100/2016 ΑΠ - Αγροτικός κλήρος. Ο αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν. Δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής

101/2011 ΜΠΡ ΚΩ - Κτηματολόγιο. Διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Δημόσια κτήματα. Αναγνωριστική αγωγή. Τακτική διαδικασία. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Προθεσμία. Δεν απαιτείται η προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν 1539/1938 αφού πρόκειται για ΟΤΑ. Μέχρι την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών δεν εμποδίζεται η μεταβίβαση των μη καταχωρηθέντων σε αυτές δικαιωμάτων. Ο δικαιούχος μη καταχωρηθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος κυριότητας μπορεί να μεταβιβάσει τούτο χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο κτηματολόγιο. Ασκηση και εγγραφή της αγωγής διόρθωσης της πρώτης εγγραφής από τον αποκτώντα. Προϋποθέσεις. Εκτακτη χρησικτησία κατά Δήμου
100/2016 ΑΠ ( 669868)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αγροτικός κλήρος. Ο αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν. Δυνατή η χωρίς τη ..
θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής. Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνον όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Πράξεις νομής επί ακινήτου. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 247/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο.

  Αριθμός 100/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου ...

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου .....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκε η απόφαση 191/2010 του ιδίου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Καβάλας.

Επανήλθε με κλήση προς συζήτηση η πιο πάνω αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 247/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που δίκασε ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 17-3-2015 αίτησή του και τους από 1-9-2015 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 7-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων επ’ αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται ( Α.Π. 146/2012 ). Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29.10/6-12-1949), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει δε και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968,προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ` αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1988 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής. Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνον όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία (ΑΠ 1190/2010, Α.Π. 866/2007). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Νομέας δε είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτήν με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ’ αυτού, που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα περιορισμό του πράγματος. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα και, εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, η καταβολή του φόρου κληρονομίας κ.α., χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας ( Α.Π. 92/2013, Α.Π. 311/2012 ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου και την ένσταση του τελευταίου περί ιδίας αυτού κυριότητας : "Δυνάμει του με αριθμό .../1955 τίτλου κυριότητας της Α.Τ.Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...),κατόπιν της με αριθμό 190597/50 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, παραχωρήθηκε προς γεωργική αποκατάσταση στην οικογένεια Π. και ειδικότερα στη Μ. χα Κ. Π. και στα τέκνα της, Μ., Ι., Β. και Μ. Π., κατ’ ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου, κλήρος, ο οποίος, μεταξύ άλλων περιείχε και τον με αριθμό ... αγρό (επίδικο), Α κατηγορίας, έκτασης 6.375 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...", του αγροκτήματος ..., του Νομού ...... Οι λοιποί αγροί, που περιλαμβάνονταν στον ανωτέρω κλήρο, ήταν : α) Ο με αριθμό ... αγρός, Β’ κατηγορίας, έκτασης 7.410 στρεμμάτων και β) ο με αριθμό ... αγρός, Γ’ κατηγορίας, έκτασης 7454 στρεμμάτων. Όμως, η Μ. Π. και ο Ι. Π., κατά το χρόνο εκδόσεως του τίτλου, είχαν προαποβιώσει, με συνέπεια ο ανωτέρω κλήρος, στον οποίο περιλαμβάνονταν και το επίδικο, να περιέλθει στους λοιπούς κληρονόμους και συγκεκριμένα στα αδέλφια Μ., Β. και Μ. Π., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό .../17.6.1957 προσυμφώνου του Συμβολαιογράφου ... ....................... , ο Β. Π., ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό της αδελφής του Μ. Π., υποσχέθηκε να προβεί στην πώληση, εντός τριών ετών από την υπογραφή του προσυμφώνου, προς τον Γ. Χ., πατέρα του εναγομένου, των ποσοστών του ίδιου (1/3) και της ως άνω αδελφής του Μ. (1/3), δηλαδή συνολικά το ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου των προαναφερόμενων αγρών [με αριθμούς ..., ... και ... (επίδικος)], αντί τιμήματος 30.000 δραχμών, μέρος του οποίου (τιμήματος) εξοφλήθηκε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι αυθημερόν ο πωλητής θα παραδώσει τη νομή των προαναφερόμενων ακινήτων στον αγοραστή. Πράγματι, ο ανωτέρω Γ. Χ. παρέμεινε στη νομή του επιδίκου από το έτος 1957, όπως άλλωστε βεβαιώθηκε και δυνάμει της με αριθμό 195/1974 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, επί επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Γ. Χ., με την από 20.3.1974 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας, η οποία (αίτηση) στρεφόταν κατά των κληρονόμων Π., μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ζήτησε την επικύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας βάσει του προαναφερθέντος προσυμφώνου πώλησης. Επί της ως άνω αίτησης, εκδόθηκε η με αριθμό 195/1974 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίσθηκε η συντέλεση της μεταβίβασης των πιο πάνω αγρών, σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου προς τον Γ. Χ., αφού διαπιστώθηκε η συνεχής νομής του επ’ αυτών (αγρών) από το έτος 1957. Η ανωτέρω απόφαση μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό .... Ωστόσο, δεν έλαβε χώρα συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής από το Γ. Χ. της δήλωσης βούλησης των προσυμφωνησάντων πωλητών (Β. και Μ. Π.) και της μεταγραφής της αποδοχής του και συνεπώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη (II ΙΙ) η εν λόγω απόφαση του Ειρηνοδικείου δεν αποτελεί τίτλο κυριότητας και δεν δύναται να προσπορίσει κυριότητα στο δικαιοπάροχο του εναγομένου. Εντούτοις, από το έτος 1957, οπότε και παραδόθηκε η νομή του επιδίκου στον ανωτέρω (Γ. Χ.) και μέχρι το θάνατό του, την 12-12- 2007, ο τελευταίος ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, όπως η εκμίσθωσή του στον ενάγοντα. Επομένως, ο Γ. Χ. κατέστη κύριος του επιδίκου, σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, το έτος 1988, καθώς από το έτος 1968, οπότε μπορούσε να νέμεται το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ανωτέρω, μέχρι το έτος 1988 είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα της εικοσαετίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός που προβάλλει ο εναγόμενος κατά της αναγνωριστικής αγωγής ότι ο δικαιοπάροχός του απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί άρνηση της αγωγής, αφού τα επικαλούμενα περιστατικά αυτά συμπίπτουν με εκείνα που περιέχονται στην αγωγή (Α.Π. 480/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 718/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α.Π.282/1993 ΝοΒ.42,822). Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμό .../21-3-2007 δημόσιας διαθήκης της Συμβολαιογράφου ... .................... , που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 49/29-1- 2008 πρακτικό τούτου του Δικαστηρίου, ο αποβιώσας Γ. Χ., εγκατέστησε κληρονόμο στο ποσοστό του 2/3 εξ αδιαιρέτου στον επίδικο αγρό τον εναγόμενο. Ο δε εναγόμενος, δυνάμει της με αριθμό .../24-9-2008 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ..., αποδέχτηκε την ως άνω επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία. Αντίθετα, ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος του αγρού και ότι νεμόταν ολόκληρο το επίδικο για λογαριασμό του, γνωστοποιώντας τη βούλησή του αυτή στον εναγόμενο. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των αδελφών Β., Μ. και Μ. Π. έλαβε χώρα άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων το έτος 1940 και συμφωνήθηκε να λάβει αποκλειστικά ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Μ. Π. τον επίδικο αγρό. Συναφώς, δεν αποδείχτηκε ότι το έτος 1959, μετά το θάνατο του Μ. Π. , συμφωνήθηκε η άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων μεταξύ του ενάγοντος, της συζύγου του θανόντος Α. χήρας Μ. Π. και των έτερων τέκνων του, Κ. και Α., ώστε να λάβει τον επίδικο αγρό αποκλειστικά ο ενάγων. Αντίθετα, από τα προσκομισθέντα έγγραφα και δη από το ως άνω, με αριθμό .../1957 προσύμφωνο, αποδεικνύεται πλήρως ότι ο ενάγων ήταν συγκύριος σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των προπεριγραφέντων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, χωρίς να προβάλλεται σαφής ισχυρισμός του ενάγοντος περί εικονικότητας του ανωτέρω συμβολαίου, τον οποίο (ισχυρισμό) υπολαμβάνει αναφερόμενος ότι αναγράφηκε πως ο Β. και η Μ. Π. αναφέρονται ως συγκύριοι του επιδίκου σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και φέρεται ότι μεταβιβάζεται στον Γ. Χ. και ο επίδικος αγρός για λόγους προστασίας του αγοραστή. Το εν λόγω συμβόλαιο είναι μεταγενέστερο της αρχικά επικληθείσας πρώτης, άτυπης διανομής (1940) και προγενέστερο της δεύτερης (1959), γεγονός το οποίο αντιστρατεύεται στους ισχυρισμούς του ενάγοντος, καθώς και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αφού καταδεικνύει τη σαφή βούληση των κληρονόμων να νέμονται το επίδικο σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τους με αριθμούς ... και ... αγρούς, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, είχαν περιέλθει στην αποκλειστική νομή ενός εκάστου των συγκληρονόμων-αδελφών του, αλλά και οι αγροί αυτοί στο προαναφερόμενο προσύμφωνο πώλησης, εμφανίζονται ότι ανήκουν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε κάθε κληρονόμο. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τη βούληση του δικαιοπαρόχου του εναγομένου, Γ. Χ., να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο με βάση το πιο πάνω προσύμφωνο, εφόσον δεν ακολούθησε η σύνταξη οριστικού συμβολαίου, όπως αποδεικνύεται με την έκδοση της με αριθμό 195/1974 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, περί επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, στην οποία, όπως προελέχθη, καθ’ ων η αίτηση ήταν οι κληρονόμοι Π., μεταξύ των οποίων και ο ενάγων.

Εξάλλου, το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 410/1988 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (τακτική διαδικασία), με την οποία απορρίφθηκε η διεκδικητική αγωγή της μητέρας και των αδελφών του ενάγοντος σε βάρος του, που αφορούσε στον επίδικο αγρό, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Εξάλλου, ο πατέρας του ενάγοντος, Μ. Π. και εν συνεχεία ο ενάγων, καλλιεργούσαν μεν τον επίδικο αγρό άλλοτε με καλαμπόκι, σπανάκι και αργότερα με καλαμπόκι και κριθάρι, καθώς και με ορισμένα ελαιόδεντρα, αλλά οι πράξεις τους αυτές συνάδουν με την ιδιότητά τους ως συγκύριοι του επιδίκου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και δεν καταδείκνυαν τη βούλησή τους να νέμονται ολόκληρο το επίδικο για λογαριασμό τους, γεγονός άλλωστε το οποίο ουδέποτε γνωστοποίησαν στον εναγόμενο. Ειδικότερα, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Γ. Χ. και στη συνέχεια ο εναγόμενος, μίσθωναν τον επίδικο αγρό στον ενάγοντα, κατά το ποσοστό τους 2/3 εξ αδιαιρέτου, γεγονός που αποδεικνύεται από τη με αριθμό πρωτ. .../2012 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ... και αφορά στα οικονομικά έτη 2009 και έντευθεν, ενώ κατά το οικονομικό έτος 2008, χρήση 2007, το επίδικο δηλώνονταν από τον εναγόμενο ως δωρεάν παραχώρηση στον ενάγοντα, με ποσοστό συγκυριότητας 66,67 0/0 εξ αδιαιρέτου.

Επιπλέον, σε ανύποπτο χρόνο από την ένδικη αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος, που έλαβε χώρα το 2009 και συγκεκριμένα στο έντυπο Ε9 έτους 1997, ο εναγόμενος δηλώνει τον επίδικο αγρό, με ποσοστό συγκυριότητας 66,66% εξ αδιαιρέτου. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, καθώς, όπως προελέχθη, το γεγονός της καλλιέργειας του αγρού από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος αρμόζει στην ιδιότητά του ως συγκοινωνού και μισθωτή του υπόλοιπου ποσοστού 2/3 εξ αδιαιρέτου, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη κύριος, ολόκληρου του με αριθμό ... αγρού". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή ως νόμιμη και ως κατ’ ουσία βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου (αγρού), και ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη για το προ του έτους 1968 χρονικό διάστημα και στη συνέχεια αυτήν, στο σύνολό της, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Δικαστήριο αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου του Αγροτικού Κώδικα, του α.ν. 431/1968 και του Αστικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν, ορθώς, ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη μόνο για το μετά την ισχύ του α.ν.431/1968 (23- 5-1968) χρονικό διάστημα, που ο ως άνω αγροτικός κλήρος ήταν δεκτικός χρησικτησίας, και ότι ο ενάγων δεν κατέστη κύριος ολόκληρου του με αριθμό ... επίδικου κληροτεμαχίου (αγρού), γιατί ο άμεσος δικαιοπάροχος του εναγομένου κατέστη συγκύριος αυτού, κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον το νεμήθηκε από το έτος 1957, που είχε περιέλθει η νομή του σ’ αυτόν με άτυπη πώληση από τους νομείς και κατόχους Β. και Μ. Π., αντί τιμήματος 30.000 δραχμών και έκτοτε συνεχώς μέχρι τον κατά την 12-12-2007 επισυμβάντα θάνατό του, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ προσδιορίζει και τις πράξεις νομής επ’ αυτού, μεταξύ των οποίων αναφέρει και αυτές που σχετίζονται με την εκμίσθωσή του (επιδίκου).

Ενόψει τούτων και αυτών που εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. αιτίαση ότι παραβιάσθηκαν ευθέως οι πιο πάνω διατάξεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι πλήττουσες δε την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα αναφορικά προς το χρόνο έναρξης της νομής επί του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου, αιτιάσεις των αυτών λόγων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εξάλλου, οι ως άνω πραγματικές του διαπιστώσεις δεν ανταποκρίνονται στις ανωτέρω προϋποθέσεις, για την απόκτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος-ενάγοντος της κυριότητας του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος, ως άνω, λόγος, κατά το μέρος που οι δι’ αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην πρόσθετη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "ο πατέρας του εναγομένου-εκκαλούντος Γ. Χ. κατέστη κύριος του επιδίκου σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, το έτος 1988, καθώς από το έτος 1968, οπότε μπορούσε να νέμεται το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας... μέχρι το 1988, είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα της εικοσαετίας και στη συνέχεια εγκατέστησε κληρονόμο του στο εν λόγω ποσοστό στον επίδικο αγρό τον εναγόμενο", είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο για την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής δεν κατέληξε κατά παραδοχή ένστασης του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επ’ αυτού, αλλά δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκαν τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος επ’ αυτής λόγος να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2015 αίτηση του Σ. Π. του Μ. και τον από 1-9-2015 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 247/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2016

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Ρ.Κ.

Σχόλια