26/2015 ΕΦ ΛΑΜ - Αίτηση αναψηλάφησης λόγω μεταγενέστερης γνώσης από τους αιτούντες της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων. Εκτός του ότι τα επικαλούμενα έγγραφα δεν είναι κρίσιμα γιατί αυτά στηρίζουν δικαστικά τεκμήρια είτε ως αποδεικτικούς λόγους κατά το άρθρο 339 παρ. 3 του ΚΠολΔ είτε ως αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 του ιδίου Κώδικα και δεν είναι εξ΄ορισμού ικανά να παράγουν δεσμευτική απόδειξη ή ανταπόδειξη (άμεση και πλήρη ή έστω αποφασιστική), τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν, και αληθή υποτιθέμενα, ανωτέρω βία ή κατακράτηση από το Δημόσιο ή τρίτο σε συνεννόηση μαζί του. Εφόσον τα επικαλούμενα έγγραφα είτε αποτελούν δημόσια έγγραφα είτε ιδιωτικά έγγραφα καταχωρημένα σε δημόσι βιβλία, ήταν προσβάσιμα στους ενδιαφερομένους και δεν νοείται επομένως κατακράτηση εγγράφων από δημόσια υπηρεσία και κατ΄επέκταση ανωτέρα βία. Απορρίπτει την αίτηση.

305/2015 ΑΠ - Κτήση κυριότητας ακινήτου. Δωδεκάνησος. Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου (Κ.Κ.Δ.). Διαχρονικό δίκαιο. Μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, κατά των εγγεγραμμένων ως τιτλούχων στα κτηματολογικά βιβλία του Κ.Κ.Δ., επί ακινήτων «μούλκ», η επί πλήρη 15ετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Παράδοση νομής με αντιφώνηση με βάση ορισμένη έννομη σχέση
26/2015 ΕΦ ΛΑΜ ( 659861)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αίτηση αναψηλάφησης λόγω μεταγενέστερης γνώσης από τους αιτούντες της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων. Εκτός του ότι τα επικαλούμενα έγγραφα δεν είναι κρίσιμα γιατί αυτά στηρίζουν δικαστικά τεκμήρια είτε ως αποδεικτικούς λόγους κατά το άρθρο 339 παρ. 3 του ΚΠολΔ είτε ως αποδεικτικά μέσα...
κατά το άρθρο 339 του ιδίου Κώδικα και δεν είναι εξ΄ορισμού ικανά να παράγουν δεσμευτική απόδειξη ή ανταπόδειξη (άμεση και πλήρη ή έστω αποφασιστική), τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν, και αληθή υποτιθέμενα, ανωτέρω βία ή κατακράτηση από το Δημόσιο ή τρίτο σε συνεννόηση μαζί του. Εφόσον τα επικαλούμενα έγγραφα είτε αποτελούν δημόσια έγγραφα είτε ιδιωτικά έγγραφα καταχωρημένα σε δημόσι βιβλία, ήταν προσβάσιμα στους ενδιαφερομένους και δεν νοείται επομένως κατακράτηση εγγράφων από δημόσια υπηρεσία και κατ΄επέκταση ανωτέρα βία. Απορρίπτει την αίτηση.

   Αριθμός: 26/2015

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Χαράλαμπο Παπακώστα, Προεδρεύοντα Εφέτη (επειδή κωλύεται η Πρόεδρος Εφετών και η αρχαιότερη Εφέτης), Εισηγητή, Μόρφω Γκίκα και Δημήτριο Κατσανά, Εφέτες και τη Γραμματέα Καλυψώ Πολυχρονάκη.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2014 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αιτούντων - καλούντων: Α 1) ..............., κατοίκου Λαμίας, 2) ..............., κατοίκου Λαμίας, κατοίκου Αγίας Παρασκευής-Λαμίας, ως κληρονόμου του αρχικού διαδίκου (εναγομένου - εφεσίβλητου) ..............., 3) ..............., κατοίκου Αγίας Παρασκευής - Λαμίας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής διαδίκου (εναγομένης-εφεσίβλητης) μητέρας του ............... 4) ............... χήρας ..............., το γένος ..............., κατοίκου Λαμίας, Β 1) ..............., κατοίκου Χαϊδαρίου Αθηνών, 2) ..............., κατοίκου Λαμίας, 3) ..............., κατοίκου Λαμίας, 4) ..............., κατοίκου Λαμίας, ως κληρονόμου του αποβιώσαντα αρχικού διαδίκου (εναγομένου-εφεσίβλητου) ..............., 5) ..............., κατοίκου Λαμίας, 6) ..............., κατοίκου Λαμίας, 7) ..............., κατοίκου Λαμίας και 8) ..............., κατοίκου Λαμίας, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους ...., πλην του 3ου εξ` αυτών, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των καθ` ων η αίτηση - κλήση: 1) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) της εδρεύουσας στη Λαμία ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία «...............» νόμιμα εκπροσωπούμενης, εκ των οποίων, το 1ο εκπροσωπήθηκε από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ. Γρηγόριο Γιάκα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ......

Οι αιτούντες - καλούντες με την υπ` αριθμό έκθεση κατάθεσης 1/22-11-2012 αίτηση αναψηλαφήσεως τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κατά της υπ` αριθμ. 136/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ζητούν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται σ` αυτή. Το Δικαστήριο δικάζοντας την υπόθεση διέταξε επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης αυτής με την υπ` αριθμ. 36/2014 απόφασή του.

Οι αιτούντες - καλούντες με την με αριθμό πράξεως καταθέσεως ΒΑΒ 53/14-05-2014 αίτηση - κλήση τους, που απηύθυναν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ` αυτή.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ` αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την έκδοση της υπ` αριθμ. 36/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, κατ` αποδοχή της αιτήσεως εξαιρέσεως από τη συζήτηση, κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 10- 12-2013, της ένδικης αίτησης αναψηλαφήσεως, των αναφερόμενων Δικαστών, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με την από 6-5-2014 (αριθμ. εκθ. 53/2014) κλήση των αιτούντων την αναψηλάφηση της υπ` αριθμ. 136/2012 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, όπως τη δίκη (βιαίως διακοπείσα), στη θέση του αποβιώσαντος στις 20-6-204, υπό στοιχεία Β3 καλούντος (αιτούντος την αναψηλάφηση) ..............., συνεχίζουν (επαναλαμβάνουν) νόμιμα (άρθρ. 286 περ. α`, 287, 290 του ΚΠολΔ), οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (οι ..............., ..............., ............... και ..............., τέκνα του) με προφορική δήλωσή τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (βλ. την αριθμ. πρωτ. 2178/2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου, το υπ` αριθμ. 52258/2014 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, σε συνδυασμό με τα υπ` αριθμ. 1644/2014, 3925/2014 και 2642/2014 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου και Πρωτοδικείου Λαμίας), νόμιμα φέρεται για συζήτηση ενώπιον, του Δικαστηρίου τούτου η άνω αίτηση αναψηλαφήσεως.

ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 539 παρ. 1 εδαφ. Α ΚΠολΔ αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 1 ΚΠολΔ η προθεσμία αναψηλάφησεως αν εκείνος που την ζητεί με αίτηση του διαμένει στην Ελλάδα είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει να τρέχει από το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλαφήσεως είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη. Ειδικά όμως για το λόγο που αναγράφεται στη διάταξη του άρθρου 544 αριθμός 7 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα, υπό την προϋπόθεση ότι προηγήθηκε η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 101/2005 ΕλΔ 2005. 1661, 1506/1987, ΕΕΝ 1988.818, ΕφΘεσ. 2996/1992 ΑρχΝομ 1993.129, Βαρθακοκοίλης, ΚΠολΔ, αρθρ. 545.18). Τα γεγονότα που αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας στην παραπάνω περίπτωση πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία (αρθρ. 545 παρ. 4 εδαφ. β` ΚΠολΔ, Εφ.Πατρ. 708/2008 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άνω άρθρο 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως έγγραφα που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση αποφάσεως δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναψηλαφήσεως. Κατ` εξαίρεση μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλαφήσεως και με τέτοια μεταγενέστερα έγγραφα, όταν από το περιεχόμενο τους προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, του οποίου η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από λόγους που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη (ΑΠ 698/2009 ΝΟΜΟΣ), β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια, ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον, ώστε να καθίσταται προφανές, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και έτσι θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Τέτοιου είδους έγγραφο ικανό να στηρίζει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 721/2014, ΑΠ 1774/2011, ΑΠ 745/2009 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, τα έγγραφα αυτά θα πρέπει να προκαλούν πλήρη και άμεση απόδειξη σύμφωνα προς τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας (ΑΠ 1041/2003, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 910/2008 ΕφΑΔ 2009-213, Μπέης, οι λόγοι αναψηλαφήσεως και η ερμηνευτική διεύρυνσις αυτών, έκδ. 1966, σ. 97 Αρβανιτάκης, Ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων, έκδ. 1992, σ. 123). Κατά δε τους κανόνες αυτούς ως «πλήρης απόδειξη» νοείται αυτή η οποία δημιουργεί στο δικαστήριο απόλυτη δικανική πεποίθηση, χωρίς ίχνος αμφιβολίας (Φραγκίστας - Φαλτσή, Δίκαιο αποδείξεως παρ. 45 σ. 72 Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, Κεφ. IB` παρ. III 2 υπό α σ. 1381. Α. Γεωργιάδης, Εισαγωγή και θεμελιώδες έννοιες αστικού δικονομικού δικαίου, έκδ. 1997, παρ. 511 σ. 82-83), αντιδιαστέλλεται δε η απόδειξη αυτή από την ατελή, δηλαδή εκείνη βάσει της οποίας το αποδεικτέο γεγονός απλώς πιθανολογείται (Μπέης, Ερμ ΚΠολΔ, υπό το άρθρον 544 III 2 υπό β` σ. 1381, Φραγκίστας - Φαλτσή, ανωτ. Παρ. 47 σ. 73). Ο νόμος ορίζει πότε παράγεται η δεσμευτική για το δικαστήριο, πλήρης απόδειξη: (Α) Επί δημοσίων εγγράφων, μόνον για όσα πραγματικά γεγονότα ο συντάκτης των εγγράφων αυτών βεβαιώνει στο κείμενό του ότι πραγματοποιήθηκαν από τον ίδιο ή ενώπιον του κατ` άρθρο 438 εδ. α` ΚΠολΔ, για πραγματικά γεγονότα τα οποία ο συντάκτης του εγγράφου ώφειλε να διαπιστώσει κατ` άρθρο 440 ΚΠολΔ και για το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών κατ` άρθρο 441 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ (Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, υπό το άρθρο 544 παρ. VI 2 σ. 2032), (Β) Επί ιδιωτικών εγγράφων, παράγεται πλήρης απόδειξη μόνον περί του ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου κατ` άρθρο 445 εδαφ. Α` ΚΠολΔ και για το περιεχόμενο των δηλώσεων των μερών επί δικαιοπρακτικών εγγράφων (των αποκαλούμενων ``εγγράφων διαθέσεως"), κατ` ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του αρθρ. 441 παρ. 1 ΚΠολΔ, άλλως κατά ερμηνευτική - τεχνολογική διεύρυνση του γράμματος της εν λόγω διατάξεως, ώστε να συμπεριληφθούν σ` αυτό και τα ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 1283/1993ΕΤρΑΧρΔ 1995, 392, ΑΠ 601/1984 Δ 1985/979, ΕφΑθ 910/2008, ο.π., Φραγκίστα - Φαλτσή, ανωτ. Παρ. 226 σελ. 289/90, Ράμμος, Εγχειρίδιον ΚΠολΔ, τ. II σελ. 903. Μπέης,, Τα έγγραφα στην πολιτική δίκη, Δ. 23, παρ. 3 σελ. 48/9. Μπακόπουλος, Αποδεικτική δύναμη των εγγράφων και αναιρετική μεταχείριση, εις το συλλογικό έργον "Τα έγγραφα στην πολιτική δίκη", παρ. IV σελ. 31 επ., Αρβανιτάκης, ένθ ανωτ. σελ. 130 επ.). Επομένως, δεν είναι κρίσιμα κατά την έννοια της διατάξεως του 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ εκείνα τα έγγραφα από τα οποία κατά τα άνω, πηγάζει η, ούτω καλούμενη, "αρχή εγγράφου αποδείξεως (άρθρα 394 παρ. 1 εδαφ. Α`, 441 παρ. 2 ΚΠολΔ Μπέης, ΕρμΚΠολΔ υπό το άρθρο 54 παρ. IV. 2 σελ. 2032), αφού δι` αυτής δεν παράγεται πλήρης απόδειξη από έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, αλλά καθίσταται πιθανόν το γεγονός το οποίον περιέχεται σ` αυτό (ΕφΑθ 910/2008, ο.π., Ράμμος, ένθ. Ανωτ. παρ. 179 ΣΤ σ. 552). Εξάλλου, ως άμεσος χαρακτηρίζεται η απόδειξη όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεσος (επί τη βάσει λογικών συλλογισμών του δικαστηρίου - άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικώς, από την απόδειξη άλλων γεγονότων (ΕφΑΘ 910/2009, ο.π., Ράμμος, ένθ. Ανωτ. παρ. 165 Γ σ. 476, Φραγκίστας - Φαλτσή, ανωτ. παρ. 40 και 41 σ. 67-68, Α. Γεωργιαδης, ένθ. Ανωτ. σ. 83, Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, κεφ IB` παρ. III 3 σ. 1381, 1382). Επομένως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ, δεν είναι κρίσιμα τα έγγραφα, τα οποία στηρίζουν δικαστικά τεκμήρια, είτε ως αποδεικτικούς λόγους κατά το άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ είτε ως αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΑΠ ΑΠ 1180/2001, ΑΠ 1041/2003, ΑΠ 1277/2002, ΑΠ 231/2000, ΑΠ 1529/1995 ΕλλΔνη 1997 - 1538, ΕφΑΘ 910/2008, ο.π., ΕφΑθ 9607/1997 ΕλλΔνη 1998, 1349, ΕφΘεσ 1479/1997 ΕλλΔνη 1998, 1645, Μπέης, ΕρμΚΠολΔ, υπό το άρθρο 544 παρ. VI2 σ. 2032, Μακρίδου, ένθ. Ανωτ. σ. 829 επ.). και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτου σε συνεννόηση με τον τελευταίο (ΑΠ 11264/2004, ΑΠ 14567203, ΑΠ 1041/2003). Ανώτερη δε βία είναι κάθε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη (ΑΠ 721/2014, ΑΠ 830/2014, ΑΠ 1774/2011 ΝΟΜΟΣ). Δεν αποτελεί δε ανωτέρα βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (ΑΠ 830/2014). Οπως, ακόμη, αφενός δεν υπάρχει ανωτέρα βία, κατά την παραπάνω έννοια, όταν το έγγραφο είναι καταχωρημένο σε δημόσια βιβλία, τα οποία είναι προσιτά σε οποιονδήποτε, ο οποίος με επιμελή έρευνα μπορεί να πληροφορηθεί την ύπαρξη του και να λάβει αντίγραφο για την έγκαιρη προσαγωγή του στο Δικαστήριο (ΑΠ 830/2014, ΑΠ 721/2014, ΑΠ 1774/2011, ΑΠ 11180/2011, ΑΠ 1305/1982, ΝΟΜΟΣ) και αφετέρου δεν νοείται κατακράτηση εγγράφου κατά την παραπάνω έννοια, από δημόσια υπηρεσία (ΑΠ 721/2014, ΑΠ 830/2014), ενώ στην περίπτωση αυτή και η αποσιώπηση, ακόμη, της υπάρξεως εγγράφου (από δημόσια υπηρεσία) δεν αποτελεί λόγω αναψηλαφήσεως (ΑΠ 830/2014). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 547, 118, 119, 120 και 12 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναψηλάφηση ασκείται με δικόγραφο, που περιέχει εκτός από τα άλλα στοιχεία λόγους αναψηλαφήσεως ορισμένους από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άνω άρθρο 544 του ΚΠολΔ, δια των οποίων επιδιώκεται η ανατροπή της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν τέτοιο λόγοι δεν υπάρχουν ή, πράγμα που είναι το ίδιο, δεν είναι ορισμένοι και επιδεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, το δικόγραφο της αναψηλαφήσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 67/2003, ΕφΑθ 910/2008, ΕφΘεσ 942/1989). Ειδικότερα δε, για το ορισμένο της αίτησης αναψηλάφησης, η οποία στηρίζεται στον παραπάνω υπ` αριθμ. 7 λόγο του άρθρου 544 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθενται σ` αυτή (αγωγή) όλα τα αναφερόμενα παραπάνω στοιχεία (ΑΠ 67/2013, Ο.Π.). Συγκεκριμένα, για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει ο αιτών: 1) για να κριθεί εάν το έγγραφο είναι κρίσιμο, να εκθέτει: α) ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και β) και ότι αυτός (αιτών) επικαλέσθηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της και 2) για την ανωτέρα βία ή την κατακράτηση του εγγράφου από τον αντίδικο ή τον τρίτο, να εκθέτει τα γεγονότα τα οποία, κατ` αυτόν, συνιστούν ανωτέρα βία, κατά την παραπάνω έννοια, για να κριθεί αν αυτά, αληθή υποτιθέμενα, αποτελούν ανωτέρα βία ή συνιστούν κατακράτηση, όπως εκτέθηκε, του εγγράφου από τον αντίδικο ή τρίτο σε συνεννόηση μαζί του. Διαφορετικά, εάν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα γεγονότα αυτά ή τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται ο αιτών δεν αποτελούν ανωτέρα βία ή δεν συνιστούν κατακράτηση του εγγράφου από τον αντίδικο ή τον τρίτο, η αίτηση αναψηλάφησης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη (ΑΠ 698/2009, ΑΠ 67/2003, ΕφΑθ. 910/2008, ΑΠ 708/2008 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες με την από 21-11-2012 (αριθμ. εκθ. 1/2012) αίτησή τους για αναψηλάφηση της υπ` αριθμ. 136/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου για λόγο που αναφέρεται στο άρθρο 544 αριθμ. 7 του ΚΠολΔ (κρίσιμα έγγραφα), όπως παραδεκτά διευκρινίζουν, διορθώνουν και συμπληρώνουν με τις έγγραφες προτάσεις τους, κατά τα παρακάτω, εκθέτουν: Οτι το πρώτο καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας εναντίον τους (μεταξύ και άλλων εναγομένων), όπως οι απ` αυτούς (αιτούντες) με στοιχεία Α2, A3, Β4, υπεισήλθαν στη θέση του 24ου, 12ου, και 55ου, αντίστοιχα, των εναγομένων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, μετά το θάνατο των τελευταίων, όπως προσδιορίζουν για τον καθένα τους, την από 28-4-2006 (αριθμ. εκθ,. 2239/ΤΠ7143/2006) αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του επί του περιγραφόμενου ακινήτου, εμβαδού 6.961 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «Παφύλο, Νευρόπολη, Μαγούλα» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λαμίας. Οτι η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε με άλλη αγωγή του πρώτου καθού η αίτηση Δημοσίου (την από 23-11-2004, αριθμ. εκθ. 2598/ΤΟ 280/2004), εναντίον άλλων εναγομένων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του σε άλλο συνεχόμενο ακίνητο, εμβαδού, 5.000 τ.μ., στη θέση «Παληουργιάς» της ίδιας κτηματικής περιφέρειας. Οτι κατά τη συζήτηση των αγωγών αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η δεύτερη καθής η αίτηση ανώνυμη εταιρία «...............» άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος Δημοσίου, ως προς την άνω πρώτη (μόνο) αγωγή, που αφορά το ακίνητο στη θέση «Παφύλο, Νευρόπολη Μαγούλα», ενώ ασκήθηκαν και τέσσερις κύριες παρεμβάσεις, ως προς την άνω δεύτερη αγωγή (για το ακίνητο στη θέση «Παλιουργιάς»). Οτι επί των συνεκδικαζομένων δύο αυτών αγωγών και των παρεμβάσεων εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 150/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία οι μεν κύριες παρεμβάσεις (που αφορούσαν τη δεύτερη, ως άνω, αγωγή) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι δε δύο αγωγές απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Οτι κατά της αποφάσεως αυτής (και κατά τις απορριπτικές διατάξεις των δύο αγωγών) άσκησε έφεση το πρώτο καθού η αίτηση (τότε ενάγον) Ελληνικό Δημόσιο, ενώ άσκησαν έφεση (κατά την απόρριψη της κύριας παρέμβασης) και οι παρεμβαίνοντες κυρίως Δημ. Βόγιας κ.λ.π. Οτι επί των εφέσεων, στη συζήτηση των οποίων κλητεύθηκαν να συμμετάσχουν όλοι οι άνω παρεμβαίνοντες (προσθέτως και κυρίως) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την αίτηση αναψηλάφησης, υπ` αριθμ. 136/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση του ήδη καθού η αίτηση (πρώτου) Δημοσίου (τότε εκκαλούντος) και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγιναν δεκτές και οι δύο αγωγές ως νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες και το πρώτο καθού η αίτηση (τότε ενάγον - εκκαλών) αναγνωρίσθηκε κύριο των δύο άνω ακινήτων (συνεχόμενων) στις θέσεις «Παφύλο, Νευρόπολη, Μαγούλα» (της πρώτης αγωγής) και «Παλιουργιάς» (της δεύτερης αγωγής). Οτι η έφεση των άνω κυρίως παρεμβαινόντων (σε σχέση με τη δεύτερη αγωγή) απορρίφθηκε με την προηγούμενη υπ` αριθμ. 63/2009 (εν μέρει οριστική, κατ` αυτή τη διάταξη - και εν μέρει μη οριστική) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου το οποίο διέταξε και τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Οτι η συζήτηση των εφέσεων έγινε στις 8-11-2011 και η δημοσίευση της αποφάσεως στις 7-6-2012. Οτι κατά τη συζήτηση της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, προς απόκρουση της, πρότεινε όλους πραγματικούς ισχυρισμούς που πρότεινε (και έγιναν δεκτοί) πρωτόδικα (άρνησης, αλλά και ένστασης ιδίας συγκυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προσκομίζοντας προς τούτο, με νόμιμη επίκληση, πληθώρα εγγράφων, που εκδόθηκαν ή συντάχθηκαν από το έτος 1830 και εφεξής (για μακρύ χρονικό διάστημα), μεταξύ των οποίων το από 25ης Σελλήνης Σεβάλ του έτους 1252 της Εγίρας (Χριστιανικού έτους 23-1- 1831) χοτζέτι, τη συνταγείσα ενώπιον του συμ/φου Αθηνών ............... 688/3-1-1837 «Δηλοποίηση» (προσυμφωνία), την υπ` αριθμ. 860/30-3-1843 απόφαση της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής, επικυρωθείσα με τις υπογραφές των τότε αρμοδίων Γραμματέων (Υπουργών), που αφορούν την περιγραφόμενη σ` αυτή έκταση (τσιφλίκι Ταράτζας), όπου και το επίδικο, συμβόλαια και δικαστικές αποφάσεις (απώτατων ετών), που εκδόθηκαν μεταξύ δικαιοπαρόχων του και του Ελληνικού Δημοσίου (και όχι μόνο). Οτι, παρά τους άνω ισχυρισμούς τους, τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τις παραδοχές της υπ` αριθμ. 150/2008 προδικαστικής αποφάσεως και τις διαπιστώσεις των πραγματογνωμόνων, το Δικαστήριο τούτο με την άνω προσβαλλόμενη, με την αίτηση αναψηλάφησής τους, απόφαση, απορρίπτοντας την παραπάνω πρώτη (από 28-4-206) αγωγή (που αφορά το ακίνητο στη θέση «Παφύλο, Νευρόπολη, Μαγούλα» του Δήμου Λαμίας), δέχθηκε ότι το άνω ακίνητο, αποτελούσε δάσος κατά την έννοια του άρθρου 1 του β. δ της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» και πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, για το οποίο δεν υποβλήθηκαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του άνω β.δ/τος στην επί των οικονομικών Γραμματεία νόμιμοι τίτλοι για την αναγνώριση του ως ιδιοκτησία και έτσι μετά την πάροδο της ετήσιας προθεσμίας αναγνωρίστηκε η κυριότητα του εναγομένου (και ήδη πρώτου καθού η αίτηση) Δημοσίου, ότι στην κυριότητα αυτού (του Δημοσίου) ανήκε και αν αποτελούσε (το άνω ακίνητο) λιβάδι ή βοσκότοπος, γιατί δεν είχε εκδοθεί από την Οθωμανική εξουσία ταπί, σύμφωνα με το β.δ. της 3/15-12-1833, ότι το ακίνητο βρίσκεται εκτός του τσιφλικιού Ταράτζας (όπως τα όρια προσδιοριζόταν), το οποίο δυνάμει του χοτζετίου της 25ης Σελήνης Σεββάλ του έτους 1252 της Εγίρας (23-1-1831 κατά τη χριστιανική χρονολόγηση) ο ............... πώλησε στον ............... ή ............... και ..............., και ότι συνεπώς, με την υπ` αριθμ. 860/1843 απόφαση της «επί των πωλήσεων των Οθωμανικών ιδιοκτησιών εξεταστικής επιτροπής» δεν αναγνωρίστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα επ` αυτού στους αγοραστές του ούτε καν της κατοχής και χρήσης του, ακόμη και αν εθεωρείτο ότι το ακίνητο υπάγεται στην αναφερόμενη στο χοτζέτι κατηγορία των «»θερινών λεγόμενων αυτού χόρτων» που έχει την έννοια του δικαιώματος της θερινής βοσκής (σύμφωνα και με την υπ` αριθμ. 303/1845 απόφαση του εν Λαμία Δικαστηρίου των Πρωτοδικών) και ότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων φυσικής εξουσιάσεως επί του άνω ακινήτου (επιδίκου) εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των εναγομένων (ήδη αιτούντων) μ διάνοι κυρίων και καλή πίστη. Οτι, ακόμη, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε και την άνω δεύτερη (από 23-11-2004) αγωγή, με τις ίδιες, ως άνω, παραδοχές. Οτι μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής (στις 7-6- 2012) και συγκεκριμένα περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2012 αναζήτησαν και μετά από πολύμοχθες προσπάθειες τους βρήκαν νέα κρίσιμα έγγραφα, που είχαν εκδοθεί κατά το διάστημα 1838 - 1971, ισχυριζόμενοι, όπως επακριβώς αναγράφουν (στην αίτησή τους) «... την αρχική δεινή κατάπληξή μας από τη μη αναμενόμενη έκβαση της υπόθεσης κινηθήκαμε προς όλες τις κατευθύνσεις προς ανεύρεση τυχόν και νέων εγγράφων με πρόσθετα νέα αποδεικτικά στοιχεία, άγνωστα σ` εμάς και, μετά από πολύμοχθες και δαπανηρές προσπάθειες και βοήθεια της τύχης, αναδιφώντας αρχεία εφημερίδων, κρατικά και δικαστικά, ανακαλύψαμε προσφάτως (από την 25-9-2012 και μετά) άγνωστα μέχρι τώρα έγγραφα περιέχοντα νέα στοιχεία τα οποία .... καθιστούν αναμφισβήτητους τους ισχυρισμούς μας ...». Οτι τα έγγραφα δε αυτά, κρίσιμα προς ανταπόδειξη των γεγονότων που θεμελιώνουν την άνω αγωγή (πρώτη, που αφορά το ακίνητο στη θέση «Παφύλο, Νευρόπολη, Μαγούλα») και απόδειξη γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν το αυτοτελή ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας, όπως προσδιορίζουν ειδικότερα κατά το πλήρως περιεχόμενο τους (με επίκληση των περιστατικών που αποδεικνύονται με αυτά, τα οποία και επικαλέστηκαν στην άνω δίκη), είναι τα ακόλουθα: 1) Το με αριθμ. 365 από 19-7-1838 έγγραφο της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής προς την επί των Οικονομικών Β. Γραμματεία (Υπουργείο) της Επικρατείας, που φέρει τις υπογραφές των Ελλήνων μελών της και τη σφραγίδα της με το επ` αυτού αναγραφέν από 27-7- 1838 απαντητικό έγγραφο του επί των Οικονομικών Γραμματέα (Υπουργού) προς αυτή (την Επιτροπή), το οποίο ανευρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) και έλαβαν (οι αιτούντες) αντίγραφο της την 1η-10-2012. Με αυτό δε το έγγραφο επιβεβαιώνεται πλήρως η ιδιοκτησία επί του όλου τσιφλικιού της .............. (όπου και το επίδικο) με τον ανώτατο τίτλο (φορμόνι Σουλτανικό) κατά την Οθωμανική νομοθεσία περί γαιών (αρθρ. 121) και η περιέλευση του επιδίκου κατά πλήρη κυριότητα με παράγωγο τρόπο στους αρχικούς δικαιοπαρόχους τους (των αιτούντων και τότε εναγομένων) και η μη απόκτηση κυριότητας από το πρώτο καθού (ενάγοντα, τότε) Δημόσιο. 2) Η με αριθμό 4874 από 65-7-1842 έκθεση πλειστηριασμού του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου .............., συμ/φου Λαμίας, που ανευρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στις 26-10- 2012. Από αυτό δε, σε συνδυασμό με την προσαχθείσα (στο άνω Δικαστήριο) υπ` αριθμ. 159/9-7- 1842 έκθεση εγκατάστασης του δικαστικού κλητήρα στο Πρωτοδικείο Λαμίας Σταμάτη Αναστασόπουλου, αποδεικνύεται ότι το ανήκον στον αρχικό αγοραστή .............. 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω τσιφλικιού Ταράτσης, όπου και το επίδικο, εκπλειστηριάσθηκε για χρέη και περιήλθε στον επισπεύσαντα τον πλειστηριασμό Κυριάκο Τασίκα, που εγκαταστάθηκε στο πλείστηριασθέν, γι` αυτό και οποιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου επί του πλείστηριασθέντος 1/2 εξ αδιαιρέτου, όπου και το επίδικο, παραγράφηκε σύμφωνα με το άρθρο 979 παρ. 3 της προϊσχύσασας Πολ. Δικονομίας. 3) Η δημοσιευθείσα στην εφημερίδα ΝΟΜΙΚΗ υπ` αριθμ. 27/1843 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2543/1843 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα επί έφεσης κατά της 37/1842 απόφασης του Πρωτοδικείου Λαμίας και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Ναυπλίου αλλά και η εκδοθείσα από το Εφετείο Ναυπλίου υπ` αριθμ. 29/1835, απόφαση, η οποία και απέρριψε την άνω έφεση και επικύρωσε τη απόφαση του Πρωτοδικείου. Οι αποφάσεις αυτές ανευρέθηκαν στο Αρχείο της Βουλής στις 25-9-2012 (του ΑΠ), στις 9-10-2012 (του Εφετείου Ναυπλίου και στις 26-10-2012 (του Πρωτοδικείου), εκδόθηκαν δε επί αγωγής του Οθωμανού .............. κατά των αρχικών δικαιοπαρόχων τους (των εναγομένων και ήδη αιτούντων) για ακίνητο, όπου και το επίδικο, με αναφορά σ` αυτές του επιδίκου λιβαδίου και τις πράξεις νομής των απώτατων δικαιοπαρόχων τους (των αιτούντων - εναγομένων). 4) Ο ανευρεθείς στις 2-10-2012 στα Αρχεία του Υπουργείου Γεωργίας και χορηγηθείς απ` αυτό (Υπουργείο) με το υπ` αριθμ. 176493/22-10-2012 έγγραφο του, πλήρης χάρτης της 6-10- 1971 του τσιφλικιού Ταράτσης που εκπονήθηκε με τη συνεργασία πολλών δασολόγων και φέρει την υπογραφή του τότε διευθυντή δασών .............., τον οποίο (χάρτη) η αρμόδια υπηρεσία του καθού η αίτηση (πρώτου) Δημοσίου απέκρυψε και αντί αυτού παρέδωσε και προσκομίσθηκε στη δίκη (άνω) μεταγενέστερες και πλήρως ανακριβής χάρτης (επ` αυτού στηρίχθηκε ως προς τα όρια το Δικαστήριο). Στον άνω χάρτη (της 6-10-1971) το επίδικο περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του άνω τσιφλικιού και εξ αυτού αποδεικνύεται και το επ` αυτού (επιδίκου) δικαίωμα κυριότητας τους (των αιτούντων) και όχι το Δημόσιο. 5) Η υπ` αριθμ. 01/1879 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ανευρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στις 28-9-2012), που εκδόθηκε σε δίκη περί νομής μεταξύ των δικαιοπαρόχων των ήδη αιτούντων .............. κ.λ.π. και του καθού Δημοσίου, δεχόμενη τη νομή των δικαιοπαρόχων τους. Σ` αυτή γίνεται περιγραφή των ορίων του όλου άνω τσιφλικιού Ταράτσας (όπου και το επίδικο), σε διαφοροποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η άνω περιγραφή γίνεται για πρώτη φορά στα συμβόλαια ετών 1924 και 1962. 6) Το υπ` αριθμ. 40, έτους 1843, φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ανευρέθηκε στα Αρχεία της Βουλής στις 3-10-2012), που περιέχει κανονισμό περί ξύλευσης των δασών, απ` αυτό δε συνάγεται ότι οι δικαιοπάροχοι των ήδη αιτούντων δεν είχαν υποχρέωση να ζητήσουν άδεια ξύλευσης (γι` αυτό και δεν εκδόθηκε άδεια) και όχι, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι δικαιοπάροχοι δεν ασκούσαν επί του επιδίκου πράξεις νομής. Και 7) Το υπ` αριθμ. 55/1836 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ανευρέθηκε στα Αρχεία της Βουλής στις 29-9-2012), που περιέχει τη Δηλοποίηση του Γραμματέως (Υπουργού) Επικρατείας, επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών, με την οποία ανατέθηκε στην επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή που είχε συσταθεί για τα κείμενα στην Αττική και Εύβοια κτήματα των Οθωμανών, η οποία έκρινε δεσμευτικής και επί της αγοράς των αρχικών δικαιοπαρόχων των ήδη αιτούντων, επικυρωθείσα μάλιστα από τους Γραμματέα (Υπουργό) της Επικρατείας και Εξωτερικών και τον αρμόδιο επί των δημοσίων κτισμάτων Γραμματέα (Υπουργό) των Οικονομικών. Μετά απ` αυτά οι αιτούντες ζητούν, κατ` ορθή εκτίμηση των εκτιθέμενων στην αίτηση, όπως παραδεκτά διευκρινίζουν και διορθώνουν με τις έγγραφες προτάσεις τους, την αναψηλάφηση της ως άνω υπ` αριθμ. 136/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά το μέρος (κεφάλαια και διατάξεις της) που αφορά την άνω πρώτη αγωγή (από 28-4-2006, αριθμ. εκθ. 2239/ΤΟ143/2006), στην οποία οι ίδιοι (αιτούντες) είναι εναγόμενοι (μεταξύ άλλων) και επίδικο ακίνητο αποτελεί εκείνο στη θέση «Παφύλο, Νευρόπολη, Μαγούλα» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λαμίας και την εξαφάνιση δε αυτής (της αποφάσεως) κατά το παραπάνω μέρος της έτσι ώστε στη συνέχεια να απορριφθεί η παραπάνω αγωγή του ήδη πρώτου καθού η αίτηση (τότε ενάγον) Δημοσίου, υπέρ του οποίου και η ασκηθείσα, κατά τα άνω, πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης καθής η αίτηση εταιρίας. Η αίτηση αναψηλαφήσεως, που φέρεται αρμόδια ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 538 επ. του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και, ως εκ του χρόνου που οι αιτούντες επικαλούνται ότι έμαθαν ότι υπάρχουν τα παραπάνω κρίσιμα έγγραφα (τέλος Σεπτεμβρίου 2012) και ενόψει του ότι δεν γίνεται επίκληση επίδοσης (ούτε αποδεικνύεται) της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν παρήλθε τριετία από τη έκδοση της, εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της κατά το άρθρο 545 παρ. 1„ 3 περ. ε` προθεσμίας των 60 ημερών από τότε που οι αιτούντες έμαθαν την ύπαρξη των επικαλούμενων, ως κρίσιμων, εγγράφων και πάντως πριν την πάροδο 3ετίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Οι αιτούντες, κατά τα εκτιθέμενα νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της ως εναγόμενοι (μεταξύ και άλλων, με τους οποίους δεν συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας) που νικήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ και οι καθών η αίτηση (το ενάγον Δημόσιο και η προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσα, κατά την άνω δίκη, εταιρία) νομιμοποιούνται, όπως δεν προβάλλεται αμφισβήτηση, παθητικά (αρθρ. 542, 543 του ΚΠολΔ). Στην παρούσα συζήτηση της αίτησης αναψηλαφήσεως δεν απαιτείται, για το παραδεκτό της συζήτησης και η κλήτευση: α) των .............. κ.λ.π., β) της εταιρίας «..............», Γ) της εταιρίας «..............» (πρώην ΕΠΕ υπό την επωνυμία «..............») και δ) του .............., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, άσκησαν κύρια παρέμβαση ενώπιον του εκδώσαντος την ως άνω υπ` αριθμ. 5/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (κατά της οποίας η έφεση, ως άνω, του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενης, με την αίτηση αναψηλάφησης, απόφαση). Και τούτο γιατί οι κύριες παρεμβάσεις τους ασκήθηκαν επί της παραπάνω συνεκδικαζόμενης δεύτερης, από 23-11-2004 (αριθ. εκθ. 3598/ΤΟ 280/20004), αγωγής (στρεφόμενης κατά άλλων εναγομένων), που αφορά το ακίνητο στη θέση «Παλιουργιάς» του Δήμου Λαμίας, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται, κατά τα άνω, κατά τα κεφάλαια και διατάξεις της που αφορούν την αγωγή αυτή. Ομως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθόσον, παρεκτός του ότι όλα τα παραπάνω επικαλούμενα έγγραφα δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, γιατί αυτά στηρίζουν δικαστικά τεκμήρια είτε ως αποδεικτικούς λόγους κατά το άρθρο 339 παρ. 3 του ΚΠολΔ είτε ως αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα και δεν είναι εξ ορισμού ικανά να παράγουν δεσμευτική απόδειξη ή ανταπόδειξη (άμεση και πλήρη ή έστω αποφασιστική) για το παρόν Δικαστήριο και συνεπώς να αποτελέσουν λόγο αναψηλαφήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά τις άνω διατάξεις του άρθρου 544 αριθμ. 7 του ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τους αιτούντες περιστατικά, όπως εκτέθηκαν επακριβώς κατά τα αναγραφόμενα στην αίτηση, δεν συνιστούν, και αληθή υποτιθέμενα ανωτέρα βία ή κατακράτηση από το αντίδικο Δημόσιο (ενάγοντα, τότε) ή τρίτο σε συνεννόηση μαζί του. Οπως εκτίθενται στην αγωγή όλα τα επικαλούμενα έγγραφα είτε αποτελούν δημόσια έγγραφα (δικαστικές αποφάσεις, ΦΕΚ κ.λ.π.), καταχωρημένα σε δημόσια βιβλία (στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα Αρχεία της Βουλής, Φ.Ε.Κ. κ.λπ.) είτε ιδιωτικά έγγραφα καταχωρημένα, όμως στα ίδια, ως άνω, δημόσια βιβλία. Συνεπώς, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη δεν μπορεί να συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας και η επικαλούμενη άγνοια (και ανυπαίτια ακόμη) των εγγράφων αυτών εφόσον όλα τους δεν φυλάσσονται από ιδιώτη και ήταν, κατά τα άνω, καταχωρημένα σε δημόσια βιβλία. Αλλά και το γεγονός ότι οι αιτούντες (εναγόμενοι) από δική τους προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσαν εγκαίρως να βρουν τα έγγραφα αυτά δεν αποτελεί ανωτέρα βία, ενόψει του ότι μάλιστα οι αιτούντες δεν δικαιολογούν καθόλου (εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά στην αίτηση τους) τη μη ανεύρεσή τους πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με επίκληση γεγονότων τα οποία δεν μπορούσαν να αποτραπούν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, όταν ιδιαίτερα οι ίδιοι βρήκαν και προσκόμισαν κατά την άνω συζήτηση πληθώρα εγγράφων, εκδόσεως τους ή συνταγμένα μετά το απώτατο, ως άνω, παρελθόν (μετά το έτος 1830) και επί πλέον τα επικαλούμενα, ως νέα έγγραφα, τα βρήκαν μέσα σε μικρό διάστημα και λίγο μετά (3-4 μήνες) από την έκδοση της προσβαλλόμενη αποφάσεως. Ακόμη, κατά τα άνω, δε νοείται κατακράτηση εγγράφων από δημόσια υπηρεσία, ενώ ακόμη και η επικαλούμενη αποσιώπηση του άνω υπ` αριθμ. 4 εγγράφου (χάρτη του τσιφλικιού Ταράτσης) από δημόσια υπηρεσία του πρώτου καθού η αίτηση Δημοσίου δεν μπορεί, κατά τα άνω, να θεμελιώσει κατακράτηση αυτού ή λόγο, εν γένει, αναψηλαφήσεως κατά τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 544 αριθμ. 7 του ΚΠολΔ. Αλλα γεγονότα που, κατά την έννοια που εκτέθηκε, να αποτελούν ανωτέρα βία, δεν εκθέτουν οι αιτούντες, ενώ, όπως αναφέρθηκε, αυτά (ως άνω) που εκτίθενται δεν αποτελούν ανωτέρα βία ή και δεν συνιστούν κατακράτηση τους από το αντίδικο Δημόσιο ή και τρίτο. Γι` αυτό και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 67/2003). Αλλά και η επίκληση και άλλων, νέων εγγράφων, με τις έγγραφες προτάσεις των αιτούντων δεν είναι παραδεκτή (ΑΠ 64/2007 ΝΟΜΟΣ).

Κατά συνέπεια πρέπει η αίτηση να απορριφθεί κατά τα άνω και να συμψηφιστεί στο σύνολό τους η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ. 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 21-11-2012 (αριθμ. εκθ. 1/2012) αίτηση αναψηλαφήσεως της υπ` αριθμ. 136/2012 αποφάσεως το Εφετείου Λαμίας.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στις 20 Μαρτίου 2015 και δημοσιεύθηκε στις 27 Μαρτίου 2015 στη Λαμία σε δημόσια έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών.



Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ε.Φ.

Σχόλια