28/2016 ΑΠ - Κτήση κυριότητας επί ακινήτου με κληρονομική διαδοχή. Η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, μόνο εάν ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Έκτακτη χρησικτησία.

101/2011 ΜΠΡ ΚΩ - Κτηματολόγιο. Διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Δημόσια κτήματα. Αναγνωριστική αγωγή. Τακτική διαδικασία. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Προθεσμία. Δεν απαιτείται η προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν 1539/1938 αφού πρόκειται για ΟΤΑ. Μέχρι την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών δεν εμποδίζεται η μεταβίβαση των μη καταχωρηθέντων σε αυτές δικαιωμάτων. Ο δικαιούχος μη καταχωρηθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος κυριότητας μπορεί να μεταβιβάσει τούτο χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο κτηματολόγιο. Ασκηση και εγγραφή της αγωγής διόρθωσης της πρώτης εγγραφής από τον αποκτώντα. Προϋποθέσεις. Εκτακτη χρησικτησία κατά Δήμου
28/2016 ΑΠ ( 671935)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Κτήση κυριότητας επί ακινήτου με κληρονομική διαδοχή. Η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ..
των κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, μόνο εάν ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 109/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει.

  Αριθμός 28/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Ε., συζύγου Ν. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ....

Της αναιρεσίβλητης: Α. Φ.-Μ. του Γ., συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου .....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2012, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2013 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 6-5-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του δεύτερου επίδικου ακινήτου (οικοπέδου), και να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι ίδιοι πιο πάνω καθώς και ο τέταρτος λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Εκείνος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.α., με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1193 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ’ αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εάν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Τα επίδικα δύο οικόπεδα, βρίσκονται εντός των ορίων του Παραδοσιακού Οικισμού ... του Δήμου Τρικολώνων του Νομού Αρκαδίας, τυγχάνουν δε άρτια και οικοδομήσιμα: Συγκεκριμένα: α) το πρώτο εξ αυτών (καλούμενο εφ’ εξής, χάριν συντομίας, και ως "α’ ακίνητο) είναι εκτάσεως διακοσίων πενήντα (250,00) τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ., κληρονόμων Ι. Σ., με δημοτική οδό, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Σ. και με μάντρα προαυλίου χώρου Ιερού Ναού .... Εντός του ως άνω οικοπέδου υπάρχει παλιά διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας είκοσι (20,00) τ.μ. περίπου και κατοικία πρώτου ορόφου επιφάνειας εξήντα (60,00) τ.μ. και β) το δεύτερο εξ αυτών (καλούμενο εφ’ εξής, χάριν συντομίας, και ως "β’ ακίνητο) είναι διακοσίων πενήντα (250,00) τ.μ περίπου, χωρίς κτίσμα ("...") συνορευόμενο γύρωθεν με ρέμα, με δημοτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Κ. Σ. και με ιδιοκτησία Α. Σ.. Όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ανήκαν, έως το 1932 τουλάχιστον, στην κυριότητα του Α. Δ. Σ., πάππο της ενάγουσας και προπάππο της εναγομένης. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι το πρώτο από τα εν λόγω ακίνητα (μετά της πεπαλαιωμένης οικίας), περιήλθε στην ενάγουσα: α) κατά μεν ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2009 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, του Συμβολαιογράφου Αθηνών ......................... , νομίμως μεταγεγραμμένου στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικολώνων (τ. ...), από κληρονομία του πατέρα της Ε. Σ. του Α., που απεβίωσε την 23-12-1978 χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ίδια την ενάγουσα και τη σύζυγό του και μητέρα της ενάγουσας Α. χα Ε. Σ., το γένος Σ. Π., β) κατά το λοιπό ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από τη μητέρα της ενάγουσας Α. χα Ε. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../10.12.2009 συμβολαίου γονικής παροχής, του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα ίδια Βιβλία Μεταγραφών (τ. ...). Στη μητέρα της ενάγουσας Α. χα Ε. Σ. το οικόπεδο αυτό και κατά το ποσοστό της (1/4) είχε περιέλθει δυνάμει της προαναφερομένης υπ’ αριθμ. .../2009 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως κατά τα ανωτέρω μεταγεγραμμένης, από κληρονομία του συζύγου της και πατέρα της ενάγουσας Ε. Σ. του Α.. Αποδείχθηκε δε ότι ο δικαιοπάροχος (άμεσος και απώτερος) της ενάγουσας ασκούσε με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων διακατοχικές πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας προ του θανάτου του. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αρ. .../16.09.2010 ένορκες βεβαιώσεις της Ε. χήρας Π. Χ. και Ι. Χ. του Κ., αντίστοιχα, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών ......... ........... ο σύζυγος της πρώτης και αδελφός του δεύτερου των ανωτέρω Π. Χ. είχε ζητήσει κατά το έτος 1951, το οίκημα που βρίσκεται εντός του πρώτου (υπό 1) εκ των ως άνω περιγραφομένων ακινήτων, προκειμένου να σταβλίσει τα άλογά του. Κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο ως κύριος του συγκεκριμένου ακινήτου, είχε εμφανισθεί ο Ε. Σ. και σε συμφωνία με αυτόν είχε παραχωρηθεί στον Π. Χ. το υπόγειο της οικίας του για να σταβλίζει τα άλογά του και το ισόγειο αυτής για να τοποθετεί άχυρα, καθώς και το περιβόλι δίπλα στο κτήμα, τα ανωτέρω δε ακίνητα εκμεταλλεύτηκε ο Π. Χ. επί μία εικοσαετία περίπου, αναγνωρίζοντας πάντα ως κύριο αυτών τον Ε. Σ.. Οι ίδιοι ως άνω ενόρκως εξετασθέντες, άλλωστε, καταθέτουν με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι ο Π. Χ. είχε μεσολαβήσει το καλοκαίρι του έτους 1976, ώστε να παραχωρηθεί η ανωτέρω οικία και στον Β. Γ. για τον στάβλισμά των ζώων του, ερχόμενος πάλι σε συνεννόηση με τον Ε. Σ., καθώς τον εξελάμβανε ως αδιαμφισβήτητο ιδιοκτήτη των ακινήτων αυτών. Οι ως άνω ενόρκως εξετασθέντες είχαν άμεση αντίληψη των περιστατικών για τα οποία κατέθεταν, λόγω της άμεσης συγγενικής τους σχέσης με τον Π. Χ., αλλά και εκ του γεγονότος ότι αμφότεροι βρίσκονταν στη ... το καλοκαίρι του έτους 1976 (οπότε και έλαβε χώρα η συμφωνία με το Β. Γ.), η δε Ε. Χ. διέμενε στη ... καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1950 έως το έτος 1971. Εκ των ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι στον Ε. Σ. τα ανωτέρω ακίνητα είχαν μεταβιβασθεί από τον πατέρα του (και πάππο της ενάγουσας) Α. Σ. λόγω άτυπης δωρεάς προ του έτους 1942, όπως άλλωστε βεβαιώνει τόσο ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ., εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου, όσο και η Α., χήρα Ε. Σ., το γένος Σ. Π., κατά την υπ’ αρ. ..../10.05.2011 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία μάλιστα κατέθεσε τα ανωτέρω περιστατικά, έχουσα άμεση αντίληψη αυτών ως σύζυγος του Ε. Σ.. Η ίδια μάλιστα στην ως άνω ένορκη βεβαίωση αντέκρουσε το επιχείρημα που είχε διατυπωθεί από την πλευρά της εναγομένης, ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε παραχωρηθεί ως προίκα προς τη μάμμη (γιαγιά) της εναγομένης Α., συζ. Π. Φ., το γένος Σ., καθώς στον Ε. Σ. δόθηκαν αρκετά χρήματα για τις σπουδές του, αναφέροντας πως τα έξοδα των σπουδών του συζύγου της στην Παιδαγωγική Ακαδημία τα είχε αναλάβει ο θείος του Β. Π. - ο οποίος παράλληλα τον είχε φιλοξενήσει στην οικία του κατά το διάστημα των σπουδών του. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα ήταν λογικό να έχει παραχωρηθεί ως προίκα προς την Α. Σ. (η οποία παντρεύτηκε το 1932 και εγκαταστάθηκε με το σύζυγό της στη Χαλκίδα Εύβοιας) το οίκημα στη ... Αρκαδίας, στο οποίο εξακολουθούσε να διαμένει, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η οικογένεια Σ. Άλλωστε κατά τα τότε κρατούντα έθιμα αποτελούσε σπάνιο φαινόμενο να δίνεται ως προίκα η πατρογονική οικία σε θήλυ μέλος της οικογένειας και μάλιστα, χωρίς αυτή να έχει ανάγκη και πρόθεση να εγκατασταθεί σ’ αυτήν, αλλά και χωρίς να συντάσσεται συμβόλαιο προς εξασφάλιση του προικολήπτη συζύγου, ο οποίος δεν θα ήταν λογικό να αρκεστεί σε άτυπη μεταβίβαση. Το γεγονός ότι αργότερα, περί το 1935, αναχώρησε τελικά και η λοιπή οικογένεια από τη ..., προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, δεν αναιρεί την άνω παραδοχή. Το ότι η Σ. συζ. Δ. Κ. και η Μ. Σ. του Δ. κατέθεσαν στις ρηθείσες υπ’ αρ. ...18.05.2011 και .../14.10.2010 ένορκες βεβαιώσεις τους, ότι η Α. Σ. επισκεπτόταν συχνά τη ..., σχεδόν κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, προκειμένου να συναντήσει συγγενείς και φίλους της καθώς και ότι έτρεφε μεγάλη αγάπη για το παλαιό και ακατοίκητο σπίτι, δεν αποτελούν περιστατικά εκ μόνων των οποίων μπορεί να συναχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι η Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής επί του επίδικου α’ ακινήτου. Οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσασες άλλωστε δε θα μπορούσαν να έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, καθώς, αφενός μεν η Σ. Κ. ήταν γειτόνισσα της ενάγουσας στο ... Αττικής και ουδεμία συγγενική σχέση είχε με την οικογένεια Σ. και -ακολούθως- ουδεμία επαφή με την περιοχή της ... Αρκαδίας και τα επίδικα ακίνητα, αφετέρου η Μ. Σ., η οποία είναι θεία της εναγομένης και ανεψιά της Α. Σ., γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Εύβοια, όπου και εξακολουθεί να κατοικεί, συνεπώς τα όσα καταθέτει τα γνωρίζει από διηγήσεις τρίτων προσώπων, χωρίς η ίδια να έχει προσωπική γνώση ούτε των ακινήτων ούτε του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Αλλά και ο Β. Γ. (η μαρτυρία του οποίου περιλαμβάνεται στη ρηθείσα υπ’ αρ. .../2010 ένορκη βεβαίωση), ναι μεν έχει αμεσότερη γνώση από τις προαναφερόμενες, ωστόσο πρωτοκατοίκησε στη ... μόλις το 1950 και επομένως δεν μπορεί να έχει ιδία γνώση σε ποιον θέλησε να μεταβιβάσει την επίδικη οικία ο Α. Σ.. Επίσης, αν και παραδέχεται ότι ο Π. Χ. στάβλιζε στην επίδικη οικία τα άλογά του, ισχυρίζεται ότι αυτό εγένετο κατόπιν αδείας της Α. Σ. (μάμμης της ενάγουσας), ισχυρισμός όμως που καταρρίπτεται από τη ρηθείσα ένορκη βεβαίωση του ιδίου του Π. Χ., κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και μετά τον θάνατο του Ε. Σ. στις 23.12.1978 οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η ενάγουσα και η μητέρα αυτής Α. Σ. τον διαδέχθηκαν στη νομή του άνω α’ ακινήτου, συνεχίζοντας να ενεργούν αντιστοίχως τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα, από το έτος 1982 αμφότερες συμπεριελάμβαναν: την οικία στη ... στις δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας, που υπέβαλαν προς την ΚΓ’ Εφορία Αθηνών, όπως αποδεικνύεται εναργώς από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των σχετικών δηλώσεων με ημερομηνία 21-6-1982, δηλώνοντας μάλιστα ως χρονολογία κτήσης του ακινήτου αυτού το έτος 1978, ήτοι τη χρονολογία θανάτου του πατέρα της ενάγουσας.

Σημειώνεται δε ότι στις δηλώσεις αυτές το παρόν δικαστήριο δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα (τόσο για το α’ , όσο και για το β’ ακίνητο), αφού έχουν συνταχθεί σε όλως ανύποπτο χρόνο. Η ενάγουσα συνέχισε να συμπεριλαμβάνει το συγκεκριμένο οίκημα και στις μεταγενέστερες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9), καθώς και αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων ακινήτων (Ε2), όπως αποδεικνύεται από τις -ενδεικτικώς προσκομιζόμενες- σχετικές /δηλώσεις των οικονομικών ετών 1997, 2001, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν είχε αποτυπώσει στις ανωτέρω δηλώσεις τις ακριβείς διαστάσεις του όλου ακινήτου και της οικίας (στη δήλωση του έτους 1982 καταγράφεται ως επιφάνεια του οικοπέδου 60 τ. μ. και της οικίας 40 τ. μ. και στη δήλωση του έτους 1997 το συνολικό οικόπεδο ως εμβαδού 80 τ.μ.,) πλην όμως η εσφαλμένη αντίληψη που τυχόν είχε η ενάγουσα για την επιφάνεια του ακινήτου της, δεν αρκεί από μόνη της ώστε να στοιχειοθετήσει την επικαλούμενη από την εναγομένη έλλειψη διάνοιας κυρίου της ενάγουσας επί του ακινήτου, πολλώ δε μάλλον που η ενάγουσα δεν καταγράφει και άλλα ακίνητα και οικίες στην περιοχή της ..., ώστε να τίθεται σε αμφιβολία αν οι παραπάνω δηλώσεις αφορούν το επίδικο α’ ακίνητο. Η δε καθυστέρηση στην αποδοχή της κληρονομίας δια συμβολαιογραφικής πράξεως αποδίδεται σε αμέλεια της ενάγουσας, εν όψει ότι, ως μόνο τέκνο του Ε. Σ., δεν αισθανόταν την πίεση να τακτοποιήσει τις κληρονομικές της εκκρεμότητες. Επιπλέον, όπως ανέφεραν τόσο η Ε. χήρα Π. Χ., όσο και η Α. χήρα Ε. Σ. στις ανωτέρω μνημονευθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους, το καλοκαίρι του έτους 1980 η ενάγουσα με τη μητέρα της είχαν επισκεφθεί τη ... Αρκαδίας, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ιδιοκτήτη γειτονικού ακινήτου Κ. Χ., καθώς στην ανατολική πλευρά του οικήματος είχε καταρρεύσει το μπαλκόνι του ισογείου, μαζί με την μπαλκονόπορτα και μέρος του αριστερού παραθύρου, με αποτέλεσμα να πέφτουν πέτρες και να κινδυνεύει εξ αυτού του λόγου η γειτονική κατοικία. Η ενάγουσα με τη μητέρα της απευθύνθηκαν στον Π. Χ. και ο τελευταίος τους σύστησε τοπικό τεχνίτη - το όνομα του οποίου ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ. προσδιόρισε ως "Β. Π." - ο οποίος ανέλαβε τις επισκευές. Όπως αποδεικνύεται δε από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, την επίβλεψη των εργασιών επισκευής επέβλεψε ο ίδιος ο Π. Χ., κατ’ εντολή της μητέρας της ενάγουσας Α. Σ., ο οποίος μάλιστα κατέβαλε προς τον τεχνίτη το συμφωνημένο ποσό των 5.000 δρχ με χρήματα που του είχε δώσει η τελευταία. Επίσης, όπως ανέφερε η Α. Σ. στην ένορκη βεβαίωσή της και πιστοποίησε ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ. κατά την ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο, το ίδιο έτος (1980) και λίγους μήνες μετά την πραγματοποίηση των επισκευών, διαπιστώθηκε από την ενάγουσα και τη μητέρα της, σε μεταγενέστερη επίσκεψη, ότι έτερος ιδιοκτήτης γειτονικού ακινήτου, ονόματι Γ. Σ., είχε τοποθετήσει περίφραξη σε τμήμα του επίδικου οικοπέδου προς τη νότια πλευρά, η οποία (περίφραξη) αφαιρέθηκε κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης της μητέρας της ενάγουσας Α. Σ. με τον συγκεκριμένο όμορο ιδιοκτήτη. Τέλος, ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ. ανέφερε στην ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο ότι το έτος 1990 ο ίδιος μαζί με την ενάγουσα είχαν τοποθετήσει λουκέτο στον πρώτο όροφο της οικίας, προκειμένου να αποφευχθεί η άνοδος σε αυτόν τρίτων ατόμων και ο ενδεχόμενος τραυματισμός τους από πτώση, δεδομένου ότι το κτίριο ήταν σε κακή κατάσταση. Από όλα τα ανωτέρω περιγραφόμενα περιστατικά αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω περιγραφομένου ακινήτου, τόσο κατά παράγωγο τρόπο, (δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, νεμόμενη τόσο η ίδια, όσο και οι δικαιοπάροχοί της Ε. Σ. του Α. και Α. χήρα Ε. Σ. - τους οποίους διαδέχθηκε στη νομη (ΑΚ 983) - με διάνοια κυρίου τα ανωτέρω ακίνητα για χρονικό διάστημα πλέον της πεντηκονταετίας προ του έτους 2003, οπότε και εκδηλώθηκε για πρώτη φορά αμφισβήτηση της κυριότητας της ενάγουσας. Αποδείχθηκε επίσης ότι το έτος 2003 η εναγομένη αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας επί του ως άνω περιγραφομένου ακινήτου και συγκεκριμένα την 13.09.2003 αποδέχθηκε δωρεά εν ζωή από την Α., χήρα Π. Φ., το γένος Α. και Σ. Σ., αντικείμενο της οποίας (δωρεάς) ήταν η κυριότητα και επί των δύο επιδίκων ακινήτων - των οποίων κυρία φερόταν η κατά τα ανωτέρω δωρήτρια - συνταχθέντος προς τούτο του υπ’ αρ. …/13.09.2003 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Τρίπολης ...................... , το οποίο μεταγράφηκε στα άνω βιβλία μεταγραφών (τ. ...). Επιπλέον, το Νοέμβριο του έτους 2008 απέβαλε την ενάγουσα από τη νομή του πρώτου εκ των ανωτέρω περιγραφομένων ακινήτων, καθώς, με την αρωγή του εργολάβου οικοδομών Λ. Μ., προέβη χωρίς την έγκριση της ενάγουσας, σε οικοδομικές εργασίες με μπετόν επί της παλαιάς οικίας που βρίσκεται εντός του οικοπέδου αυτού, αφαιρώντας τη στέγη, τα παράθυρα και τις πόρτες αυτής (βλ. το υπ’ αρ. πρωτ. .../.../08.11.2008 απόσπασμα του από 06.11.2008 βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. ... την υπ’ αρ. πρωτ. .../2008 αίτηση της ενάγουσας προς το Τμήμα Πολεοδομίας Λαγκαδιών και το από 28.06.2010 υπ’ αρ. ../442 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτ. Τριπόλεως), ενώ κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2010 διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα είχε προβεί, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, σε επιπλέον εργασίες κατασκευής στην οικία (βλ. το υπ’ αρ. πρωτ. ...27.09.2010 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού Τουρισμού και την υπ’ αρ. …/05.10.2010 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής του Τμήματος Πολεοδομίας ...). Έτσι επομένως που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το α’ ακίνητο, ορθά εξετίμησε τις αποδείξεις και ορθά έκανε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ως προς την ειδικότερη παραδοχή του ότι ουδείς λόγος υπήρχε να μεταβιβασθεί προς την Α. Σ. η επίδικη οικία από τη στιγμή που εκείνη εγκαταστάθηκε αμέσως μετά το γάμο της εκτός ..., η δε λοιπή οικογένεια παρέμεινε στον άνω οικισμό και διέμεινε στην επίδικη οικία. Οι σχετικοί επομένως λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, κατά το μέρος που αφορούν το προαναφερόμενο α’ ακίνητο, απορριπτέοι τυγχάνουν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Ωστόσο δεν απεδείχθη και δη σε βαθμό πλήρους αποδείξεως ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία, τόσο με πρωτότυπο όσο και παράγωγο τρόπο και του δευτέρου ακινήτου. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ακίνητο αυτό, όπως σαφώς συνάγεται από την παραπάνω περιγραφή, δεν είναι όμορο προς το πρώτο, ούτε δε η ενάγουσα επικαλείται "λειτουργική ενότητα" με αυτό (το δεύτερο ακίνητο συνορεύει με ρέμα, όριο που δεν υπάρχει στο πρώτο ακίνητο, ούτε δε στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες εμφαίνεται τέτοιο ρέμα σε κοντινή απόσταση). Σε αντίθεση δε με το προαναφερόμενο α’ ακίνητο, αυτό ουδέποτε εδηλώθη τόσο στη δήλωση ακινήτου περιουσίας προς την ΚΓ’ Εφορία Αθηνών, ούτε στις λοιπές δηλώσεις τύπου Ε9 και Ε2, μολονότι σ’ αυτήν έχουν δηλωθεί πλείστα όσα ακίνητα σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, τόσο οικόπεδα (6 συνολικά), όσο και αγροτεμάχια (12 συνολικά). Για τη διαφοροποίηση δε αυτή, ουδεμία εξήγηση δίνεται. Ούτε δε, καθ’ υπόθεσιν, μπορεί να αποδοθεί η παράλειψη αυτή σε ενδεχόμενη ουσιωδώς μικρότερη αξία του β’ ακινήτου, αφού και τα δυο έχουν την αυτή περίπου έκταση (250 τ.μ.), είναι άρτια και οικοδομήσιμα, η δε επί του πρώτου ακινήτου οικία μικρή μόνο αξία είχε πριν την επιδιόρθωσή της, λόγω της παλαιότητας και της κακής καταστάσεως στην οποία ευρίσκετο, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη φωτογραφίες, σε συνδυασμό και με την κατάθεση του ιδίου του μάρτυρα αποδείξεως (βλ. κατάθεσή του στα πρακτικά της εκκαλουμένης "... το 1990 τοποθετήθηκε από εμάς λουκέτο στον α’ όροφο για να μην πέσει κανένας, γιατί ήταν ερείπιο το σπίτι..."). Αλλά και στις ως άνω προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις, ενώ γίνεται αναλυτικά μνεία για τον τρόπο και την αιτία παραχωρήσεως της οικίας (α’ ακίνητο) προς τον Π. Χ. (ανάγκη ανακατασκευής της οικίας του τελευταίου, αλλά και εξεύρεσης χώρου προς στάβλιση των οικόσιτων ζώων), ουδεμία μνεία γίνεται για αντίστοιχη ανάγκη παραχωρήσεως και του β’ ακινήτου, το οποίο δεν ήταν οικοδομημένο (αναφέρεται ως ".....") και για το οποίο ουδεμία συγκεκριμένη πράξη νομής κατονομάζεται. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι μόνο μετά την έγερση της γενικότερης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και την αντιποίηση της νομής του α’ ακινήτου από την εναγομένη (το έτος 2008), η ενάγουσα ενδιαφέρθηκε για πρώτη φορά για το εν λόγω (β’ ) ακίνητο, το οποίο και συμπεριέλαβε στις δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας (20-10-2009), πολύ μεταγενέστερα από την αντίστοιχη ενέργεια της εναγομένης (2003), η οποία το είχε δηλώσει και στο έντυπο Ε9 έτους 2004. Επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία και του δευτέρου άνω ακινήτου, χωρίς μάλιστα να αναφερθεί σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό που να υποδηλώνει πράξεις νομής επ’ αυτού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (σε αντίθεση μάλιστα με την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του για το πρώτο άνω ακίνητο) εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το σημείο αυτό". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατέστη κυρία τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με έκτακτη χρησικτησία) μόνο του ενός εκ των δύο επίδικων ακινήτων, και ειδικότερα του οικοπέδου εμβαδού 250 τμ μετά της παλαιάς διώροφης οικίας συνολικής επιφάνειας 80 τμ, ως προς το οποίο δέχθηκε κατ’ ουσία την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, ενώ αντίθετα έκρινε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν απέκτησε ούτε με παραγωγό ούτε με πρωτότυπο τρόπο (με έκτακτη χρησικτησία) την κυριότητα του έτερου επίδικου ακινήτου, εμβαδού επίσης 250 τμ, ως προς το οποίο απέρριψε κατ’ ουσία την ένδικη αγωγή, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο δεύτερο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο εμβαδού 250 τμ) με έκτακτη χρησικτησία δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983, 1045, 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο δεύτερο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, και τρίτος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, αναφορικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητάς της στο πιο πάνω ακίνητο, είναι αβάσιμοι. Αντίθετα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1193, 1199 ΑΚ και δεν διέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία, αναφορικά με την κύρια αγωγική βάση που θεμελιώνεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο εν λόγω ακίνητο. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι και τα δύο επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κυριότητα (με έκτακτη χρησικτησία) του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Ε. Σ. κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 1978, ότι αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την αναιρεσείουσα (κόρη του) και τη μητέρα της Α. Σ. (σύζυγό του), ότι οι τελευταίες αποδέχθηκαν την κληρονομία του κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα η καθεμία, δυνάμει της .../2009 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ...................... , που μεταγράφηκε νόμιμα (στην οποία δήλωση αποδοχής η αναιρεσείουσα συμπεριέλαβε και το δεύτερο επίδικο ακίνητο) και ότι με το .../2009 συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. Σ. μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα το πιο πάνω ποσοστό της (1/4 εξ αδιαιρέτου), εν τούτοις στη συνέχεια κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς αιτιολογία, ότι η τελευταία δεν κατέστη κυρία του πιο πάνω ακινήτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, ενώ δεν υπάρχει σχετική παραδοχή περί κατάλυσης του εν λόγω δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσείουσας με κάποιο νόμιμο τρόπο εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τον παραγωγό τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο δεύτερο επίδικο ακίνητο είναι βάσιμοι. Κατ’ ακολουθία αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το δεύτερο επίδικο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο, κείμενο εντός των ορίων του παραδοσιακού οικισμού ... του Δήμου Τρικολώνων του Νομού Αρκαδίας, εκτάσεως 250 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν με ρέμα, δημοτικό δρόμο, ιδιοκτησία Κ. Σ. και ιδιοκτησία Α. Σ., αναφορικά με την κύρια αγωγική βάση της, που θεμελιώνεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας σ’ αυτό, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος, λόγων αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και δεύτερου, κατά το δεύτερο μέρος και τρίτου λόγων αναίρεσης από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ’ αυτήν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 109/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας,την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Ρ.Κ.

Σχόλια