
273/2014 ΑΠ ( 639484)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Ιδιόγραφη διαθήκη. Προϋποθέσεις του κύρους της. Κατάθεση της ιδιόγραφης διαθήκης από το
διαθέτη σε συμβολαιογράφο για φύλαξη. Στη περίπτωση αυτή ο συμβολαιογράφος θεωρείται
κάτοχος..
της διαθήκης, οπότε οφείλει να την εμφανίσει για δημοσίευση, χωρίς υπαίτια
καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη. Αμφισβήτηση της γνησιότητας
ιδιόγραφης διαθήκης. Διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Η κρίση του Δικαστηρίου
περί της γνησιότητας της επίδικης διαθήκης δεν ήρθη από όσα αναφέρει ο δικαστικός γραφολόγος
στη σχετική γνωμοδότησή του, ότι «επί του φύλλου χάρτου στο οποίο έχει γραφεί η διαθήκη είχαν
εντοπιστεί «λευκά» εγχάρακτα ίχνη γραφής τα οποία δεν προέρχονταν από το χέρι της διαθέτιδας
και τα οποία κατά τη γνώμη αυτού είχαν προέλθει από πρωτότυπες εγγραφές άλλου εγγράφου το
οποίο βρισκόταν πάνω στο έντυπο επί του οποίου γράφηκε η ελεγχόμενη διαθήκη, καθόσον το
γεγονός και μόνο αυτό δεν καθιστούσε πλαστό το κείμενο της διαθήκης, αφού δεν συνδεόταν,
ούτε σχετιζόταν με κάποιο άλλο εύρημα το οποίο να οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι κάτι
επιλήψιμο
έλαβε χώρα κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ΄ αριθ.
224/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Αριθμός 273/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Ρ. του Π., 2)Π. Ρ. του Μ., 3)Κ. Ρ. του Μ., 4)Ε. Ρ. του Μ., κατοίκων ... 5) Α. συζ. Α. Τ., το γένος Π. Ρ. και 6)Κ. συζ. Π. Κ., το γένος Π. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Τσάση.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ... και προσωρινά ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ράρρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Aσπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1721 εδ.α` ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη, για να είναι έγκυρη, πρέπει να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και να υπογράφεται από αυτόν. Σε περίπτωση παράβασης των τριών αυτών όρων επέρχεται κατ` αρχήν η ακυρότητα της διαθήκης, λόγω έλλειψης του ουσιαστικού της τύπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1722 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από το διαθέτη σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, κατά τις κοινές διατάξεις για κατάθεση εγγράφων. Ο τελευταίος, μάλιστα, θεωρείται σε αυτή την περίπτωση κάτοχος της διαθήκης, οπότε οφείλει, κατ` άρθρο 1774 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 807 παρ.1 ΚΠολΔ, να την εμφανίσει για δημοσίευση, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 340, 387, 390 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη που διόρισε το δικαστήριο ή που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, και επομένως, η κρίση αυτού ως προς την εκτίμηση των πιο πάνω εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Η Π. χηρ. Π. Ρ., γεννηθείσα στις 27-2-1917, μητέρα των πρώτου, πέμπτης και έκτης των εναγόντων, του εναγομένου και γιαγιά των λοιπών εναγόντων, μετά το θάνατο του συζύγου της Π. Ρ., το έτος 1983, κατοικούσε μόνη της στη συζυγική οικία, που βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου .... Μετά από ατύχημα, που συνέβη την 6-10-1997, η προαναφερόμενη υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα αριστερού ισχίου, και γι` αυτό νοσηλεύθηκε στο Γ.Ν. Νοσοκομείο Φλώρινας μέχρι τις 21- 10-1997, οπότε και εξήλθε σε σχετικώς καλή γενική κατάσταση. Μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο διέμενε για περίπου ένα χρόνο στην οικία του πρώτου ενάγοντος, υιού της, στη .., όπου την φρόντιζαν ο τελευταίος με τη σύζυγο του, ως και η θυγατέρα της Μ., η οποία επισκέπτετο πολύ συχνό την οικία του αδελφού της, προκειμένου να φροντίζει τη μητέρα της. Κατά το χρόνο της παραμονής της στην οικία του υιού της και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση αδυναμίας να φροντίσει τον εαυτό της και να αυτοεξυπηρετηθεί, προσκάλεσε εκεί, στις 22-11- 1997, τη συμβολαιογράφο Φλώρινας ............................. , όπου με την παρουσία τριών μαρτύρων συνέταξε την υπ` αριθμ. .../ 22-11-1997 δημόσια διαθήκη της, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τους υιούς της Γ. (εναγόμενο) και Μ. (πρώτο ενάγοντα), τις θυγατέρες της Μ. Τ. και Α. Τ. (πέμπτη ενάγουσα) και τα εγγόνια της, Κ., Π. και Ε. Ρ. του Μ. (δεύτερο, τρίτο και τέταρτη ενάγοντες), στους οποίους κατέλειπε όλη την ακίνητη περιουσία της. Ένα χρόνο περίπου μετά το ως άνω ατύχημα, η προαναφερομένη επέστρεψε στην οικία της στη ..., όπου κατοικούσε μόνη της και αυτοεξυπηρετείτο, με τη συνδρομή βεβαίως και των τέκνων της, έχοντας διαύγεια πνεύματος και ικανότητα να γράφει. Ακολούθως, μετά την πάροδο τριών ετών περίπου από τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης, η τελευταία προσκάλεσε εκ νέου την ίδια συμβολαιογράφο, ................... , στο ξενοδοχείο με την επωνυμία "........................" στη .., όπου αφού προσήλθε η συμβολαιογράφος στο ... δωμάτιο του πρώτου ορόφου, η Π. Ρ. παρέδωσε σε αυτήν προς φύλαξη ένα κλειστό ταχυδρομικό φάκελο, δηλώνοντας σε αυτήν ταυτοχρόνως ότι ο φάκελος αυτός περιείχε τη διαθήκη της. Η συμβολαιογράφος παρέλαβε το φάκελο, συνέταξε την υπ` αριθμ. .../4-10-2000 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία αφού ανάγνωσε, υπέγραψαν αμφότερες και ακολούθως αποχώρησε. Η Π. Ρ., η οποία απεβίωσε την 8-4-2005, σε ηλικία 88 ετών, θέλησε η παράδοση της ιδιόγραφης διαθήκης στη συμβολαιογράφο να γίνει στο παραπάνω ξενοδοχείο, προφανώς διότι ήθελε να παραμείνει μυστική η ύπαρξη και το περιεχόμενο της, φοβούμενη τις αντιδράσεις του πρώτου ενάγοντος, υιού της. Περί τα τέλη του καλοκαιριού του 2005, ο τελευταίος προσκόμισε στην προαναφερομένη συμβολαιογράφο μία ληξιαρχική πράξη θανάτου της μητέρας του και ζήτησε τη δημοσίευση της ως άνω δημόσιας διαθήκης της, αγνοώντας την ύπαρξη της δεύτερης και χρονικά μεταγενέστερης ιδιόγραφης διαθήκης. Στις 13-10-2005, η συμβολαιογράφος προσήλθε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας προσκομίζοντας τόσο τη δημόσια διαθήκη όσο και τον κλειστό φάκελο με τη δεύτερη, ιδιόγραφη διαθήκη και κατέθεσε τις υπ` αριθμ. καταθ. 77 και 78/2005 αιτήσεις της, για δημοσίευση τούτων. Με το υπ` αριθμ. 141/13-10-2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας δημοσιεύθηκε η υπ` αριθμ. .../1997 δημόσια διαθήκη της Π. Ρ., ενώ με το υπ` αριθμ. 136/13-10- 2005 πρακτικό του ιδίου δικαστηρίου δημοσιεύθηκε και θεωρήθηκε η από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της ιδίας. Με την τελευταία αυτή διαθήκη, η Π. Ρ. εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον υιό της Γ. Ρ. (εναγόμενο), ενώ στα υπόλοιπα τέκνα της, Μ. Ρ., Α. Τ., Κ. Κ. (πρώτο, πέμπτη και έκτη ενάγοντες) και Μ. Τ. άφησε 100.000 δραχμές στον καθένα. Από το περιεχόμενο της τελευταίας και χρονικά μεταγενέστερης διαθήκης, προκύπτει σαφώς ότι η διαθέτης ανακαλεί την προηγούμενη δημόσια διαθήκη της (αρθρ. 1763 και 1764 ΑΚ). Ακολούθως, ο εναγόμενος με την υπ` αριθμ. καταθ. 148/30-11-2005 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, ζήτησε να κηρυχθεί κύρια η από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, την 9-2-2006, άσκησαν παρέμβαση οι πρώτος, πέμπτη και έκτη ενάγοντες, με την οποία αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της διαθήκης. Προσκόμισαν δε, μεταξύ άλλων, και την από 1-2-2006 γραφολογική γνωμοδότηση του Χ. Μ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διαθήκη δεν συντάχθηκε ούτε υπογράφηκε από την Π. Ρ., αλλά από άγνωστο πρόσωπο, δηλαδή ήταν πλαστή και γι` αυτό ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση. Το Δικαστήριο, με την υπ` αριθμ. 86/2006 απόφαση του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την παρέμβαση, απέρριψε την τελευταία ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης προδικασίας, καθόσον αυτή ασκήθηκε προφορικώς στο ακροατήριο και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, ενώ διέταξε επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον Π. Τ., ειδικό δικαστικό γραφολόγο, κάτοικο ..., για να αποφανθεί περί του αν η επίμαχη διαθήκη είχε γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από το χέρι της Π. Ρ.. Ο πραγματογνώμονας, αφού εξέτασε το πρωτότυπο της διαθήκης στο αρμόδιο γραφείο διαθηκών του Πρωτοδικείου Φλώρινας, αντιπαρέβαλε την περιεχόμενη σε αυτήν γραφή και υπογραφή με δείγματα γραφής και υπογραφής της Π. Ρ., και αφού έκρινε ότι τα υπό εξέταση έγγραφα (αμφισβητούμενο και συγκριτικά.) πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της ποιοτικής καταλληλότητας και ποσοτικής επάρκειας για την εξαγωγή βέβαιου συμπεράσματος, κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η από 21-9-1999 διαθήκη έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από το χέρι της Π. Ρ., καθόσον εντάσσετο πλήρως στη γραφική και υπογραφική συνήθεια αυτής και δεν αντικειμενικά ίχνη πλαστότητας. Όπως αναφέρει δε στη σχετική έκθεση την εξαγωγή του συμπεράσματος του έλαβε υπόψη και την από γραφολογική γνωμάτευση της Μ. - Μ. Κ., ειδικής δικαστικής γραφολόγου Αθηνών, που ορίστηκε τεχνική σύμβουλος από τον εναγόμενο, αλλά και την ως άνω από 1-2-2006 γραφολογική γνωμάτευση ειδικού δικαστικού γραφολόγου Χ. Μ., ως και τις άλλες δύο του ιδίου, από 25-2-2006 και 15-4-2006, που στο μεταξύ ο ίδιος συνέταξε, σύμφωνα, με τις οποίες αφενός μεν η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε και υπογράφηκε από το Δ. Δ. και όχι από την Π. Ρ., αφετέρου δε και η υπογραφή που φέρεται ότι είχε τεθεί από την τελευταία στην υπ` αριθμ. .../4-10-2000 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, είχε και αυτή τεθεί από το Δ. Δ., που είναι παντρεμένος με την Ε. Δ., εγγονή της διαθέτιδος και θυγατέρα της θυγατέρας της Μ. Τ.. Κατόπιν τούτων, ο εναγόμενος επανέφερε με κλήση την ως άνω αίτηση του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, το οποίο με την υπ` αριθμ. 33/2009 απόφαση του, την έκανε δεκτή και κήρυξε κύρια την από 21- 9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη.
Στο μεταξύ, οι πρώτος, πέμπτη και έκτη ενάγοντες, αμφισβητώντας τη γνησιότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας τις από 18-5- 2006 και 21-7-2006 τρεις εγκλήσεις τους, με τις οποίες ισχυρίζοντο ότι ο Δ. Δ., με ηθικό αυτουργό τον Γ. Ρ., πλαστογράφησε την εν λόγω διαθήκη, συντάσσοντας το κείμενο και υπογράφοντας τούτο, καθώς και ότι έθεσε κατ` απομίμηση και την υπογραφή της στην ως άνω πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, εν αγνοία της, χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή της. Με βάση δε αυτά, ζήτησαν την ποινική δίωξη των Γ. Ρ., Δ. Δ. και της συμβολαιογράφου Ειρήνης Κωνσταντινίδου, ισχυριζόμενοι για την τελευταία, ότι εξαπατήσασα το δικαστήριο πέτυχε να δημοσιευθεί η εν λόγω διαθήκη. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Φλώρινας παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, στο πλαίσιο της οποίας παραγγέλθηκε εκ νέου η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ένδικη διαθήκη ήταν γνήσια ή όχι και αν η υπογραφή στην υπ` αριθμ.../4-10-2000 πράξη κατάθεσης διαθήκης είχε τεθεί από την Π. Ρ.. Σε εκτέλεση της ως άνω Εισαγγελικής παραγγελίας ορίστηκε πραγματογνώμονας ο Δ. Σ., ειδικός δικαστικός γραφολόγος Θεσσαλονίκης, ο οποίος στην από 8-2-2008 έκθεση του, κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο γραφικός χαρακτήρας στην από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη ανήκει στην Π. Ρ., ότι η υπογραφή στη διαθήκη αυτή τέθηκε από την ίδια και ότι η υπογραφή στην ως άνω πράξη κατάθεσης έχει χαραχθεί από την ίδια. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Φλώρινας απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμες τις ως άνω εγκλήσεις, με την από 30-3-2010 διάταξη της, κατά της οποίας οι παραπάνω ενάγοντες ουδέποτε προσέφυγαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών (αρθρ. 48 ΚΠΔ).
Αποδείχθηκε ακόμη, ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί των εναγόντων περί πλαστότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης και της υπογραφής στην ως άνω πράξη κατάθεσης αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως προκύπτει τούτο, από την από 14-5-2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., που διενεργήθηκε κατόπιν της υπ` αριθμ. 86/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας και την από 8-2-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Σ., που διενεργήθηκε μετά από σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας, αλλά και την από 24-1-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ.. Από το περιεχόμενο τούτων προκύπτει ότι οι εγγραφές στην διαθήκη φέρουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά: Τέθηκαν με αρκετά σταθερή σαφώς προς τα δεξιά κλίση, το μέγεθος των γραμμάτων είναι μέτριο προς μικρό, η γραφική εξέλιξη μέτρια προς χαμηλή, η ασκούμενη πίεση μέτρια προς χαμηλή, οι μεσογραμματικές και μεσολεκτικές αποστάσεις μεγάλες, το γράψιμο ανοργάνωτο, η εικόνα της γραφής ομοιογενής και χωρίς τονισμό, όπως ακριβώς έγραφε η Π. Ρ.. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τα γράμματα α, β, γ, η, κ, Κ, λ, Μ, π, ρ, σ, τ, υ, Χ, ς καθώς και οι αριθμοί 1, 2, 9 φέρουν την ίδια γραφική φόρμα με αυτή τη γνήσιας γραφής της Π. Ρ., αφού εντάσσονται απόλυτα στη γραφική της συνήθεια. Εκτός τούτων, παρατηρείται ότι υπάρχει σαφής γραφική παθολογικότητα: γραφικός τρόμος στα γράμματα, τριχοειδείς ενάρξεις και απολήξεις, γωνίες αντί καμπυλών, ελαφρά γραφική αστάθεια στην εκμετάλλευση του ωφέλιμου χώρου (οι λέξεις και οι γραφικοί στίχοι δεν τίθενται οριζόντια, αλλά έχουν ελαφρά καθοδική πορεία στο χώρο), όπως είναι φυσιολογικό να γράφει ένας άνθρωπος 82 ετών, ενώ τονίζεται, επίσης, ότι το υλικό της γραφής της διαθέτιδος δεν είναι πλησιόχρονο με τη διαθήκη (πιθανώς προέρχεται από το 1985, δηλαδή 14 χρόνια πριν από την ημεροχρονολογία της διαθήκης) και γι` αυτό το λόγο δεν υπάρχουν σε αυτό ίχνη παθολογικότητας. Εκτός τούτων, ότι η γραφική παθολογικότητα λόγω γήρατος πιστοποιείται ακόμη περισσότερο από το ότι η διαθέτιδα ξεχνά γράμματα στις λέξεις, ενώ υπάρχουν στη διαθήκη επανεγγραφές και μικροδιορθώσεις γραμμάτων, οι οποίες όμως, όπως τονίζεται στην πραγματογνωμοσύνη του Π. Τ., δεν είναι επιτηδευμένες και προσεκτικές, αλλά χοντροκομμένες, στοιχείο το οποίο υποδηλώνει ότι τέθηκαν οπό άτομο με γραφική ακαμψία και όχι από κάποιο που μπορεί να γράψει με άνεση. Τα ίδια άλλωστε χαρακτηριστικά παρατηρούνται και στις δύο υπογραφές που τέθηκαν τόσο στην επίμαχη διαθήκη, όσο και στην υπ` αριθμ. .../4-10-2010 πράξη κατάθεσης της, όπως η γραφική παθολογικότητα, με τα ως άνω γνωρίσματα, η ελαφρύτερη του φυσιολογικού πίεση, η κλίση της γραφής προς τα δεξιά, η έλλειψη τονισμού, οι μεγάλες μεσογραμματικές αποστάσεις και η ταύτιση στη χάραξη των επιμέρους γραμμάτων των κρίσιμων υπογραφών με τις γνήσιες υπογραφές της Π. Ρ.. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονισθεί ότι, οι ορισθέντες από τους ενάγοντες ειδικοί δικαστικοί γραφολόγοι Χ. Β. Μ. και Γ. Ν. Χ., ο μεν πρώτος στις από 1-2-2006, 25-2-2006, 15-4-2006, 4-6-2007 και 10-6-2007 γραφολογικές γνωμοδοτήσεις του, ο δε δεύτερος στην από 8-3-2010 γραφολογική γνωμοδότηση του, αναφέρουν ότι η διστακτικότητα, η αστάθεια, οι διακοπές, οι στάσεις που παρατηρούνται στη χάραξη του κειμένου της επίμαχης διαθήκης, καθώς επίσης, οι συμπληρώσεις, οι τροποποιήσεις, οι επανεγγραφές, οι επαναχαράξεις, τα ορθογραφικά σφάλματα, η ποιότητα και η ένταση της χάραξης, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πλαστή διαθήκη. Το συμπέρασμα τους όμως αυτό, αντικρούεται πλήρως και με απόλυτη πειστικότητα από το περιεχόμενο των προαναφερθέντων γνωμοδοτήσεων. Ενισχυτικό τούτου, είναι και το γεγονός ότι τα ίδια γραφολογικά γνωρίσματα (όπως διορθωτική επαναχάραξη γραμμάτων, τρεμώδης χάραξη, τριχοειδής χάραξη, ορθογραφικά σφάλματα, έλλειψη τονισμού), εμφανίζονται στις πλησιόχρονες υπογραφές της, που τέθηκαν από αυτήν επί της υπ` αριθμ. .../22-11-1997 δημόσιας διαθήκης. Τέλος, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου (περί της γνησιότητας της διαθήκης) δεν αίρεται από όσα αναφέρει ο δικαστικός γραφολόγος Γ. Χ., στην ως άνω γνωμοδότηση του, ότι δηλαδή "επί του φύλλου χόρτου στο οποίο έχει γραφεί η διαθήκη εντοπίστηκαν `λευκά` εγχάρακτα ίχνη γραφής τα οποία δεν προέρχονται από το χέρι της Π. Ρ. ...", και τα οποία κατά τη γνώμη του "έχουν προέλθει από πρωτότυπες εγγραφές άλλου εγγράφου το οποίο βρισκόταν πάνω στο έντυπο επί του οποίου γράφηκε η ελεγχόμενη διαθήκη", καθόσον το γεγονός και μόνο αυτό ουδόλως καθιστά πλαστό το κείμενο της διαθήκης, αφού δεν συνδέεται, ούτε σχετίζεται με κάποιο άλλο εύρημα το οποίο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάτι επιλήψιμο έλαβε χώρα κατά τη σύνταξη της διαθήκης.
Περαιτέρω, ενισχυτικό της παραπάνω άποψης του Δικαστηρίου, περί γνησιότητας τόσο της από 21-9-1999 ιδιόγραφης διαθήκης, όσο και της υπ` αριθμ. .../4-10-2000 πράξης κατάθεσης της, είναι το γεγονός ότι, ούτε ο, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, φερόμενος ως πλαστογράφος Δ. Δ., ούτε και η σύζυγος ή η πεθερά αυτού, εγγονή και θυγατέρα της διαθέτιδας, αντιστοίχως, θα αποκόμιζαν κάποιο όφελος από τη χρονικά μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που καταλείπετο στην πεθερά του (Μ. Τ.) από τη μητέρα της, βάσει της εν λόγω διαθήκης, ήταν το χρηματικό ποσό των 100.000 δρχ., ενώ το σύνολο της λοιπής καταλείπετο στον εναγόμενο. Ωστόσο, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε κάποια ιδιαίτερη σχέση του Δ. Δ. με τον εναγόμενο, ώστε να δικαιολογεί το ενδιαφέρον του να τον ωφελήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο. Άλλωστε, ούτε οι ενάγοντες ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Τέτοια ιδιαίτερη σχέση δεν προέκυψε ότι υπήρχε μεταξύ της πεθεράς ή της συζύγου του Δ. Δ. και του εναγομένου. Οπωσδήποτε όμως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο Δ. Δ.ς, χωρίς να προσβλέπει σε συγκεκριμένο ίδιο όφελος, ή χωρίς να επιδιώκει να προσπορίσει τέτοιο σε τρίτο, προχωρούσε σε πλαστογραφία της ένδικης διαθήκης και της πράξης κατάθεσης της, θέτοντας έτσι τον εαυτό του στον κίνδυνο να διωχθεί ο ίδιος για αξιόποινες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα. Ακόμα, ουδόλως προέκυψε, ότι ο Δ. Δ. είχε επαρκή και πλησιόχρονα της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης (21-9-1999), αλλά και της κατάθεσης αυτής (4- 10-2000), δείγματα γραφής και υπογραφής της Π. Ρ., τα οποία θα τον βοηθούσαν στην απομίμησή τους, ούτε ότι είχε τις εξειδικευμένες εκείνες γνώσεις και την ικανότητα της πλήρους και πιστής απομίμησης και υπογραφικής συνήθειας της διαθέτιδας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να μπορεί να παραπλανήσει και τους τρεις προαναφερόμενους γραφολόγους, οι οποίοι με βεβαιότητα αποφάνθηκαν για τη γνησιότητα της διαθήκης και των δύο κρίσιμων υπογραφών. Εκτός τούτου, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, δεν προέκυψε οποιοδήποτε συμφέρον της συμβολαιογράφου ........................ το οποίο θα δικαιολογούσε να αποδεχθεί αυτή να πλαστογραφηθεί η υπογραφή της διαθέτιδας στην πράξη κατάθεσης, που η ίδια συνέταξε και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της, να εμφανίσει την κατατεθείσα διαθήκη και να ζητήσει τη δημοσίευση της από το Δικαστήριο, αποσιωπώντας μία πλαστογραφία και ακολούθως να προκαλέσει η ίδια τα αποτελέσματα της και μάλιστα με την εξαπάτηση του Δικαστηρίου, διακινδυνεύοντας να υποστεί και η ίδια τις κυρώσεις από μία τέτοια ενέργεια και να εκτεθεί στην ποινική δίωξη για πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, ενεργώντας όπως ο νόμος ορίζει, μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο της Π. Ρ., εμφάνισε στο δικαστήριο τόσο την υπ` αριθμ. .../1999 δημόσια, όσο και την από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της. Τέλος, στοιχείο ενισχυτικό της γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδας στην πράξη κατάθεσης της διαθήκης, αποτελεί η δοθείσα στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης κατάθεση της μάρτυρος Θ. Κ., υπαλλήλου του ξενοδοχείου "........... ...............", η οποία θυμόταν ότι πράγματι προσήλθε μία ηλικιωμένη κυρία, συνοδευόμενη από κάποιο κύριο (όπως προέκυψε ήταν ο εναγόμενος), που δήλωσαν ως επίθετο για την κράτηση του δωματίου το όνομα "Ρ." (βλ. και την Α.Π.Υ. υπ` αριθμ. …/4-10-2000, που εξέδωσε το ξενοδοχείο), και ότι στη συνέχεια της ίδιας ημέρας προσήλθε και η συμβολαιογράφος ................ , η οποία αφού πληροφορήθηκε τον αριθμό του δωματίου της ηλικιωμένης, ανέβηκε σε αυτό. Το περιστατικό αυτό, της προσέλευσης της Π. Ρ. στο εν λόγω ξενοδοχείο, για την παράδοση της διαθήκης στην προαναφερομένη συμβολαιογράφο, ομολόγησαν και οι πρώτος, πέμπτη και έκτη ενάγοντες στο κείμενο της ως άνω παρέμβασης τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, κατά τη συζήτηση της υπ` αριθμ. 148/2005 αίτησης του εναγομένου, όσο και στις σχετικές προτάσεις που κατέθεσαν, όπου έκαναν λόγο για μεταφορά της εκεί από τον εναγόμενο, αδελφό τους, έστω και αν στη συνέχεια αναίρεσαν τα παραπάνω καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τη δήθεν πλαστογράφηση της πράξης κατάθεσης της ιδιόγραφης διαθήκης από το Δ. Δ.".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι "αποδείχθηκε πλήρως η γνησιότητα τόσο της από 21/9/1999 ιδιόγραφης διαθήκης, καθόσον έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα Π. Ρ., όσο και της υπογραφής στην υπ` αριθ. .../4-10-2000 πράξη κατάθεσης, αφού είχε υπογραφεί από την ίδια". Ακολούθως, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία είχαν ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης λόγω πλαστότητάς της, αφού απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί της εγκυρότητας της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι: 1) χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι η από 21/9/1999 ιδιόγραφη διαθήκη της Π. Ρ. είναι γνήσια, απορρίπτοντας τις αντίθετες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των Χ. Μ. και Γ. Χ., 2) ότι με ελλιπείς, ανακριβείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι: α) η πιο πάνω διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από την Π. Ρ., χωρίς να προσδιορίζει ποια ήταν η γραφική και υπογραφική της συνήθεια, β) η ύπαρξη λευκών εγχάρακτων ιχνών γραφής επί φύλλου χαρτιού, που δεν προέρχονται από την Π. Ρ., δεν καθιστά πλαστό το κείμενο της επίμαχης διαθήκης, γ) η διαθέτης οδηγήθηκε στο ξενοδοχείο ......................... από τον αναιρεσίβλητο, παρότι δέχθηκε αρχικά ότι αυτή πήγε μόνη της εκεί, δ) οι διάφορες επανεγγραφές και μικροδιορθώσεις γραμμάτων στην ίδια διαθήκη υποδηλώνουν ότι τέθηκαν από άτομο με γραφική ακαμψία, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο αυτής της ακαμψίας, τη μορφή των πιο πάνω επανεγγραφών και μικροδιορθώσεων και το πρόσωπο που θα μπορούσε να γράψει με άνεση και ε) τα γραφολογικά γνωρίσματα εμφανίζονται σε πλησιόχρονες υπογραφές της διαθέτιδος, παρότι δέχθηκε ότι το υλικό γραφής της δεν είναι πλησιόχρονο με τη διαθήκη (πιθανώς προέρχεται κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων από το έτος 1985) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφενός διότι πλήττει τις παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με τις προαναφερθείσες αντίθετες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις και πραγματογνωμοσύνες, τις οποίες εκτίμησε ελεύθερα, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, ως προς την πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης, κρίση η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, και αφετέρου διότι, υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Ο αναιρετικός λόγος του αρ.11γ` του άρθρου 559 ΚπολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσης του έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς χρήση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002). Για την ουσιαστική βασιμότητα του ίδιου λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του. Ο ίδιος όμως λόγος είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο κρίσιμος λόγος είναι βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, και ειδικότερα: 1) το 50/2007 τιμολόγιο, ποσού 1975 ευρώ, για κατεδάφιση κτίσματος που ανήκε εξ αδιαιρέτου στον πρώτο αναιρεσείοντα και τη μητέρα του, 2) τα υπ` αριθ. 031, 133, 0199/2008 και 5019/2009 τιμολόγια-δελτία αποστολής ποσού 7225,45 ευρώ πλέον ΦΠΑ, 3) το υπ` αριθ. 30/2007 δελτίο αποστολής και το υπ` αριθ. 115/2008 δελτίο αποστολής, σε συνδυασμό με το υπ` αριθ. 50/2008 τιμολόγιο ποσού 8501,36 ευρώ για αγορά και τοποθέτηση κουφωμάτων, 4) το υπ` αριθ. 87/2009 τιμολόγιο ποσού 1047,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ για επιδιόρθωση της γκαραζόπορτας- καγκελόπορτας, 5) τα υπ` αριθ. 126/2008, 99/2008, 8025100/2009 δελτία αποστολής-τιμολόγια και την υπ` αριθ. 816/2008 απόδειξη λιανικής-δελτίο αποστολής συνολικού ποσού 2777,49 ευρώ για υδραυλικά και τοποθέτηση σωμάτων θέρμανσης για καυστήρα, 6) το 41/2005 δελτίο αποστολής-τιμολογίου και απόδειξη ποσού 1590 ευρώ του γραφείου τελετών Α. και την 22/5/2005 απόδειξη ποσού 1600 ευρώ του Αν. Μ. για τα έξοδα κηδείας και μνημοσύνου της μητέρας του που κατέβαλε ο πρώτος αναιρεσείων, 7) την υπ`αριθ. 5525/2000 απόδειξη επ` ονόματι ............... του ξενοδοχείου ................................ στη … για τη μίσθωση του δωματίου .. , στο οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε μεταφέρει τη μητέρα του, 8) την από 24/8/2007 εξώδικη απάντηση του πρώτου αναιρεσείοντα στην από 17/8/2007 εξώδικη όχληση του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με την παράδοση αντιγράφου του βιβλίου κίνησης του πιο πάνω ξενοδοχείου, κατά την 4/10/2000, για το υπ` αριθ. ... δωμάτιο, όπου η Π. Ρ. (μητέρα των πρώτου, πέμπτης και έκτης των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου και γιαγιά των λοιπών αναιρεσειόντων) παρέδωσε στη συμβολαιογράφο Φλώρινας ........................... ένα φάκελο, ο οποίος, όπως της δήλωσε, περιείχε την ιδιόγραφη διαθήκη της (Π. Ρ.), 9) την από 23/11/2005 επιστολή της έκτης αναιρεσείουσας προς το δικηγόρο της, 10)την από 21/11/2005 επιστολή της πέμπτης αναιρεσείουσας προς το δικηγόρο της, 11) την από 17/5/2006 γνωμάτευση του ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού Χ. Γ. για την επέμβαση που υποβλήθηκε η Π. Ρ. στις 6/11/1997 για κάταγμα στο αριστερό ισχίο, αναφέροντας ότι το εν λόγω κάταγμα δεν σχετίζεται με γεροντική άνοια, 12) τις από 1/12/2006, 31/7/2008, 3/7/2008 ένορκες καταθέσεις των Γ. Χ. (ιατρού), Ε. Ρ., Κ. Ρ. και Μ. Ρ. αντίστοιχα, τις από 7/11/2006 και 8/8/2008 ανώμοτες καταθέσεις των Ε. Δ. και Γ. Ρ. αντίστοιχα, τις από 18/5/2006, 21/7/2006, 21/7/2006 μηνύσεις των Μ. Ρ., Α. Κ. και Α. Τ. αντίστοιχα, και την από 30/10/2007 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία των Α. Τ. και Α. Κ., τα έγγραφα δε αυτά αν είχε αξιολογήσει και εκτιμήσει στο σύνολό τους το δικάσαν δικαστήριο, θα είχε καταλήξει σε διαφορετική απόφαση. Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, ότι διαμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση, μεταξύ άλλων, και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και από τις αιτιολογίες της απόφασής του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα πιο πάνω έγγραφα των αναιρεσειόντων για το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της από 21/9/1999 ιδιόγραφης διαθήκης της Π.Ρ.. Το γεγονός δε ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/10/2012 αίτηση των Μ., Π., Κ. και Ε. Ρ. κλπ για αναίρεση της 224/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Ρ. του Π., 2)Π. Ρ. του Μ., 3)Κ. Ρ. του Μ., 4)Ε. Ρ. του Μ., κατοίκων ... 5) Α. συζ. Α. Τ., το γένος Π. Ρ. και 6)Κ. συζ. Π. Κ., το γένος Π. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Τσάση.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ... και προσωρινά ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ράρρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Aσπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1721 εδ.α` ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη, για να είναι έγκυρη, πρέπει να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και να υπογράφεται από αυτόν. Σε περίπτωση παράβασης των τριών αυτών όρων επέρχεται κατ` αρχήν η ακυρότητα της διαθήκης, λόγω έλλειψης του ουσιαστικού της τύπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1722 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από το διαθέτη σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, κατά τις κοινές διατάξεις για κατάθεση εγγράφων. Ο τελευταίος, μάλιστα, θεωρείται σε αυτή την περίπτωση κάτοχος της διαθήκης, οπότε οφείλει, κατ` άρθρο 1774 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 807 παρ.1 ΚΠολΔ, να την εμφανίσει για δημοσίευση, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 340, 387, 390 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη που διόρισε το δικαστήριο ή που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, και επομένως, η κρίση αυτού ως προς την εκτίμηση των πιο πάνω εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Η Π. χηρ. Π. Ρ., γεννηθείσα στις 27-2-1917, μητέρα των πρώτου, πέμπτης και έκτης των εναγόντων, του εναγομένου και γιαγιά των λοιπών εναγόντων, μετά το θάνατο του συζύγου της Π. Ρ., το έτος 1983, κατοικούσε μόνη της στη συζυγική οικία, που βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου .... Μετά από ατύχημα, που συνέβη την 6-10-1997, η προαναφερόμενη υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα αριστερού ισχίου, και γι` αυτό νοσηλεύθηκε στο Γ.Ν. Νοσοκομείο Φλώρινας μέχρι τις 21- 10-1997, οπότε και εξήλθε σε σχετικώς καλή γενική κατάσταση. Μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο διέμενε για περίπου ένα χρόνο στην οικία του πρώτου ενάγοντος, υιού της, στη .., όπου την φρόντιζαν ο τελευταίος με τη σύζυγο του, ως και η θυγατέρα της Μ., η οποία επισκέπτετο πολύ συχνό την οικία του αδελφού της, προκειμένου να φροντίζει τη μητέρα της. Κατά το χρόνο της παραμονής της στην οικία του υιού της και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση αδυναμίας να φροντίσει τον εαυτό της και να αυτοεξυπηρετηθεί, προσκάλεσε εκεί, στις 22-11- 1997, τη συμβολαιογράφο Φλώρινας ............................. , όπου με την παρουσία τριών μαρτύρων συνέταξε την υπ` αριθμ. .../ 22-11-1997 δημόσια διαθήκη της, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τους υιούς της Γ. (εναγόμενο) και Μ. (πρώτο ενάγοντα), τις θυγατέρες της Μ. Τ. και Α. Τ. (πέμπτη ενάγουσα) και τα εγγόνια της, Κ., Π. και Ε. Ρ. του Μ. (δεύτερο, τρίτο και τέταρτη ενάγοντες), στους οποίους κατέλειπε όλη την ακίνητη περιουσία της. Ένα χρόνο περίπου μετά το ως άνω ατύχημα, η προαναφερομένη επέστρεψε στην οικία της στη ..., όπου κατοικούσε μόνη της και αυτοεξυπηρετείτο, με τη συνδρομή βεβαίως και των τέκνων της, έχοντας διαύγεια πνεύματος και ικανότητα να γράφει. Ακολούθως, μετά την πάροδο τριών ετών περίπου από τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης, η τελευταία προσκάλεσε εκ νέου την ίδια συμβολαιογράφο, ................... , στο ξενοδοχείο με την επωνυμία "........................" στη .., όπου αφού προσήλθε η συμβολαιογράφος στο ... δωμάτιο του πρώτου ορόφου, η Π. Ρ. παρέδωσε σε αυτήν προς φύλαξη ένα κλειστό ταχυδρομικό φάκελο, δηλώνοντας σε αυτήν ταυτοχρόνως ότι ο φάκελος αυτός περιείχε τη διαθήκη της. Η συμβολαιογράφος παρέλαβε το φάκελο, συνέταξε την υπ` αριθμ. .../4-10-2000 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία αφού ανάγνωσε, υπέγραψαν αμφότερες και ακολούθως αποχώρησε. Η Π. Ρ., η οποία απεβίωσε την 8-4-2005, σε ηλικία 88 ετών, θέλησε η παράδοση της ιδιόγραφης διαθήκης στη συμβολαιογράφο να γίνει στο παραπάνω ξενοδοχείο, προφανώς διότι ήθελε να παραμείνει μυστική η ύπαρξη και το περιεχόμενο της, φοβούμενη τις αντιδράσεις του πρώτου ενάγοντος, υιού της. Περί τα τέλη του καλοκαιριού του 2005, ο τελευταίος προσκόμισε στην προαναφερομένη συμβολαιογράφο μία ληξιαρχική πράξη θανάτου της μητέρας του και ζήτησε τη δημοσίευση της ως άνω δημόσιας διαθήκης της, αγνοώντας την ύπαρξη της δεύτερης και χρονικά μεταγενέστερης ιδιόγραφης διαθήκης. Στις 13-10-2005, η συμβολαιογράφος προσήλθε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας προσκομίζοντας τόσο τη δημόσια διαθήκη όσο και τον κλειστό φάκελο με τη δεύτερη, ιδιόγραφη διαθήκη και κατέθεσε τις υπ` αριθμ. καταθ. 77 και 78/2005 αιτήσεις της, για δημοσίευση τούτων. Με το υπ` αριθμ. 141/13-10-2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας δημοσιεύθηκε η υπ` αριθμ. .../1997 δημόσια διαθήκη της Π. Ρ., ενώ με το υπ` αριθμ. 136/13-10- 2005 πρακτικό του ιδίου δικαστηρίου δημοσιεύθηκε και θεωρήθηκε η από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της ιδίας. Με την τελευταία αυτή διαθήκη, η Π. Ρ. εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον υιό της Γ. Ρ. (εναγόμενο), ενώ στα υπόλοιπα τέκνα της, Μ. Ρ., Α. Τ., Κ. Κ. (πρώτο, πέμπτη και έκτη ενάγοντες) και Μ. Τ. άφησε 100.000 δραχμές στον καθένα. Από το περιεχόμενο της τελευταίας και χρονικά μεταγενέστερης διαθήκης, προκύπτει σαφώς ότι η διαθέτης ανακαλεί την προηγούμενη δημόσια διαθήκη της (αρθρ. 1763 και 1764 ΑΚ). Ακολούθως, ο εναγόμενος με την υπ` αριθμ. καταθ. 148/30-11-2005 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, ζήτησε να κηρυχθεί κύρια η από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, την 9-2-2006, άσκησαν παρέμβαση οι πρώτος, πέμπτη και έκτη ενάγοντες, με την οποία αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της διαθήκης. Προσκόμισαν δε, μεταξύ άλλων, και την από 1-2-2006 γραφολογική γνωμοδότηση του Χ. Μ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διαθήκη δεν συντάχθηκε ούτε υπογράφηκε από την Π. Ρ., αλλά από άγνωστο πρόσωπο, δηλαδή ήταν πλαστή και γι` αυτό ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση. Το Δικαστήριο, με την υπ` αριθμ. 86/2006 απόφαση του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την παρέμβαση, απέρριψε την τελευταία ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης προδικασίας, καθόσον αυτή ασκήθηκε προφορικώς στο ακροατήριο και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, ενώ διέταξε επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον Π. Τ., ειδικό δικαστικό γραφολόγο, κάτοικο ..., για να αποφανθεί περί του αν η επίμαχη διαθήκη είχε γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από το χέρι της Π. Ρ.. Ο πραγματογνώμονας, αφού εξέτασε το πρωτότυπο της διαθήκης στο αρμόδιο γραφείο διαθηκών του Πρωτοδικείου Φλώρινας, αντιπαρέβαλε την περιεχόμενη σε αυτήν γραφή και υπογραφή με δείγματα γραφής και υπογραφής της Π. Ρ., και αφού έκρινε ότι τα υπό εξέταση έγγραφα (αμφισβητούμενο και συγκριτικά.) πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της ποιοτικής καταλληλότητας και ποσοτικής επάρκειας για την εξαγωγή βέβαιου συμπεράσματος, κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η από 21-9-1999 διαθήκη έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από το χέρι της Π. Ρ., καθόσον εντάσσετο πλήρως στη γραφική και υπογραφική συνήθεια αυτής και δεν αντικειμενικά ίχνη πλαστότητας. Όπως αναφέρει δε στη σχετική έκθεση την εξαγωγή του συμπεράσματος του έλαβε υπόψη και την από γραφολογική γνωμάτευση της Μ. - Μ. Κ., ειδικής δικαστικής γραφολόγου Αθηνών, που ορίστηκε τεχνική σύμβουλος από τον εναγόμενο, αλλά και την ως άνω από 1-2-2006 γραφολογική γνωμάτευση ειδικού δικαστικού γραφολόγου Χ. Μ., ως και τις άλλες δύο του ιδίου, από 25-2-2006 και 15-4-2006, που στο μεταξύ ο ίδιος συνέταξε, σύμφωνα, με τις οποίες αφενός μεν η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε και υπογράφηκε από το Δ. Δ. και όχι από την Π. Ρ., αφετέρου δε και η υπογραφή που φέρεται ότι είχε τεθεί από την τελευταία στην υπ` αριθμ. .../4-10-2000 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, είχε και αυτή τεθεί από το Δ. Δ., που είναι παντρεμένος με την Ε. Δ., εγγονή της διαθέτιδος και θυγατέρα της θυγατέρας της Μ. Τ.. Κατόπιν τούτων, ο εναγόμενος επανέφερε με κλήση την ως άνω αίτηση του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, το οποίο με την υπ` αριθμ. 33/2009 απόφαση του, την έκανε δεκτή και κήρυξε κύρια την από 21- 9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη.
Στο μεταξύ, οι πρώτος, πέμπτη και έκτη ενάγοντες, αμφισβητώντας τη γνησιότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας τις από 18-5- 2006 και 21-7-2006 τρεις εγκλήσεις τους, με τις οποίες ισχυρίζοντο ότι ο Δ. Δ., με ηθικό αυτουργό τον Γ. Ρ., πλαστογράφησε την εν λόγω διαθήκη, συντάσσοντας το κείμενο και υπογράφοντας τούτο, καθώς και ότι έθεσε κατ` απομίμηση και την υπογραφή της στην ως άνω πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, εν αγνοία της, χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή της. Με βάση δε αυτά, ζήτησαν την ποινική δίωξη των Γ. Ρ., Δ. Δ. και της συμβολαιογράφου Ειρήνης Κωνσταντινίδου, ισχυριζόμενοι για την τελευταία, ότι εξαπατήσασα το δικαστήριο πέτυχε να δημοσιευθεί η εν λόγω διαθήκη. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Φλώρινας παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, στο πλαίσιο της οποίας παραγγέλθηκε εκ νέου η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ένδικη διαθήκη ήταν γνήσια ή όχι και αν η υπογραφή στην υπ` αριθμ.../4-10-2000 πράξη κατάθεσης διαθήκης είχε τεθεί από την Π. Ρ.. Σε εκτέλεση της ως άνω Εισαγγελικής παραγγελίας ορίστηκε πραγματογνώμονας ο Δ. Σ., ειδικός δικαστικός γραφολόγος Θεσσαλονίκης, ο οποίος στην από 8-2-2008 έκθεση του, κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο γραφικός χαρακτήρας στην από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη ανήκει στην Π. Ρ., ότι η υπογραφή στη διαθήκη αυτή τέθηκε από την ίδια και ότι η υπογραφή στην ως άνω πράξη κατάθεσης έχει χαραχθεί από την ίδια. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Φλώρινας απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμες τις ως άνω εγκλήσεις, με την από 30-3-2010 διάταξη της, κατά της οποίας οι παραπάνω ενάγοντες ουδέποτε προσέφυγαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών (αρθρ. 48 ΚΠΔ).
Αποδείχθηκε ακόμη, ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί των εναγόντων περί πλαστότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης και της υπογραφής στην ως άνω πράξη κατάθεσης αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως προκύπτει τούτο, από την από 14-5-2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., που διενεργήθηκε κατόπιν της υπ` αριθμ. 86/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας και την από 8-2-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Σ., που διενεργήθηκε μετά από σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας, αλλά και την από 24-1-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ.. Από το περιεχόμενο τούτων προκύπτει ότι οι εγγραφές στην διαθήκη φέρουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά: Τέθηκαν με αρκετά σταθερή σαφώς προς τα δεξιά κλίση, το μέγεθος των γραμμάτων είναι μέτριο προς μικρό, η γραφική εξέλιξη μέτρια προς χαμηλή, η ασκούμενη πίεση μέτρια προς χαμηλή, οι μεσογραμματικές και μεσολεκτικές αποστάσεις μεγάλες, το γράψιμο ανοργάνωτο, η εικόνα της γραφής ομοιογενής και χωρίς τονισμό, όπως ακριβώς έγραφε η Π. Ρ.. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τα γράμματα α, β, γ, η, κ, Κ, λ, Μ, π, ρ, σ, τ, υ, Χ, ς καθώς και οι αριθμοί 1, 2, 9 φέρουν την ίδια γραφική φόρμα με αυτή τη γνήσιας γραφής της Π. Ρ., αφού εντάσσονται απόλυτα στη γραφική της συνήθεια. Εκτός τούτων, παρατηρείται ότι υπάρχει σαφής γραφική παθολογικότητα: γραφικός τρόμος στα γράμματα, τριχοειδείς ενάρξεις και απολήξεις, γωνίες αντί καμπυλών, ελαφρά γραφική αστάθεια στην εκμετάλλευση του ωφέλιμου χώρου (οι λέξεις και οι γραφικοί στίχοι δεν τίθενται οριζόντια, αλλά έχουν ελαφρά καθοδική πορεία στο χώρο), όπως είναι φυσιολογικό να γράφει ένας άνθρωπος 82 ετών, ενώ τονίζεται, επίσης, ότι το υλικό της γραφής της διαθέτιδος δεν είναι πλησιόχρονο με τη διαθήκη (πιθανώς προέρχεται από το 1985, δηλαδή 14 χρόνια πριν από την ημεροχρονολογία της διαθήκης) και γι` αυτό το λόγο δεν υπάρχουν σε αυτό ίχνη παθολογικότητας. Εκτός τούτων, ότι η γραφική παθολογικότητα λόγω γήρατος πιστοποιείται ακόμη περισσότερο από το ότι η διαθέτιδα ξεχνά γράμματα στις λέξεις, ενώ υπάρχουν στη διαθήκη επανεγγραφές και μικροδιορθώσεις γραμμάτων, οι οποίες όμως, όπως τονίζεται στην πραγματογνωμοσύνη του Π. Τ., δεν είναι επιτηδευμένες και προσεκτικές, αλλά χοντροκομμένες, στοιχείο το οποίο υποδηλώνει ότι τέθηκαν οπό άτομο με γραφική ακαμψία και όχι από κάποιο που μπορεί να γράψει με άνεση. Τα ίδια άλλωστε χαρακτηριστικά παρατηρούνται και στις δύο υπογραφές που τέθηκαν τόσο στην επίμαχη διαθήκη, όσο και στην υπ` αριθμ. .../4-10-2010 πράξη κατάθεσης της, όπως η γραφική παθολογικότητα, με τα ως άνω γνωρίσματα, η ελαφρύτερη του φυσιολογικού πίεση, η κλίση της γραφής προς τα δεξιά, η έλλειψη τονισμού, οι μεγάλες μεσογραμματικές αποστάσεις και η ταύτιση στη χάραξη των επιμέρους γραμμάτων των κρίσιμων υπογραφών με τις γνήσιες υπογραφές της Π. Ρ.. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονισθεί ότι, οι ορισθέντες από τους ενάγοντες ειδικοί δικαστικοί γραφολόγοι Χ. Β. Μ. και Γ. Ν. Χ., ο μεν πρώτος στις από 1-2-2006, 25-2-2006, 15-4-2006, 4-6-2007 και 10-6-2007 γραφολογικές γνωμοδοτήσεις του, ο δε δεύτερος στην από 8-3-2010 γραφολογική γνωμοδότηση του, αναφέρουν ότι η διστακτικότητα, η αστάθεια, οι διακοπές, οι στάσεις που παρατηρούνται στη χάραξη του κειμένου της επίμαχης διαθήκης, καθώς επίσης, οι συμπληρώσεις, οι τροποποιήσεις, οι επανεγγραφές, οι επαναχαράξεις, τα ορθογραφικά σφάλματα, η ποιότητα και η ένταση της χάραξης, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πλαστή διαθήκη. Το συμπέρασμα τους όμως αυτό, αντικρούεται πλήρως και με απόλυτη πειστικότητα από το περιεχόμενο των προαναφερθέντων γνωμοδοτήσεων. Ενισχυτικό τούτου, είναι και το γεγονός ότι τα ίδια γραφολογικά γνωρίσματα (όπως διορθωτική επαναχάραξη γραμμάτων, τρεμώδης χάραξη, τριχοειδής χάραξη, ορθογραφικά σφάλματα, έλλειψη τονισμού), εμφανίζονται στις πλησιόχρονες υπογραφές της, που τέθηκαν από αυτήν επί της υπ` αριθμ. .../22-11-1997 δημόσιας διαθήκης. Τέλος, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου (περί της γνησιότητας της διαθήκης) δεν αίρεται από όσα αναφέρει ο δικαστικός γραφολόγος Γ. Χ., στην ως άνω γνωμοδότηση του, ότι δηλαδή "επί του φύλλου χόρτου στο οποίο έχει γραφεί η διαθήκη εντοπίστηκαν `λευκά` εγχάρακτα ίχνη γραφής τα οποία δεν προέρχονται από το χέρι της Π. Ρ. ...", και τα οποία κατά τη γνώμη του "έχουν προέλθει από πρωτότυπες εγγραφές άλλου εγγράφου το οποίο βρισκόταν πάνω στο έντυπο επί του οποίου γράφηκε η ελεγχόμενη διαθήκη", καθόσον το γεγονός και μόνο αυτό ουδόλως καθιστά πλαστό το κείμενο της διαθήκης, αφού δεν συνδέεται, ούτε σχετίζεται με κάποιο άλλο εύρημα το οποίο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάτι επιλήψιμο έλαβε χώρα κατά τη σύνταξη της διαθήκης.
Περαιτέρω, ενισχυτικό της παραπάνω άποψης του Δικαστηρίου, περί γνησιότητας τόσο της από 21-9-1999 ιδιόγραφης διαθήκης, όσο και της υπ` αριθμ. .../4-10-2000 πράξης κατάθεσης της, είναι το γεγονός ότι, ούτε ο, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, φερόμενος ως πλαστογράφος Δ. Δ., ούτε και η σύζυγος ή η πεθερά αυτού, εγγονή και θυγατέρα της διαθέτιδας, αντιστοίχως, θα αποκόμιζαν κάποιο όφελος από τη χρονικά μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που καταλείπετο στην πεθερά του (Μ. Τ.) από τη μητέρα της, βάσει της εν λόγω διαθήκης, ήταν το χρηματικό ποσό των 100.000 δρχ., ενώ το σύνολο της λοιπής καταλείπετο στον εναγόμενο. Ωστόσο, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε κάποια ιδιαίτερη σχέση του Δ. Δ. με τον εναγόμενο, ώστε να δικαιολογεί το ενδιαφέρον του να τον ωφελήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο. Άλλωστε, ούτε οι ενάγοντες ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Τέτοια ιδιαίτερη σχέση δεν προέκυψε ότι υπήρχε μεταξύ της πεθεράς ή της συζύγου του Δ. Δ. και του εναγομένου. Οπωσδήποτε όμως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο Δ. Δ.ς, χωρίς να προσβλέπει σε συγκεκριμένο ίδιο όφελος, ή χωρίς να επιδιώκει να προσπορίσει τέτοιο σε τρίτο, προχωρούσε σε πλαστογραφία της ένδικης διαθήκης και της πράξης κατάθεσης της, θέτοντας έτσι τον εαυτό του στον κίνδυνο να διωχθεί ο ίδιος για αξιόποινες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα. Ακόμα, ουδόλως προέκυψε, ότι ο Δ. Δ. είχε επαρκή και πλησιόχρονα της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης (21-9-1999), αλλά και της κατάθεσης αυτής (4- 10-2000), δείγματα γραφής και υπογραφής της Π. Ρ., τα οποία θα τον βοηθούσαν στην απομίμησή τους, ούτε ότι είχε τις εξειδικευμένες εκείνες γνώσεις και την ικανότητα της πλήρους και πιστής απομίμησης και υπογραφικής συνήθειας της διαθέτιδας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να μπορεί να παραπλανήσει και τους τρεις προαναφερόμενους γραφολόγους, οι οποίοι με βεβαιότητα αποφάνθηκαν για τη γνησιότητα της διαθήκης και των δύο κρίσιμων υπογραφών. Εκτός τούτου, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, δεν προέκυψε οποιοδήποτε συμφέρον της συμβολαιογράφου ........................ το οποίο θα δικαιολογούσε να αποδεχθεί αυτή να πλαστογραφηθεί η υπογραφή της διαθέτιδας στην πράξη κατάθεσης, που η ίδια συνέταξε και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της, να εμφανίσει την κατατεθείσα διαθήκη και να ζητήσει τη δημοσίευση της από το Δικαστήριο, αποσιωπώντας μία πλαστογραφία και ακολούθως να προκαλέσει η ίδια τα αποτελέσματα της και μάλιστα με την εξαπάτηση του Δικαστηρίου, διακινδυνεύοντας να υποστεί και η ίδια τις κυρώσεις από μία τέτοια ενέργεια και να εκτεθεί στην ποινική δίωξη για πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, ενεργώντας όπως ο νόμος ορίζει, μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο της Π. Ρ., εμφάνισε στο δικαστήριο τόσο την υπ` αριθμ. .../1999 δημόσια, όσο και την από 21-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της. Τέλος, στοιχείο ενισχυτικό της γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδας στην πράξη κατάθεσης της διαθήκης, αποτελεί η δοθείσα στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης κατάθεση της μάρτυρος Θ. Κ., υπαλλήλου του ξενοδοχείου "........... ...............", η οποία θυμόταν ότι πράγματι προσήλθε μία ηλικιωμένη κυρία, συνοδευόμενη από κάποιο κύριο (όπως προέκυψε ήταν ο εναγόμενος), που δήλωσαν ως επίθετο για την κράτηση του δωματίου το όνομα "Ρ." (βλ. και την Α.Π.Υ. υπ` αριθμ. …/4-10-2000, που εξέδωσε το ξενοδοχείο), και ότι στη συνέχεια της ίδιας ημέρας προσήλθε και η συμβολαιογράφος ................ , η οποία αφού πληροφορήθηκε τον αριθμό του δωματίου της ηλικιωμένης, ανέβηκε σε αυτό. Το περιστατικό αυτό, της προσέλευσης της Π. Ρ. στο εν λόγω ξενοδοχείο, για την παράδοση της διαθήκης στην προαναφερομένη συμβολαιογράφο, ομολόγησαν και οι πρώτος, πέμπτη και έκτη ενάγοντες στο κείμενο της ως άνω παρέμβασης τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, κατά τη συζήτηση της υπ` αριθμ. 148/2005 αίτησης του εναγομένου, όσο και στις σχετικές προτάσεις που κατέθεσαν, όπου έκαναν λόγο για μεταφορά της εκεί από τον εναγόμενο, αδελφό τους, έστω και αν στη συνέχεια αναίρεσαν τα παραπάνω καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τη δήθεν πλαστογράφηση της πράξης κατάθεσης της ιδιόγραφης διαθήκης από το Δ. Δ.".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι "αποδείχθηκε πλήρως η γνησιότητα τόσο της από 21/9/1999 ιδιόγραφης διαθήκης, καθόσον έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα Π. Ρ., όσο και της υπογραφής στην υπ` αριθ. .../4-10-2000 πράξη κατάθεσης, αφού είχε υπογραφεί από την ίδια". Ακολούθως, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία είχαν ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης λόγω πλαστότητάς της, αφού απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί της εγκυρότητας της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι: 1) χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι η από 21/9/1999 ιδιόγραφη διαθήκη της Π. Ρ. είναι γνήσια, απορρίπτοντας τις αντίθετες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των Χ. Μ. και Γ. Χ., 2) ότι με ελλιπείς, ανακριβείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι: α) η πιο πάνω διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από την Π. Ρ., χωρίς να προσδιορίζει ποια ήταν η γραφική και υπογραφική της συνήθεια, β) η ύπαρξη λευκών εγχάρακτων ιχνών γραφής επί φύλλου χαρτιού, που δεν προέρχονται από την Π. Ρ., δεν καθιστά πλαστό το κείμενο της επίμαχης διαθήκης, γ) η διαθέτης οδηγήθηκε στο ξενοδοχείο ......................... από τον αναιρεσίβλητο, παρότι δέχθηκε αρχικά ότι αυτή πήγε μόνη της εκεί, δ) οι διάφορες επανεγγραφές και μικροδιορθώσεις γραμμάτων στην ίδια διαθήκη υποδηλώνουν ότι τέθηκαν από άτομο με γραφική ακαμψία, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο αυτής της ακαμψίας, τη μορφή των πιο πάνω επανεγγραφών και μικροδιορθώσεων και το πρόσωπο που θα μπορούσε να γράψει με άνεση και ε) τα γραφολογικά γνωρίσματα εμφανίζονται σε πλησιόχρονες υπογραφές της διαθέτιδος, παρότι δέχθηκε ότι το υλικό γραφής της δεν είναι πλησιόχρονο με τη διαθήκη (πιθανώς προέρχεται κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων από το έτος 1985) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφενός διότι πλήττει τις παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με τις προαναφερθείσες αντίθετες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις και πραγματογνωμοσύνες, τις οποίες εκτίμησε ελεύθερα, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, ως προς την πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης, κρίση η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, και αφετέρου διότι, υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Ο αναιρετικός λόγος του αρ.11γ` του άρθρου 559 ΚπολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσης του έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς χρήση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002). Για την ουσιαστική βασιμότητα του ίδιου λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του. Ο ίδιος όμως λόγος είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο κρίσιμος λόγος είναι βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, και ειδικότερα: 1) το 50/2007 τιμολόγιο, ποσού 1975 ευρώ, για κατεδάφιση κτίσματος που ανήκε εξ αδιαιρέτου στον πρώτο αναιρεσείοντα και τη μητέρα του, 2) τα υπ` αριθ. 031, 133, 0199/2008 και 5019/2009 τιμολόγια-δελτία αποστολής ποσού 7225,45 ευρώ πλέον ΦΠΑ, 3) το υπ` αριθ. 30/2007 δελτίο αποστολής και το υπ` αριθ. 115/2008 δελτίο αποστολής, σε συνδυασμό με το υπ` αριθ. 50/2008 τιμολόγιο ποσού 8501,36 ευρώ για αγορά και τοποθέτηση κουφωμάτων, 4) το υπ` αριθ. 87/2009 τιμολόγιο ποσού 1047,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ για επιδιόρθωση της γκαραζόπορτας- καγκελόπορτας, 5) τα υπ` αριθ. 126/2008, 99/2008, 8025100/2009 δελτία αποστολής-τιμολόγια και την υπ` αριθ. 816/2008 απόδειξη λιανικής-δελτίο αποστολής συνολικού ποσού 2777,49 ευρώ για υδραυλικά και τοποθέτηση σωμάτων θέρμανσης για καυστήρα, 6) το 41/2005 δελτίο αποστολής-τιμολογίου και απόδειξη ποσού 1590 ευρώ του γραφείου τελετών Α. και την 22/5/2005 απόδειξη ποσού 1600 ευρώ του Αν. Μ. για τα έξοδα κηδείας και μνημοσύνου της μητέρας του που κατέβαλε ο πρώτος αναιρεσείων, 7) την υπ`αριθ. 5525/2000 απόδειξη επ` ονόματι ............... του ξενοδοχείου ................................ στη … για τη μίσθωση του δωματίου .. , στο οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε μεταφέρει τη μητέρα του, 8) την από 24/8/2007 εξώδικη απάντηση του πρώτου αναιρεσείοντα στην από 17/8/2007 εξώδικη όχληση του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με την παράδοση αντιγράφου του βιβλίου κίνησης του πιο πάνω ξενοδοχείου, κατά την 4/10/2000, για το υπ` αριθ. ... δωμάτιο, όπου η Π. Ρ. (μητέρα των πρώτου, πέμπτης και έκτης των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου και γιαγιά των λοιπών αναιρεσειόντων) παρέδωσε στη συμβολαιογράφο Φλώρινας ........................... ένα φάκελο, ο οποίος, όπως της δήλωσε, περιείχε την ιδιόγραφη διαθήκη της (Π. Ρ.), 9) την από 23/11/2005 επιστολή της έκτης αναιρεσείουσας προς το δικηγόρο της, 10)την από 21/11/2005 επιστολή της πέμπτης αναιρεσείουσας προς το δικηγόρο της, 11) την από 17/5/2006 γνωμάτευση του ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού Χ. Γ. για την επέμβαση που υποβλήθηκε η Π. Ρ. στις 6/11/1997 για κάταγμα στο αριστερό ισχίο, αναφέροντας ότι το εν λόγω κάταγμα δεν σχετίζεται με γεροντική άνοια, 12) τις από 1/12/2006, 31/7/2008, 3/7/2008 ένορκες καταθέσεις των Γ. Χ. (ιατρού), Ε. Ρ., Κ. Ρ. και Μ. Ρ. αντίστοιχα, τις από 7/11/2006 και 8/8/2008 ανώμοτες καταθέσεις των Ε. Δ. και Γ. Ρ. αντίστοιχα, τις από 18/5/2006, 21/7/2006, 21/7/2006 μηνύσεις των Μ. Ρ., Α. Κ. και Α. Τ. αντίστοιχα, και την από 30/10/2007 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία των Α. Τ. και Α. Κ., τα έγγραφα δε αυτά αν είχε αξιολογήσει και εκτιμήσει στο σύνολό τους το δικάσαν δικαστήριο, θα είχε καταλήξει σε διαφορετική απόφαση. Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, ότι διαμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση, μεταξύ άλλων, και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και από τις αιτιολογίες της απόφασής του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα πιο πάνω έγγραφα των αναιρεσειόντων για το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της από 21/9/1999 ιδιόγραφης διαθήκης της Π.Ρ.. Το γεγονός δε ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/10/2012 αίτηση των Μ., Π., Κ. και Ε. Ρ. κλπ για αναίρεση της 224/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου