
77Ε/2016 ΕΙΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 664423)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αίτηση διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας. Εγκυρη
ονοματοδοσία. Τρόποι κτήσεως και κανόνας αμεταβλήτου. Εξαιρέσεις, διορθώσεις, προσθήκη
δεύτερου κύριου ονόματος. Προϋποθέσεις μεταβολής. Η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει
κωλύματα ..
στην ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αρνητική επίδραση στον κοινωνικό βίο, να
αντίκειται στα χρηστά ήθη, να είναι κακόηχο κλπ. Κρίνεται ότι δεν συντρέχει νομική περίπτωση
διόρθωσης και απορρίπτεται.
Αριθμός Απόφασης 77 Ε/2016
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ροδοθέα Τσομπανάκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τη 12η Ιανουαρίου 2016 και ώρα 11.00, όπως είχε ορισθεί κατά την κατάθεση της αίτησης, με τη σύμπραξη και της Γραμματέως Αναστασίας Τσοτουλίδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: … (Α.Φ.Μ. …), κατοίκου … Θεσσαλονίκης, οδός … αρ. .., η οποία εμφανίσθηκε μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ξένη Βροχίδου (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης A.M. 4981), που κατέθεσε στην έδρα έγγραφο σημείωμα προτάσεων.
Η αιτούσα, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της, κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 11.11.2015 και υπ΄ αριθμό κατάθεσης …/11.11.2015 αίτηση διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως ως προς το κύριο όνομα, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο (αρ. 13Α), η πληρεξούσια δικηγόρος της αιτούσας ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς της, αναφέρθηκε στο έγγραφο σημείωμα προτάσεων που κατέθεσε, προσκόμισε τα έγγραφα που επικαλείται και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την εξέταση μίας μάρτυρος.
Ακολούθησε η συζήτηση, όπως αναφέρεται στα ομοιάριθμα της παρούσας πρακτικά.
Η Ειρηνοδίκης επιφυλάχθηκε ν΄ αποφασίσει και κήρυξε τη συζήτηση περατωμένη.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οπως ρητά ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 του Κ.Πολ.Δ., για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εφαρμόζονται οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου για τη βεβαίωση γεγονότος με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, δηλαδή η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η οριζόμενη δωσιδικία του ειρηνοδικείου της έδρας του ληξιάρχου, που είναι εξωδικαστικό όργανο της εκούσιας δικαιοδοσίας, συμπίπτει με τον κανόνα της τοπικής αρμοδιότητας του ληξιάρχου, κατ΄ άρθρο 5 του Ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων», που ορίζει ότι οι ληξιαρχικές πράξεις καταρτίζονται στο ληξιαρχείο της περιφέρειας στην οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα που βεβαιώνουν και ανταποκρίνεται με το γεγονός ότι, στον τόπο αυτό βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των βεβαιουμένων γεγονότων. Στον τόπο αυτό είναι αποτελεσματικότερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη η συλλογή τους, γι΄ αυτό προτιμήθηκε από το νόμο έναντι του τόπου της γενικής δωσιδικίας του αιτούντος και θεσπίσθηκε η εν λόγω αποκλειστική αρμοδιότητα, επί της οποίας δε χωρεί παρέκταση (κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 740§2 Κ.Πολ.Δ., όπως συνομολογείται στην άποψη, κατά την οποία «λόγω της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας στο νόμο δεν έχει δεσμευτικό αλλά καθοδηγητικό χαρακτήρα, οπότε δεν αποκλείεται να απευθύνεται η αίτηση και σε άλλο κατά τόπο δικαστήριο, όπως εκείνο της κατοικίας του αιτούντος, εφόσον διευκολύνεται η συλλογή των αποδείξεων - ορ. ΜΠρΘεσσαλ 3516/2013 Δνη 2014/234 κι εκεί παραπομπές).
Η κατά την εκούσια δικαιοδοσία διόρθωση ληξιαρχικής πράξης αντιστοιχεί στον κανόνα που θέτει το άρθρο 13 του Ν. 344/1976 ότι, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξεως απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Δε δύναται, συνεπώς, να εκδοθεί διάταξη ειρηνοδίκη (του νόμου λαμβάνοντος θέση επί προϊσχύσασας θεωρητικής διχογνωμίας), ενώ με εισαγγελική διάταξη (του εισαγγελέως της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκου), που παρέχει τη σχετική άδεια στο ληξίαρχο, προβλέπεται η δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, προφανώς εκ παραδρομής, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη και μη αφορώντα το χρόνο σύνταξής της, η οποία διάταξη εκδίδεται, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος συμφέροντος, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων. Καθόσον πρόκειται για άδεια του εισαγγελέως (ή του περιφερειακού ειρηνοδίκη) και όχι περί διαταγής, απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγγελική διόρθωση είναι η συμφωνία του ληξιάρχου, εν περιπτώσει δε ασυμφωνίας αυτού, τα εν λόγω σφάλματα διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001 ΠοινΔνη 2002/33). Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δε συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης με τελεσίδικη απόφαση ειρηνοδικείου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας κατ΄ άρθρο 5§1 του Συντάγματος (ορ. απαρίθμηση των δύο περιπτώσεων σε ΕιρΑθ 1290/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος). Το κύριο όνομα του ατόμου αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο αναγνώρισης και ταυτοποίησής του, χαρακτηρίζει την αστική του κατάσταση και το συνοδεύει σε όλο το δημόσιο και κοινωνικό του βίο και, με την έννοια αυτή, αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 344/1976 δεν ορίζει προθεσμία της ονοματοδοσίας του νεογνού, καθώς δεν είναι νοητή η χρήση ληξιαρχικής πράξης χωρίς αναφορά του ονόματος του προσώπου που αφορά. Επομένως, η ονοματοδοσία θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στον ελάχιστο εύλογο χρόνο ταυτοποίησης του τέκνου, καθώς λ.χ. δε δύναται να καταχωρηθεί σε έγγραφο βρεφονηπιακής φροντίδας ως «αβάπτιστο» (ή κατ΄ εκμοντερνισμό «Α.Κ.Ο.») ή να ασκηθεί για λογαριασμό του ένδικο βοήθημα (ενώ δεν υπάρχει και τρόπος ταυτοποίησης επί διδύμων «Α.Κ.Ο.» του ιδίου φύλου). Όπως και πριν τη θέση σε ισχύ της ισχύουσας διατύπωσης της διάταξης (αντικατασταθείσα με το άρθρο 15 του Ν. 1438/1984), η ονοματοδοσία, που αποτελεί τη μοναδική νόμιμη διαδικασία κτήσης ονόματος νεογνού, γίνεται με δήλωση του δικαιουμένου γονέα ή επιμελητή (του ασκούντος την πατρική εξουσία κατά το προϊσχύον δίκαιο) και είναι ανεξάρτητη από τη «βάπτιση» του τέκνου, χριστιανική ή αντίστοιχη τελετουργία άλλης θρησκείας, της οποίας η καταχώρηση στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, με αποκλειστικό σκοπό την αναγραφή τυχόν υπάρχοντος θρησκεύματος (άρθρα 25 - 27 του ίδιου νόμου), ουδόλως επιδρά στο ήδη δηλωθέν ή δυνάμενο να δηλωθεί όνομα (ορ. παρουσίαση διαμεσολάβησης - στις αναφορές υπ΄ αρ. πρωτ. 20169/19.12.2005 & 60/3.1.2006- του Συνηγόρου του Πολίτη «Ονοματοδοσία και Βάπτιση», κατά την οποία έκθεση, δύναται να ζητηθεί η διαγραφή της δήλωσης βάπτισης και, σε κάθε περίπτωση, να γίνει δήλωση ονοματοδοσίας, καθώς οι δύο δηλώσεις είναι άσχετες μεταξύ τους, ακόμη και όταν γίνονται ταυτόχρονα - ορ. όμως και ΕφΑθ 3718/2008 Δνη 2009/249: «η κατά την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος πραγματοποιούμενη ονοματοδοσία συνιστά ένα εκ των τρόπων κτήσεως του κυρίου ονόματος» και ΜΠρΝαυπλ 109/1993 ΝοΒ 1993/1106 κατά την οποία «στη βάπτιση εκφράστηκε η βούληση των γονέων»). Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα (και ελλείψει αυτής από τον επίτροπο). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης έγκυρης ονοματοδοσίας (οπότε, κατά το Συνήγορο του Πολίτη συντρέχει «έλλειψη νομικής ισχύος του ονόματος»), ο ενηλικιωθείς, στερούμενος κυρίου ονόματος, θα προβεί ο ίδιος στη σχετική δήλωση, ενώ σαφώς δικαιούται να προσβάλει το κύρος της γενόμενης ονοματοδοσίας και δια της διοικητικής οδού (εάν λ.χ., μετά το 1984, δε συνέπραξαν και οι δύο γονείς ή εάν ο ληξίαρχος βασίστηκε παρανόμως στη δήλωση βάπτισης χωρίς ταυτόχρονη δήλωση ονοματοδοσίας και από τους δύο ή ακόμη και για λόγους ακυρωσίας -πλάνη, απάτη, απειλή- των δηλούντων, καθώς η ληξιαρχική πράξη παράγει πλήρη απόδειξη μέχρι αποδείξεως του εναντίου -ΓνΝΣΚ 27/2003- ορ. αντίστοιχες περιπτώσεις δικαστικής διόρθωσης ΜΠρΑθ 828/1998 Δνη 2000/862 - διόρθωση σε περίπτωση άκυρης ονοματοδοσίας- και ΜΠρΑθ 5735/1998 Τ.Ν.Π. Νόμος - διόρθωση επί εσφαλμένης καταχώρησης λόγω ανυπαρξίας γονικής μέριμνας στο δηλούντα «πατέρα»).
Ρητά ορίζεται, στο τέταρτο εδάφιο του ως άνω άρθρου 25, με την τροποποίηση του έτους 1984, ότι γενόμενη δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται. Ο κανόνας του μη ανακλητού της ονοματοδοσίας υφίστατο και πριν τη ρητή θεσμοθέτησή του (ορ. όμως ΜΠρΠειρ 86/2005 ΝοΒ 2005/930: «δεν απαγορεύεται η μεταβολή ονόματος από διάταξη νόμου»), ως έκφραση του δημοσίας τάξεως κανόνα του σταθερού και αμεταβλήτου του ονόματος, που απορρέει από το συνδυασμό των διαχρονικών διατάξεων των άρθρων 58 Α.Κ. (σταθερότητα του ονόματος για χάρη της προστασίας της προσωπικότητας - ορ. ΜΠρΗλείας 131/2010) και 415 Π.Κ. (αυθαίρετη μεταβολή ονόματος) και προσβλέπει στην προστασία του ονόματος, ως χαρακτηριστικού στοιχείου της προσωπικότητας (έναντι της αυθαίρετης χρήσης του από μη δικαιούμενο) εντός πλαισίου παράλληλης διαφύλαξης της έννομης τάξης και ασφάλειας των συναλλαγών (ορ. ΜΠρΡόδου 785/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Και μετά τη θεσμοθέτησή του, όμως, ο κανόνας του αμετάβλητου του ονόματος δεν είναι ανεξαίρετος, καθώς ο νομοθέτης δέχεται παρεκκλίσεις (εκτός από την αλλαγή επωνύμου, που γίνεται με τη διοικητική διαδικασία -άρθρο 9§9 Ν. 2307/1995- και επί αναγνωρίσεως τέκνου γεννημένου χωρίς γάμου και επί υιοθεσίας και, ασφαλώς, επί εξελληνισμού των ονομάτων κατά την πολιτογράφηση), ενώ δε συνιστά μεταβολή και επιτρέπεται η συμπλήρωση της δήλωσης ονοματοδοσίας με μεταγενέστερη δήλωση και προσθήκη και δευτέρου ονόματος στο αρχικά δηλωθέν, ο δε ληξίαρχος είναι υποχρεωμένος να καταχωρήσει σχετική δήλωση συμπληρωματικής ονοματοδοσίας (ιδίως από το ενηλικιωθέν πρόσωπο, χωρίς έλεγχο αντίθεσης του προσθέτως δηλούμενου ονόματος στη δημόσια τάξη), ελεγχόμενος διοικητικά επί αρνήσεώς του. Με βάση τις εν λόγω παρεκκλίσεις και τη συνταγματική προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5§1), που επιβάλλεται σε περιπτώσεις δυσμενών επιπτώσεων του ονόματος επί του προσώπου που το φέρει, η νομολογία συνάγει δικαίωμα του προσώπου, ή αυτών που το επιμελούνται νομίμως έως την ενηλικίωσή του, να ζητήσει δικαστικώς τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης της ονοματοδοσίας του, κατ΄ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13§1 του Ν. 344/1976 και με τη διαδικασία του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ. (εμμέσως συναγομένης της δυνατότητας από την ΟλΑΠ 99/1985). Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση της ονοματοδοσίας, πρέπει ν΄ ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜΠρΧίου 175/1990 ΑρχΝ 1990/680) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜΠρΘεσσαλ 20438/2010 επί ονοματοδοσίας τέκνου από τη φυσική του μητέρα, πριν την υιοθεσία του). Δε συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος (μάλιστα, χωρεί βάσει των διατάξεων ονοματοδοσίας δια της διοικητικής οδού ΓνΝΣΚ 431/2006 - ορ. όμως ΕφΑθ 1905/2003 Δνη 2004/247, ΕιρΑθ 1290/2015, όπου και δικαστική προσθήκη δεύτερου ονόματος, λόγω «τάματος» στην Παναγία και ΕιρΑκράτας 64/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, όπου προσθήκη και του από βαπτίσεως ονόματος ως κύριου - επί μη συμφωνίας των γονέων ΕφΑθ 4971/1993 ΝοΒ 1994/75), ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα (ορ. ΕφΑθ 2064/2005 Δνη 2005/1547 -απαλείφεται το «...» και παραμένει το «..»- ΜΠρΝαυπλ 109/1993 ΝοΒ 1993/1106 -απαλείφεται το «...» και παραμένει το «....», ΕιρΘεσσαλ 93Ε/2015 οίκοθεν -απαλείφεται το «.........» και παραμένει το «....», ομοίως απαλοιφή δευτέρου ονόματος στην ΜΠρΗλείας 131/2010, ενώ στην προαναφερθείσα ΜΠρΠειρ 86/2005 απλώς μεταβάλλεται η σειρά κύριου και δεύτερου ονόματος). Κρίθηκε, όμως, ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής ή αποποίησης του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜΠρΠατρ 430/2003 ΧρΙΔ 2003/790) ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜΠρΘεσσαλ 32576/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος - μεταβολή τουρκικού ονόματος σε ελληνικό). Στο θετό δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του νεογνού λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος (και δη πολύ αργότερα της ενηλικίωσης), ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματός του και πέραν αυτού που χρησιμοποιεί στην κοινωνική του δραστηριότητα («υποκοριστικό» ή «καλλιτεχνικό») και να δικαιολογεί δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του βάσει, απλώς, ενός μη θεμελιωμένου νομοθετικά δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς την ονοματοδοσία, θα πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών (προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του, εφόσον δεν είναι ο φέρων το όνομα), προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα (και όχι του τρίτου αιτούντος) από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ad hoc ΕφΔωδ 347/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος).
Τέλος, αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά τη διόρθωση ή συμπλήρωση ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει ούτε επιτρέπεται να περιέχει διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον (άρθρα 4 περ. β΄ και 14 §1 Ν. 344/1976 - τελεσίδικη προσθήκη ή μεταβολή ονόματος καταχωρίζεται στις «μεταβολές» εντός μηνός - ορ. και ΜΠρΘεσσαλ 8/2013 Δνη 2014/221, ΜΠρΘεσσαλ 3516/2013 Δνη 2014/234).
Με την κρινόμενη αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκαν τα νόμιμα ένσημα και τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748§2 Κ.Πολ.Δ. (κοινοποιήθηκε η αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την υπ΄ αρ. ../13.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ...), η αιτούσα ζητεί να επιτραπεί, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η αλλαγή του κυρίου ονόματός της από το βαπτιστικό «....» στο επιθυμητό «...» και να διαταχθεί η διόρθωση της αναφερόμενης κατ΄ αριθμό πράξη γέννησης του Ειδικού Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί ο αρμόδιος Ληξίαρχος να προβεί στην καταχώρηση της παραπάνω μεταβολής του κυρίου ονόματός της, επικαλούμενη ότι, το όνομά της δεν είναι εύηχο, ούτε εύκολα το προφέρουν αλλοδαποί και λειτουργεί αποτρεπτικά στις κοινωνικές της σχέσεις στο εξωτερικό, ιδίως στην Αγγλία όπου εκπονεί διδακτορική διατριβή και στη συμμετοχή της σε ακαδημαϊκές εκδηλώσεις, όπου συνηθίζεται η προσφώνηση των ομιλητών, ενώ η ίδια χρησιμοποιεί κι έχει καθιερώσει την προσφώνησή της με το όνομα «.....».
Τα αιτήματα χορήγησης άδειας διόρθωσης και έκδοσης διαταγής προς τον αρμόδιο ληξίαρχο για την καταχώρηση της απόφασης τυγχάνουν μη νόμιμα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσας. Το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης της αιτούσας ως προς τη καταχώρηση της ονοματοδοσίας της αρμοδίως καθ΄ ύλη και κατά τόπο εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, παρίσταται επαρκώς ορισμένο, όχι όμως και νόμιμο, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσας, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά -και αληθή υποτιθέμενα- δεν εμποδίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας της αιτούσας, ούτε είναι ικανά να επιδράσουν με τρόπο ανεπιθύμητο στον κοινωνικό της βίο. Το όνομα που αναγράφεται στη ληξιαρχική πράξη γέννησής της δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, δεν είναι κακόηχο, δε δημιουργεί άσχημες εντυπώσεις για την προσωπικότητα, το χαρακτήρα και την καταγωγή της και δε δημιουργείται σύγχυση από την ταυτόχρονη χρήση σε όλες τις κοινωνικές συναναστροφές και εκδηλώσεις του κυρίου ονόματος που επιθυμεί και είναι υποκοριστικό του, υπό την έννοια ότι αποτελεί το ένα εκ των δύο συνθετικών του κυρίου ονόματός της, γεγονός που είναι σύνηθες στον καθημερινό βίο για την πλειοψηφία των πολιτών, αφού αποτελεί κανόνα κοινωνικής ευγένειας να ερωτάται ο συνομιλητής πώς θέλει να τον αποκαλούν και σε δημόσιες εκδηλώσεις πώς να τον προσφωνούν. Ούτε είναι ικανό να εμποδίσει την επιστημονική σταδιοδρομία της αιτούσας στην αλλοδαπή, καθώς παρουσιάζει τις αυτές δυσχέρειες αγγλόφωνης προφοράς με κάθε ελληνικό όνομα, συμπεριλαμβανομένων των συνηθέστερα χρησιμοποιουμένων αλλά και όσων έχουν αρχαιοελληνική ρίζα (και του ονόματος «....» που θέλει να καταχωρήσει, καθώς οι αγγλόφωνοι θα την αποκαλούν «...»), ενώ δεν πλεονάζει σε δυσχέρεια προφοράς του επωνύμου της αιτούσας («…»). Η αναγραφή στα έγγραφα ταυτοποίησης και στους τίτλους σπουδών της αιτούσας του «βαπτιστικού» της ονόματος, το οποίο έλαβε από πρόγονο (το έφερε η εκ πατρός μάμμη της) και την εντάσσει σε πατρική οικογένεια, της οποίας το επώνυμο φέρει και δεν προκύπτει ανυπόληπτη κοινωνικά, δεν υπήρξε ικανό, για το μεγάλο χρονικό διάστημα της ανήλικης και ενήλικης ζωής της (η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1983) να δημιουργήσει έστω και ελάχιστη αμφιβολία, σύγχυση ή αμφισβήτηση περί του προσώπου της αιτούσας και της ταυτότητάς της, ούτε εμπόδισε τη ψυχολογική και κοινωνικοηθική της ανάπτυξη, αφού αντίστοιχα περιστατικά δεν επικαλείται στην ένδικη αίτηση.
Συνακολούθως των ανωτέρω, μη συντρεχούσης νομίμου περιπτώσεως μεταβολής του ονόματος της αιτούσας, δε συντρέχει νόμιμη περίπτωση διορθώσεως της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεώς της ως προς την καταχωρηθείσα ονοματοδοσία της και θα πρέπει η ένδικη αίτηση ν΄ απορριφθεί, χωρίς σκέψη περί επιδίκασης δικαστικών εξόδων σε βάρος της αιτούσας (άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ.), ελλείψει αντιδίκου της στην προκείμενη διαδικασία και προβολής σχετικού αιτήματος (κατ΄ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 191§2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας παρουσία της αιτούσας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΟΡΙΖΕΙ χρόνο δημοσίευσης της παρούσας, που κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη και παραδίδεται ηλεκτρονικά την 29η Ιανουαρίου 2016, καθαρογραμμένη σε πρωτότυπο εξ ολοκλήρου και σε ηλεκτρονική μορφή από τη δικάζουσα Ειρηνοδίκη, την τακτική δημόσια συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 2016 και ώρα 12.00 μ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, τη 2α Φεβρουαρίου 2016 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία της αιτούσας και της πληρεξουσίας της δικηγόρου.
Ρ.Κ.
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ροδοθέα Τσομπανάκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τη 12η Ιανουαρίου 2016 και ώρα 11.00, όπως είχε ορισθεί κατά την κατάθεση της αίτησης, με τη σύμπραξη και της Γραμματέως Αναστασίας Τσοτουλίδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: … (Α.Φ.Μ. …), κατοίκου … Θεσσαλονίκης, οδός … αρ. .., η οποία εμφανίσθηκε μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ξένη Βροχίδου (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης A.M. 4981), που κατέθεσε στην έδρα έγγραφο σημείωμα προτάσεων.
Η αιτούσα, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της, κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 11.11.2015 και υπ΄ αριθμό κατάθεσης …/11.11.2015 αίτηση διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως ως προς το κύριο όνομα, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο (αρ. 13Α), η πληρεξούσια δικηγόρος της αιτούσας ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς της, αναφέρθηκε στο έγγραφο σημείωμα προτάσεων που κατέθεσε, προσκόμισε τα έγγραφα που επικαλείται και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την εξέταση μίας μάρτυρος.
Ακολούθησε η συζήτηση, όπως αναφέρεται στα ομοιάριθμα της παρούσας πρακτικά.
Η Ειρηνοδίκης επιφυλάχθηκε ν΄ αποφασίσει και κήρυξε τη συζήτηση περατωμένη.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οπως ρητά ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 του Κ.Πολ.Δ., για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εφαρμόζονται οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου για τη βεβαίωση γεγονότος με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, δηλαδή η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η οριζόμενη δωσιδικία του ειρηνοδικείου της έδρας του ληξιάρχου, που είναι εξωδικαστικό όργανο της εκούσιας δικαιοδοσίας, συμπίπτει με τον κανόνα της τοπικής αρμοδιότητας του ληξιάρχου, κατ΄ άρθρο 5 του Ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων», που ορίζει ότι οι ληξιαρχικές πράξεις καταρτίζονται στο ληξιαρχείο της περιφέρειας στην οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα που βεβαιώνουν και ανταποκρίνεται με το γεγονός ότι, στον τόπο αυτό βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των βεβαιουμένων γεγονότων. Στον τόπο αυτό είναι αποτελεσματικότερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη η συλλογή τους, γι΄ αυτό προτιμήθηκε από το νόμο έναντι του τόπου της γενικής δωσιδικίας του αιτούντος και θεσπίσθηκε η εν λόγω αποκλειστική αρμοδιότητα, επί της οποίας δε χωρεί παρέκταση (κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 740§2 Κ.Πολ.Δ., όπως συνομολογείται στην άποψη, κατά την οποία «λόγω της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας στο νόμο δεν έχει δεσμευτικό αλλά καθοδηγητικό χαρακτήρα, οπότε δεν αποκλείεται να απευθύνεται η αίτηση και σε άλλο κατά τόπο δικαστήριο, όπως εκείνο της κατοικίας του αιτούντος, εφόσον διευκολύνεται η συλλογή των αποδείξεων - ορ. ΜΠρΘεσσαλ 3516/2013 Δνη 2014/234 κι εκεί παραπομπές).
Η κατά την εκούσια δικαιοδοσία διόρθωση ληξιαρχικής πράξης αντιστοιχεί στον κανόνα που θέτει το άρθρο 13 του Ν. 344/1976 ότι, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξεως απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Δε δύναται, συνεπώς, να εκδοθεί διάταξη ειρηνοδίκη (του νόμου λαμβάνοντος θέση επί προϊσχύσασας θεωρητικής διχογνωμίας), ενώ με εισαγγελική διάταξη (του εισαγγελέως της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκου), που παρέχει τη σχετική άδεια στο ληξίαρχο, προβλέπεται η δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, προφανώς εκ παραδρομής, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη και μη αφορώντα το χρόνο σύνταξής της, η οποία διάταξη εκδίδεται, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος συμφέροντος, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων. Καθόσον πρόκειται για άδεια του εισαγγελέως (ή του περιφερειακού ειρηνοδίκη) και όχι περί διαταγής, απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγγελική διόρθωση είναι η συμφωνία του ληξιάρχου, εν περιπτώσει δε ασυμφωνίας αυτού, τα εν λόγω σφάλματα διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001 ΠοινΔνη 2002/33). Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δε συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης με τελεσίδικη απόφαση ειρηνοδικείου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας κατ΄ άρθρο 5§1 του Συντάγματος (ορ. απαρίθμηση των δύο περιπτώσεων σε ΕιρΑθ 1290/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος). Το κύριο όνομα του ατόμου αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο αναγνώρισης και ταυτοποίησής του, χαρακτηρίζει την αστική του κατάσταση και το συνοδεύει σε όλο το δημόσιο και κοινωνικό του βίο και, με την έννοια αυτή, αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 344/1976 δεν ορίζει προθεσμία της ονοματοδοσίας του νεογνού, καθώς δεν είναι νοητή η χρήση ληξιαρχικής πράξης χωρίς αναφορά του ονόματος του προσώπου που αφορά. Επομένως, η ονοματοδοσία θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στον ελάχιστο εύλογο χρόνο ταυτοποίησης του τέκνου, καθώς λ.χ. δε δύναται να καταχωρηθεί σε έγγραφο βρεφονηπιακής φροντίδας ως «αβάπτιστο» (ή κατ΄ εκμοντερνισμό «Α.Κ.Ο.») ή να ασκηθεί για λογαριασμό του ένδικο βοήθημα (ενώ δεν υπάρχει και τρόπος ταυτοποίησης επί διδύμων «Α.Κ.Ο.» του ιδίου φύλου). Όπως και πριν τη θέση σε ισχύ της ισχύουσας διατύπωσης της διάταξης (αντικατασταθείσα με το άρθρο 15 του Ν. 1438/1984), η ονοματοδοσία, που αποτελεί τη μοναδική νόμιμη διαδικασία κτήσης ονόματος νεογνού, γίνεται με δήλωση του δικαιουμένου γονέα ή επιμελητή (του ασκούντος την πατρική εξουσία κατά το προϊσχύον δίκαιο) και είναι ανεξάρτητη από τη «βάπτιση» του τέκνου, χριστιανική ή αντίστοιχη τελετουργία άλλης θρησκείας, της οποίας η καταχώρηση στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, με αποκλειστικό σκοπό την αναγραφή τυχόν υπάρχοντος θρησκεύματος (άρθρα 25 - 27 του ίδιου νόμου), ουδόλως επιδρά στο ήδη δηλωθέν ή δυνάμενο να δηλωθεί όνομα (ορ. παρουσίαση διαμεσολάβησης - στις αναφορές υπ΄ αρ. πρωτ. 20169/19.12.2005 & 60/3.1.2006- του Συνηγόρου του Πολίτη «Ονοματοδοσία και Βάπτιση», κατά την οποία έκθεση, δύναται να ζητηθεί η διαγραφή της δήλωσης βάπτισης και, σε κάθε περίπτωση, να γίνει δήλωση ονοματοδοσίας, καθώς οι δύο δηλώσεις είναι άσχετες μεταξύ τους, ακόμη και όταν γίνονται ταυτόχρονα - ορ. όμως και ΕφΑθ 3718/2008 Δνη 2009/249: «η κατά την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος πραγματοποιούμενη ονοματοδοσία συνιστά ένα εκ των τρόπων κτήσεως του κυρίου ονόματος» και ΜΠρΝαυπλ 109/1993 ΝοΒ 1993/1106 κατά την οποία «στη βάπτιση εκφράστηκε η βούληση των γονέων»). Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα (και ελλείψει αυτής από τον επίτροπο). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης έγκυρης ονοματοδοσίας (οπότε, κατά το Συνήγορο του Πολίτη συντρέχει «έλλειψη νομικής ισχύος του ονόματος»), ο ενηλικιωθείς, στερούμενος κυρίου ονόματος, θα προβεί ο ίδιος στη σχετική δήλωση, ενώ σαφώς δικαιούται να προσβάλει το κύρος της γενόμενης ονοματοδοσίας και δια της διοικητικής οδού (εάν λ.χ., μετά το 1984, δε συνέπραξαν και οι δύο γονείς ή εάν ο ληξίαρχος βασίστηκε παρανόμως στη δήλωση βάπτισης χωρίς ταυτόχρονη δήλωση ονοματοδοσίας και από τους δύο ή ακόμη και για λόγους ακυρωσίας -πλάνη, απάτη, απειλή- των δηλούντων, καθώς η ληξιαρχική πράξη παράγει πλήρη απόδειξη μέχρι αποδείξεως του εναντίου -ΓνΝΣΚ 27/2003- ορ. αντίστοιχες περιπτώσεις δικαστικής διόρθωσης ΜΠρΑθ 828/1998 Δνη 2000/862 - διόρθωση σε περίπτωση άκυρης ονοματοδοσίας- και ΜΠρΑθ 5735/1998 Τ.Ν.Π. Νόμος - διόρθωση επί εσφαλμένης καταχώρησης λόγω ανυπαρξίας γονικής μέριμνας στο δηλούντα «πατέρα»).
Ρητά ορίζεται, στο τέταρτο εδάφιο του ως άνω άρθρου 25, με την τροποποίηση του έτους 1984, ότι γενόμενη δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται. Ο κανόνας του μη ανακλητού της ονοματοδοσίας υφίστατο και πριν τη ρητή θεσμοθέτησή του (ορ. όμως ΜΠρΠειρ 86/2005 ΝοΒ 2005/930: «δεν απαγορεύεται η μεταβολή ονόματος από διάταξη νόμου»), ως έκφραση του δημοσίας τάξεως κανόνα του σταθερού και αμεταβλήτου του ονόματος, που απορρέει από το συνδυασμό των διαχρονικών διατάξεων των άρθρων 58 Α.Κ. (σταθερότητα του ονόματος για χάρη της προστασίας της προσωπικότητας - ορ. ΜΠρΗλείας 131/2010) και 415 Π.Κ. (αυθαίρετη μεταβολή ονόματος) και προσβλέπει στην προστασία του ονόματος, ως χαρακτηριστικού στοιχείου της προσωπικότητας (έναντι της αυθαίρετης χρήσης του από μη δικαιούμενο) εντός πλαισίου παράλληλης διαφύλαξης της έννομης τάξης και ασφάλειας των συναλλαγών (ορ. ΜΠρΡόδου 785/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Και μετά τη θεσμοθέτησή του, όμως, ο κανόνας του αμετάβλητου του ονόματος δεν είναι ανεξαίρετος, καθώς ο νομοθέτης δέχεται παρεκκλίσεις (εκτός από την αλλαγή επωνύμου, που γίνεται με τη διοικητική διαδικασία -άρθρο 9§9 Ν. 2307/1995- και επί αναγνωρίσεως τέκνου γεννημένου χωρίς γάμου και επί υιοθεσίας και, ασφαλώς, επί εξελληνισμού των ονομάτων κατά την πολιτογράφηση), ενώ δε συνιστά μεταβολή και επιτρέπεται η συμπλήρωση της δήλωσης ονοματοδοσίας με μεταγενέστερη δήλωση και προσθήκη και δευτέρου ονόματος στο αρχικά δηλωθέν, ο δε ληξίαρχος είναι υποχρεωμένος να καταχωρήσει σχετική δήλωση συμπληρωματικής ονοματοδοσίας (ιδίως από το ενηλικιωθέν πρόσωπο, χωρίς έλεγχο αντίθεσης του προσθέτως δηλούμενου ονόματος στη δημόσια τάξη), ελεγχόμενος διοικητικά επί αρνήσεώς του. Με βάση τις εν λόγω παρεκκλίσεις και τη συνταγματική προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5§1), που επιβάλλεται σε περιπτώσεις δυσμενών επιπτώσεων του ονόματος επί του προσώπου που το φέρει, η νομολογία συνάγει δικαίωμα του προσώπου, ή αυτών που το επιμελούνται νομίμως έως την ενηλικίωσή του, να ζητήσει δικαστικώς τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης της ονοματοδοσίας του, κατ΄ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13§1 του Ν. 344/1976 και με τη διαδικασία του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ. (εμμέσως συναγομένης της δυνατότητας από την ΟλΑΠ 99/1985). Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση της ονοματοδοσίας, πρέπει ν΄ ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜΠρΧίου 175/1990 ΑρχΝ 1990/680) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜΠρΘεσσαλ 20438/2010 επί ονοματοδοσίας τέκνου από τη φυσική του μητέρα, πριν την υιοθεσία του). Δε συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος (μάλιστα, χωρεί βάσει των διατάξεων ονοματοδοσίας δια της διοικητικής οδού ΓνΝΣΚ 431/2006 - ορ. όμως ΕφΑθ 1905/2003 Δνη 2004/247, ΕιρΑθ 1290/2015, όπου και δικαστική προσθήκη δεύτερου ονόματος, λόγω «τάματος» στην Παναγία και ΕιρΑκράτας 64/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος, όπου προσθήκη και του από βαπτίσεως ονόματος ως κύριου - επί μη συμφωνίας των γονέων ΕφΑθ 4971/1993 ΝοΒ 1994/75), ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα (ορ. ΕφΑθ 2064/2005 Δνη 2005/1547 -απαλείφεται το «...» και παραμένει το «..»- ΜΠρΝαυπλ 109/1993 ΝοΒ 1993/1106 -απαλείφεται το «...» και παραμένει το «....», ΕιρΘεσσαλ 93Ε/2015 οίκοθεν -απαλείφεται το «.........» και παραμένει το «....», ομοίως απαλοιφή δευτέρου ονόματος στην ΜΠρΗλείας 131/2010, ενώ στην προαναφερθείσα ΜΠρΠειρ 86/2005 απλώς μεταβάλλεται η σειρά κύριου και δεύτερου ονόματος). Κρίθηκε, όμως, ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής ή αποποίησης του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜΠρΠατρ 430/2003 ΧρΙΔ 2003/790) ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜΠρΘεσσαλ 32576/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος - μεταβολή τουρκικού ονόματος σε ελληνικό). Στο θετό δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του νεογνού λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος (και δη πολύ αργότερα της ενηλικίωσης), ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματός του και πέραν αυτού που χρησιμοποιεί στην κοινωνική του δραστηριότητα («υποκοριστικό» ή «καλλιτεχνικό») και να δικαιολογεί δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του βάσει, απλώς, ενός μη θεμελιωμένου νομοθετικά δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς την ονοματοδοσία, θα πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών (προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του, εφόσον δεν είναι ο φέρων το όνομα), προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα (και όχι του τρίτου αιτούντος) από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ad hoc ΕφΔωδ 347/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος).
Τέλος, αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά τη διόρθωση ή συμπλήρωση ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει ούτε επιτρέπεται να περιέχει διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον (άρθρα 4 περ. β΄ και 14 §1 Ν. 344/1976 - τελεσίδικη προσθήκη ή μεταβολή ονόματος καταχωρίζεται στις «μεταβολές» εντός μηνός - ορ. και ΜΠρΘεσσαλ 8/2013 Δνη 2014/221, ΜΠρΘεσσαλ 3516/2013 Δνη 2014/234).
Με την κρινόμενη αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκαν τα νόμιμα ένσημα και τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748§2 Κ.Πολ.Δ. (κοινοποιήθηκε η αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την υπ΄ αρ. ../13.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ...), η αιτούσα ζητεί να επιτραπεί, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η αλλαγή του κυρίου ονόματός της από το βαπτιστικό «....» στο επιθυμητό «...» και να διαταχθεί η διόρθωση της αναφερόμενης κατ΄ αριθμό πράξη γέννησης του Ειδικού Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί ο αρμόδιος Ληξίαρχος να προβεί στην καταχώρηση της παραπάνω μεταβολής του κυρίου ονόματός της, επικαλούμενη ότι, το όνομά της δεν είναι εύηχο, ούτε εύκολα το προφέρουν αλλοδαποί και λειτουργεί αποτρεπτικά στις κοινωνικές της σχέσεις στο εξωτερικό, ιδίως στην Αγγλία όπου εκπονεί διδακτορική διατριβή και στη συμμετοχή της σε ακαδημαϊκές εκδηλώσεις, όπου συνηθίζεται η προσφώνηση των ομιλητών, ενώ η ίδια χρησιμοποιεί κι έχει καθιερώσει την προσφώνησή της με το όνομα «.....».
Τα αιτήματα χορήγησης άδειας διόρθωσης και έκδοσης διαταγής προς τον αρμόδιο ληξίαρχο για την καταχώρηση της απόφασης τυγχάνουν μη νόμιμα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσας. Το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης της αιτούσας ως προς τη καταχώρηση της ονοματοδοσίας της αρμοδίως καθ΄ ύλη και κατά τόπο εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, παρίσταται επαρκώς ορισμένο, όχι όμως και νόμιμο, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσας, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά -και αληθή υποτιθέμενα- δεν εμποδίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας της αιτούσας, ούτε είναι ικανά να επιδράσουν με τρόπο ανεπιθύμητο στον κοινωνικό της βίο. Το όνομα που αναγράφεται στη ληξιαρχική πράξη γέννησής της δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, δεν είναι κακόηχο, δε δημιουργεί άσχημες εντυπώσεις για την προσωπικότητα, το χαρακτήρα και την καταγωγή της και δε δημιουργείται σύγχυση από την ταυτόχρονη χρήση σε όλες τις κοινωνικές συναναστροφές και εκδηλώσεις του κυρίου ονόματος που επιθυμεί και είναι υποκοριστικό του, υπό την έννοια ότι αποτελεί το ένα εκ των δύο συνθετικών του κυρίου ονόματός της, γεγονός που είναι σύνηθες στον καθημερινό βίο για την πλειοψηφία των πολιτών, αφού αποτελεί κανόνα κοινωνικής ευγένειας να ερωτάται ο συνομιλητής πώς θέλει να τον αποκαλούν και σε δημόσιες εκδηλώσεις πώς να τον προσφωνούν. Ούτε είναι ικανό να εμποδίσει την επιστημονική σταδιοδρομία της αιτούσας στην αλλοδαπή, καθώς παρουσιάζει τις αυτές δυσχέρειες αγγλόφωνης προφοράς με κάθε ελληνικό όνομα, συμπεριλαμβανομένων των συνηθέστερα χρησιμοποιουμένων αλλά και όσων έχουν αρχαιοελληνική ρίζα (και του ονόματος «....» που θέλει να καταχωρήσει, καθώς οι αγγλόφωνοι θα την αποκαλούν «...»), ενώ δεν πλεονάζει σε δυσχέρεια προφοράς του επωνύμου της αιτούσας («…»). Η αναγραφή στα έγγραφα ταυτοποίησης και στους τίτλους σπουδών της αιτούσας του «βαπτιστικού» της ονόματος, το οποίο έλαβε από πρόγονο (το έφερε η εκ πατρός μάμμη της) και την εντάσσει σε πατρική οικογένεια, της οποίας το επώνυμο φέρει και δεν προκύπτει ανυπόληπτη κοινωνικά, δεν υπήρξε ικανό, για το μεγάλο χρονικό διάστημα της ανήλικης και ενήλικης ζωής της (η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1983) να δημιουργήσει έστω και ελάχιστη αμφιβολία, σύγχυση ή αμφισβήτηση περί του προσώπου της αιτούσας και της ταυτότητάς της, ούτε εμπόδισε τη ψυχολογική και κοινωνικοηθική της ανάπτυξη, αφού αντίστοιχα περιστατικά δεν επικαλείται στην ένδικη αίτηση.
Συνακολούθως των ανωτέρω, μη συντρεχούσης νομίμου περιπτώσεως μεταβολής του ονόματος της αιτούσας, δε συντρέχει νόμιμη περίπτωση διορθώσεως της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεώς της ως προς την καταχωρηθείσα ονοματοδοσία της και θα πρέπει η ένδικη αίτηση ν΄ απορριφθεί, χωρίς σκέψη περί επιδίκασης δικαστικών εξόδων σε βάρος της αιτούσας (άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ.), ελλείψει αντιδίκου της στην προκείμενη διαδικασία και προβολής σχετικού αιτήματος (κατ΄ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 191§2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας παρουσία της αιτούσας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΟΡΙΖΕΙ χρόνο δημοσίευσης της παρούσας, που κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη και παραδίδεται ηλεκτρονικά την 29η Ιανουαρίου 2016, καθαρογραμμένη σε πρωτότυπο εξ ολοκλήρου και σε ηλεκτρονική μορφή από τη δικάζουσα Ειρηνοδίκη, την τακτική δημόσια συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 2016 και ώρα 12.00 μ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, τη 2α Φεβρουαρίου 2016 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία της αιτούσας και της πληρεξουσίας της δικηγόρου.
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου