ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 1909/2014 ΑΠ - Αμφισβήτηση κυριότητας επί τμήματος ακινήτου. Βάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου. Προϊσχύον δίκαιο. Και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι τη θέση ισχύ του Αστικού Κώδικα, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διάνοια κυρίου νομής δεκτικής χρησικτησίας επί εικοσαετία.

Απόφαση 292 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)  Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Δασικά αδικήματα.
1909/2014 ΑΠ ( 644103)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αμφισβήτηση κυριότητας επί τμήματος ακινήτου. Βάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου. Προϊσχύον δίκαιο. Και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε..
μέχρι τη θέση ισχύ του Αστικού Κώδικα, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διάνοια κυρίου νομής δεκτικής χρησικτησίας επί εικοσαετία. Ο κληρονόμος, ο οποίος δεν ήταν υιός του κληρονομουμένου και συνεπώς μη καταλαμβανόμενος αυτοδικαίως από τη κληρονομία, αποκτούσε την κληρονομία δια της υπεισέλευσης σ’ αυτήν. Η δήλωση υπεισέλευσης προς κτήση κληρονομίας, η οποία δεν υποβάλλεται σε κάποιο τύπο, μπορεί να είναι και σιωπηρή, τέτοια δε είναι και κάθε πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου, με την οποία εκδηλώνεται σκοπός αυτού για την κτήση της κληρονομίας, όπως είναι η ανάμιξη στην κληρονομιά. Με την υπεισέλευση αυτή, η οποία δεν είναι δυνατόν να περιορισθεί επί μέρους της κληρονομίας και ισχύει, και αν έγινε περιορισμένως, για το σύνολο αυτής, ο κληρονόμος καθίσταται αμετακλήτως καθολικός διάδοχος και δεν δύναται να αποβάλλει την ιδιότητα του κληρονόμου. Το ζήτημα αν κάποια πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομία αποτελεί ή μη ανάμιξη και συνεπώς συνιστά σιωπηρή δήλωση αποδοχής περί υπεισέλευσης σ’αυτή, είναι πραγματικό και εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 110/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου).

  
Αριθμός 1909/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Η. Μ., κατοίκου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κατσαούνο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χλωρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/1995 μη οριστική, 88/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 414/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 74/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 110/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου), την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 20/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της, της από 29-3- 2013 αίτησης για αναίρεσε της υπ` αριθμ. 110/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου).

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και, προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Ομως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ` του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: 1) τα υπ` αριθμούς ..., ... και .../1993 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Χίου .................... , με τα πιστοποιητικά μεταγραφής τους, 2) τα από 10-11-1990 Μ. Μ. και 24-8-1990 Α. Μ. τοπ. σχεδιαγράμματα των επιδίκων, 3) τις από 22-6-1990 και 24-8-1990 εξώδικες διαμαρτυρίες μου μετά των εκθέσεων επίδοσής τους, 4) τις αποδείξεις από 20-10-1987 Ι. Μ., 5) από 15-10-1987 Β. Π. και έτους 1985 Δ. Φ. και από 20-5-2000 μισθωτήριο Ε. Τ., 6) τα με αριθμούς πρωτ. 576/1991 και 2817/1990 έγγραφα του Δήμου Καρδαμύλων, 7) τις από 10-9-1991 και 24-2-1999 βεβαιώσεις δημάρχων Καρδαμύλων, 8) την από 25-11-2002 πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή γραφολογίας-χαρακτηρολογίας Α. Μ., 9) φωτ/κο αντίγραφο εκ του διαβατηρίου του, 10) την από 18-4-2002 αναψηλάφηση του αναιρεσείοντος, 11) το υπ` αριθμ. .../1982 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αττικής ............... και 12) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια αυτού (ενάγοντος). Ομως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ευνοϊκό και μη για κάθε διάδικο μέρος αντίστοιχα, συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας "τις ένορκες καταθέσεις των διαδίκων ... όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ... σε συνδυασμό με την επισκόπηση των φωτογραφιών ..." έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκε και νόμιμα προσκόμισε στο δικαστήριο ο ενάγων, χωρίς να εξαιρέσει κάποιο απ` αυτά αλλά ούτε και να εξάρει την αποδεικτική δύναμη κάποιου από αυτά. Εξάλλου από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα που προσκόμισε στο δικαστήριο ο ενάγων και τις καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά τις διατάξεις των ν. 8 πρ. και ν. 1 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. Ν. 9 παρ.1 (50.14), ν. Ιπρ. 3, 10, 15, 48 πανδ. (41.3) γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με τακτική μεν χρησικτησία αν το νεμηθεί με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου επί μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία αν νεμηθεί τούτο επί μία τριακονταετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, την οποία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10,13, παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.30), ν.5 πανδ. (47.1), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. Οπως τούτο συμβαίνει όταν κάποιος κατέχει το πράγμα που του παραδόθηκε ατύπως και συνεπώς ακύρως από τον κύριο για να το κατέχει ως δικό του. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται κατά τα άρθρα άρθρα 64, 65, Εισ. Ν. Α.Κ. και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι της θέσεως του Α.Κ. σε ισχύ, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διάνοια κυρίου νομής δεκτικού χρησικτησίας επί εικοσαετία. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των ν. 20 πανδ. (29.2 ) και 7 εισηγ. (2.19), που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 92 του Εισ. Ν του Α.Κ., ως εκ του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου (16.3.1941), ο κληρονόμος, ο οποίος δεν είναι υιός του κληρονομουμένου και συνεπώς μη καταλαμβανόμενος αυτοδικαίως υπό της κληρονομιάς, αποκτά την κληρονομιά δια της υπεισελεύσεως σ` αυτήν. Η δήλωση υπεισελεύσεως προς κτήση κληρονομιάς, η οποία, όπως συνάγεται περαιτέρω από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς αυτές των ν. 6 πανδ. (36.1), ν. 21, 88 πανδ. (29.2) ν. 5 Εισ. (19.2 ), ν.1, ν.10, Π. 29.2, Βασ. 10. (35.14), δεν υποβάλλεται σε κάποιο τύπο, μπορεί να είναι και σιωπηρά, τέτοια δε είναι και κάθε πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου, με την οποία εκδηλώνεται σκοπός αυτού για την κτήση της κληρονομιάς, όπως είναι η ανάμιξη στην κληρονομιά. Δια της υπεισελεύσεως αυτής, η οποία δεν είναι δυνατόν να περιορισθεί επί μέρους της κληρονομιάς και επομένως ισχύει, και αν έγινε περιορισμένως, για το σύνολο αυτής, ο κληρονόμος καθίσταται αμετακλήτως καθολικός διάδοχος και δεν δύναται να αποβάλλει την ιδιότητα του κληρονόμου. Το ζήτημα δε αν κάποια πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομιά αποτελεί ή μη ανάμιξη και συνεπώς εμφαίνει σιωπηρά δήλωση αποδοχής περί υπεισελεύσεως σ` αυτή, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση περιστάσεων και η σχετική κρίση του δικαστηρίου εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αν δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, Επίσης δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει ένσταση ως αόριστη, αφού σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών (ΑΠ 1408/1986). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ` αριθμ. .../8-2-1939 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου Χίου, ......... , ο Ν. Π. Μ., που πέθανε το έτος 1944, κατέλιπε μεταξύ άλλων, στο τέκνο του Η., πατέρα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου "... 2) εν περιβόλιον ποτιστικόν κείμενον εν θέσει "Γ." εκτάσεως δέκα (10) περίπου οργυιών και συνορεύον γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Η. Π. Μ., παραλίαν και οδόν". Ο παραπάνω υπεισήλθε αυτοδικαίως στην κληρονομία του πατέρα του, αμέσως μετά το θάνατό του, με την οποία αναμείχθηκε και το νεμήθηκε με καλή πίστη καλλιεργώντας σ` αυτό διάφορα κηπευτικά και φυτεύοντας διάφορα δέντρα, μετά δε την 23-2-1946 (εισαγωγή του ΑΚ) ανεξαρτήτως και αυτής (καλής πίστης), χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Έτσι, έγινε κύριος του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι τον θάνατό του, την 2-3-1970. Ο τελευταίος, πέθανε αδιάθετος και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε. και τα τέκνα του Μ., Ν. (ενάγοντα-εφεσίβλητο) και Κ.. Στον ίδιο χρόνο οι υπόλοιπο συγκληρονόμοι δώρησαν ατύπως τα μερίδια τους από το ακίνητο αυτό στον ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε νεμόταν το παραπάνω ακίνητο με καλή πίστη, καλλιεργώντας σ` αυτό δια των αντιπροσώπων του συγγενών και μισθωτών, διάφορα κηπευτικά και οπωροφόρα δέντρα, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η κυριότητά του στο συγκεκριμένο τμήμα από οποιονδήποτε άλλο, πλην του εναγομένου- εκκαλούντος, ο οποίος το έτος 1989, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι νομέας έκτασης περίπου 7.000 τ.μ, στην ίδια θέση, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χίου την από 21-11-1989 αίτηση του, ζητώντας να αναγνωρισθεί νομέας αυτού. Επί αυτής εκδόθηκε η 115/1990, ήδη τελεσίδικη απόφαση, που αναγνώρισε τον εκεί αιτούντα και εδώ εναγόμενο-εκκαλούντα νομέα αυτού του ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι και το πιο πάνω ακίνητο του ενάγοντος, έκτασης κατά τη διαθήκη δέκα περίπου οργυιών και ήδη 782 τ.μ. Την απόφαση αυτή εκτέλεσε ο εδώ εναγόμενος- εκκαλών την 23-8-1990 και εγκαταστάθηκε σ` αυτό ως προσωρινός νομέας. Όπως, όμως, ήδη έχει εκτεθεί παραπάνω, κύριος της έκτασης αυτής είχε καταστεί με έκτακτη χρησικτησία ο ενάγων- εφεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του, νεμόμενοι αυτό τουλάχιστον από το έτος 1939. Εξάλλου, μεταγενεστέρως δυνάμει της υπ` αριθμ. .../8-7-1993 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Χίου ............. , ο ενάγων- εφεσίβλητος και οι υπόλοιποι συγκληρονόμοι του, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πιο πάνω πατέρα τους Η. Μ. του Ν., ενώ η μητέρα τους και ο αδελφός του με τα υπ` αριθμ. .../14-7-1993 και .../14-7-1993 συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία, όπως κατ η προαναφερθείσα αποδοχή, του μεταβίβασαν και τυπικώς τα ποσοστά της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του σ` αυτό λόγω γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή αντιστοίχως. Οι πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα των κληρονομιαίων ακινήτων. Αυτό αποτυπώνεται για πρώτη φορά στο από 10-11-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Γ. Μ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ και είναι συνολικής έκτασης 782 τ.μ, φερόμενο ως ιδιοκτησία Ε. Μ. του Η., η οποία όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν συγκληρονόμοι με τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, που του το είχε. παραχωρήσει με τον τρόπο, που έχει ήδη αναφερθεί. Αντιθέτως, για το ίδιο ακίνητο δεν υπήρξε άλλη διεκδίκηση και η αναφερόμενη από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο τέτοια από την Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Κ. Μ., με την οποία και συμβιβάστηκε δικαστικώς, αφορά συνεχόμενο αυτού ακίνητο, εμβαδού 892,54 τ.μ. το οποίο φαίνεται επίσης στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου τοπογράφου μηχανικού με τα στοιχεία ΚΛΜΝΞΟΠ έκτασης κατ` αυτό 884,67 τ.μ., το οποίο είχε αγοράσει ο ενάγων, δυνάμει του υπ` αριθμ. .../5-4-1982 πωλητηρίου συμβολαίου αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Βύρωνος ................- ............. , που μεταγράφηκε νόμιμα από τον Ν. Μ. του Η. και της Ε. στον οποίο είχε περιέλθει και από την κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1940, αδελφού του Κ. Μ.. Στο συμβόλαιο αυτό γίνεται μνεία ότι απεικονίζεται το πωλούμενο σε χωρίς ημερομηνία τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Ι. Μ., που συμπίπτει περίπου με το προαναφερθέν του Μ. Μ., πλην του προς βορρά ιδιοκτήτη, που στο πρώτο αναγράφεται Π. και στο δεύτερο Ν. Φ. πρώην Κ. Κ.. Περαιτέρω δυνάμει του από 14-9-1915 ιδιωτικού εγγράφου που φέρει τον τίτλο "πουλητήριον" και προσκομίζεται σε κυρωμένο αντίγραφο, το οποίο νομίμως λαμβάνεται υπόψη, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα Της υπογραφής, δηλαδή το σημείο του σταυρού της αγράμματης, όπως ανάφερα πωλήτριας Μ. συζ. Ι. Φ. και του μάρτυρα Ν. Κ. Κ., ούτε προσβλήθηκε παραδεκτά κατά την πρώτη συζήτηση, που προσκομίστηκε αυτό, ως πλαστό κατά το περιεχόμενο, αλλά αμφισβητήθηκε μόνο ο χρόνος σύνταξης του, και ειδικότερα αν το έτος σύνταξης ήταν το 1911 ή το έτος 1915, γεγονός, που δεν ασκεί επιρροή στην κρινόμενη διαφορά, καθόσον δεν συνδέεται από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, που αμφισβητεί το χρόνο συντάξεως του, με το θάνατο των συμβαλλομένων φυσικών προσώπων κατά τα ενδιάμεσα έτη δηλ. από το 1911 έως το 1915, η απώτερη δικαιοπάροχος του εναγομένου-εκκαλούντος Κ. συζ. Κ. Γ. Σ. το γένος Γ. Κ., αγόρασε από την προαναφερθείσα πωλήτρια "χωράφιον εις θέσιν Γ. πλησιάζοντες προς Β. Μ. .. Δ.Μ., προς Ν. Γ. Τ. προς Α. η θάλασσα προς Δ. Μ. Φ....". Εκτοτε η αγοράστρια νεμήθηκε αυτό με καλή πίστη, καλλιεργώντας με κηπευτικά τα δεκτικά καλλιέργειας τμήματα του, μέχρι και το έτος 1930, που το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στο τέκνο της Γ. Σ., πατέρα του εναγομένου - εκκαλούντος. Ο τελευταίος συνέχισε να νέμεται το παραπάνω ακίνητο με τα ίδια, όπως και η δικαιοπάροχος του προσόντα, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής μέχρι και τον θάνατο του το έτος 1939. Έκτοτε το εν λόγω ακίνητο, το οποίο ταυτίζεται, με το νότιο τμήμα του όλου επιδίκου, εμβαδού 2.667 τ.μ, αφού συμπίπτουν τα όριά του προς βόρεια και. ανατολικά (Μ. Μ. και θάλασσα) περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του Κ. και τα τέκνα του Σ. (εναγόμενος- εκκαλούντα) Ε., Μ. και Μ. αυτοδικαίως με την ανάμειξη στην κληρονομιά του, οι οποίοι συνέχισαν να το νέμονται με καλή πίστη και μετά την προαναφερθείσα εισαγωγή του Αστικού κώδικα, ανεξαρτήτως και αυτής μέχρι και το έτος 1960, οπότε με άτυπη μεταξύ τους διανομή, περιήλθε στον εναγόμενο-εκκαλούντα. Έκτοτε το νέμεται αποκλειστικά ο ίδιος είτε αυτοπροσώπως είτε δια αντιπροσώπων του επισκευάζοντας τις περιφράξεις, κτίζοντας "πεζούλες", φυτεύοντας δέντρα, συλλέγοντας τους παραγόμενους καρπούς, καθαρίζοντας αυτό από αυτοφυείς θάμνους μέχρι και το έτος 1989, οπότε και αμφισβητήθηκε η κυριότητα του επ` αυτού από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, καθώς και από τους κυρίως παρεμβαίνοντες στην προαναφερθείσα δίκη των ασφαλιστικών μέτρων Η. και Γ. Δ. Μ., των οποίων η παρέμβαση απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ο ενάγων - εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του τμήματος αυτού, δυνάμει του 5922/20-2-1990 συμβολαίου πώλησης αγροτικού ακινήτου του συμβολαιογράφου Χίου ................ , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών από αγορά από τον αληθινό κύριο αυτού Η. Μ. του Δ., στον οποίο κατά τον πιο πάνω τίτλο περιήλθε από άτυπη πατρική δωρεά κατά το έτος 1939 και το οποίο ο ίδιος νεμήθηκε έκτοτε μέχρι την πώληση του. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής στο τμήμα αυτό` του ακινήτου του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-εφεσιβλήτου για το διαρρεύσαν αυτό χρονικό διάστημα 1939 έως 1989, όταν για πρώτη φορά ασκείται η προαναφερθείσα κύρια παρέμβαση για έκταση 2,5 στρεμμάτων, όχι όμως μόνο από τον Η. Δ. Μ., αλλά και από τον Γ. Δ. Μ.. Το ίδιο δε χρονικό διάστημα ο εναγόμενος - εκκαλών κατηγορήθηκε τόσο για κατάληψη κοινοχρήστων δημοτικών πραγμάτων (τμήματα δρόμων και χαντακιού), από το οποίο και αποχώρησε, θέτοντας τέρμα στη διένεξή του με τον Δήμο Καρδάμυλων, ότι, ήταν της ιδιοκτησίας που είχε συμπεριλάβει και αυτά σε περίφραξη, όσο και για κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης 5,200 τ.μ. και περίφραξής της, συνταχθέντος εναντίον του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, το οποίο ακυρώθηκε τελεσιδίκως, ενώ τέλος ο παραπάνω αθωώθηκε και από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χίου για αντιστοίχου περιεχομένου κατηγορία εναντίον του. Κατόπιν αυτών κύριος του επιδίκου τμήματος εμβαδού 2.667 τ.μ, είναι ο τελευταίος, έγινε δε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας δηλαδή από το έτος 1960 έως και το έτος 1990. Συνακόλουθα η. ένσταση του για το τμήμα αυτό των 2.667 τ.μ. αποβαίνει βάσιμη στην ουσία της και η αγωγή κατά το μέρος αυτό κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την από 6-10-2003 έφεση του εναγομένου και κατέληξε στην εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή ως κατ` ουσίαν βάσιμη, και δικάζοντας κατ` ουσίαν την ένδικη αγωγή δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ` ουσίαν βάσιμη λόγω της παραδοχής της ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος εμβαδού 2.667 τετ. μέτρων, κτηθείσες με έκτακτη χρησικτησία.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (ειδικότερα τις διατάξεις του ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας), διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις πως το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ως προς την κτήση της κυριότητας επί του επίδικου τμήματος εμβαδού 2.667 τετρ. μέτρων από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο προσδιορίζοντας τις πράξεις νομής με διάνοια κυρίου που ενεργούσε αυτός και οι δικαιοπάροχοί του επ` αυτού και τη μη απόδειξη αντίστοιχων πράξεων από τον ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του επί του δευτέρου αυτού επιδίκου τμήματος. Επομένως ο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τους αριθμ. 11 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, με το να δεχθεί ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο το από 14-9-1915 ιδιωτικό έγγραφο που φέρει τον τίτλο "πουλητήριο", που προσκομίστηκε παραδεκτά στο δικαστήριο από τον εναγόμενο και με το οποίο φέρεται ότι η Μ. σύζυγος Ι. Φ. πωλεί το δεύτερο των επιδίκων εδαφικών τμημάτων στην Κ. σύζυγο Κ. Γ. Σ., το γένος Γ. Κ., απώτερη δικαιοπάροχο του εναγομένου-εκκαλούντος, με το οποίο άρχισε η νομή των δικαιοπαρόχων του εναγομένου επί του εν λόγω εδαφικού τμήματος. Το έγγραφο αυτό προσκόμισε ο εναγόμενος-εκκαλών σε επικυρωμένο αντίγραφο όπως είχε το δικαίωμα αυτό χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να διατάξει την επίδειξη του πρωτοτύπου, όπως ζήτησε ο ενάγων εφεσίβλητος, και έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, δεν προσβλήθηκε εγκαίρως και παραδεκτά από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα ως πλαστό ούτε αμφισβήτησε την γνησιότητα της υπογραφής της αγράμματης πωλήτριας (σημείο σταυρού), αλλά αμφισβήτησε το χρόνο σύνταξης αυτού (1911 ή 1915), χωρίς τούτο να επηρεάζει ουσιωδώς τον επικαλούμενο χρόνο χρησικτησίας από τον εναγόμενο(1915-1989), που υπερκαλύπτει από τις 23-2-1946 και εντεύθεν την εικοσαετία που απαιτείται για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το Εφετείο σύννομα έλαβε υπόψη του, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, το ως άνω αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος-εκκαλών για να στηρίξει την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλλει και ορθά δεν κήρυξε το απαράδεκτο της προσαγωγής του. Γι` αυτό ο τρίτος λόγος της ένδικης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα των ανωτέρω και πλημμέλειες από τους αριθμ. 11 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2013 αίτηση του Ν. Μ. του Η. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 110/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου).

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της ως άνω αίτησης παραβόλου.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.
 

Σχόλια