1271/2011 ΑΠ - Δημόσια κτήματα. Προϋποθέσεις με τις οποίες ο νομέας αυτών μπορεί να επικαλεστεί κυριότητα έναντι του Δημοσίου. Κοινόχρηστα πράγματα. Εξαιρούνται πάσης χρησικτησίας. Προσδιορισμός των κοινής χρήσεως πραγμάτων. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 194/2008 απόφαση ΕφΘράκης).

ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]
1271/2011 ΑΠ ( 571336)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Δημόσια κτήματα. Προϋποθέσεις με τις οποίες ο νομέας αυτών μπορεί να επικαλεστεί κυριότητα έναντι του Δημοσίου. Κοινόχρηστα πράγματα. Εξαιρούνται πάσης χρησικτησίας. Προσδιορισμός των κοινής χρήσεως πραγμάτων. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 194/2008 απόφαση ΕφΘράκης). ...


   Αριθμός 1271/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. και 2. Α. συζ. Ν. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ...., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2006 μη οριστική, 68/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α)νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι τη έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις στις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από την ως άνω σαφή διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του είναι αθροιστικώς, οι ακόλουθες: Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους. Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ. μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Εξάλλου, στο χρόνο νομής των ως άνω περιπτώσεων α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την ΑΚ 57 μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από τη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος.

Συνεπώς, τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα δεν καταλαμβάνονται από το ως άνω άρθρο 4 του ν. 3127/2003. Πράγματα δε κοινής χρήσεως, κατά τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 966 και 968 ΑΚ, είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεδομένου δε ότι από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υφίσταται όταν, σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, οι παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα δικαίου, παρέπεται, ότι, όταν προβάλλεται λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι προσάπτονται πράγματι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν από τις εκτιθέμενες παραδοχές της αποφάσεως, λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητάς τους, δεν καθίσταται μεν βέβαιη η παραβίαση, αλλά δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έγινε ή όχι παραβίαση ορισμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου -αναιρεσιβλήτου: "Με το .../24-12-1990 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Χαράλαμπου Καρυωτάκη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 35, οι Ι. Λ. και Δ. Λ. του Μ. πώλησαν και μεταβίβασαν στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, ποσοστό 39,31% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, κείμενου στην Αλεξανδρούπολη, στο 429 Ο.Τ., επί της μέλλουσας να διανοιγεί οδού ..., συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ., το οποίο συνορεύει νοτιοανατολικώς με την οδό ..., με πλευρά μέτρων 22,50, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β., με πλευρά μέτρων 26,50 νοτιοδυτικώς με την οδό ... με πλευρά μέτρων 20 και βορειοανατολικούς με ιδιοκτησία των πωλητών, με πλευρά μέτρων 21 στο οποίο εξ αδιαιρέτου ποσοστό αντιστοιχεί αυτοτελές και διηρημένο, κατά τις διατάξεις των ν. 3741/1929 και 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, τμήμα οικοπέδου, εκτάσεως 217 τ.μ, που συνορεύει βορειο-ανατολικώς με ιδιοκτησία των πωλητών, με πλευρά μέτρων 21, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β., με πλευρά μέτρων 10,50 νοτιοανατολικώς με την οδό ... με πλευρά μέτρων 10,50. και νοτιοδυτικώς με υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου με πλευρά μέτρων 20,50. Κατά τα ιστορούμενα στο συμβόλαιο αυτό, οι πωλητές φέρονται ότι απέκτησαν την κυριότητα μεγαλύτερης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το πωληθέν τμήμα (επίδικο), δυνάμει δωρητηρίου συμβολαίου που συντάχθηκε το έτος 1944, το οποίο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της διπλής κατοχής της πόλεως από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους κατά τα έτη 1941-1944. Στο άνω συμβόλαιο δεν αναφέρεται το όνομα του δωρητή. Με την προσκομιζόμενη μετ` επικλήσεως από τους ενάγοντες, υπ`αριθμ. 35/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) βεβαιώθηκε ότι το μήνα Μάρτιο 1944 συντάχθηκε ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Πασχάλη Ζωίου δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο ο πατέρας των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων των εναγόντων (πωλητών), Μ. Λ., δώρησε, μεταξύ άλλων, στους γιους του Ι. και Δ. Λ., ένα τμήμα εκτάσεως 335 τ.μ, του προαναφερόμενου μείζονος οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ, ότι το δωρητήριο αυτό συμβόλαιο είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης και ότι τόσο τα αρχεία του ανωτέρω συμβολαιογράφου, όσο και του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής κατά τα έτη 1941-1994. Το οικοπεδικό τμήμα που βεβαιώνεται με την απόφαση αυτή δωρήθηκε από τον Μ. Λ. στους γιους του Ι. και Δ. Λ.; δυνάμει δωρητηρίου συμβολαίου νομίμως μεταγεγραμμένου, είναι άλλο από το επίδικο τμήμα εκτάσεως 217 τμ που οι τελευταίοι μεταβίβασαν στους ενάγοντες, κατά τα προαναφερόμενα, και συγκεκριμένα, είναι το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 552 τ.μ, (335+217τ.μ=552), το οποίο συνορεύει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή, βορειοανατολικώς με ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόντων (ήτοι με το επίδικο τμήμα), νοτιοανατολικώς με την οδό ..., νοτιοδυτικώς με την οδό ... και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β.. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων στην κρινομένη έφεση, και δη στην 6η σελίδα, όπου και αναφέρεται επί λέξει: "Απλά στην απόφαση αυτή (35/2001 εκούσιας δικαιοδοσίας) αναφέρεται ότι το 2001, που εκδικάσθηκε η σχετική αίτηση βεβαίωσης του γεγονότος της σύνταξης, υπογραφής, και μεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου του Μ. Λ..-.είχε μείνει, μετά την μεταβίβαση των 217 τ.μ σε μας (εννοεί στους εκκαλούντες) οικόπεδο 335 τμ. Για το αληθές του ισχυρισμού αυτού η απόφαση 35/2001 αναφέρει ότι το οικόπεδο των 335 τ.μ βορειοανατολικά συνορεύει με ιδιοκτησία μας, διότι ήδη από το έτος 1990 εμείς έχουμε αποκτήσει την κυριότητα των 217 αυτών τετραγωνικών μέτρων". Συνακόλουθα, η ανωτέρω 35/2001 απόφαση δεν αφορά το επίδικο ακίνητο των 217 τ.μ αλλά το όμορο αυτού των 335 τ.μ τα οποία, και τα δύο μαζί, αποτελούσαν την μείζονα έκταση των 552 τ.μ στην οποία γίνεται αναφορά αφ` ενός μεν στο συμβόλαιο υπ` αριθ..../1990 σχετικά με το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 217 τ.μ αφ` ετέρου δε στην υπ` αριθ. 35/2001 απόφαση σχετικά με την υπόλοιπη έκταση των 335 τμ. Έτσι, η αναφερόμενη στο υπ` αριθ. .../1990 συμβόλαιο και όσον αφορά το επίδικο ακίνητο των 217 τ.μ, "δωρεά που έγινε στους δικαιοπαρόχους (πωλητές) των εναγόντων κατά το έτος 1944 των συμβολαίων απολεσθέντων κατά τη Γερμανο-βουλγαρική κατοχή" δεν προσεπιβεβαιώνεται ούτε φυσικά με την προσκόμιση συμβολαίου αλλά ούτε και με απόφαση του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Σε κάθε περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ως δωρεοδόχοι, αποδέχθηκαν την επικαλούμενη, από τους ενάγοντες δωρεά με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμένο, ενόψει μάλιστα και της ηλικίας τους (γεννήθηκαν τα έτη 1928 και 1930 αντιστοίχως), οι οποίοι, κατά το φερόμενο χρόνο της δωρεάς, ήτοι το 1944, αυτοί θα ήσαν ανήλικοι και δη 16 και 14 ετών αντίστοιχα. Πέραν δε τούτων, από κανένα επίσης αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε οι ενάγοντες επικαλούνται, νόμιμο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του μεγαλυτέρου αυτού ακινήτου από τον (αναφερόμενο στο .../1990 συμβόλαιο) δωρητή και τους δικαιοπαρόχους του, δεδομένου ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στις "Νέες Χώρες", για τις οποίες ίσχυε ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του τεμαχίου 1740 Α`. Το τεμάχιο 1740 Α` αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του τεμαχίου 1740 της οριστικής διανομής του 1932 του αγροκτήματος Καλλιθέας-Ν. Χιλής μετά τη μεταβολή που υπέστη, προκειμένου να τεμαχισθεί και μέρη αυτού (1740 Β`, 1740 Γ`, 1740 Δ`) να δοθούν σε ιδιώτες. Το τεμάχιο 1740, ως σύνολο είχε έκταση 23.765 τ.μ, και το οποίο καταχωρίσθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες ως "Συνοικισμός". Το υπ` αριθμ. 1740 τεμάχιο διαιρέθηκε στα υπ` αριθμ. 1740 Α, 1740 Β, 1740 Γ και 1740 Δ επί μέρους τεμάχια, εκ των οποίων το υπ` αριθμ. 1740 Α, εκτάσεως 21.380,25 τ.μ, χαρακτηρίσθηκε ως "Συνοικισμός" και έμεινε αδιάθετο, ενώ τα υπόλοιπα διατέθηκαν σε ιδιώτες. Το επίδικο αποτελεί τμήμα του υπ` αριθμ. 1740 Α τεμαχίου, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως της Αλεξανδρούπολης το έτος 1978. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην επακολουθήσασα οριστική διανομή του συνοικισμού ... Αλεξανδρούπολης του έτους 1940, δεν περιελήφθη το ανωτέρω υπ` αριθμ. 1740 Α τεμάχιο, πλην μικρού τμήματος αυτού, που αντιστοιχεί, μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως και τη ρυμοτόμηση, στο Ο.Τ. 17, ενώ το επίδικο βρίσκεται στο Ο.Τ 429, όπως προεκτέθηκε. Ο πιο πάνω χαρακτηρισμός "Συνοικισμός" έχει την έννοια ότι το εν λόγω τεμάχιο (1740 Α) προοριζόταν για τη διανομή για τη δημιουργία συνοικισμού και, επομένως, εφόσον δε διανεμήθηκε ποτέ, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Δημοσίου για κοινή χρήση, ως κοινόχρηστο, και, συνεπώς, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, κατ` άρθρα 966, 967 και 1054 ΑΚ. Για τα περιστατικά αυτά σαφής είναι η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Σ. Κ., η οποία επιβεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες μετ` επικλήσεως από το εναγόμενο, 17/1993 και 32/2003 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, (αρθρ.90 ΠΔ 284/1988) από τις οποίες η πρώτη έγινε αποδεκτή με την υπ` αριθμ. πρωτ. 1059441/3199/Α0010/11-5-1993 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, με την 17/1993 γνωμοδότησή του το Γ.Σ.Δ.Κ, κρίνοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς, μεταξύ άλλων, και του υπ` αριθμ. 1740 τεμαχίου του χάρτη διανομής του έτους 1932 στο αγρόκτημα Καλλιθέας- Ν. Χιλής, επ` ευκαιρία των από 20-5-1990, 25-5-1990 και 14-11-1991 έγγραφων καταγγελιών προς το Δήμο Αλεξανδρούπολης, τη Νομαρχία Έβρου και την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, του Συνοικισμού Συμβουλίου της 4ης Συνοικίας Αλεξανδρούπολης, με τα οποία το άνω Συνοικιακό Συμβούλιο ζητούσε να γίνει κατάληψη από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου της ."κοινόχρηστης έκτασης που βρίσκεται μεταξύ των οδών ...-... (νυν ...) και ..., την οποία ορισμένοι θέλουν να ιδιοποιηθούν και να διαμορφωθεί και να αξιοποιηθεί από το Δήμο η έκταση που κατείχε ο Θ. Λ. στο Ο.Τ. 429", γνωμοδότησε ότι το 1740 τεμάχιο της διανομής του έτους 1932 παρέμεινε κοινό ως "Συνοικισμός" και ουδέποτε διανεμήθηκε, επομένως παρέμεινε στην κυριότητα του Δημοσίου ως κοινόχρηστο και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Με την 32/20-3-2003 γνωμοδότησή του, το Συμβούλιο του άρθρου 90 του π.δ.284/1988, κρίνοντας επί της από 14-8-2001 αιτήσεως διαφόρων κατοίκων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, οι οποίοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν κύριοι της επίδικης εκτάσεως, γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της απορρίψεως της αιτήσεως. Τα περιστατικά αυτά δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως από τους ενάγοντες, υπ` αριθμ. πρωτ. Ζ/15184/5-11-1975 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Έβρου (Τμήμ. Εποικ. Αναδ.) 14203/31-10-1975 της Επιθεώρησης Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Μηχ/σεως Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης (Τμήμα Ελέγχου Τοπ. Εργασιών), και 47/10-1-2002 της Διεύθυνσης Τοπογραφίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, στα οποία όλως αορίστως αναφέρεται ότι ολόκληρο το 1740 τεμάχιο απετέλεσε αντικείμενο της αρχικής διανομής του έτους 1940 του συνοικισμού ... και χωρίς τις διακρίσεις σε τμήματα μετά την προαναφερθείσα διανομή, και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο επίδικο. Τέλος το επίσης επικαλούμενο, από τους εκκαλούντες, υπ` αριθμ. πρωτ. 253/26-2-93 έγγραφο της κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Έβρου αφορά άλλα οικοδομικά τετράγωνα (429 Α`, 429 Β` και 431) και όχι αυτό (429) που βρίσκεται το επίδικο. Περαιτέρω και σε εκτέλεση της ως άνω υπ` αριθμ. πρωτ. 1059441/3199/Α0010/11-5-1993 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, τμήμα του τεμαχίου 1740 Α, εμβαδού 2.022,62 τ.μ., που βρίσκεται στα Ο.Τ. 429 (όπου και το επίδικο) και 429 Α του σχεδίου πόλεως Αλεξανδρούπολης, καταχωρίσθηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων με αριθμό ΑΒΚ 2665. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες εξακολουθούν να κάνουν χρήση του επιδίκου δημοσίου κτήματος. Ως εκ τούτου, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου με το υπ` αριθμ. πρωτ. 886/11-5-2001 πρωτόκολλο καθόρισε την αποζημίωση της αυθαίρετης αυτής χρήσεως. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ασκήθηκε η από 23-5-2001 (υπ αριθμ. καταθέσεως 105/2001) ανακοπή των εναγόντων, η οποία απορρίφθηκε με την 144/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης. Με το από 24-5-2004 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, το ως άνω δημόσιο κτήμα με αριθμό 2665, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο παραδόθηκε από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου στον Διευθυντή Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, ως διαχειριστή των εποικιστικών εκτάσεων. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπό κρίση αγωγή, εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 του ν. 3127/2003". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, η οποία ως θεμέλιό της είχε την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, που έκρινε ομοίως. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου και συνακόλουθα, της μη εφαρμογής (λόγω της ιδιότητας αυτής) του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται το είδος του προαναφερθέντος υπ` αριθμ. 1740 Α τεμαχίου, τμήμα του οποίου κατά ανελέγκτως δεκτά γενόμενα αποτελεί το επίδικο ακίνητο, ούτε αναφέρεται αν το τοπογραφικό συνεργείο του Δημοσίου, που αποτύπωσε το έτος 1932 τις ιδιοκτησίες του αγροκτήματος Καλλιθέας -Ν Χιλής κατέγραψε το εν λόγω ακίνητο ως κοινόχρηστο και αν αυτό διατήρησε έκτοτε την ιδιότητά του αυτή, ενώ, τέλος, δεν προσδιορίζεται η χρήση του επίδικου ακινήτου κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή κρίσιμους χρόνους, προκειμένου να κριθεί αν με αυτή υπάρχει θεραπεία του κοινού συμφέροντος και κατά πόσο είναι η προσήκουσα για να προσδώσει σ` αυτό (επίδικο) την ιδιότητα του κοινοχρήστου.

Συνεπώς, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη και σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί του, αν το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, προκειμένου να κριθεί στη συνέχεια αν συντρέχουν ή όχι οι όροι εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικού διατάξεως του άρθρου 4 του ν. 2127/2003. Επομένως, είναι βάσιμος ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, παρότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλοντος, κατ` ορθή εκτίμησή του, αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.

2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ` ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ` ορθή εκτίμηση του, αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.1 και 8 του ίδιου άρθρου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στις κοινόχρηστες (εποικιστικές) εκτάσεις του Δημοσίου. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) το με αριθμό πρωτ. 2470/18-10-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Τοπογραφίας της Νομαρχίας Έβρου, 2) την με ημερομηνία 4/5-12-1991 έκθεση έρευνας του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου και 3) το με αριθμό πρωτ. 253/26-2-1993 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Έβρου. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.11 περ.γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό 46/10-1-2002 έγγραφο της Διευθύνσεως Τοπογραφίας της Νομαρχίας Έβρου, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις ίδιες ως άνω προτάσεις προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμία απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο ειδικότερα, στο αναιρετήριο, περιεχόμενό τους μπορούσαν αυτά να ενισχύσουν τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Είναι συνεπώς βάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης.

3.- Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 194/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.

Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια