούσας, αλλά, επειδή ο γάμος της με τον πρώτο σύζυγό της ............... λύθηκε καθυστερημένα, με απόφαση του δικαστηρίου της περιφέρειας του Μπερατίου στην Αλβανία, που κατέστη τελεσίδικη στις 24/5/2002, ως αποτέλεσμα, υπάρχει σύγκρουση τεκμηρίων και θεωρείται και τέκνο του πρώτου συζύγου της, ενώ είναι τέκνο του β αιτούντα, με τον οποίο συνήψε σχέσεις και είχε σαρκική επαφή, προκειμένου να το εκπροσωπήσει στη δίκη για προσβολή πατρότητας.
Ετσι έχουσα η κρινόμενη αίτηση, αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 1, 739, 740 παρ. 1, 796 ΚΠολΔ), νόμιμα παρίστανται αυτοπρόσωπα οι αιτούντες, το παρόν δικαστήριο, έχει διεθνή αρμοδιότητα επί της προκείμενης υπόθεσης, εφόσον κατ ακολουθία των όσων αναφέρθηκαν, ο ανήλικος έχει την ελληνική ιθαγένεια, διαμένει μόνιμα μέχρι τώρα στην Ελλάδα κι οι αιτούντες έχουν έννομο συμφέρον (αρθ. 68 ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1465 § 1, 1466, 1467, 1468, 1469 αρ. 1, 1517, 1591, 1592, 1593, 1628, 1629 ΑΚ και 619 § 1, 796 ΚΠολΔ. Πρέπει, τέλος, να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσία της, με δεδομένο ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει τηρηθεί η προδικασία, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 748 § 2 ΚΠολΔ, με επίδοση αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. την αριθ. 6334Β/27.3.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών Αρετής Οικονόμου)
Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά, την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι αιτούντες, τους ισχυρισμούς τους κι από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής:
Η α αιτούσα, που είναι Αλβανίδα υπήκοος, που κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα, συνδέθηκε τον Οκτώβριο 2001 με τον β αιτούντα, που έχει ελληνική ιθαγένεια και κατοικεί στην Ελλάδα, με τον οποίο συνήψε ερωτική σχέση, είχε σαρκική επαφή κι εξ αυτού γέννησε, στις 3/10/2002, άρρεν τέκνο, που αναγνώρισε ο τελευταίος ως δικό του και καταχωρήθηκε, με αριθ. ...../ τόμο ...../ έτους 2002, στο Δήμο Νίκαιας Αττικής (βλ επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, με αριθ. πρωτ. 65378/2002, απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης, του Δήμου Νίκαιας). Στις 2/6/2003 η α αιτούσα νυμφεύθηκε, με πολιτικό γάμο, το β, πατέρα του τέκνου της, όπως προκύπτει από την μετ επικλήσεως προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη γάμου, αριθ. ...../ τόμο ...../ έτος 2003, του Ληξιαρχείου Αιγάλεω. Ο β αιτών προέβη σε εκούσια αναγνώριση του ανηλίκου τέκνου του, δυνάμει της αριθ. 25168/10.6.03 πράξης της Συμ/φου Αθηνών ............... Το τέκνο βαφτίστηκε στη συνέχεια .............. (βλ την 9/2003 ληξιαρχική πράξη βάφτισης Δήμου Αιγάλεω). Συνεπεία των παραπάνω, αφού το ανήλικο τέκνο γεννήθηκε εντός 300 ημερών από την τέλεση του β γάμου, θεωρείται κατά τεκμήριο τέκνο του β αιτούντα (1466 ΑΚ). Η α αιτούσα, όμως, πριν από το γάμο, αυτό (δεύτερο), είχε τελέσει α πολιτικό γάμο στην πολιτεία Μπερατίου Αλβανίας, με τον, επίσης Αλβανό υπήκοο, .............., στις 18/9/2000. Ο γάμος κράτησε λίγες εβδομάδες, συμφώνησαν, να τον λύσουν συναινετικά κι ανέλαβε, να ενεργήσει τις απαιτούμενες διαδικασίες για τη λύση του ο παραπάνω, που δεν ξανασυνάντησε έκτοτε η α αιτούσα. Ο γάμος λύθηκε καθυστερημένα, όπως προκύπτει από την αριθ. 418 απόφαση Δικαστηρίου Περιφέρειας Μπερατίου Αλβανίας, που κατέστη αμετάκλητη στις 24/5/02 και προσκομίζεται σε μετάφραση. Εξ αυτών, εφόσον το τέκνο γεννήθηκε σε λιγότερο από 300 ημέρες από την λύση του α γάμου, αλλά και σε λιγότερο από 300 ημέρες από την πραγματοποίηση του β γάμου, υπάρχει τεκμήριο, ότι το ανήλικο τέκνο είναι του β αιτούντα και όχι του πρώτου συζύγου της α αιτούσας. Αυτό δεν εμποδίζει τους αιτούντες να θέλουν, να λυθεί η σύγκρουση τεκμηρίων, που υπάρχει ως προς το τέκνο τους και δημιουργεί προβλήματα. Εχουν, συνεπώς, έννομο συμφέρον και νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή, με αντικείμενο την και τυπική ανατροπή του εκ του νόμου τεκμηρίου, όσον αφορά την πατρότητα του ανήλικου τέκνου τους. Εφόσον ο .............. δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του. Συντρέχει έτσι νόμιμη περίπτωση, να ορισθεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου, που θα το εκπροσωπήσει στην περί προσβολής πατρότητάς του δίκη, αφού λόγω της ανηλικότητάς είναι ανίκανο προς δικαιοπραξία, δεδομένου ότι τα συμφέροντά του συγκρούονται με αυτά των γονέων του. Περαιτέρω, η προτεινόμενη από τους αιτούντες προς διορισμό της, ως ειδικού επιτρόπου του ανηλίκου, .............., κατοίκου Πειραιά, φίλη των αιτούντων, παρέχει τα εχέγγυα, ότι θα ασκήσει με επάρκεια το λειτούργημα, είναι κατάλληλη κι αποδέχεται αυτό. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει γνωμοδοτήσει σχετικά η από το άρθρο 1593 ΑΚ προβλεπόμενη κοινωνική υπηρεσία, που η λειτουργία της προβλέφτηκε, να ξεκινήσει με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, που δεν εκδόθηκε. Η έκθεση αυτή, όμως, δεν είναι δεσμευτική για την κρίση του δικαστηρίου, που μπορεί μόνο να τη συνεκτιμήσει με τα λοιπά στοιχεία, ώστε η έλλειψή της να μη αποτελεί απαράδεκτο, ούτε να εμποδίζει τον ορισμό ειδικού επιτρόπου, που απαιτείται για την αγωγή προσβολής πατρότητας του ανηλίκου και τη συζήτηση της.
Κατ ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτή κι ως βάσιμη στην ουσία της η αίτηση και να ορισθεί το προαναφερόμενο πρόσωπο ειδικός επίτροπος του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.
Διορίζει την κ. .............., κάτοικο Πειραιά (οδός ..............), ειδικό επίτροπο του ανηλίκου άρρενος τέκνου των αιτούντων, .............., που γεννήθηκε την 3/10/02, από τους αιτούντες και δηλώθηκε γνήσιο τέκνο τους, να το εκπροσωπήσει στη δίκη περί προσβολής πατρότητάς του.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, ενώ απουσίαζαν οι αιτούντες.
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΜΑΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Ε.Φ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου