
712/2015 ΑΠ ( 655495)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Δημόσια δάση. Αμφισβήτηση κυριότητας επί ακινήτου. Δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί δημόσιων κτημάτων κατά το προϊσχύσαν δίκαιο εφόσον η τριαντακονταετής νομή..
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Δημόσια δάση. Αμφισβήτηση κυριότητας επί ακινήτου. Δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί δημόσιων κτημάτων κατά το προϊσχύσαν δίκαιο εφόσον η τριαντακονταετής νομή..
είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915. Υπό το καθεστώς του αστικού κώδικα δεν είναι δυνατή
η απόκτηση κυριότητος σε δημόσιο δάσος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αφού αυτό είναι
ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Για το ορισμένο της αγωγής που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας
επί ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ` αυτήν ότι το ακίνητο δεν είναι
ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Η απλή άρνηση
από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω απόκτησης
κυριότητας από τον ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή
αόριστη, αλλά υποχρεώνει το Δημόσιο σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική
του κυριότητα στο επίδικο. Εάν το Δημόσιο προβάλλει ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος
περιελθόν σ` αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ` αυτού
κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και
ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητος του Δημοσίου σ` αυτό,
πλην όμως λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητος βαρύνεται με την απόδειξη του
αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δε φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης.
Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄αριθ. 2008/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αριθμός 712/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη,
Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της
γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό
Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του
Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου
242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Φ., φυσικού
τέκνου του Α. Κ. και θετού τέκνου του Χ. Φ., κατοίκου ...., 4) Μ. συζύγου Σ. Σ., φυσικού τέκνου
του Α. Κ. και A. και θετού τέκνου του Χ. Φ., κατοίκου ....., και 5) Α. συζύγου Π. Α., το γένος 1,
κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κράια, με
δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-4-2009 αγωγές (με αρ. κατάθεσης 1070 και 1071/7-4-2009)
των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και την από 7-4-2009 αγωγή των τρίτου,
τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών
και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2008/2011
του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον
Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που
εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής
Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή του, με την οποία
εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το
δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη
πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα"
θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική
βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι
ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία
αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου
1 β.δ. της 16.11.1936 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και
3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που
αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα
ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο
των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους
από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος που έχει ισχύ νόμου. Ετσι, με τις προμνησθείσες
διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητος επί των δασών
που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος,
εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού,
προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν
λόγω διατάγματος. Εξ άλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε
έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε
διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων
σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέρχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. ΛΧΝ/1888
"περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" η οποία περιελήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν.
3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις των άρθρων 45 του
Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 9 του Α.Ν. 3/1935) και 1 Α.Ν. 857/1937, 1 του Ν.Δ.
69/1969 και 3 παρ. 1 ΚΑΙ 2 του Ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του Ν.
998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω
ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως
εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να
προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις τη διατήρησιν της φυσικής
και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού
περιβάλλοντος (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του
εδάφους, καλυπτόμενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως
οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερες των εν τη
προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το
δάσος ως οργανικό στοιχείο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα
οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν δια της αμοιβαίας
αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και
ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω, η άγρια
ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους
και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους)
βλάστησης, η οποία με την συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη
σ` αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις
προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών,
οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες
αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι
ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς βλάστηση. Περαιτέρω σύμφωνα με τις
διατάξεις του προϊσχύσαντος β. ρ. δ., ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7, 39), Ν. 9 παρ. 1 πανδ (50-14) Ν. 2 παρ.
20 πανδ. (41-4), Ν. 6 πανδ. (44-3), Ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18-1) και Ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) που
έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., για τον πριν την από την έναρξη της ισχύος του Α.Κ.
χρόνο για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται τριακονταετής
νομή και καλή πίστη και ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του
χρόνο και τον χρόνο των δικαιοπαρόχων του. Το ίδιο συμβαίνει κατά τις αντίστοιχες προς το
άρθρο 271 Α.Κ. διατάξεις ν. 7 παρ. 2,8 παρ. 1 Κωδ (7, 39) και επί παραγραφής εμπράγματης
αξίωσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Ν. της
21.6/3.7.1937 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρ. 51 Εισ.Ν.Α.Κ.) συνάγεται ότι έκτακτη
χρησικτησία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι τα εθνικά
δάση προς τούτο όμως έπρεπε η τριαντακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την
11.9.1915, διότι μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατή χρησικτησία στα κτήματα αυτά, όπως προκύπτει
από τις διατάξεις, αφενός του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που
εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15/5/1926 "περί
διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έχει ανασταλεί
κάθε παραγραφή, η δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής
οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η
χρησικτησία τρίτων πάνω σ` αυτά (Ολ. Α.Π. 75/1987). Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και από
τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων" με
τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία
πράξη νομής ενήργησε επ` αυτών και ότι τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του δημοσίου δεν
υπόκεινται σε καμία παραγραφή, όπως αυτά επαναλήφθηκαν και με τις διατάξεις του άρθρου 58
Ν.Δ. 86/1969. Ακόμη και υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα δεν είναι δυνατή η απόκτηση
κυριότητος σε δημόσιο δάσος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (1041, 1045, 974 Α.Κ.) αφού
αυτό είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας (1054 Α.Κ.). Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που
στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να
εκτίθεται σ` αυτήν ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για
ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 Α.Κ.,
προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση
του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 977/2007) που είναι
διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντα στο επίδικο
και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη
αυτεπαγγέλτως. Τούτο συμβαίνει και όταν εναγόμενο είναι το Δημόσιο, το οποίο επίσης πρέπει να
επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο
χρησικτησίας, διότι περιήλθε σ` αυτό με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να
προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της
ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω απόκτησης κυριότητας από τον ίδιο, τον
οποίο προβάλλει το εναγόμενο Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει το
Δημόσιο σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Εάν
το Δημόσιο προβάλλει ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ` αυτό ως διάδοχο του
Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ` αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να
αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς
απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητος του Δημοσίου σ` αυτό, πλην όμως λόγω του
υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητος βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι
το επίδικο δε φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη
απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή στην προκειμένη περίπτωση
παρά το ότι το αναιρεσείον επικαλέστηκε, τόσο πρωτόδικα με τις από 7.12.2009 προτάσεις του,
όσο και με την από 10.6.2008 έφεση του ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν ανέκαθεν δημόσιο δασικό
χαρακτήρα και ως εκ τούτου αποτελούσαν δημόσιες γαίες κατά τον Οθωμανικό νόμο "περί
γαιών", οι αναιρεσίβλητοι, δεν επικαλέστηκαν πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας σ` αυτά από
τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους με την επίκληση κτήσεως δικαιώματος εξουσίασης
("τεσσαρούφ") επ` αυτών κατά την 20η Μαΐου 1917, είτε με ειδικό τίτλο του τουρκικού
κτηματολογίου (ταπίου), φέροντα τον "τουργκάν", είτε με υπερδεκαετή, χωρίς δικαστική
αμφισβήτηση, καλλιέργεια των επιδίκων εκτάσεων μέχρι την ημερομηνία αυτή, κατά τις διατάξεις
του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, του άρθρου 49 Ν.
2052/20 και του άρθρου 101 του δ/τος της 11/12.11.29 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων",
όπως είχαν σαφή υποχρέωση για τη νομιμότητα του αγωγικού τους αιτήματος περί αναγνωρίσεως
της κυριότητας τους επί των επίδικων εκτάσεων μετά την αμφισβήτηση του δικαιώματος τους από
το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "την ως άνω έκταση, στην οποία
περιλαμβάνονται τα επίδικα, εξουσίαζε χωρίς αμφισβήτηση καλλιεργώντας την ιδίως με σιτηρά,
άλλες μονοετείς καλλιέργειες και αμπέλια, η Ε. Ε. επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας
έως την 20.5.1917, και έτσι αυτή, βάσει των διατάξεων του δ/τος 2468/1979 της προσωρινής
Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (που κυρώθηκε με το ν.1072/1917) και 101 έως 104 του Δ/τος της
11/12.11.1929 εξέφυγε από την κυριότητα του Δημοσίου και περιήλθε στην εξουσιάστρια ιδιώτη
και ήταν δεκτικό χρησικτησίας " έλαβε υπόψη του πράγμα μη προταθέν, αλλά έχον ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς τέτοιος ισχυρισμός να έχει προταθεί από τους
αναιρεσιβλήτους, ούτε με την αγωγή, ούτε και με τις προτάσεις, της πρώτης, στον πρώτο βαθμό
δικαιοδοσίας, συζήτησης, αλλά ούτε με τις από 11.10.2011 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου
προς αντίκρουση της εφέσεως.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού με όσα προεκτέθηκαν ο ανωτέρω μη
προταθείς ισχυρισμός που εξετάσθηκε από το Εφετείο δεν αποτελεί πράγμα αλλά άρνηση της
ένστασης του αναιρεσείοντος περί ανεπιδέκτου χρησικτησίας των επιδίκων ως δασικής έκτασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.3.2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2008/2011
απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό
των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου