ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΑΝΩΜΑΛΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ - 142/2015 ΑΠ - Μεταβίβαση αγροτικού κλήρου που έγινε κατά παράβαση της αγροτικής νομοθεσίας και με ιδιωτικό έγγραφο. Ανάθεση αποκλειστικά στον Ειρηνοδίκη της επικύρωσης των δικαιοπραξιών, βάσει των οποίων έγιναν οι μεταβιβάσεις αυτές. Με τη τελεσιδικία της απόφασης αυτού, θεραπεύονται μόνον οι απαγορεύσεις μεταβίβασης των γεωργικών κλήρων που προβλέπει ο Αγροτικός Κώδικας, όπως είναι και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατάτμησης ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής και επομένως σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας σε διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου που

27/2015 ΑΠ - Κτήση κυριότητας (αγροτικού) ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Πράξεις νομής αποτελούν μεταξύ των άλλων η επίβλεψη και επιστασία του ακινήτου, η καλλιέργεια και η συλλογή των καρπών, η ανόρυξη φρέατος για την άρδευσή του και η εκμίσθωσή του προς τρίτους για εκμετάλλευση. Πολιτική δικονομία. Επανάληψη συζήτησης. Το δικαστήριο νομίμως λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα
142/2015 ΑΠ ( 643716)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Μεταβίβαση αγροτικού κλήρου που έγινε κατά παράβαση της αγροτικής νομοθεσίας και με ιδιωτικό έγγραφο. Ανάθεση αποκλειστικά στον Ειρηνοδίκη της επικύρωσης των δικαιοπραξιών, βάσει ..
των οποίων έγιναν οι μεταβιβάσεις αυτές. Με τη τελεσιδικία της απόφασης αυτού, θεραπεύονται μόνον οι απαγορεύσεις μεταβίβασης των γεωργικών κλήρων που προβλέπει ο Αγροτικός Κώδικας, όπως είναι και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατάτμησης ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής και επομένως σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας σε διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου που μεταβιβάστηκε κατά παράβαση των περιορισμών αυτών, αποκτά αυτό αυτοτέλεια και μπορεί να μεταβιβαστεί περαιτέρω ελεύθερα. Η επικύρωση αυτή προσδίδει στην άσκηση νομής στον κλήρο από τον αγοραστή, με βάση το ιδιωτικό έγγραφο, το χαρακτήρα της καλόπιστης νομής, δεν συνεπάγεται όμως την κατά τρόπο παράγωγο μεταβίβαση της κυριότητας του γεωργικού κλήρου, ούτε καθιστά το ιδιωτικό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την έναρξη του χρόνου της χρησικτησίας. Προϋπόθεση για την αναδρομική επικύρωση των ανωτέρω παράνομων δικαιοπραξιών είναι ότι μέχρι τη δημοσίευση του ν.δ. 3958/1959, η κυριότητα του κλήρου πρέπει να διατηρείται από τον κληρούχο, ενώ αν κατά το χρόνο αυτό ο κλήρος δεν ανήκε πλέον στον κληρούχο εξαιτίας της μεταβίβασης του σε τρίτο, που μετέγραψε τη σχετική πράξη, δεν υπάρχει περίπτωση κύρωσης της άκυρης πράξης που προηγήθηκε. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 380/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που δίκασε ως Εφετείο.

  Αριθμός 142/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Γκλαβά.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στυλιανή Νησιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 358/2004 μη οριστική, 590/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 39/2009 μη οριστική και 380/2012 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/5/2013 αίτησή του και τους από 5/12/2013 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα μοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 617/94 ΝοΒ 1995.321), αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, συνισταμένης στη νόμιμη πρόταση του ισχυρισμού που στηρίζει το λόγο αναίρεσης στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων (ενάγων ή εναγόμενος) είναι εφεσίβλητος στο δεύτερο βαθμό, μπορεί να προτείνει, κατά την πρώτη συζήτηση εκδίκασης της υπόθεσης στο Εφετείο, νέους πραγματικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της έφεσης, με τις προτάσεις του που κατατίθενται στο Εφετείο (εδώ Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο) και όχι με την προσθήκη αυτών (άρθρα 237, 527 περ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομές να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.5 του α.ν. 431/1968, καταργήθηκαν τα άρθρα 208-212 του Αγροτικού Κώδικα, βάσει των οποίων απαγορευόταν, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας, κάθε δικαιοπραξία που συνεπαγόταν την κατάτμηση κληροτεμαχίου. Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.1 και 2 του ν.δ. 3958/1959 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων κλήρων διατάξεων της εποικιστικής νομοθεσίας.." μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου κατά παράβαση των διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας περί των περιορισμών των δια πράξεως εν ζωή μεταβιβάσεων των κλήρων, κυρούνται δυνάμει του παρόντος αφ` ης εγένοντο, ως προς μόνον τας παραβάσεις ταύτας, εφ` όσον κατεβλήθη το τυχόν οφειλόμενο τίμημα και το κατ` άρθρο 9 του α.ν. 1832/1951 ειδικόν τέλος., (παρ.1). Αι αυταί ως άνω μεταβιβάσεις γενόμεναι μέχρις ισχύος του παρόντος δι` ιδιωτικού εγγράφου φέροντος βεβαίαν χρονολογίαν, κυρούνται αφ` ης εγένοντο, όσον αφορά τας αυτάς ως άνω παραβάσεις, κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου Ειρηνοδίκου, εκδιδομένης δε επί τη αιτήσει του υπέρ ου η μεταβίβασις. Η εκδιδόμενη απόφαση, τελεσίδικος καθιστάμενη, αποτελεί τίτλον κυριότητος δεκτικόν μεταγραφής (παρ.2)". Από τις διατάξεις αυτές που εφαρμόζονται και για τις μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων που έγιναν μέχρι τις 25/8/1986 βάσει ειδικών διατάξεων που εκδόθηκαν διαδοχικά (άρθρο 3 παρ.1 α.ν. 431/1968, 2 παρ.1 ν. 666/1977, 11 ν. 994/1979 και 18 παρ.1 ν. 1644/1986) προκύπτει ότι επί μεταβιβάσεως κλήρων που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας και με ιδιωτικά έγγραφα η επικύρωση των δικαιοπραξιών, βάσει των οποίων έγιναν οι μεταβιβάσεις αυτές, ανατέθηκε αποκλειστικά στον Ειρηνοδίκη, από την τελεσιδικία δε της αποφάσεως αυτού θεωρείται ότι έλαβε χώρα η εν λόγω μεταβίβαση. Με την απόφαση αυτή, θεραπεύονται μόνον οι απαγορεύσεις μεταβίβασης των γεωργικών κλήρων που προβλέπει ο Αγροτικός Κώδικας, όπως είναι και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατάτμησης ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής, και επομένως, σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας σε διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου που μεταβιβάστηκε κατά παράβαση των περιορισμών αυτών, αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί πλέον να μεταβιβαστεί περαιτέρω ελεύθερα. Η επικύρωση αυτή προσδίδει μεν στη με βάση το ιδιωτικό έγγραφο άσκηση νομής στον κλήρο από τον αγοραστή το χαρακτήρα της καλόπιστης νομής, δεν συνεπάγεται όμως την κατά τρόπο παράγωγο μεταβίβαση της κυριότητας του γεωργικού κλήρου ούτε καθιστά το ιδιωτικό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας. Προϋπόθεση βεβαίως για την αναδρομική επικύρωση των πιο πάνω παράνομων δικαιοπραξιών είναι ότι μέχρι τη δημοσίευση του ν.δ. 3958/1959, η κυριότητα του κλήρου πρέπει να διατηρείται από τον κληρούχο, ενώ αν κατά το χρόνο αυτό ο κλήρος δεν ανήκε πλέον στον κληρούχο εξαιτίας της μεταβίβασης του σε τρίτο, που μετέγραψε τη σχετική πράξη, δεν υπάρχει περίπτωση κύρωσης της άκυρης πράξης που προηγήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ` αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Στην τοποθεσία "Μαλάδες" του Δήμου Ηρακλείου ο εφεσίβλητος έχει κυριότητα επί ελαιοφύτου αγροτεμαχίου, το οποίο αποτελεί τμήμα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου ανταλλαξίμων εκτάσεων της ως άνω περιοχής, εκτός σχεδίου οικισμού, το οποίο συνορεύει (κατά τον τίτλο) ανατολικώς και βορείως με αγριάδα Δημοσίου, δυτικώς με ακίνητο Ε. Ν. (και νυν εναγομένης) και νοτίως με ακίνητο Α. Χ.. Το ως άνω ακίνητο απέκτησε ο ενάγων δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος την 14-9-1998 πατρός του Κ. Ξ., ο οποίος κατέλιπε τη με αριθμ. .../14-2-1989 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ....... .......... και δημοσιεύτηκε νομίμως από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου στις 4-11-1998 με το με αριθμό 217/1998 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού. Την κατά τον ανωτέρω τρόπο επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά αποδέχθηκε ο εφεσίβλητος δυνάμει της με αριθμό .../22-9-1999 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (α.α. μεταγραφής ... και τομ. ...). Στο δικαιοπάροχο πατέρα του Κ. Ξ. το ως άνω ακίνητο περιήλθε από αγορά από τον Κ. Τ. με βάση το με χρονολογία 1-8-1958 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κυρώθηκε με την 2824/1968 απόφαση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (α.α. ... και τομ. ...), ενώ ο απώτερος δικαιοπάροχος του (Κ. Τ.) είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό δυνάμει του με αριθμό ..../5-12-1957 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τραπέζης, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (α.α. μετ. ... και τομ. 201), εμφαίνεται δε και αποτυπώνεται στο απόσπασμα ανταλλαξίμων εκτάσεων διανομής 1939-1945 της Διεύθυνσης Τοπογραφικής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου και φέρει τον αριθμ. κληροτεμαχίου .... Στη νομή του παραπάνω ακινήτου, που αποτελεί το δυτικό μέρος του με αριθμό ..... .. ακινήτου και δεν περιλαμβάνει το επίδικο εγκαταστάθηκε ο ενάγων από το χρόνο θανάτου του πατέρα του (14-9- 1998) και έκτοτε ασκούσε επ` αυτού όλες τις προσιδιάζουσες προς τη φύση και τον προορισμό του διακατοχικες πράξεις και ειδικότερα προέβαινε στην καλλιέργεια και περιποίηση των ελαιοδένδρων που περιείχε και στη συγκομιδή του ελαιοκάρπου, πράξεις τις οποίες ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως και ο ως άνω δικαιοπάροχος πατέρας του, ο οποίος καλλιεργούσε τις παλιές χοντρολιές που περιείχε το εν λόγω ακίνητο και το έτος 1980, αφού τις εκρίζωσε, φύτευσε στη θέση τους μικρά ελαιόδενδρα (μουρέλα). Ετσι ο ενάγων έχει γίνει κύριος του δυτικού τμήματος του με αριθμό ... . κληροτεμαχίου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου ασκώντας εμφανείς και υλικές πράξεις για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του Κ. Ξ.. Δυτικώς του ως άνω ακινήτου βρίσκεται το ακίνητο της εναγομένης, η νομή του οποίου περιήλθε στην ίδια κατά το έτος 1985 από το δικαιοπάροχό της Ν. Ν., πρόκειται δε για το με αριθμό ... κληροτεμάχιο, τη νομή του οποίου ο δικαιοπάροχος πατέρας της, Ν. Ν., απέκτησε με το με αριθμ. .../2-4-1962 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ........... . .......... , νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 225 και με α.α.μ ..., κοινά εξίσου και αδιαίρετα με τον αδελφό του ............ , σε συνδυασμό με εξώδικη άτυπη διανομή μεταξύ αυτού και του συγκυρίου του, που έλαβε χώρα αμέσως μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου. Εκτοτε ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας καλλιεργούσε επί του ακινήτου άμπελο και συγκόμιζε τους καρπούς της, ενώ από το έτος 1972, αφού εκρίζωσε μέρος της αμπέλου καλλιεργούσε σε αυτό μικρές ελιές. Κατά το έτος 1980 ανέθεσε την καλλιέργεια στο Γ. Ζ., δυνάμει σύμβασης επιμόρτου αγροληψίας (συμισακά), σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά. Κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ο ως άνω καλλιεργητής ασκούσε διακατοχικες πράξεις αρχικά για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας και μετά το έτος 1985 και για δικό της λογαριασμό, που προορίζονταν για το αναφερόμενο στον τίτλο αυτό ακίνητο. Η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί έκταση ευρισκομένη βορειοανατολικώς του με αριθμό ... κληροτεμαχίου και βορειοδυτικώς του με αριθμό ........... κληροτεμαχίου. Σύμφωνα δε με την από Δεκέμβριος του έτους 2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος δυνάμει της με αριθμό 39/2009 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Κ. Μ., το επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο ορίζεται στο συνταχθέν από τον ίδιο πραγματογνώμονα τοπογραφικό διάγραμμα από τα στοιχεία Α12-Α13-178-180-183-181-182-189-353-352-Α12, αποτελεί τμήμα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου, το οποίο ορίζεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α1-A2-A3-A4- A5-A6-A7-A8-A9-A10-A11-A12-A13-A14-A1. Το πόρισμα αυτό συμφωνεί με το πόρισμα της διαταχθείσας με τη με αριθμό 358/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου πραγματογνωμοσύνης του Τοπογράφου Μηχανικού Κ. Α.. Ωστόσο, από την επισκόπηση της από το έτος 1968 αεροφωτογραφίας του επιδίκου ακινήτου, η οποία περιέχεται και ερμηνεύεται στην προσκομισθείσα από την εκκαλούσα με ημερομηνία 27-3-2008 τεχνική έκθεση του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Α., καθίσταται σαφές ότι ήδη κατά το συγκεκριμένο έτος, το με αριθμό ... κληροτεμάχιο δεν χρησιμοποιείτο και δεν καλλιεργείτο κατά τρόπο ομοιόμορφο. Αντιθέτως είναι εμφανές ότι μέρος του ιδίου κληροτεμαχίου, το οποίο ταυτίζεται με το τμήμα αυτού, που δεν περιλαμβάνει το επίδικο, δηλαδή το δυτικό τμήμα του καλλιεργείτο κατά το έτος 1968 με ελαιόδενδρα και το τμήμα που ταυτίζεται με το επίδικο, δηλαδή το ανατολικό μέρος του κληροτεμαχίου καλλιεργείτο από άμπελο. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω με αριθμό 2824/1968 απόφαση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, που αφορά το με αριθμό ... κληροτεμάχιο, το κληροτεμάχιο αυτό είχε κατά τον ανωτέρω χρόνο επ` αυτού εννέα μεγάλα ελαιόδενδρα. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος ρητώς ανέφερε ότι στην αρχή επί του εν λόγω ακινήτου υπήρχαν χονδροελιές, τις οποίες καλλιεργούσε ο δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου, κατά δε το έτος 1980 φύτεψε καινούρια μικρά ελαιόδενδρα. Παραλλήλως αποδείχθηκε ότι από την κτήση του ομόρου προς το επίδικο ακίνητο, με αριθμό ..... κληροτεμαχίου ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας καλλιεργούσε επ` αυτού αμπέλια, μέρος των οποίων εκρίζωσε κατά το έτος 1972 και φύτεψε επ` αυτού μικρά ελαιόδενδρα. Με βάση τα ανωτέρω έπεται ότι, εφόσον ο δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου δεν καλλιεργούσε κατά το έτος 1968 τίποτε άλλο επί του ακινήτου νομής του, παρά τα εννέα ελαιόδενδρα και εφόσον ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας καλλιεργούσε επ` αυτού αμπέλια, ήδη από το ανωτέρω έτος ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας είχε αποκτήσει την κατοχή του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ασκώντας επ` αυτού φυσική εξουσίαση διάνοια κυρίου, καθώς το καλλιεργούσε με αμπέλια, η καλλιέργεια δε αυτή, όπως αποτυπώνεται στην ανωτέρω αεροφωτογραφία, είναι ομοιόμορφη και ενιαία τόσο για το επίδικο εδαφικό τμήμα όσο και για το όμορο αυτού ακίνητο νομής του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας, δηλαδή εκτείνεται χωρίς κανένα διαχωριστικό σημείο σε αμφότερα τα ακίνητα αυτά. Τα όσα απεικονίζονται στην αεροφωτογραφία αυτή δεν αρνήθηκε ρητώς ο εφεσίβλητος σε κανένα σημείο των προτάσεων του, ενώ δεν ανέπτυξε αντίλογο στη σχετική φωτοερμηνεία από τον Αγρονόμο Τοπογράφο Μηχανικό Ε. Α.. Έτσι, καθώς η εκκαλούσα άσκησε επί του επιδίκου αυτού τμήματος πράξεις νομής, προσωπικώς ή μέσω του ανωτέρω μισθωτή, από το έτος 1985 απέκτησε επ` αυτού κυριότητα, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι με την επικύρωση της ανωμάλου δικαιοπραξίας μεταβίβασης του, το κληροτεμάχιο με αριθμό ...... είχε απωλέσει την ιδιότητα του αυτή, συνεπώς μπορούσε να κατατμηθεί, συνυπολογίζοντας στο χρόνο χρησικτησίας της και αυτόν του δικαιοπαρόχου της από το έτος 1968, το οποίο αφορά τη ανωτέρω αεροφωτογραφία και έκτοτε, δηλαδή για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα από το έτος 1985, που της μεταβιβάστηκε το επισκεπτόταν, το οριοθετούσε, το επέβλεπε και το καλλιεργούσε μέσω του μισθωτή Γ. Ζ., συγκομίζοντας τους καρπούς που της αναλογούσαν. Κατά το Δεκέμβριο του έτους 1995 η εκκαλούσα προέβη σε εκτεταμένες εργασίες διαμόρφωσης του ακινήτου της, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου εδαφικού τμήματος και συγκεκριμένα σε χωματουργικές εργασίας ισοπέδωσης και εξομάλυνσης των εδαφικών ανωμαλιών και κλίσεων. Για το λόγο αυτό χρησιμοποίησε βαριά μηχανήματα (μπουλντόζες και οδοστρωτήρες). Δεν αποδείχθηκε όμως ότι κατά την επιχείρηση των εργασιών αυτών κατέλαβε το επίδικο εδαφικό τμήμα, δηλαδή το βορειοδυτικό μέρος του με αριθμό .... κληροτεμαχίου. Συγκεκριμένα, με βάση τα όσα η ίδια η εκκαλούσα αναφέρει στις προτάσεις της, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μεταξύ των δύο ακινήτων, δηλαδή του επιδίκου και του ομόρου αυτού ακινήτου της εκκαλούσας υπήρχε πρανές λόγω υψομετρικής διαφοράς, ύψους ενός με δύο μέτρων. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από το μάρτυρα ανταπόδειξης κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του. Ωστόσο, από τις προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο φωτογραφίες καθίσταται σαφές ότι η υψομετρική αυτή διαφορά ανέρχεται πλέον κατά τόπους στα δέκα περίπου μέτρα. Το γεγονός όμως αυτό δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου ότι η εκκαλούσα επεμβαίνοντας στο ακίνητο κυριότητας του εκκαλούντος κατέστρεψε το ύψους ενός μέχρι δύο μέτρων πρανές, ώστε καταλαμβάνοντας μέσω της ισοπέδωσης τμήματα του ακινήτου να καταστεί το ίδιο πρανές ύψους περί των δέκα μέτρων, δεδομένης της υψομετρικής διαφοράς και της ανωφερικής κλίσης του ακινήτου του εφεσίβλητου. Διότι οι χωματουργικές εργασίες που περιλαμβάνουν ισοπέδωση του εδάφους είναι λογικό να επιφέρουν προς το έδαφος εξομάλυνση των εδαφικών κλίσεων, που ενδεχομένως δίνουν την εικόνα, πριν από την εξομάλυνσή τους, μικρότερης υψομετρικής διαφοράς και όχι κατ` ανάγκη επέμβαση στο ξένο ακίνητο και ισοπέδωση του μέχρι πρότινος πρανούς. Αλλωστε, όπως σαφώς συνάγεται από τις εκατέρωθεν προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αφενός υπάρχουν τμήματα στα όρια του επιδίκου με το υπόλοιπο δυτικό τμήμα του με αριθμό ... ακινήτου, όπου δεν υφίσταται υψομετρική διαφορά μεγαλύτερη του ενός μέτρου παρά τις εκτελεσθείσες χωματουργικές εργασίες, αφετέρου εντοπίζονται σημεία έντονης βλάστησης, κυρίως από μεγάλους θάμνους επί του πρανούς, όπου σχηματίζεται η κατόπιν των εργασιών μεγαλύτερη υψομετρική διαφορά, γεγονός που οδηγεί περισσότερο στην εκδοχή ότι δεν υπήρξε επέμβαση επί των συγκεκριμένων σημείων του πρανούς και ισοπέδωση αυτών. Διότι στην περίπτωση αυτή το πρανές έπρεπε να δείχνει φρεσκοσκαμμένο και χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση, δεδομένου ότι τουλάχιστον οι προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο φωτογραφίες ελήφθησαν, με βάση τα όσα ο ίδιος αναφέρει στις προτάσεις του, κατά το έτος 1996, δηλαδή λίγους μήνες μετά τις εν λόγω χωματουργικές εργασίες. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος είναι κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος, καθώς επ` αυτού κυριότητα έχει αποκτήσει η εκκαλούσα δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν συνυπολογισμού και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της επί του επιδίκου." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 3/4/2003 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος και, αφού δέχθηκε κατ` ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Ετσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 ΑΚ, 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968, 15 παρ.1, 2 του ν.δ. 3958/1959, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων έχει στην κυριότητα του δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, ελα/όφυτο αγροτεμάχιο, το οποίο αποτελεί τμήμα του με αριθ. ... κληροτεμαχίου ανταλλάξιμων εκτάσεων της τοποθεσίας "Μαλάδες" του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, και είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο (ήδη αποβιώσαντα) πατέρα του με αγορά από τον αρχικό κληρούχο Κ. Τ., με βάση το από 1/8/1968 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κυρώθηκε με την 2824/1968 απόφαση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, νομίμως μεταγεγραμμένης και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) εγκαταστάθηκε στη νομή του (μη επίδικου) δυτικού μέρους του πιο πάνω κληροτεμαχίου από το χρόνο θανάτου του πατέρα του (1998), ασκώντας έκτοτε τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού πράξεις νομής επί εικοσαετία, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, καθιστάμενος έτσι κύριος του εν λόγω τμήματος και με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης, έγινε δεκτό ότι: α) η επίδικη εδαφική έκταση βρίσκεται βορειοανατολικά του με αριθμό ...... κληροτεμαχίου, κυριότητας της αναιρεσίβλητης, και βορειοδυτικά του με αριθμό ... κληροτεμαχίου, του οποίου αποτελεί τμήμα, β) μετά την επικύρωση της πιο πάνω ανώμαλης δικαιοπραξίας για τη μεταβίβαση του ... κληροτεμαχίου, αυτό μπορούσε να κατατμηθεί, γ) η αναιρεσίβλητη άσκησε στην επίδικη έκταση (τμήμα του ... τεμαχίου) τις περιγραφόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, προσμετρώντας και το χρόνο άσκησης αυτών του δικαιοπαρόχου της, από το έτος 1968 μέχρι το έτος 2005, και κατέστη έτσι κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου και ο μοναδικός λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πέραν του ότι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε στην κατ` έφεση δίκη, δεν προβλήθηκε νομίμως από αυτόν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, αλλά με την προσθήκη- αντίκρουση αυτών), ο (νέος) ισχυρισμός που τους στηρίζει περί μη δυνατότητας κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί τμήματος κληροτεμαχίου, είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που διαλαμβάνεται στο δεύτερο λόγο του κυρίου αναιρετηρίου για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο σχετικός λόγος δεν ιδρύεται επί αναιρέσεως κατ αποφάσεων Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ` αποφάσεων Ειρηνοδικείων, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/5/2013 αίτηση και τους από 5/12/2013 πρόσθετους λόγους του Σ. Ξ. για αναίρεση της 380/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ρ.Κ.

Σχόλια