Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

366/2015 ΑΠ - Κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία. Έκτακτη χρησικτησία. Για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του προς συμπλήρωση αυτής. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζε

27/2015 ΑΠ - Κτήση κυριότητας (αγροτικού) ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Πράξεις νομής αποτελούν μεταξύ των άλλων η επίβλεψη και επιστασία του ακινήτου, η καλλιέργεια και η συλλογή των καρπών, η ανόρυξη φρέατος για την άρδευσή του και η εκμίσθωσή του προς τρίτους για εκμετάλλευση. Πολιτική δικονομία. Επανάληψη συζήτησης. Το δικαστήριο νομίμως λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα
366/2015 ΑΠ ( 651388)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία. Έκτακτη χρησικτησία. Για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε την νομή του πράγματος..
με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του προς συμπλήρωση αυτής. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις είναι η επίσκεψη, η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια αυτού, η περίφραξη, η εκμίσθωση. Τακτική χρησικτησία. Νόμιμος τίτλος προς κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία υπό την προϋπόθεση ότι μεταγράφηκε η περί αποδοχής δήλωση εφ` όσον με αυτή περιέρχεται στον κληρονόμο ακίνητο της κληρονομίας. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 28/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

  Αριθμός 366/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Π., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ....., 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... , ως κληρονόμων της Ζ. χήρας Α. Κ., το γένος Δ. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Κλαμαρή και Νικόλαο Κατηφόρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2003 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ζ. χας Α. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1795/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 209/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 28/2013 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 19/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ` αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και εκείνη του άρθρου 1051 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του προς συμπλήρωση αυτής. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις είναι η επίσκεψη, η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια αυτού, η περίφραξη, η εκμίσθωση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1041 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος. Ως σαφώς δε συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1193, 1199 και 1846 ΑΚ νόμιμος τίτλος προς κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία αποτελεί η κληρονομιά υπό την προϋπόθεση ότι μεταγράφηκε η περί αποδοχής δήλωση εφ` όσον με αυτή περιέρχεται στον κληρονόμο ακίνητο της κληρονομίας. Επίσης κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 92 Εισ. Ν.ΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που ορίζει ο νόμος 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" εκτός από τους οικείους δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούν την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομία με μονομερή δήλωση της βουλήσεώς τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή, που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς) είτε σιωπηρώς συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμιξης στην κληρονομία και απόκτηση αυτής χωρίς να απαιτείται πανηγυρικώς τύπος γι` αυτήν. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αποβιώσας, στις 11-4-1926, Δ. Χ. του Α., με την υπ` αριθμ. .../16-2-1925 δημόσια διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νομίμως, εγκατέστησε κληρονόμους τους τα τέκνα του, Ζ. και Α. Χ., ορίζοντας και τα ακόλουθα: "στην κόρη μου, Ζ., αφήνω όλα τα κτήματα μου, στη θέση "...", της Κοινότητος Πάρου Παροικίας, συνιστάμενα εξ αγρών, αμπέλων, ελαιώνων, βοσκότοπων, αγροκατοικίας, μετά κλιβάνου, περιεχόντων προς τούτοις διάφορα δέντρα, πηγαία ύδατα και δεξαμενή, αποτελούντων απάντων μία περιοχή, τοιχογυρισμένων απάντων, περιέχοντος του βοσκότοπου Πύργον και λήγοντος του βοσκοτόπου εις του "επάνω"......., 2) ένα αγρό, κείμενον κατά τη θέση "Βούτημα" της ιδίας Κοινότητος, ονομαζόμενον του "..", κείμενον προς το ανατολικό μέρος των άλλων κτημάτων μου, εκτάσεως οκτώ ζευγαριών και συνορεύοντα με κτήματα Ν. Α. και Π. Ν. Σ. Στον υιό μου, Α., αφήνω άπαντα τα εις τη θέση "Βούτημα" της ιδίας Κοινότητος, υπόλοιπα κτήματα μου, ήτοι δύο αγρούς και μία άμπελο, περιέχουσα οικίσκο και συνορεύοντα με αγρό, ον αφήνω στη θυγατέρα μου, Ζ., Ναού Εκατονταπυλιανής και Α.........". Την εν λόγω κληρονομιά αποδέχθηκαν αντίστοιχα οι ανωτέρω δια αναμείξεως σε αυτή, νεμόμενοι και κατέχοντες τα αντίστοιχα ακίνητα, στα οποία διενεργούσαν πράξεις κυριότητας που άρμοζαν στη φύση τους, ήτοι διαφυλάσσοντας τα όρια αυτών, δια συχνών επισκέψεων, δια καλλιέργειας, βοσκής κλπ και έτσι ο καθένας κατέστη κύριος των σ` αυτόν καταλειφθέντων ακινήτων, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου...... Ο εκ των ανωτέρω, Α. Χ., απεβίωσε, στις 21-9-1947, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα αδελφή του, η οποία, με την υπ` αριθμ..../13-9-1971 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου,............ που μεταγράφηκε νόμιμα, την 21-10-1985 αποδέχθηκε την επαχθείσα σ` αυτήν άνω κληρονομιά, περιλαμβάνουσα, εκτός των άλλων, και τα άνω περιγραφόμενα, "ακίνητα κτήματα κείμενα στην περιφέρεια της Κοινότητας και τέως Δήμου Πάρου, ήτοι: 1) δύο αγρούς ενωμένους, μετά της συνεχόμενης αυτοίς αμπέλου, κείμενους κατά τη θέση "Βούτημα", εκτάσεως των αγρών τεσσαράκοντα στρεμμάτων ή όσης είναι, συνορευομένους γύρωθεν με κτήματα, Π. Σ., Α. Ρ., Κ. Α., Ζ. Κ., Κοινότητας Πάρου και παραλία........". Η εν λόγω Δήλωση διορθώθηκε και συμπληρώθηκε, μόνο ως προς την ακριβή έκταση των ακινήτων που περιγράφονται σ` αυτή, με την υπ` αριθμ..../23-8-2002 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς της ενάγουσας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάρου ......, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 23-8-2002 με την ακόλουθη αναφορά "επειδή κατά το χρόνο αποδοχής (1971) δεν είχε γίνει μέτρηση των κληρονομηθέντων κτημάτων και της αμπέλου......... σήμερα μετά από ακριβή καταμέτρηση προέκυψε ότι η συνολική έκταση των δύο αγρών και της συνεχόμενης αμπέλου στη θέση "Βούτημα" του Δήμου Πάρου είναι συνολικά εκατόν δεκατεσσάρων (114) στρεμμάτων" υπό τα ίδια όμως αναφερόμενα ως άνω όρια.......... Από αυτή (την έκταση), κατά το χρονικό διάστημα από 25-11-1986 έως και 10-10- 1996, η ενάγουσα πούλησε προς τρίτους, τα αναφερόμενα στο άνω σχεδιάγραμμα τμήματα, ήτοι πούλησε συνολικά έκταση 91.474 τμ. Έτσι της απέμεινε έκταση 41.610 τμ, που χωρίζεται σε πέντε (5) αγροτεμάχια......... περικλειόμενης από την τεθλασμένη (σχεδόν καμπύλη) δημόσια οδό ... . ... , αρχής γενομένης από την εις νότον βραχώδη ακτή" προ της προβλήτας .. και συνέχεια νότια συνορεύει με παραλία της πλαζ "Κριός" επί τεθλασμένης γραμμής 190,40 μ. Η ιδιοκτησία αυτή περιλαμβάνει παλαιό οικίσκο και πατητήρι, ξερολιθιές εσωτερικά και εικονίζεται μια εγκαταληφθείσα ιδιωτική οδός, που κατόπιν έγγραφης άδειας της ενάγουσας, διάνοιξε το έτος 1966 ο τότε συνορίτης Α. Χ. μετά το Δήμου Πάρου δια μέσου των κτημάτων της, που κατέληγε στην αρχή των κτημάτων αυτού, και την οποία μετά από λίγα έτη, τη μετέφερε στο άκρο της ιδιοκτησίας της όπου βρίσκεται και σήμερα. Η διάνοιξη του δρόμου αυτού αποδεικνύεται και από το συνταχθέν προς τούτο και προσκομιζόμενο από 7-11-1966, ιδιωτικό συμφωνητικό με συμβαλλόμενους αφενός μεν την Ζ. Κ. και Α. Κ. και αφετέρου τους Α. Χ. και Σ. Κ. με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η πρώτη (ενάγουσα) παρέχει στους δεύτερους το δικαίωμα της διανοίξεως δρόμου εντός του κτήματός της, πλάτους οκτώ μέτρων στο οποίο περιλαμβάνονται και τα τυχόν πεζοδρόμια ήτοι δουλεία οδού, προς επικοινωνία του γειτονικού κτήματος των δεύτερων και ότι οι πρώτοι συμβαλλόμενοι εις ουδεμία δαπάνη διανοίξεως της οδού αυτής υποχρεούνται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το υπ` αριθμ..../29-3-1968 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Αθηνών, .... , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο 81 και με α/α 61, που συντάχθηκε σε εκτέλεση του υπ` αριθμ..../23-7-1966 προσυμφώνου πωλήσεως, του ίδιου άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, περιήλθε στον Ά. Χ., με αγορά από τον Ι. Λ., "ένας βοσκότοπος, βραχώδης, κείμενος στη θέση "Κρωτήρι-Βούτημα", της περιφέρειας της Κοινότητας Πάρου, συνολικής εκτάσεως εβδομήντα (70) περίπου ζευγαριών, ήτοι 200 στρεμμάτων ή όσης έκτασης είναι, όπως τούτο κατ` αμφοτέρας τας εκατέρωθεν πλευράς του και καθ` άπαν το από της μιας μέχρι της ετέρας παραλίας μήκος των διαχωρίζεται δια παλαιού εκ ξερολιθιάς μανδρότοιχου και εις ην έκταση δεν περιλαμβάνεται συνεχόμενο και εκτός του μανδρότοιχου τούτου κείμενο τμήμα, καλλιεργούμενο και ονομαζόμενο "Λαγκάδι" και συνορευόμενο το εκ 200 περίπου στρεμμάτων τμήμα γύρωθεν με κτήματα, επί της μιας πλευράς, Π. Ι. Κ., εκ δε της ετέρας πλευράς, με κτήματα Ζ. Φ. Κ., Χ. Φ. Χ., το προμνησθέν άνω τμήμα, ιδιοκτησίας πωλητού, το ονομαζόμενο ".." και με παραλία εκ δύο πλευρών........ . Στον άνω δε πωλητή, Ι. Λ., περιήλθε το εν λόγω ακίνητο (βοσκότοπος βραχώδης), από τον πεθερό του, Π. Ν. Σ., δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου, υπ` αριθμ..../1958 προικοσύμφωνου συμβολαίου, του Συμβολαιογράφου Πάρου, ........... και στον τελευταίο, από κληρονομιά του, κατά το έτος 1923, αποβιώσαντος πατέρα του, Ν. Σ., δυνάμει της με αριθμό .../1921 δημόσιας διαθήκης αυτού, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Στη συνέχεια ο Α. Χ., κατάτμησε την εν λόγω έκταση, δια του προσκομιζομένου, από 10-8-1966 σχεδιαγράμματος, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ., στο οποίο αναφέρεται ότι είναι συνολικής εκτάσεως 246 τμ (γόνιμο 209 τμ και άγονη 37 τμ), σε τριάντα πέντε (35) συνολικά αγροτικά τετράγωνα, άλλως χαρακτηριζόμενα και ως "οικοδομικά τετράγωνα" και αυτά σε μικρότερα αγροτεμάχια, άλλως χαρακτηριζόμενα και ως "οικόπεδα", ........πούλησε δε σε τρίτους αγροτεμάχια του μείζονος ακινήτου....... Ο Ά. Χ. απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, στις 3-2-1975, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τη σύζυγο του, ..........και από την κόρη του, στις οποίες περιήλθε, κατά τα αντίστοιχα ποσοστά, 1/4 και 3/4 η εναπομείνασα άνω έκταση. Αυτές, με τα υπ` αριθμ.... και .../23-12-1976 συμβόλαια, του συμβολαιογράφου Αθηνών, .......... πούλησαν και άλλα τμήματα του εν λόγω αγροκτήματος, ..........Έτσι στις ανωτέρω απέμεινε το βόρειο και ανατολικό τμήμα του εν λόγω μείζονος αγρού, που περιλαμβάνεται στα χαρακτηρισθέντα γεωργικώς καλλιεργούμενα μέρη αυτού, το οποίο τμήμα εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Ν. Π., έχει έκταση 63 περίπου στρεμμάτων, το οποίο τμήμα (βόρειο και ανατολικό) συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. (ενάγουσα) και Λ., βορειοδυτικά με θάλασσα (Αιγαίο πέλαγος), δυτικά, εν μέρει με πωληθέν ακίνητο και εν μέρει με ιδιωτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Π. και κοινόχρηστη πλατεία και νότια εν μέρει με το 10 τετράγωνο που είχε συμφωνηθεί ότι θα αποτελεί κοινόχρηστη πλατεία και εν μέρει με θάλασσα (κόλπος Παροικιάς Πάρου) Στη συνέχεια οι ανωτέρω, με το υπ1 αριθμ..../3-6-1977 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πειραιά, .......... που μεταγράφηκε νόμιμα ..........πούλησαν προς την εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία ".......................................", το εναπομείναν σε αυτές άνω περιγραφόμενο τμήμα. Επισημαίνεται δε ότι στο άνω συμβόλαιο το όλο αρχικό ακίνητο περιγράφεται ως ακολούθως: "μία αγροτική έκταση, κείμενη στη θέση "Κρωτήρι- Βούτημα", της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Πάρου, εκτός του σχεδίου της ειρημένης Κοινότητας, εκτάσεως, κατά τους τίτλους κτήσεως του δικαιοπαρόχου τους, 200.000 τμ ή όσης εκτάσεως και αν είναι, κατά δε την υπό του τοπογράφου μηχανικού, Π. Π., γενομένη νεωτέρα καταμέτρηση και το υπ` αυτού συνταχθέν τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, το αναφερόμενο στην υπ` αριθμόν 11377/1730-3-1973 απόφαση της Περιφερειακής Διοικήσεως Αττικής και Νήσων- Επιθεώρηση Γεωργίας-Διεύθυνση Δασών, εκτάσεως 237.000 τμ, πλέον ή έλαττον το οποίο σχεδιάγραμμα επισυνάπτεται στο φάκελο επί του οποίου εκδόθηκαν οι 48816/1974 και 63824/1976 διαταγές αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας, κατά τις οποίες αναγνωρίσθηκε η επί της εκτάσεως αυτής κυριότητα και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του Α. Χ.. .Η έκταση αυτή, όπως στους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων του Α. Χ. και τις ανωτέρω αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας, περιγράφεται και εν τοις πράγμασι οριοθετείται και προσδιορίζεται, συνορεύει γύρωθεν με κτήματα, Π. Ι. Κ. εκ της μιας πλευράς, με κτήματα Ζ. Φ. Κ., Χ. Φ. Χ. και με τμήμα ιδιοκτησίας άλλοτε Ι. Λ., ονομαζόμενο "..ι" εκ της ετέρας πλευράς, ως και με παραλία, κατά τις εκατέρωθεν ετέρας πλευράς..". Στο εν λόγω συμβόλαιο προσαρτήθηκε και το προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Ν. Π., στο οποίο απεικονίζεται το ανατολικό και βόρειο τμήμα του όλου αγροκτήματος και είναι όμοιο, κατά το τμήμα αυτό και κατά τα εμφανιζόμενα τμήματα ως "τετράγωνα", με το προσαρτημένο στο υπ` αριθμ..../1973 συμβόλαιο, από 10-8-1966 άνω σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα, Κ. Δ., με τη διαφορά ότι τα, στο σχεδιάγραμμα εκείνο τα εμφανιζόμενα ως με αριθμούς (22), (23), (24), (25) και (26) τετράγωνα, συμπτύχθηκαν σε ένα, εμφαινόμενο υπό το στοιχείο (Α1), εκτάσεως 18.025 τμ, καθώς επίσης και ότι τα εν λόγω τετράγωνα δεν εμφανίζονται με υποδιαίρεση ως αγροτεμάχια, από τα οποία αγροτεμάχια εμφανίζονται μόνο τα ως άνω πουλημένα, εν τω μεταξύ, σε τρίτους. Τέλος, με το υπ` αριθμ. .../29- 12-2000 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Αθηνών, .......... που μεταγράφηκε νόμιμα .......... και το οποίο συντάχθηκε σε εκτέλεση του υπ1 αριθμ.2.278/6-9-2000 προσυμφώνου συμβολαίου της ίδιας άνω συμβολαιογράφου, περιήλθαν κατά κυριότητα στον εναγόμενο, με αγορά από την άνω εταιρεία, με την επωνυμία "...................", τα περιγραφόμενα ως ακολούθως ακίνητα: "δύο αγροτεμάχια, εκτός σχεδίου πόλεως, που βρίσκονται στη θέση "ΚΡΩΤΗΡΙ" ή "ΒΟΥΤΗΜΑ" ή "ΚΡΩΤΗΡΙ-ΒΟΥΤΗΜΑ" Αγίου Φωκά, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πάρου Κυκλάδων. Κατά τους τίτλους κτήσης, τα αγροτεμάχια αυτά εμφαίνονται ως ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, με τους αριθμούς (22), (23), (24), (25) και (26) τετράγωνα, στο σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ., το προσαρτημένο στο υπ` αριθμ..../1973 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Αθηνών, .................... , καθώς και με τα στοιχεία "Άλφα ένα (Α1)", του πολιτικού μηχανικού, Ν. Π., το προσαρτημένο στο υπ` αριθμ..../3-6-1977 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πειραιά, ... , και έχει έκταση 18.025 τμ. Εκ του ανωτέρω-κατά τους τίτλους κτήσης- ενιαίου αγροτεμαχίου, διήλθε αγροτικός δρόμος και διαιρέθηκε αυτό σε δύο επιμέρους αγροτεμάχια, εκ των οποίων το ένα κείται στο ανατολικό όριο του όλου ακινήτου και έχει επιφάνεια 8.033 τμ και το άλλο στο δυτικό όριο αυτού και έχει επιφάνεια 9.990 τμ. Τα ανωτέρω ακίνητα εικονίζονται και εμφαίνονται, κατά την υφιστάμενη σημερινή κατάσταση, στο, από Δεκεμβρίου του 2000, τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Γ. Σ., με τα στοιχεία "Ε1" και "Ε2",............. το αγροτεμάχιο με τα στοιχεία Ε2 έχει έκταση 8.033 τμ και συνορεύει: Βορειοδυτικά, επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 24 μέτρων, με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία πωλήτριας εταιρείας, δυτικά, επί πλευράς Ζ-Γ, μήκους 132 μέτρων, με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με έτερο αγροτεμάχιο "Ε1", νότια, επί πλευράς Ζ-Ε, μήκους 95 μέτρων, με αιγιαλό και πέραν αυτού με κόλπο Παροικίας Πάρου και ανατολικά, επί καμπύλης πλευράς με ιδιοκτησία Κ.". Το εν λόγω αγροτεμάχιο Ε2 εμφαίνεται στο προσκομισθέν από την ενάγουσα και συνημμένο στην αγωγή από 15-5-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Β., εκτάσεως 8.794,70 τ.μ., τοποθετείται χωροταξικά στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας εκτάσεως 41.610 τ.μ. και συνορεύει κατά το διάγραμμα αυτό δυτικά και βορειοδυτικά με δημόσια οδό .. - Αγ.Φωκά και πέραν αυτής με ιδιοκτησία εναγομένου και .......... , ανατολικά- βορειοανατολικά με ιδιοκτησία ενάγουσας, νότια με λωρίδα γης ιδιοκτησίας της ενάγουσας και πέραν αυτής με οριογραμμή παραλίας "Κριού" Παροικίας Πάρου. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή της ότι άνω περιγραφόμενο, υπό τα στοιχεία "Ε2" ακίνητο εκτάσεως 8.794,70 τμ, περιέχεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της και τοποθετείται χωροταξικά στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας της, συνολικής εκτάσεως 41.610 τμ, ταυτίζεται δε απόλυτα με το αγροτεμάχιο με τα στοιχεία "Ε2", που περιήλθε στον εναγόμενο, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και εμφαίνεται στο επισυναπτόμενο σ` αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Σ. και έχει έκταση 8.033 τ.μ. ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τούτο αποτελεί ιδιοκτησία του και περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους των δικαιοπαρόχων του. Πρέπει δε εδώ να επισημανθούν και τα ακόλουθα: Στο από 10-8- 1966 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ., με το οποίο η όλη ιδιοκτησία του Χ., αναφερόμενη ως συνολικής εκτάσεως 246 τμ (γόνιμο 209 τμ και άγονη 37 τμ), κατατμήθηκε σε τριάντα πέντε (35) συνολικά αγροτικά τετράγωνα, άλλως χαρακτηριζόμενα και ως "οικοδομικά τετράγωνα" και αυτά σε μικρότερα αγροτεμάχια, άλλως χαρακτηριζόμενα και ως "οικόπεδα", το επίδικο παρουσιάζεται ως τμήμα των οικοδομικών τετραγώνων 22 και 23, χωρίς να αποτυπώνεται καθόλου η υφιστάμενη τότε διαχωριστική ξερολιθιά. Στο από έτους 1977 τοπογραφικό διάγραμμα ............. που προσαρτάται στο .../1977 συμβόλαιο, με το οποίο αγόρασε η ........... , την παραπάνω έκταση, τα οικοδομικά τετράγωνα 22, 23, 24, 25 και 26 ενοποιούνται και μετατρέπονται σε οικοδομικό τετράγωνο Α1 εκτάσεως 18.025 τ.μ., χωρίς και σ` αυτό να αποτυπώνεται ο υπάρχων παλαιός χωμάτινος δρόμος ούτε η διαχωριστική ξερολιθιά. Τέλος στο από Δεκεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ., που προσαρτάται στο .../2000 συμβόλαιο, με το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος τα παραπάνω τμήματα, για πρώτη φορά εμφανίζεται ο νέος ασφαλτοστρωμένος δημόσιος δρόμος ... - Αγ. Φωκά, χωρίς να σημειώνεται η διαχωριστική ξερολιθιά, με την αναφορά στο συμβόλαιο ότι εκ του υπό στοιχείο Α1 τμήματος, εκτάσεως 18.025 τ.μ. διήλθε αγροτικός δρόμος και διαιρέθηκε αυτό σε δύο επιμέρους αγροτεμάχια εκ των οποίων το ένα κείται στο ανατολικό όριο του όλου ακινήτου και έχει επιφάνεια 8.033 τ.μ. και το άλλο στο δυτικό και έχει επιφάνεια 9.900 τ.μ. ............ όπως εμφαίνονται κατά την υφιστάμενη σημερινή κατάσταση στο παραπάνω τοπογραφικό του μηχανικού Γ. Σ. με τα στοιχεία Ε1 και Ε2. Ολα τα άνω τοπογραφικά διαγράμματα έχουν σαν βάση το από 10-8-1966 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ., με το οποίο η όλη ιδιοκτησία του Χ., εμφανίζεται ως συνολικής εκτάσεως 246 τμ και μάλιστα γόνιμη έκταση 209 τμ και άγονη 37 τμ, παρ` ότι στον ανωτέρω Ά. Χ., περιήλθε, με το παραπάνω συμβόλαιο, με αγορά από τον Ι. Λ., "ένας βραχώδης βοσκότοπος, συνολικής εκτάσεως εβδομήντα (70) περίπου ζευγαριών, ήτοι 200 στρεμμάτων ή όσης έκτασης είναι, όπως τούτο κατ` αμφοτέρας τας εκατέρωθεν πλευράς του και καθ` άπαν το από της μιας μέχρι της ετέρας παραλίας μήκος των διαχωρίζεται δια παλαιού εκ ξερολιθιάς μανδρότοιχου και εις ην έκταση δεν περιλαμβάνεται συνεχόμενο και εκτός του μανδρότοιχου τούτου κείμενο τμήμα, καλλιεργούμενο και ονομαζόμενο "..ι"........." Από τους άνω τίτλους του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του προκύπτει επί πλέον ότι ως όμορη προς ανατολάς ιδιοκτησία, τόσο της αρχικής ενιαίας έκτασης (ιδιοκτησίας Π. Ν. Σ.), όσο και των μετέπειτα διακεκριμένων τμημάτων, εμφανίζεται η Ιδιοκτησία της ενάγουσας. Επί πλέον αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω αρχικώς βραχώδης βοσκότοπος, ήταν απόλυτα προσδιορισμένος προς όλες τις πλευρές του, αφού ήταν περιφραγμένος γύρωθεν, ακόμη και από τις πλευρές προς τη θάλασσα, με μαντρότοιχο από ξερολιθιά, όπως τούτο προκύπτει και από την περιγραφή του, στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, με το οποίο περιήλθε στον Α. Χ., με αγορά από τον Ι. Λ.............. Οι δύο όμορες ιδιοκτησίες των διαδίκων αποτυπώνονται και στο από 22-10-1958 τοπογραφικό διάγραμμα (με εργασίες υπαίθρου τον Σεπτέμβριο του 1957), της Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Κτηματολογίου, του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, που συντάχθηκε από τον υπογράφοντα αυτό, Α. Σ. και θεωρήθηκε, στις 8-11-1958, από τον προϊστάμενο της Υ.Τ.Κ., σε συνδυασμό με τον από 8-11-1958 Κτηματολογικό Πίνακα Ζώνης Λιμένος Πάρου, της ίδιας Υπηρεσίας, που συντάχθηκε από τον ανωτέρω και συγκεκριμένα με το στοιχείο (3) η συνολική ιδιοκτησία της ενάγουσας, με αναφερόμενους ιδιοκτήτες "Α.ς Χ. ή .... Κ." και με το στοιχείο (2) η ιδιοκτησία του αναφερομένου ως "Π. Σ.". Από την εν λόγω αποτύπωση προκύπτει, αφ` ενός ότι η ιδιοκτησία της ενάγουσας είχε ως νότιο όριο την οριογραμμή της παραλίας και ότι το επίδικο άνω τμήμα περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία αυτής και όχι στην υπό στοιχείο (2) ιδιοκτησία του Π. Σ. (απώτερου δικαιοπαρόχου του εναγομένου) και αφ` ετέρου ότι οι ανωτέρω δύο ιδιοκτησίες (υπό στοιχεία 3 και 2 αντίστοιχα), διαχωρίζονται σαφώς μεταξύ τους, με συνεχή ξερολιθιά, που έχει κατεύθυνση από βορρά προς νότο και φαίνεται στο κάτω μέρος του διαγράμματος σαν λεπτή αλυσίδα, αρχίζει λίγο βορειότερα από την προβλήτα "Μαρτσέλο" της παραλίας Κριού, η οποία αποτελεί το νότιο άκρο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, εκτείνεται βόρεια σε ευθεία γραμμή, κατά μήκος των δύο ιδιοκτησιών και στη συνέχεια στρέφει δυτικά- βορειοδυτικά. Επισημαίνεται δε ότι η διαχωριστική αυτή ξερολιθιά ήταν σε ευθεία γραμμή και δεν δημιουργούσε την εμφανιζόμενη καμπύλη, στο από 10-8-1966 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ.. Στο ίδιο διάγραμμα επιπρόσθετα απεικονίζεται, ανατολικότερα της άνω διαχωριστικής, άλλη ξερολιθιά, η οποία δεν αποτελεί όριο όμορων ιδιοκτησιών, αλλά βρίσκεται εσωτερικά στο ακίνητο της ενάγουσας, περιβάλλοντας κυκλικά τμήμα του, εντός της μεγαλύτερης εδαφικής της εκτάσεως, δεν συνδέεται καθόλου με την άνω διαχωριστική των ιδιοκτησιών των διαδίκων ξερολιθιά, ούτε με τη θάλασσα. Το επίδικο δε ακίνητο εκτείνεται μεταξύ των δύο ξερολιθιών. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τα ακόλουθα στοιχεία............ (Ακολουθεί εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο εκθέσεων φωτοερμηνευτικής έρευνας, αεροφωτογραφιών, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκαν με εντολή της ενάγουσας για τον εντοπισμό του δυτικού ορίου του ακινήτου της καθώς και για τον εντοπισμό των δρόμων και των ορίων της ιδιοκτησίας της και των ομόρων ιδιοκτησιών). Επί πλέον αποδείχθηκε ότι, το έτος 1967, το Ελληνικό Δημόσιο ξεκίνησε διαδικασία χαρτογράφησης και καταγραφής της δημόσιας παραλιακής έκτασης, στη θέση "Κριός", που αποτελεί μέρος της ευρύτερης περιοχής με την ονομασία "Βούτημα" και το έτος 1972 κατέγραψε, στο γενικό βιβλίο καταγραφής δημοσίων κτημάτων της Εφορίας Πάρου, ως δημόσιο κτήμα με α/α 23, έκταση, η οποία αποτυπώθηκε στο από Απριλίου του 1967 τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Ρ., με εμβαδόν 18.600 τμ και στο από Αυγούστου 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Μ. και Ι. Α., με εμβαδόν 17.650 τμ, η οποία, στην από 16-9-1972 έκθεση καταμετρήσεως, περιγραφής και εκτιμήσεως περιγράφεται ως παραλιακή έκταση 17.650 τμ., που ορίζεται, ανατολικά, με ιδιοκτησίες, Ζ. Μ.-Π.Κ., δυτικά με βοσκότοπο Ζ. Κ., βόρεια, με άμπελο Ζ. Κ. και νότια με αιγιαλό και αναφέρεται ότι ανήκει "στο Δημόσιο εκπάλαι, ως αδέσποτος κοινής χρήσεως δημόσιος χώρος", με παρατηρήσεις ότι, "εντός αυτού έχει ανεγερθεί παράνομα οικίσκος, 250 τμ, από τον Σ. Κ.". Στη συνέχεια, τον Μάιο του 1984, συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα από τον τοπογράφο μηχανικό, Η. Ο. και με την υπ` αριθμ.5509/22-8-1985 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων (ΦΕΚ 542, τεύχος Δ 78-10-1985) καθορίστηκε ο αιγιαλός και παραλία στην εν λόγω θέση "Κριός", ενώ το άνω δημόσιο κτήμα περιλήφθηκε στον παλαιό αιγιαλό. Η ενάγουσα, αρχές του έτους 1985, τοποθέτησε περίφραξη στο νότιο όριο της ιδιοκτησίας της (προς την παραλία), μήκους 149 μέτρων, η οποία, στις 12-7-1985, αφαιρέθηκε, με εντολή του Οικονομικού Εφόρου Πάρου. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα, άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την από 20-10-1985 αγωγή, ισχυριζόμενη ότι το εν λόγω τμήμα, που χαρακτηρίστηκε ως δημόσιο κτήμα, ανήκει στην ευρύτερη ιδιοκτησία της, συνολικής εκτάσεως 156 στρεμμάτων και ζητώντας, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί κυρία του όλου ακινήτου της, συμπεριλαμβανομένου και του άνω προς παραλία τμήματος. Συζητουμένης της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ` αριθμ.39/1987 Πράξη του άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προς διαπίστωση του εάν το επίδικο τμήμα περιέχεται εν όλω ή εν μέρει στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας ή εάν αποτελεί αιγιαλό ή παραλία, η οποία διεξήχθη τελικά από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα, πολιτικό μηχανικό, Ζ. Μ., ο οποίος συνέταξε την από 20-7-1997 έκθεση και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, ......... (Ακολουθεί η αναφορά του κειμένου της πραγματογνωμοσύνης με τις ενέργειες και διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα). Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι, "το επίδικο κτήμα, έπειτα από την όλη έρευνα και μελέτη των στοιχείων που μου ετέθησαν υπ` όψιν από τους διαδίκους, δεν πείσθηκα ότι ανήκει στο Δημόσιο (αναφέροντας και τους λόγους), όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το γενικότερο ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής, συνηγορούν ότι ουδέποτε υπήρξε αδέσποτη περιοχή, αλλά στην περιοχή αυτή υπήρχαν διακεκριμένες, οριοθετημένες και καλλιεργούμενες παραθαλάσσιες ιδιοκτησίες, τουλάχιστον από το 1900 και εντεύθεν". Τέλος, αποφάνθηκε ότι, "η επίδικη έκταση ανήκει, βάσει τίτλων, στην Ζ. Κ............" Στη συνέχεια, με την υπ` αριθμ.14/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, διατάχθηκε η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, προς διακρίβωση της ακριβούς εκτάσεως του όλου ακινήτου της ενάγουσας κλπ, η οποία διεξήχθη τελικά από τον πραγματογνώμονα, τοπογράφο μηχανικό, Ε. Φ., ο οποίος συνέταξε έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συμπληρωματική αυτής, ..........με βάση τα οποία κατέληξε και στα ακόλουθα συμπεράσματα: "η αρχική έκταση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας ήταν 139.473 τμ και από αυτήν, αφού αφαιρεθούν οι δημόσιοι δρόμοι, συνολικού εμβαδού 5.105 τμ, καθώς και τα μεταβιβασθέντα τμήματα, συνολικού εμβαδού 20.608 τμ, απομένουν (συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου) 113.760 τμ.,. το συνολικά διεκδικούμενο ακίνητο, περιγράφεται με τα στοιχεία Ε-5-5`-10"-9"-Β-Γ-Α-Δ-Ε, δηλ. μέχρι τη θάλασσα, μιας και όλοι οι τίτλοι της ενάγουσας αυτό αναφέρουν........ Τελικά, επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 84/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και στη συνέχεια, κατόπιν της από 1-10-2004 εφέσεως της ενάγουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 159/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε στην ουσία της. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, που δέχθηκε ότι το καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα με α/α 23, εκτάσεως 17.650 τμ, ανήκει στον παλαιό αιγιαλό, αναφέρονται και τα ακόλουθα: "από τις προαναφερόμενες όμως περιγραφές των επικαλούμενων ως άνω διαδοχικών τίτλων κυριότητας της ενάγουσας, διαφαίνεται ότι υπάρχει διαφοροποίηση σ` αυτούς των ορίων των άνω ακινήτων, που περιγράφονται στη διαθήκη, που κατέλειπε ως κληρονομιά ο πατέρας της στον αδελφό της, σε σχέση με τα ίδια ακίνητα που περιγράφονται σε μεταγενέστερους τίτλους (αποδοχές). Ειδικότερα, κατά την περιγραφή που γίνεται στη διαθήκη, τα άνω ακίνητα συνορεύουν ανατολικά με ιδιοκτησία ενάγουσας, Ναό Εκατονταπυλιανής και ιδιοκτησία Α., ενώ στην πράξη αποδοχής προστίθενται ως όρια και οι ιδιοκτησίες, Π. Σ., Α. Ρ., Κοινότητας Πάρου και παραλία, ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στη διαθήκη....... Βέβαια οι ως άνω πραγματογνώμονες αποφαίνονται ότι η επίδικη παραλιακή έκταση εμπίπτει στους άνω τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Αυτές όμως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, είναι αναιτιολόγητες και αντιφατικές........ Με βάση λοιπόν τα άνω περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης, με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, ή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία....." Επισημαίνεται κατ` αρχήν ότι, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εκτεθέντα, το άνω επίδικο ακίνητο, το χαρακτηρισθέν δημόσιο κτήμα, βρίσκεται πέραν και εκτός του επιδίκου (βλ. το σχέδιο 1 του πραγματογνώμονα Ζ. Μ. και το από Μάρτιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ε. Φ., που έχουν ως υπόβαθρο το από 22-10-1958 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων). (Ακολουθεί επιχειρηματολογία του δικαστηρίου με βάση την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης και έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι). Από τους άνω όμως πραγματογνώμονες (κυρίως την πρώτη πραγματογνωμοσύνη, στην οποία αναφέρεται και η δεύτερη), γίνεται δεκτό ότι, "η ιδιοκτησία, Ζ. Κ., στο σύνολο της έχει σαφή διακεκριμένα όρια, κυρίως τοίχους από ξερολιθιά, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολο τους διατηρούνται, εκτός από εκείνους που καθαιρέθηκαν λόγω της διάνοιξης της δημοσίας οδού Παροικίας Αγ. Φωκά, καθώς και παραλία" και ότι, "η όλη επιφάνεια της ιδιοκτησίας, α) προ της διάνοιξης της δημοσίας οδού και β) προ της πώλησης, από Ζ. Κ. προς Μ. και Ε. Μ., καθώς και προς Α. Π., συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, ανέρχεται σε 139.373 τμ. Εάν αφαιρεθούν: α) η επιφάνεια των δημοσίων οδών (Ε= 5.105 τμ), β) οι ιδιοκτησίες Μ. και Π. (Ε=12.510+8.098=20.608 τμ) και γ) το τμήμα του επιδίκου (Ε= 4.600 τμ), το εμβαδόν της ιδιοκτησίας Ζ. Κ. ανέρχεται σε 109.060 τμ". Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι και η ιδιοκτησία της ενάγουσας είχε διαχρονικά σαφή και διακεκριμένα όρια, με τοίχους από ξερολιθιά και με σταθερούς όμορους ιδιοκτήτες. Η μόνη αμφισβήτηση που ανέκυψε, κατά τα ανωτέρω, ήταν αναφορικά με το νότιο όριο της ιδιοκτησίας της, προς την παραλία, αφού τούτο δεν αναφέρεται στην άνω διαθήκη. Τούτο όμως προκύπτει σαφώς από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και επί πλέον από τα ακόλουθα: α) το υπ` αριθμόν .../1900 πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Ερμούπολης ............., που μεταγράφηκε νόμιμα στην Πάρο, στις 12-1-1900, με συμβαλλόμενους τους, Α. Β. Κ. και Β. Κ. Κ., στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "ο Α. Β. Κ., είναι κύριος και κάτοχος των εξής κτημάτων, κειμένων στην περιφέρεια του Δήμου Πάρου, ήτοι: 1) ........και 3) μιας εμφυτεύσεως αμπέλου, ην έχει δηλωμένη ως ομολόγησε, αλλά δεν έχει πρόχειρον την δήλωσιν, της οποίας αμπέλου κύριος της γης είναι ο Δ. Χ., (πατέρας της ενάγουσας) κειμένης εις θέσιν Βούτημα, εκτάσεως τριών περίπου τοπικών ζευγαριών, συνορευούσης με ιδιοκτησίας Δ. Χ., Ν. Κ., Α. Μ., και με θάλασσαν, πωλεί τα κτήματα αυτά προς τον Β. Κ. Κ.". β) Το υπ` αριθμ..../5-3-1900 πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, .............που μεταγράφηκε νόμιμα στην Πάρο, στις 8-3-1900, με συμβαλλόμενους τους, Β. Κ. Κ. και Π. Κ., στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "ο .... Κ. Κ., κύριος και κάτοχος επί του δικαιώματος της εμφυτεύσεως μιας αμπέλου, της οποίας το δικαίωμα της επιφάνειας ανήκει εις τον Δ. Α. Χ., κειμένη κατά τη θέση Βούτημα του Δήμου Πάρου, εκτάσεως τριών περίπου ζευγαριών, περιεχούσης συκάς, φρέαρ και λινόν, συνορευούσης με κτήματα Δ. Χ., Α. Μ., Ν. Κ. και παραλία, περιελθούσης αυτώ εξ αγοράς παρά του Α. Β. Κ.,..........." γ) Το υπ` αριθμ..../6-9-1900 πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Πάρου, ........... που μεταγράφηκε νόμιμα στην Πάρο στις 15-9- 1900, με συμβαλλόμενους τους, Π. Κ. και Δ. Χ., στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο Π. Κ., κύριος και κάτοχος του δικαιώματος της εμφυτεύσεως μιας αμπέλου, της οποίας το δικαίωμα της επιφανείας ανήκει στον Δ. Α. Χ., κειμένης κατά τη θέση Βούτημα του Δήμου Πάρου, εκτάσεως τριών περίπου ζευγαριών, περιεχούσης -συκάς, φρέαρ και λινόν και συνορευούσης με κτήματα Δ. Χ., Α. Μ., Α. Β. και οδό, παραλία, ............." (Ακολουθεί αναφορά ενεργειών της ενάγουσας και τρίτων για την ακύρωση πράξης της διοίκησης για τον καθορισμό του παλαιού αιγιαλού και ακύρωσης ΥΑ για την άσκηση ξενοδοχειακής επιχείρησης σε όμορο του επιδίκου ακίνητο και σχετικά πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου). Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο Α. Χ., υπέβαλε προ Λ/ση Δασών Κυκλάδων, την από 29-1-1973 αίτηση, προς χαρακτηρισμό της άνω ιδιοκτησίας του των 200 στρεμμάτων, όπως δήλωσε, προς οικιστική αξιοποίηση της. Συντάχθηκε, από τον δασολόγο, Κ. Σ., η προσκομιζόμενη από 20-3-1973 Έκθεση Αυτοψίας, κατά την οποία η εν λόγω έκταση, κατά την διενεργηθείσα αυτοψία και εμβαδομέτρηση βρέθηκε όντως 200 στρεμμάτων και οι προσκομισθέντες τίτλοι βρέθηκαν σύμφωνοι με τα, "εκ της αυτοψίας και καταμετρήσεως ληφθέντα στοιχεία, ως προς τα όρια". (Ακολουθεί το περιεχόμενο της έκθεσης, η αναφορά του κειμένου εγγράφων διοικητικών υπηρεσιών σε απάντηση αιτήσεων του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος σε σχέση με τη δυνατότητα αξιοποίησης του ακινήτου του, καθώς και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και εκείνων που εξετάσθηκαν στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων επί αιτήσεως της ενάγουσας κατά του εναγομένου για την προσωρινή προστασία της νομής της στο επίδικο). Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα, εμφαινόμενο στο από 15-5-2003 τοπογραφικό διάγραμμα, του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Σ. Β., που επισυνάπτεται και στην αγωγή, , εκτάσεως 8.794,70 τμ, περιέχεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας και τοποθετείται χωροταξικά στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας της, συνολικής εκτάσεως 41.610 τμ, ταυτίζεται δε απόλυτα με το αγροτεμάχιο με τα στοιχεία "Ε2", που περιήλθε στον εναγόμενο, με το προαναφερόμενο υπ` αριθμ..../29-12-2000 συμβόλαιο, και έκταση 8.033 τμ. Από την προαναφερόμενη διαδοχή τίτλων προκύπτει ότι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι της διατηρούσαν διαχρονικά στην περιοχή, προ του έτους 1880, την αρχικά ενιαία ιδιοκτησία των 141.955 τμ, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου τμήματος, ......... περιφραγμένη γύρωθεν με ξερολιθιά, χωρίς ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς την περιγραφή της από τίτλο σε τίτλο και με σταθερές αναφορές του κάθε τίτλου στους χρονικά προγενέστερους του, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάτρητη συνέχεια τους. Από την ακολουθία αυτή των τίτλων προκύπτει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις, ούτε ως προς τους κατονομαζόμενους όμορους ιδιοκτήτες, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια- της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται στους ανωτέρω τίτλους. Εξάλλου, οι παρατηρούμενες αποκλίσεις, που υφίστανται στο εμβαδόν του εν λόγω, ακινήτου και συγκεκριμένα στην δημόσια διαθήκη του, του αποβιώσαντος πατέρα της............, στην υπ` αριθμ..../13-9-1971 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου, .......... και στην διορθωτική υπ` αριθμ. .../23-8-2002 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς της ενάγουσας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάρου, .............., δεν ανατρέπουν τις παραπάνω παραδοχές, καθώς, όπως πειστικά ισχυρίζεται η ενάγουσα και επιβεβαιώνει και ο άνω μάρτυρας απόδειξης, οι αποκλίσεις αυτές αποδίδονται στην προφανή έλλειψη τοπογραφικής επιμέτρησης κατά τους αντίστοιχους χρόνους σύνταξης των άνω πράξεων, στην ύπαρξη διαχρονικά σταθερής περιμάνδρωσης με ξερολιθιά, που διασφάλιζε ανέκαθεν το αμετάβλητο της έκτασης, στη συνήθη πρακτική στις Κυκλάδες η εμβαδομέτρηση των αγροτεμαχίων να γίνεται με μέτρο υπολογισμού την καλλιεργήσιμη μόνο επιφάνεια τους. Σε κάθε περίπτωση, οι διαφοροποιήσεις αυτές, ως προς την καταγραφόμενη συνολική επιφάνεια, δεν αλλοιώνουν την αδιάβλητη γεωμετρική ταυτότητα του ακινήτου της ενάγουσας, καθώς `αυτή προκύπτει εναργώς από τη θέση και ταυτοποίηση του έναντι των αναφερόμενων σε όλους τους τίτλους κτήσης ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων περιμετρικών ορίων. Αποδεικνύεται δε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του όλου ακινήτου της, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου τμήματος των 8.794, 70 τμ, με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο (κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή του αποβιώσαντος, στις 11-4-1926, πατέρα της, Δ. Χ. και κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή του αποβιώσαντος, στις 21-9-1947, αδελφού της, Α. Χ., την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε νομότυπα, αναφορικά ειδικότερα με το επίδικο τμήμα). Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας νεμήθηκαν, δια καλλιέργειας, βοσκής κλπ, διαδοχικά αρχικά την ενιαία έκταση (προ του έτους 1880 ο παππούς της, Α.ς Χ., ο πατέρας της, Δ. Χ., από το 1880 μέχρι του θανάτου του, στις 11-4-1926), κατόπιν η ίδια, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα της και ο αδελφός της αντίστοιχα, μέχρι του θανάτου του, στις 21-9-1947 και έκτοτε η ίδια, την όλη έκταση, αλλά και την απομείνασα των 41.610 τμ, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα, χωρίς καμία αμφισβήτηση. Συγκεκριμένα, με βάση και τα όσα προαναφέρθηκαν, η έκταση αυτή περιβάλλονταν γύρωθεν με ξερολιθιά (εκτός της παραλίας) και είχε χωριστεί με εσωτερικές ξερολιθιές σε τμήματα, ανάλογα με τη χρήση τους, όπως βοσκότοπους, αμπελώνας (με πατητήρι), καλλιέργεια σιτηρών, οικότοπος, αμμώδης περιοχή κλπ. Η ενάγουσα, όπως προηγούμενα και οι δικαιοπάροχοι της, επέβλεπε και διαφύλαττε τα όρια της έκτασης, οριοθετημένης με ξερολιθιές, τις οποίες συντηρούσε, ήλεγχε και επέβλεπε τους "κολίγους", που καλλιεργούσαν τα δυνάμενα να καλλιεργηθούν τμήματα αυτής, ενώ στα μη δυνάμενα να καλλιεργηθούν τμήματα βοσκούσαν τα ζώα τους, το 1966, μετά από αίτηση των Σ. Κ. και Α. Χ.; επέτρεψε τη διάνοιξη δρόμου, για την επικοινωνία της Παροικίας με την ιδιοκτησία Α. Χ. και έτσι διανοίχτηκε ο δρόμος, τον οποίο αργότερα, με έξοδα της, τον μετέφερε στο όριο της ιδιοκτησίας της, ενώ ελήφθη μέριμνα ώστε να μην καταστραφεί η ξερολιθιά του ορίου στο τμήμα αυτό, χωρίς να υπάρξει κάποια αντίδραση, προέβη σε πώληση προς τρίτους τμημάτων της ιδιοκτησίας της, προέβη σε δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές, κατά την κατάρτιση των αντίστοιχων άνω συμβολαίων, σε τοπογράφηση αυτού, στην τοποθέτηση προ 10 ετών περίπου, συρμάτινης περίφραξης, σε όλο το επίδικο από τη θάλασσα μέχρι του Π., που είναι το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας και στην τοποθέτηση σχετικής πινακίδας κλπ.. Ειδικότερα, και στο επίδικο τμήμα η ενάγουσα ασκούσε τις άνω προσιδιάζουσες στη φύση και μορφολογία του, πράξεις νομής, με καλή πίστη, διανοία κυρίου και με βάση τον εκ της κληρονομικής διαδοχής του αδελφού της άνω νόμιμου τίτλου, συνεχώς από το έτος 1947 έως του έτους 2003, χωρίς καμία ενόχληση, καταστάσα, σε κάθε περίπτωση κυρία αυτής και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Όμως ο εναγόμενος, από αρχές περίπου του έτους 2003, ανεγείροντας κατοικία στο αγορασθέν δυτικό τμήμα (Ε1), το οποίο έχει περιτοιχίσει με μάντρα από πέτρες, άρχισε να διαταράσσει παράνομα την κυριότητα της επί του περιγραφομένου τμήματος του ενιαίου αγροτεμαχίου της, εκτάσεως 8.794,70 τμ, αρχικά με την αφαίρεση πινακίδας, με την ένδειξη "....", που είχε τοποθετήσει επ` αυτού και στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 2003, με την καθαίρεση τμήματος, πέντε περίπου μέτρων, της συρμάτινης περίφραξης και την απόρριψη εντός του τμήματος αυτού μπάζα, αμφισβητώντας παράλληλα, παράνομα και αυθαίρετα, την κυριότητα της επί του άνω τμήματος, ισχυριζόμενος ότι το αγόρασε τούτο, από την εταιρεία με την επωνυμία "....", με το άνω νόμιμα μεταγραμμένο υπ` αριθμ. .../29-12-2000 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Αθηνών, .................. . Όπως όμως αποδείχθηκε το επίδικο αυτό τμήμα περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και επ` αυτού, ουδέποτε ασκήθηκαν πράξεις νομής από τους δικαιοπαρόχους του εναγομένου, άμεσους ή απώτερους, ούτε και από τον ίδιο. Ούτε βέβαια η απεικόνιση του επιδίκου τμήματος στα προαναφερόμενα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, συνιστά υλική πράξη νομής, αφού δεν γίνεται εμφανής στους τρίτους. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ενώ ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου, Α. Χ., προέβη στη διάνοιξη δρόμων μέσα στο ακίνητο του, το οποίο, με βάση το από 10-8-1966 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ., κατάτμησε, δεν έπραξε το ίδιο και στην περιοχή του επιδίκου τμήματος............ Σημειώνεται δε ότι ενώ φέρεται να έχει συνταχθεί ήδη από 10-8-1966 το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κ. Δ., σύμφωνα με το οποίο η ιδιοκτησία Χ. έχει έκταση 246 στρεμμάτων, δεν προσαρτάται αυτό (ούτε κάποιο άλλο τοπογραφικό), στο υπ` αριθμ..../29-3- 1968 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Αθηνών, .......... με το οποίο ο Ά. Χ. αγόρασε από τον Ι. Λ., το εν λόγω ακίνητο, στο οποίο μάλιστα συμβόλαιο αναφέρεται ότι η μεταβιβαζόμενη έκταση ανέρχεται σε 200 στρέμματα. Για πρώτη φορά το εν λόγω τοπογραφικό εμφανίζεται και κατατίθεται από τον Ά. Χ., στον άνω συμβολαιογράφο Αθηνών, ................. , 7-6-1973 και συντάχθηκε η με αριθμό ... Πράξη Κατάθεσης Σχεδιαγράμματος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας κατά του αναιρεσείοντος, η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και η δίκη συνεχίζεται από τους αναιρεσιβλήτους κληρονόμους της που υπεισήλθαν νομοτύπως στη δικονομική της θέση, στο δικόγραφο της οποίας σωρευόταν αρνητική κυριότητας αγωγή και διατάραξης της νομής και ακολούθως απέρριψε κατ`ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος- εναγομένου, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ειδικότερα 1) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας αφενός παραγώγως, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αδελφού της Α. Χ., που πέθανε το 1947, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με συμβολαιογραφική πράξη το 1971, που μεταγράφηκε νομοτύπως την 21-10-1985, η οποία συμπληρώθηκε και διορθώθηκε μεταγενέστερα με σχετική συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε το 2002 2) ότι ο αδελφός της υπήρξε κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του, παραγώγως, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα τους, που πέθανε το 1926, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθε σιωπηρά εκδηλώνοντας με υλικές πράξεις τη βούλησή του προς απόκτηση του κληρονομιαίου επιδίκου ακινήτου, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία ως νεμηθείς τούτο με καλή πίστη από το 1926 μέχρι και το 1947 που πέθανε, συνεχίζοντας τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα του, που άρχισε το 1880 οπότε το επίδικο, ως τμήμα μείζονος ακινήτου, περιήλθε στη νομή του και εξακολούθησε έκτοτε να νέμεται καλόπιστα τούτο μέχρι και το 1926 που πέθανε 3) ότι η ενάγουσα αφετέρου απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο με νόμιμο τίτλο καλόπιστα από το 1947 συνέχεια μέχρι το 2003 οπότε ο αναιρεσείων διατάραξε την κυριότητά της, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που αγόρασε το 2000, καθώς και ότι άσκησαν οι δικαιοπάροχοί του διακατοχικές πράξεις σ` αυτό 4) προσδιόρισε με σαφήνεια την ταυτότητα του επιδίκου οριοθετώντας τούτο ως τμήμα μείζονος ακινήτου επιφάνειας 41.610 τ.μ. με νότιο όριο την παραλία που ανήκε στην κυριότητα αρχικώς του πατέρα των διαδίκων, ακολούθως περιήλθε με κληρονομική διαδοχή στον αδελφό της ενάγουσας και τέλος στην κυριότητα της ίδιας με τους προαναφερόμενους τρόπους και με επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι τούτο περιλαμβάνεται τόσον στη δημόσια διαθήκη του πατέρα της όσον και στην δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, όπως αυτή συμπληρώθηκε, και ότι η διαφορά του εμβαδού του μείζονος ακινήτου στους παραπάνω τίτλους δε μεταβάλλει την ταυτότητά του επιδίκου, η οποία, όπως ανελέγκτως δέχθηκε, προκύπτει από τη θέση του, την αναφορά σε όλους τους τίτλους των ίδιων ορίων και την ύπαρξη διαχρονικά σταθερής περίφραξης του μείζονος ακινήτου με ξερολιθιά και στη δυτική πλευρά του, που συνορεύει με το ακίνητο του εναγομένου πλην του νοτίου ορίου που συνορεύει με παραλία, σε συνδυασμό με το γεγονός του απόλυτα προσδιορισμένου λόγω της ύπαρξης σταθερής περίφραξης από ξερολιθιά προς όλες τις πλευρές του, όμορου δυτικά ακινήτου του εναγομένου, κατά το χρόνο που περιήλθε τούτο στον απώτερο δικαιοπάροχό του Α. Χ. το 1968, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τις οποίες εφάρμοσε εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης της διακατοχικής πράξης της καλλιέργειας του επιδίκου και η αναφορά του τρόπου με τον οποίο τούτο κατέστη καλλιεργήσιμο. Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο κατά ένα μέρος και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου και της απόκτησης της κυριότητας της ενάγουσας πρωτοτύπως και παραγώγως είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες σ` αυτούς αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτες, καθ` όσον η σχετική πλημμέλεια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στον δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 579 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση. Η προ της αποφάσεως αυτής διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στη παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εάν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Εφετείου, με την αναίρεσή της αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχτεί την έφεση και θα εξαφανίσει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, είτε θα την απορρίψει, επικυρώνοντας αυτήν. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο που έγινε δεκτή η αναιρετική αίτηση, ως προς τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν με αυτήν, εκτός αν και άλλα κεφάλαια συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται, όπως επίσης συναναιρούνται και τα κεφάλαια που επηρεάζονται από την παραδοχή του αναιρετικού λόγου. Στο σύνολό της αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση όταν η αναιρετική δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 209/2007 απόφασή του το Εφετείο Αιγαίου απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσίαν η αγωγή της αρχικώς ενάγουσας κατά του αναιρεσείοντος. Με την 1795/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε κατ` αποδοχή αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, η παραπάνω 209/2007 απόφαση του Εφετείου με την αιτιολογία ότι δεν προέκυπτε αδιστάκτως από την απόφαση αυτή ότι λήφθηκε υπόψη η 159/2005 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Εφετείου, που είχε εκδοθεί επί αγωγής της αρχικώς ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία αποδεικνυόταν, κατά τα αναφερόμενα τότε στο σχετικό από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, ότι το επίδικο δεν ανήκει στην κληρονομιαία περιουσία των δικαιοπαρόχων, της ενάγουσας. Δηλαδή η απόφαση αυτή αναιρέθηκε στο σύνολό της και το μοναδικό ζήτημα που λύθηκε με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν η μη λήψη υπόψη της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου παρά τη νόμιμη επίκληση και προσκόμισή της. Η κρίση όμως αυτή του Αρείου Πάγου δεν αφορά επίλυση νομικού ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής και προς την οποία η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο δε συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, αφού και πάλι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, για τη μη λήψη υπόψη της οποίας αναιρέθηκε η προηγούμενη επί της υποθέσεως αυτής απόφαση του ίδιου Εφετείου, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Αν ήθελε εκτιμηθεί περαιτέρω ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (159/2005), την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι το επίδικο ακίνητο ορίζεται προς νότο με παραλία, που συναρτάται με την ταυτότητα αυτού και την απόκτηση της κυριότητας του από την ενάγουσα, είναι αβάσιμος, καθ` όσον όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την απόφαση αυτή, την οποία μάλιστα ειδικώς μνημονεύει και αξιολογεί χωριστά. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ` αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης, αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επικουρικώς διατυπούμενη, σε σχέση με το πρώτο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου που στηρίζει την πλημμέλεια από τον αρ. 18 και 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο συνορεύει νότια με παραλία, το περιεχόμενο της 159/2005 προαναφερομένης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε επί αγωγής της αρχικώς ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καθ` όσον ενώ σ` αυτήν αναφέρεται ότι το ακίνητο που απέκτησε η τελευταία ως κληρονόμος των δικαιοπαρόχων της στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, δεν συνορεύει με παραλία, δέχθηκε ότι συνορεύει με παραλία. Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, στις οποίες διαλαμβάνεται το περιεχόμενο της παραπάνω 159/2005 απόφασης το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τούτο, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, καθ` όσον δε δέχθηκε ότι στην απόφαση αυτή αναφερόταν ότι το ακίνητο της ενάγουσας συνορεύει με παραλία, αλλά σχημάτισε την παραπάνω δικανική του κρίση από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου, μη μορφώνοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του διαδικαστικό έγγραφο, χωρίς άλλωστε να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του αξία για το ίδιο ουσιώδες ζήτημα. Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το έθιμο (άρθρο 1 ΑΚ), για τη δημιουργία του οποίου απαιτούνται ως στοιχεία η μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση καθώς και κοινή συνείδηση ή θέληση είτε των πολιτών ολόκληρου του Κράτους είτε τμήματος αυτού ή των ανηκόντων σε μία τάξη ή επάγγελμα προσώπων ότι το εφαρμοζόμενο ισχύει ως κανόνας δικαίου, με σαφή αναφορά των συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την έννοια αυτού. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή του εθιμικού κανόνα που ισχύει στις Κυκλάδες σε σχέση με τον τρόπο εμβαδομέτρησης των αγροτεμαχίων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθ` όσον δεν αναφέρονται τα στοιχεία που απαιτούνται για την δημιουργία του εθίμου δηλαδή μακρά και ομοιόμορφη άσκηση και κοινή συνείδηση της τοπικής κοινωνίας για την αναγκαιότητά του ως κανόνα δικαίου. Κατ` ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2013 αίτηση του Γ. Σ. περί αναιρέσεως της 28/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: