
289/2016 ΑΠ ( 676856)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αμφισβήτηση κυριότητας επί ακινήτου. Κληρονομική διαδοχή που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του
βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Άσκηση διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας
ακινήτου. Κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Πράξεις..
νομής επί ακινήτου. Θάνατος
του κληρονομούμενου. Εκ του νόμου αυτοδίκαιη μεταβίβαση της νομής του ακινήτου που αυτός
είχε στον κληρονόμο, χωρίς να απαιτείται η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της
σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της
νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν
πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση ή αν δεν
υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος. Αναίρεση. Λόγοι.
Νομική και ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση των
αντίστοιχων λόγων αναίρεσης. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 158/2013 απόφασης του
Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Αριθμός 289/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων:1) Ά. χας Δ. Σ. η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Γεώργιος Κωστακόπουλος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 26-6-2014 και κληρονομήθηκε από τους α) Κ. Μ. του Σ., β) Σ. Μ. του Σ., γ) Α. Μ. του Σ., δ) Α. Δ. του Δ., ε) Ρ. Δ. του Δ., στ) Μ. Δ. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, ως νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι της και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 2) Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζ. Ε. Μ., κατοίκου ..., 4) Ι. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 5) Δ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 6) Ε. -Έ. συζ. Ι. Δ., κατοίκου ..., 7) Μ. χας Ν. Μ., το γένος Ν. Μ., 8) Κ. Μ. του Ν., 9) Ι. Μ. του Ν., 10) Α. Μ. του Ν., κατοίκων ..., 11) Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η 2η μετά, άπαντες οι λοιποί δια του πληρεξούσιου δικηγόρου ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1985 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/1986 μη οριστική και 96/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 712/2007 μη οριστική Εφετείου Πατρών, 158/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-3-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από 30-10-2015 αντίγραφο της υπ’ αριθ. .../2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Αγρινίου, στις 26-6-2014 απεβίωσε στο Αγρίνιο η πρώτη αναιρεσίβλητη Ά. χήρα Δ. Σ., η οποία, όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της από 26-6-2000 μυστικής διαθήκης της ανωτέρω που κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αγρινίου ..................... β) της υπ’ αριθ. .../28-6-2000 πράξης κατάθεσης αυτής που συνέταξε η ανωτέρω συμβολαιογράφος, γ) των υπ’ αριθ. 246/2014 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αγρινίου περί της δημοσίευσης αυτής και αφετέρου από τα υπ’ αριθ. .../2014 και .../2015 πιστοποιητικά του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομιάς από τους εγκαταστημένους με αυτήν κληρονόμους, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από τους Κ., Σ. και Α. Μ. του Σ. και της Σ. και Α., Ρ. και Μ. Δ. του Δ. και της Λ.. Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κωστακόπουλου στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Εξάλλου, η νομική αοριστία τής αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικώς ενάγων Δ. Σ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατο του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι αρχικώς αναιρεσίβλητοι, που συνέχισαν τη βιαίως διακοπείσα δίκη), με την από 8/4/1985 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και εκτιμάται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο, ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ιδιωτικής έκτασης (αγροκτήματος) 800 περίπου στρεμμάτων, που αποτελείται από καλλιεργούμενα, επιδεκτικά καλλιέργειας και χέρσα τμήματα, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... νομού Αιτωλοακαρνανίας και συνορεύει "εν όλω γύρωθεν ανατολικά με αγροτικό δρόμο (...), πέραν του οποίου κείται εδαφική λωρίδα ανήκουσα στο δ.δ. ... και εν συνεχεία αυτής κείνται ιδιοκτησίες των κληρονόμων Ε. Σ., δυτικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν. Π. και αδελφών Σ., βόρεια με αγρόκτημα με την ονομασία "...", ιδιοκτησίας Α. Κ. και με ιδιοκτησία αδελφών Μ. και νότια με αμαξιτό δρόμο, πρώην ατραπό, διαχωρίζουσα τα διοικητικά όρια των πρώην κοινοτήτων ... και με οικισμό ..., μέχρις ενός ορισμένου σημείου και εκείθεν, μέχρι συναντήσεως του ως άνω βορείου ορίου, δια της κορυφογραμμής του συνεχιζόμενου λόφου, ένθα η αμαξιτή οδός". Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αναφορικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, του οποίου γίνεται ακριβής περιγραφή κατά θέση, όρια και επιφάνεια, χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση των πιο πάνω στοιχείων να βασίζεται σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου. Γι’ αυτό και οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω η αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, στην οποία έπρεπε να εκτίθεται ποια συγκεκριμένα τμήματα του επιδίκου είναι καλλιεργήσιμα και ποια αποτελούν βοσκότοπο, καθόσον δεν μπορεί να αποκτηθεί επί του τελευταίου κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη, προεχόντως στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, δεν γίνεται επίκληση της ιδιότητας τμήματος του επίδικου ακινήτου ως βοσκότοπου, αλλά της άσκησης ορισμένων πράξεων νομής στα μη καλλιεργούμενα τμήματα αυτού, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η βοσκή ποιμνίων αιγοπροβάτων ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος ή τρίτων. Σε κάθε δε περίπτωση, η προβαλλόμενη με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης αιτίαση είναι και αβάσιμη, καθόσον είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για 30 έτη μέχρι και την 11-9-1915 (ΑΠ 1281/2002, ΑΠ 1812/2001), στοιχεία που επίσης επικαλείται καθ’ υποφοράν ο αρχικώς ενάγων στην αγωγή του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051, 1094 ΑΚ, 70 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία είναι, εκτός των άλλων, η επίκληση της άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως. Ως πράξεις νομής, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, νοούνται οι εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου (όπως η επίβλεψη, καλλιέργεια, εκμίσθωση, βόσκηση ζώων) και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012), δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ότι το πράγμα είναι δεκτικό χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται από αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν εχώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση (ΑΠ 165/2004) ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος. Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπαρόχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ’ αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει αποκλείει το συνυπολογισμό αυτό (ΑΠ 497/1981), ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ’ αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, να αναφέρονται σ’ αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ’ αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ’ αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 217/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικώς ενάγων Δ. Σ. με την ίδια πιο πάνω αγωγή, αναφορικά με τον τρόπο περιέλευσης του επίδικου ακινήτου στην κυριότητά του, ιστορούσε ότι αυτό αρχικά ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον οπλαρχηγό του αγώνος του 1821 Σ. Σ., μετά το θάνατο του οποίου, κατά τα πρώτα έτη μετά την απελευθέρωση τμήματος της χώρας από τον τουρκικό ζυγό το εν λόγω ακίνητο περιήλθε με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή στα δύο τέκνα του Κ. και Δ. Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ότι αυτοί αποδέχθηκαν την πιο πάνω κληρονομιά με ανάμιξη, ασκώντας επί 60 και πλέον έτη συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, συλλογή καρπών, βόσκηση ζώων, εκμίσθωση σε τρίτους, εποπτεία) μέχρι το θάνατο τους, κατά τα έτη 1889 και 1890, αντίστοιχα. Ότι ακολούθως το επίδικο περιήλθε με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα τρία τέκνα του Κ. Σ., Γ., Τ. και Μ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με ανάμιξη, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις στο εν λόγω ακίνητο από το έτος 1889 μέχρι το έτος 1027, γενόμενοι έτσι συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί πολύ πριν το έτος 1915, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ότι περαιτέρω, μετά το θάνατο του Δ. Σ., το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Σ. Σ. (πατέρα του αρχικώς ενάγοντος) και Μ. Σ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με ανάμιξη και ότι, στη συνέχεια, η Μ. Σ. πώλησε το επί του επιδίκου πιο πάνω ιδανικό της μερίδιο στον Σ. Π., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...1922 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πρεβέζης .................. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι από το έτος 1890, οι Σ. και Μ. Σ. και από το έτος 1922 ο Σ. Π. ασκούσαν με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1927, έχοντας καταστεί συγκύριοι του πιο πάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί πολύ πριν το έτος 1915 με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Ότι κατά το έτος 1927 όλοι οι προαναφερθέντες συγκύριοι του επίδικου ακινήτου προέβησαν ατύπως, με το από 3-10-1927 ιδιωτικό συμφωνητικό, στη διανομή αυτού μετά από προηγηθείσα κλήρωση σε δύο ίσης περίπου έκτασης τμήματα, από τα οποία εκείνο που βρισκόταν προς το χωρίον ... περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην αποκλειστική συγκυριότητα καθενός των Γ., Τ. και Μ. Σ., το δε άλλο που βρισκόταν προς το χωρίον ... περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην αποκλειστική συγκυριότητα, καθενός των Σ. Π. και Σ. Σ.. Ότι με το υπ’ αριθ. ..... συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αμβρακίας ................. , που: μεταγράφηκε νόμιμα ο Σ. Σ. μεταβίβασε το πιο πάνω ιδανικό του μερίδιο στο Σ. Π., ο οποίος έκτοτε κατέστη αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω τμήματος του όλου ακινήτου. Ότι από το έτος 1927 οι Γ., Τ. και Μ. Σ., μέχρι του κατά το έτος 1962 θανάτου της Τ. Σ., ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων κατά ποσοστό. 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις στο περιελθόν σε αυτούς μετά την άτυπη διανομή πιο πάνω τμήμα του όλου ακινήτου. Ότι μετά το θάνατο της Τ. Σ. το έτος 1962 το πιο πάνω ιδανικό της μερίδιο περιήλθε στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της (αδελφούς της) Γ. και Μ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με την υπεισέλευση και την ανάμιξή τους σε αυτή,, ασκώντας με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις μέχρι του κατά το έτος 1969 θανάτου της Μ. Σ., οπότε το ιδανικό της μερίδιο περιήλθε στο μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της (αδελφό της) Γ., Σ.. Ότι ο τελευταίος αποδέχθηκε την κληρονομιά της Μ. Σ. με την υπεισέλευση και ανάμιξή του σε αυτή, ασκώντας με καλή πίστη τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου του προαναφερθέντος τμήματος του όλου ακινήτου από το έτος 1969 μέχρι τον κατά το έτος 1973 θάνατο του, οπότε αυτό περιήλθε με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή στον αρχικώς ενάγοντα Δ. Σ. (ανηψιό του Γ. Σ.), ο οποίος άσκησε έκτοτε με διάνοια κυρίου, και καλή πίστη τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως, επί 30 και πλέον έτη, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των (άμεσων, απώτερων και απώτατων) δικαιοπαρόχων του. Ότι, αναφορικά με το άλλο τμήμα του όλου ακινήτου που βρίσκεται προς το χωρίον ..., από το έτος 1927 (που έλαβε χώρα η άτυπη διανομή του ενιαίου ακινήτου); οι Σ. Π. και Σ. Σ. μέχρι το έτος 1928 (που έλαβε χώρα το συμβόλαιο ανταλλαγής) και έκτοτε μόνο ο Σ. Π. μέχρι τον κατά το έτος 1953 θάνατό του, ασκούσαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, έχοντας έτσι καταστεί ό τελευταίος αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο του θανάτου του, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Ότι ακολούθως το ακίνητο αυτό περιήλθε με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή στις Ε. Ο. και Κ. Σ. (ανηψιές του Σ. Π.), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία, ασκώντας με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1956, οπότε πώλησαν ατύπως το εν λόγω εδαφικό τμήμα στον αρχικώς ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε το νέμεται και το κατέχει με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια, εκμίσθωση, απόκρουση καταπατητών) συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, επί 20 και πλέον έτη, γενόμενος έτσι κύριος και του εδαφικού αυτού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν αυτών ζήτησε, ενόψει της αμφισβήτησης από τους εναγομένους (Ελληνικό Δημόσιο και Κοινότητα ...) του δικαιώματος κυριότητάς του, να αναγνωριστεί ότι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία του επίδικου αγροκτήματος, συνολικής έκτασης 800 περίπου στρεμμάτων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, αναφορικά με τη κτήση κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος στο πιο πάνω ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου όσο και του ΑΚ. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά στην αγωγή ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος και των αναιρεσιβλήτων Κ. και Δ. Σ., κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους Σ. Σ., τα πρώτα έτη μετά την απελευθέρωση τμήματος της χώρας από τον τουρκικό ζυγό, Γ., Τ. και Μ. Σ., κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους Κ. Σ. το έτος 1889 και οι Σ. και Μ. Σ., κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους Δ. Σ. το έτος 1890 ήταν οικείοι (ανήλικοι) ή εξωτικοί, οπότε ως υπεξούσιοι (ανήλικοι), τελώντας υπό την άμεση πατρική εξουσία, απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του πατέρα τους, ανεξάρτητα από τη βούλησή τους, ούτε ότι οι ίδιοι ήταν ενήλικοι, οπότε ως εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι θα έπρεπε να δηλώσουν ρητά ή σιωπηρά τη θέλησή τους για την απόκτηση της κληρονομιάς, αφού αρκεί μόνο το γεγονός ότι τα προαναφερθέντα πρόσωπα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με συγκεκριμένες υλικές πράξεις τους εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να αναμιχθούν στην κληρονομιά του πατέρα τους με την πρόθεση κληρονόμου. Ούτε επίσης ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία στην αγωγή για την προσμέτρηση του χρόνου νομής των (απώτερων) δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος στη δική του νομή χρησικτησίας: α) των πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και της μεταγραφής τους για τις κληρονομίες της Τ. Σ. που πέθανε το έτος 1962 και του Σ. Π. που πέθανε το έτος 1953 εκ μέρους των κληρονόμων τους, αφού όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, ο κληρονόμος του νομέα αποκτά αυτοδικαίως τη νομή του κληρονομουμένου από το νόμο, χωρίς να απαιτείται δήλωση αποδοχής κληρονομίας ούτε μεταγραφή αυτής, όταν πρόκειται για ακίνητο και β) των επιμέρους στοιχείων του ιδιωτικού συμφωνητικού άτυπης διανομής του έτους 1927, με το οποίο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος διένειμαν το επίδικο σε δύο ίσης περίπου έκτασης τμήματα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ως προς τη θέση, τα όρια και τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που περιήλθαν σε καθένα από αυτούς, καθώς επίσης του ...1928 συμβολαίου ανταλλαγής μεταξύ των Σ. Π. και Σ. Σ. και της άτυπης πώλησης του έτους 1956 μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και των κληρονόμων του Σ. Π., για τη μεταβίβαση ποσοστών εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, αφού για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής ως προς την προσμέτρηση του χρόνου νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος στη δική του νομή, μετά την άτυπη διανομή του έτους 1927, αρκεί ο ισχυρισμός ότι αμέσως μετά το γεγονός αυτό ανέλαβαν οι ίδιοι πιο πάνω δικαιοπάροχοι τη νομή και κατοχή των δύο διακεκριμένων τμημάτων που προήλθαν από τη διανομή και άσκησαν επ’ αυτών με διάνοια κυρίων, κατά τα διαλαμβανόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, και με καλή πίστη τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, τις οποίες συνέχισε ο αρχικώς ενάγων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ για τη διαδοχή στη νομή με την άτυπη πώληση του έτους 1956, δεν απαιτείται η εγκυρότητα της πιο πάνω σύμβασης, αλλά αρκεί η θέληση των πιο πάνω δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος να του μεταβιβάσουν τη νομή του ακινήτου τους, κατά τα ανήκοντα σε αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο (με έκτακτη χρησικτησία) κτήσης κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος στο περιγραφόμενο ακίνητο, απορρίπτοντας σιωπηρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής που προβλήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στην κατ’ έφεση δίκη, λόγω μη μνείας σ’ αυτή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο του πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο ακίνητο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του ΑΚ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1033,1094 ΑΚ, 45 του ισχύοντος κατά το έτος 1945 Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου και του v. Τ5/1856, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 330/1914 και το από 5/11/22.12.1914 εκτελεστικό διάταγμα, οι οποίες αφορούν τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου και την ειδική διαδοχή στη νομή ακινήτου κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. της 21.6/10.7.1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ. "περί αεροπορικής αμύνης" και 4 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", οι οποίες αφορούν την έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της αγωγής αυτής και ο τρίτος κατά το σχετικό μέρος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των σ’ αυτόν διαλαμβανομένων ουσιαστικών διατάξεων λόγω νομικής αοριστίας της αγωγής είναι αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης την ατελή ή ασαφή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική, αλλά όχι και τη νομική αοριστία της ιστορικής βάσης της αγωγής. Αντιθέτως, περιστατικά που συμπορεύονται με την ιστορική βάση της αγωγής και δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία αυτής, αφού και χωρίς αυτά η αγωγή δεν θα έπασχε από ποσοτική αοριστία, ο ενάγων δεν έχει υποχρέωση να τα περιλάβει στις προτάσεις του, τυχόν δε γενόμενη επίκληση αυτών με τις προτάσεις της μετ’ απόδειξη συζήτησης της αγωγής είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού το δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του μπορεί να περιλάβει και τα περιστατικά αυτά, χωρίς να επηρεάζεται το πόρισμά του. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, αρκεί ο σχετικός ισχυρισμός για την αοριστία να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 263/2005, ΑΠ1608/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το σχετικό μέρος λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, γιατί κατά παράβαση του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ δέχθηκε συμπλήρωση των ισχυρισμών του αρχικώς ενάγοντος μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, με αποτέλεσμα την ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής της βάσης, αναφορικά με τον τρόπο κτήσης κυριότητας του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο ακίνητο. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης η ένδικη αγωγή, έχοντας το προαναπτυχθέν περιεχόμενο, δεν έπασχε από ποσοτική αοριστία, ως αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, που περιήλθε στον αρχικώς ενάγοντα μέ πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Συνεπώς, η επίκληση από τους αναιρεσίβλητους με τις προτάσεις όχι της πρώτης, αλλά της μετ’ απόδειξη συζήτησης της αγωγής συμπληρωματικών περιστατικών (παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου) αναφορικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας του επιδίκου από τον απώτατο δικαιοπάροχο τους Σ. Σ., που συμπορεύονται με την ιστορική βάση της αγωγής, δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία αυτής, αφού και χωρίς αυτά η αγωγή δεν θα έπασχε από αοριστία, ήταν δε άνευ εννόμου επιρροής η συμπλήρωση αυτή. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη δεν παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο δε ανωτέρω κατά το σχετικό μέρος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η αγωγή βασιζόταν στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), v. .9 παρ. 1 Πανδ. (50.4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των v. 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 16/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο Οικονομικών, στο. οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού (ΑΠ 191/1997). Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Το άρθρο 3 του ν. 998/1979 ορίζει ειδικότερα τα εξής: " 1. Ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυτικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. 2. Ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μία ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράψω λειτουργιών. 3. Εις τα δάση ή τας δασικάς εκτάσεις αντιστοίχως, περιλαμβάνονται και αι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικαί ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και αι υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφαί ή αλπικαί ζώναι των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6-/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΟλΑΠ 75/1987). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις επίσης προκύπτει ότι επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της συμπλήρωσης τριακονταετίας μέχρι την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων, που τέθηκαν σε ισχύ αργότερα, ειδικότερα δε εκείνες του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και του άρθρου 16 του α.ν. 192/1946 που επαναλήφθηκε με το άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημόσιων γενικά δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ’ αυτών καμία πράξη νομής και ότι η εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, βοσκή και λοιπές αγροτικές πράξεις επί των δημόσιων δασών δεν θεωρούνται ποτέ ως πράξεις νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 840/2010, ΑΠ 198/1983). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την, προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 800 στρεμμάτων περίπου, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... Νομού Αιτωλοακαρνανίας και συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο (...) και πέραν αυτού με εδαφική λωρίδα ανήκουσα στο δ.δ. ..., δυτικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν. Π. και …Σ., βόρεια με αγρόκτημα με την ονομασία "...", ιδιοκτησίας Α. Κ. και με ιδιοκτησία ... Μ. και νότια με αμαξιτό δρόμο, που διαχωρίζει τα όρια των πρώην Κοινοτήτων ... με τον οικισμό .......αποτελεί λοφώδη έκταση, με έντονες κλίσεις, αλλά καταλαμβάνεται και από καλλιεργήσιμες και χέρσες επίπεδες εκτάσεις, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση (κυρίως σχίνα, ασφάκες, φιλίκι, πουρνάρι), αλλά και αραιή δενδρώδη (μεμονωμένα άτομα δρυός), η οποία λόγω της ιδιοσυστασίας της κατά ένα τμήμα είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας. Τμήματα αυτής, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί λεπτομερέστερα, καλλιεργούνταν παλαιότερα και μέχρι το έτος 1960 με ετήσιες καλλιέργειες σιτηρών, ενώ άλλα τμήματα εκμισθώνονταν προς τρίτους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους. Άλλα τμήματά της παρήγαγαν δασικά προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2, 3 του ν. 998/1979 και συνέβαλαν στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας της περιοχής, όμοια δε ήταν η μορφή του και κατά το χρόνο της ισχύος του β.δ. της 16-11-1836 και δεν αναγνωρίστηκε ποτέ ως ιδιωτικό δάσος. Η προαναφερόμενη έκταση, μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, περιήλθε, ως ανήκουσα στον Οθωμανό υπήκοο Α., στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως δυνάμει των υπ’ αριθ. .../7.8.1844 παραχωρητηρίων του επί των Οικονομικών Υπουργού και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις προς το Έθνος υπηρεσίες κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του οπλαρχηγού της επανάστασης Σ. Σ., παραχωρήθηκε προς αυτόν "εις τελείαν και πλήρη ιδιοκτησίαν αυτού, των απογόνων και κληρονόμων του, και παντός άλλου εις τον οποίον αυτός ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του, θελήσουν να τας παραχωρήσουν". Ειδικότερα, με τον πρώτο των άνω τίτλων παραχωρήθηκαν στον προαναφερόμενο απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων τρία τεμάχια στην άνω περιοχή και συγκεκριμένα το πρώτο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 200[000] βασιλικών στρεμμάτων, το δεύτερο τεμάχιο, εκτάσεως 62.938 βασιλικών στρεμμάτων και το τρίτο, εκτάσεως 36.537 βασιλικών στρεμμάτων και συνολικά έκταση 299.475 βασιλικών στρεμμάτων. Με το δεύτερο τίτλο παραχωρήθηκαν επίσης τρία αγροτεμάχια και συγκεκριμένα το πρώτο εκτάσεως 39.774 βασιλικών στρεμμάτων, το δεύτερο 37.766 βασιλικών στρεμμάτων και το τρίτο εκτάσεως 27.538 βασιλικών στρεμμάτων και συνολικής εκτάσεως 105.075 βασιλικών στρεμμάτων. Συνολικά δηλαδή παραχωρήθηκε έκταση 404.553 (299.475+105.078) βασιλικών στρεμμάτων. Σημειώνεται ότι με το υπ’ αριθ. ΦΕΚ 56/1836 διάταγμα καθορίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια η σχέση βασιλικού στρέμματος προς το τρέχον στρέμμα σε 1.000 μ2, ενώ κατ’ άλλους σε 1.270 μ2. Σε κάθε περίπτωση, η επίδικη έκταση, της οποίας δεν αμφισβητούνται τα όρια, αποτέλεσε το αντικείμενο άσκησης πράξεων νομής και κατοχής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων. Κατά τον τρόπο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο οικειοθελώς αποξενώθηκε του δικαιώματος κυριότητος επί της επίδικης έκτασης, παραχωρώντας αυτήν στους κληρονόμους του άνω οπλαρχηγού, μεταξύ των οποίων και τα τέκνα του Κ. Σ. του Σ. και Δ. Σ. του Σ., οι οποίοι υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως στο παραχωρηθέν στον πατέρα τους ακίνητο και μέχρι τα έτη 1889 και 1890 αντίστοιχα που αποβίωσαν, ασκούσαν επ’ αυτού συνεχώς, αδιαλείπτως και με καλή πίστη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος τις προσιδιάζουσες σε αληθή κύριο διακατοχικές πράξεις νομής, τελούντες με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα αυτού με διάφορα αγροτικά προϊόντα, συνέλεγαν τους καρπούς, έβοσκαν τα ποίμνια τους και εκμίσθωναν σε τρίτους τμήματα αυτού για καλλιέργεια ή βόσκηση των ποιμνίων τους. Μετά τον επισυμβάντα κατά το έτος 1889 θάνατο του Κ. Σ. και μη καταλιπόντος διαθήκη στην εξ αδιαιρέτου ιδανική του μερίδα υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως στην κληρονομιά του οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι - τέκνα του, Γ., Τ. και Μ. Κ. Σ. και κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενώ μετά το θάνατο του Δ. Σ. Σ. κατά το έτος 1890, επίσης, δι’ αναμείξεως και κατά ποσοστό 3/12 έκαστος υπεισήλθαν στην κληρονομιά του τα τέκνα του Σ. Δ. Σ. και Μ. Δ. Σ., οι οποίοι συνέχισαν την άσκηση των ίδιων ως άνω διακατοχικών πράξεων νομής, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητας αυτών επί του επιδίκου. Το έτος 1922 η εκ των συγκυρίων Μ. Δ. Σ., Χα Ε. Π., το εκ 3/12 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς της, δυνάμει του υπ’ αριθ. ....... πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πρέβεζας ................... , νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγρ... του τότε δήμου Αμβρακίας, πώλησε και μεταβίβασε προς τον Σ. Β. Π., ο οποίος κατέστη συγκύριος αυτού κατά το άνω ποσοστό. Οι άνω συγκύριοι και συννόμείς πλέον (Γ. - Τ. - Μ. Σ. κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος και Σ. Σ. και Σ. Π. κατά ποσοστό 3/12 έκαστος του όλου ακινήτου), δυνάμει του από 3.10.1927 ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής προέβησαν σε άτυπη μεταξύ τους διανομή και, μετά από κλήρωση, το προς την Κοινότητα ... ήμισυ τμήμα του όλου ακινήτου περιήλθε στους κληρονόμους του Κ. Σ. και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν, ενώ το προς την Κοινότητα ... έτερο ήμισυ του όλου ακινήτου τμήμα του περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους Σ. Σ. και Σ. Π.. Του άνω δευτέρου ημίσεως ακινήτου ακολούθως, κατέστη, αποκλειστικός κύριος ο Σ. Π., καθώς, ο εκ των συγκυρίων Σ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ... συμβολαίου ανταλλαγής του τότε συμβολαιογράφου Αμβρακίας /........... , νόμιμα μεταγραφέντος, μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συννομής και συγκυριότητάς του προς τον Σ. Π.. Το 1962 αποβίωσε αδιάθετη η εκ των συγκυρίων του πρώτου τμήματος Τ. Κ. Σ. και το επί του τμήματος αυτού ιδανικό της κατά 1/3 μερίδιο περιήλθε στους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αδελφούς της Γ. Σ. και Μ. Σ., οι οποίοι συνέχισαν την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του ακινήτου, ενώ το 1969 αποβίωσε επίσης αδιάθετη η εκ των συγκυρίων Μ. Σ., το εξ αδιαιρέτου δε ιδανικό της μερίδιο περιήλθε στον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο αδελφό της Γ. Σ., καταστάς έτσι ο τελευταίος αποκλειστικός κύριος του προς την Κοινότητα ... τμήματος του όλου ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής μέχρι τον επισυμβάντα κατά το έτος 1973 θάνατο του. Ο τελευταίος, δυνάμει της από 15.12.1969 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1772/4.10.1973 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ αριθ. 648/1973 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το ανήκον σε αυτόν δυτικό τμήμα του όλου ακινήτου κατέλιπε στον ανιψιό του, αρχικό ενάγοντα και άμεσο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Δ. Σ. του Σ., ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία με την αριθ. .../19.12.1979 πράξη αποδοχής . κληρονομίας του συμβολαιογράφου ................... , νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγρ... του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...), έκτοτε δε και μέχρι το 1986 που αποβίωσε, εξουσίαζε ως απόλυτος κύριος το εν λόγω τμήμα. Το 1953 αποβίωσε ο αποκλειστικός κύριος του προς το δδ ... τμήματος Σ. Π. ο οποίος δυνάμει της από 10.2.1945 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ’ αριθ. 856/1953 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 1399/1953 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε το άνω ακίνητο κοινώς και αδιαιρέτως και κατ’ ισομοιρίαν στις νομίμους κληρονόμους του Ε. Χ. Κ. Ο. και Κ. Χ. Κ. Σ., το γένος Κ. Π., οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομία με την υπ’ αριθ. .../1955 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ..................... , η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγρ... του Υποθηκοφυλακείου ..., και συνέχισαν την άσκηση διακατοχικών πράξεων επ’ αυτού, κατέστησαν δε κατά τον τρόπο αυτό συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω τμήματος. Η εκ των άνω συγκληρονόμων και κατά ποσοστό 1/2 του προς το δ.δ. ... τμήματος Κ. Σ. πώλησε και μεταβίβασε ατύπως το άνω εξ αδιαιρέτου ιδανικό της μερίδιο το έτος 1956 προς τον αρχικό ενάγοντα Δ. Σ. και εξήλθε της κοινωνίας, ως τούτο αποδεικνύεται από την από 15.5.1957 απόδειξη καταβολής τιμήματος προς το σύζυγο της πωλήτριας Κ. Σ., ποσού 45.000 δραχμών, κατέστη δε ο τελευταίος συγκύριος του όλου περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου κατά τα 9/12 εξ αδιαιρέτου. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, σαφώς συνάγεται ότι οι άμεσοι δικαιοδόχοι του αρχικού νομέως Σ. Σ., Κ. και Δ. Σ., από της κατά το έτος 1844 και εντεύθεν περιελεύσεως του επιδίκου ακινήτου στη νομή και κατοχή τους, ασκούσαν οι ίδιοι με καλή πίστη και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τις κατά προορισμό προσιδιάζουσες στη φύση και το χαρακτήρα του επιδίκου πράξεις συννομής και συγκατοχής, καλλιεργώντας οι ίδιοι τα επιδεκτικά καλλιέργειας εδαφικά τμήματα του ακινήτου, βόσκοντας τα ιδιόκτητα ποίμνιά τους επ’ αυτού, εκμισθώνοντας έτερα τμήματα του ακινήτου σε τρίτους για καλλιέργεια ή βόσκηση των ζώων τους και γενικώς επιτηρούντες αυτό από κάθε επιβουλή, τελούντες με την πεποίθηση ότι δεν θίγουν δικαιώματα τρίτων, μέχρι το θάνατο αυτών (1889 και 1890 αντίστοιχα), έκτοτε δε οι πιο πάνω αναφερόμενοι κληρονόμοι τους. Η άσκηση των πράξεων συννομής και συγκατοχής κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ήτοι για μια τριακονταετία πριν την 11.9.1915, προκύπτει από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και των προσκομισμένων εγγράφων. Ειδικότερα, κατά τον μάρτυρα Ε. Μ. "το επίδικο είναι 800 στρέμματα. ... από το 1838 ο αγρός αυτός αποκτήθηκε (παραχωρήθηκε) από τον Υπουργό Οικονομικών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος στον οπλαρχηγό της επανάστασης Σ. Σ. και μετά περιήλθε στα παιδιά του και μετά στα εγγόνια του ... το παραχωρητήριο είχε δοθεί; στον οπλαρχηγό ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του κατά την επανάσταση του 1821 ... ", ενώ κατά τον μάρτυρα Π. Π. "απ’ όσο γνωρίζω ο ίδιος προσωπικά αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής ... το επίδικο ανήκε στο Δ. Σ. και σήμερα στους κληρονόμους του, το επίδικο ονομάζεται και είναι γνωστό ως Σ., δόθηκε από το ελληνικό Κράτος και από τότε μεταβιβάζεται από Σ. σε Σ., ... στην περιοχή του επίδικου το Ελληνικό Δημόσιο διένειμε σε ακτήμονες γη, η οποία ονομάζεται ... και η οποία σήμερα είναι ελαιοστάσια, οι μόνες περιοχές που δεν διανεμήθηκαν είναι το επίδικο και άλλα δύο ακίνητα, επίσης, ιδιοκτησίας αρχικώς Δ. Σ. .... ήξερε επομένως το Ελληνικό Δημόσιο ότι το επίδικο ήταν των Σ. για 150-200 χρόνια .... ο λόγος για τον οποίο το Δημόσιο δεν διένειμε εκτάσεις σε ακτήμονες που αφορούν το επίδικο είναι πιστεύω διότι το θεωρούσε ανέκαθεν Σ. ...". Επιρρωνύονται δε οι πιο πάνω καταθέσεις ως προς την άσκηση πράξεων νομής και κατοχής επί του επίδικου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων κατά το άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα και από τις υπ’ αριθ. …/1871 .../1893 συμβολαιογραφικές πράξεις του Ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου ... αντίστοιχα, δια των οποίων οι τότε συγκύριοι του όμορου κτήματος με την ονομασία "..." Ι. Κ. Π. και Α. Κ. Π., ιδιοκτησίας σήμερα Α. Κ. διένειμαν το εν λόγω κτήμα και στα περιγραφόμενα όριά του αναφέρεται ως όριο το επίδικο ακίνητο ανήκον στους κληρονόμους Σ.. Επίσης, από το από 1 Ιανουαρίου 1893 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμβρακίας ........................ , με το οποίο o Ι. Κ. Π. αποκαθιστώντας τη θυγατέρα του Μ. σε γάμο με τον Α. Β. μεταβιβάζει στον τελευταίο, μεταξύ άλλων ακινήτων, και "εν λειβάδιον, κείμενον εν θέσει ... ..., οριοθετούμενον γύρωθεν με Ι. Σ., Κ. Σ. και Κ.". Εκ των άνω παρέπεται, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων τουλάχιστον πριν το έτος 1870 και μέχρι το 1915, ήτοι για μια τριακονταετία, ασκούσαν επ’ αυτού τις άνω πράξεις νομής και κατοχής, καταστάντες συγκύριοι του επίδικου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Τούτο, δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων (δασικών υπαλλήλων) του εναγομένου, οι οποίοι αναφέρονται σε πρόσφατα περιστατικά και δη από το έτος 1980 και εντεύθεν, ούτε και από τον ενδεχομένως σε κάποια σημεία δασικό χαρακτήρα του επίδικου, καθόσον, σύμφωνα με τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, προκειμένου περί δημοσίου κτήματος, στο οποία περιλαμβάνεται και το δημόσιο δάσος, δεν απαγορεύεται η με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας τούτου, εφόσον, η με καλή πίστη τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915. Ενόψει δε των ανωτέρω παραδοχών, περί οικειοθελούς εκ μέρους του εναγομένου παραχωρήσεως του επιδίκου από το 1844 προς τον απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στον απελευθερωτικό αγώνα, οι υπό του εναγομένου πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί που επαναφέρονται και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση αποτελεί δημόσια δασική έκταση, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου" ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου και των υπηκόων του, άλλως ως αποτελούντος ιδιωτικό δάσος προ του 1836 για το οποίο δεν προσήχθησαν νομίμως και εμπροθέσμως οι τίτλοι των επ’ αυτού αξιούντων δικαίωμα κυριότητος, άλλως ως αποτελούντος βοσκότοπο ή λιβάδι, μη αμφισβητουμένου ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητά του, πλην αποξενώθηκε εκουσίως του δικαιώματος κυριότητος επ’ αυτού, δια της παραχωρήσεώς του, παρίστανται αλυσιτελείς και είναι απορριπτέοι: Εφόσον δε αποδεικνύεται ότι οι μέχρι το έτος 1915 αναφερόμενοι πιο πάνω συννομείς της επίδικης έκτασης κατέστησαν συγκύριοι αυτής με την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί τριακονταετία και οι προαναφερόμενοι διαδεχθέντες αυτούς στη συννομή και συγκατοχή, αποκτώντες παρ’ αληθών κυρίων, κατέστησαν συγκύριοι αυτού με την προσμέτρηση του χρόνου νομής και κατοχής των δικαιοπαρόχων τους. Πλήθος δε διακατοχικών πράξεων προκύπτει ότι άσκησαν οι άνω δικαιοδόχοι των αρχικών συγκυριών και κατά το μεσοδιάστημα ήτοι από το έτος 1915 μέχρι και το 1956, αλλά και μετέπειτα, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, και την, κατά τα ανωτέρω περιέλευση, του επιδίκου κατά τα 9/12 στον αρχικώς ενάγοντα Δ. Σ.. Σ.. Ειδικότερα, με το από 8.10.1945 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο Σ. Π. δια του εκπροσωπούντος αυτόν Κ. Κ. εκμισθώνει στον Σ. Κ. το επίδικο για ένα έτος αντί μισθώματος 1700 οκάδων γάλακτος, με το από 30.10.1936 όμοιο συμφωνητικό ο Σ. Π. εκμισθώνει προς τον γεωργοκτηνοτρόφο Ν. Π. για μια τριετία τμήμα του επιδίκου για καλλιέργεια και χορτονομή, αντί μισθώματος 36.000 δραχμών, ενώ με το από 28.8.1942 συμφωνητικό εκμισθώνει τμήμα του επιδίκου με την ονομασία "Μ. Π." για καλλιέργεια σιτηρών στον Ε. Κ.. Συναφείς περί μισθώσεως επί μέρους τμημάτων της επίδικης έκτασης είναι και οι από 22.8.1945, 26.7.1945, 15.8.1942 δηλώσεις των γεωργοκτηνοτρόφων Ν. Σ., Σ. Κ. και Ν. Π.. Περαιτέρω, τμήματα της επίδικης έκτασης κατέστησαν αντικείμενο δικαστικών διενέξεων μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων και μισθωτών ή τρίτων, προκαλούντων φθορές σε αυτά. Έτσι με τις υπ’ αριθ. 2935/1971 και 2291/1972 αποφάσεις του Πταισματοδικείου Βάλτου και κατόπιν μηνύσεως του Δ. Σ. καταδικάστηκαν για αγροτική φθορά δια ζώων επί του επιδίκου οι Γ. Θ. και Ε. Μ., ενώ με την υπ’ αριθ. 76/1938 απόφαση, του Ειρηνοδικείου Βάλτου επιδικάστηκε αποζημίωση σε βάρος του μισθωτή Ν. Π. και υπέρ των απώτερων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων Γ. και Τ. Σ.. Τέλος, με την υπ’ αριθ. 48/1933 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βάλτου επιδικάστηκε η νομή τμήματος του επιδίκου στον απώτερο δικαιοπάροχο τους Σ. Π., ενώ με την υπ’ αριθ. 51/1953 απόφαση του Πρωτοδικείου Αγρινίου καθορίζεται το θεμιτό μίσθωμα του επιδίκου μετά από αίτηση των υπομισθωτών Α. Δ. και Γ. Τ. κατά του εκμισθωτή Δ. Σ.. Από τα ανωτέρω ευχερώς συνάγεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων τόσο μέχρι το έτος 1915 όσο και μετά από αυτό διαχειρίζονται την επίδικη έκταση ως απολύτως ιδιωτική, καλλιεργούντες τμήματα αυτής και βόσκοντας τα ποίμνιά τους, ενώ παράλληλα εκμισθώνουν έτερα τμήματα σε τρίτους για την καλλιέργεια και βόσκηση των ποιμνίων τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν. Αλλά κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα από υπηρεσιακές ενέργειες οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι τούτο (εναγόμενο) δεν αφίσταται της άποψης ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική. Αντιθέτως μάλιστα με έγγραφά του φέρεται να αποδέχεται εμμέσως τον ιδιωτικό χαρακτήρα αυτού και ως τέτοιο παρεμβαίνει όταν απαιτείται. Ειδικότερα, με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../24.12.1942 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας προς το Γραφείο Υπηρεσίας Μεσολογγίου, το οποίο εισηγήθηκε την ανάκληση της υπ’ αριθ. 60221/1942 αποφάσεως του Υπουργού περί εξαιρέσεως εκ του ενοικιοστασίου βοσκών εκτάσεων 100 στρεμμάτων εκ του λειβαδίου ... του ιδιοκτήτου Σ. Π., μετά από αίτηση του μισθωτή Ν. Π., αναγνωρίζεται ότι η συνολική έκταση του κτήματος ανέρχεται σε 800 στρέμματα περίπου και απορρίπτεται τελικώς με πλήρη αιτιολογία η σχετική αίτηση ανακλήσεως. Εξάλλου, με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../27.12.1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και μετά σύμφωνη γνώμη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως έκταση 420 περίπου στρεμμάτων, ανήκουσα στους Γ. Σ., Μ. Σ. και Τ. Σ.. Επίσης, με την Ε.22162/27.5.1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εξαιρέθηκε "του ενοικιοστασίου βοσκών έκταση 40 στρεμμάτων του λειβαδίου "...", εφ’ ου αξιούν δικαιώματα κυριότητας οι αδελφοί Κ. Σ....", αφού προηγήθηκε σύμφωνη έκθεση του Επαρχιακού Γεωπόνου ... Δ. Λ. (βλ. από 14:4.1954 έκθεση). Τέλος, με την από 11.12.1954 έκθεση του Γ. Κ. Τ. προς το Τμήμα Εποικισμού της Διεύθυνσης Γεωργίας Μεσολογγίου, αναγνωρίζεται ότι η έκταση των 420 στρεμμάτων περίπου ανήκει στους κληρονόμους του Κ. Σ. και ότι "παλαιόθεν το εν λόγω αγρόκτημα ενοικιάζετο ως λειβάδιον χειμερινής περιόδου εις νομάδες κτηνοτρόφους". Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση επί της επίδικης έκτασης για πρώτη φορά κατά το έτος 1980 με πρωτοβουλία των ακτημόνων κατοίκων του ... και μετά από σχετική απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου ξεκίνησε μια προσπάθεια αποκατάστασης αυτών δια της διανομής στα μέλη του αγροτικών εκτάσεων της περιοχής και μεταξύ αυτών και της επίδικης. Συγκεκριμένα, με την από 28.1.11980 αίτησή του το ΔΣ του ΣΑΑΚ ..., απευθυνόμενο προς το Δασαρχείο ... σημειώνει "Εκρίναμεν αναγκαίο και επιβεβλημένο, όπως δια την επιτυχία του άνω σκοπού της αποκαταστάσεως των ακτημόνων καλλιεργητών ... επιδιώξωμεν την απαλλοτρίωση και διάθεση εγκαταλελειμμένων από 40ετίας εκτάσεων της αγροτικής περιοχής ..., ανηκουσών ήδη εις το Δημόσιον, εις ό περιήλθεν εξ απαλλοτριώσεων των τσιφλικιών Κ. και κληρονόμων Κ. Σ. ... δημόσια δασική έκταση 800 στρεμμάτων (πλην 40 στρεμμάτων καλλιεργησίμων), κειμένων εις θέσιν "..." προερχομένην εκ της απαλλοτριώσεως. τσιφλικιού κληρονόμων Κ. Σ. ...... Επί της αιτήσεως αυτής τα Δασαρχείο ... με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../16.9.1980 έγγραφο του απάντησε με κοινοποίηση του και προς την Κοινότητα ... "ότι η έκταση που διεκδικεί ο Δ. Σ. στη θέση ... ..., υπολογιζόμενη σε 810 στρέμματα είναι δασική, αφού καλύπτεται από πυκνούς θάμνους αείφυλλων πλατυφύλλων και η υπηρεσία τη θεωρεί και τη διαχειρίζεται ως δημόσια" και ότι η βόσκηση των ποιμνίων είναι ελεύθερη στην περιοχή ενώ ταυτόχρονα απευθύνεται προς το Αγρονομείο ... προκειμένου, να μην υποβάλλονται μηνύσεις εναντίον κτηνοτρόφων, που κάνουν χρήση της επίδικης έκτασης (βλ. .../4.6.1980 έγγραφο Δασάρχη ...). Μετά ταύτα ο Δ. Σ., με την από 22.9.1980 αίτησή του προς το Δασάρχη ..., κοινοποιούμενη προς τον Υπουργό Γεωργίας και τη Διεύθυνση Δασών, διαμαρτύρεται εντόνως για την αμφισβήτηση των επί της επίδικης έκτασης δικαιωμάτων του και αφού παραθέτει το ιστορικό σύμφωνα με το οποίο κατέστη κύριος του επιδίκου, αξιώνει την ανάκληση του υπ’ αριθ. .../4.6.1980 εγγράφου του, με το οποίο ανατράπηκε η νομική και πραγματική κατάσταση του από τον ίδιο διακατεχόμενου κτήματος. Ακολούθησε το με αριθ. πρωτ. .../17.11.1980 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, με το οποίο ενημερώνεται ο Δ. Σ. ότι "ύστερα από έρευνα των αρμόδιων τοπικών Υπηρεσιών σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκτάσεως στη θέση "..." επί της οποίας διεκδικείτε δικαιώματα, διαπιστώθηκε ότι η έκταση αυτή, εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 998/1979 και δεν έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική", συμφωνώντας με την έκδοση της .../1980 διαταγής του Δασαρχείου ... και προτρέποντας τον Δ. Σ. να ακολουθήσει τη διαδικασία αναγνώρισης των τυχόν δικαιωμάτων του επ’ αυτού. Στη συνέχεια και μετά από αίτηση του Δ. Σ. ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αγρινίου περί ρυθμίσεως προσωρινώς της νομής του επιδίκου με την υπ’ αριθ. 6/1981 απόφαση του άνω Εισαγγελέως έγινε δεκτή η αίτηση, αναγνωρίστηκε ο αιτών προσωρινώς νομέας της επίδικης έκτασης και διατάχθηκε η αποβολή του Ελληνικού Δημοσίου απ’ αυτή. Ασκηθείσης ανακοπής κατ’ αυτής ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, με την υπ’ αριθ. 14/1981 απόφασή του, εξαφανίστηκε η διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αγρινίου και ελλείψει κατεπείγοντος απορρίφθηκε η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, απαγορεύθηκε δε ταυτόχρονα οιαδήποτε διακατοχική πράξη στους διαδίκους μέχρις επιλύσεως του ζητήματος από τα Πολιτικά Δικαστήρια. Συνακόλουθα προς τις ανωτέρω ενέργειες, μετά από αυτεπάγγελτη παραπομπή του φακέλου της υπόθεσης από τον Υπουργό Γεωργίας προς το πρωτοβάθμιο περιφερειακό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (ΣΙΔ)…, το τελευταίο με την υπ’ αριθ. …/30.10.1984 γνωμοδότηση του αποφάνθηκε ομοφώνως ότι δεν υπάρχουν δικαιώματα κυριότητος των ενδιαφερομένων Δ. Σ., Φ. Χ. και Κ. Σ. επί της ως άνω εκτάσεως 762.000 μ2, καθόσον "δεν αποδείχθηκε ότι οι διεκδικούντες την επίδικη δασικού χαρακτήρα έκταση ή οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επ’ αυτής οιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίου επί συνεχή 30ετία μέχρι την 11.9.1915 για να δικαιολογηθεί δικαίωμα κυριότητος αυτών στην επίδικη έκταση και επιπλέον οι προσκομιζόμενοι και επικαλούμενοι απ1 αυτούς τίτλοι αναφέρονται από του έτους 1922 και μετέπειτα ...". Η εν λόγω γνωμοδότηση έγινε δεκτή από τον Υπουργό Γεωργίας με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../2.4.1985 απόφασή του, παρέπεμπε δε τους ενδιαφερομένους να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια, όπως είχαν νόμιμο δικαίωμα και το οποίο άσκησε ο αρχικός ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του. Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται με σαφήνεια ότι το εναγόμενο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου ακινήτου, αντιμετώπιζε αυτό πάντοτε ως ιδιωτική περιουσία και παρενέβαινε δια του Υπουργείου Γεωργίας και της Διεύθυνσης Εποικισμού σε ρύθμιση συν... με τον ιδιωτικό του χαρακτήρα θεμάτων, μόλις δε μετά την προαναφερόμενη πρωτοβουλία του ΣΑΑΚ ... κατά το 1980 αμφισβήτησε για πρώτη φορά και μάλιστα εγγράφως τον ιδιωτικό του χαρακτήρα, εστιάζοντας κυρίως την αμφισβήτηση αυτή στα δασικά χαρακτηριστικά που εν τω μεταξύ και λόγω της εγκαταλείψεώς του από τις αρχές του 1960, αλλά και της απαγόρευσης άσκησης διακατοχικών πράξεων δυνάμει της προαναφερόμενης διάταξης του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, απέκτησε. Τούτο άλλωστε συνομολογείται και στην από 13.1.1982 έκθεση επί διεκδικούμενης έκτασης στη θέση "..." του Δασολόγου Ε. Γ., στην οποία μετά από επιτόπια έρευνα και λήψη μαρτυρικών καταθέσεων των διαδίκων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "την έκταση αυτή τη νοίκιαζαν οι Γ. Σ. και ο κληρονόμος του Δ. Σ. καθώς και ο Σ. Π. (ανάλογα με τα ιδανικά τους μερίδια) σε διάφορους κτηνοτρόφους για χειμερινή βοσκή από το χρόνο 1936 και μετά και δεν αποδείχθηκε ότι η έκταση αυτή βόσκονταν όλο το χρόνο από το διεκδικητή Δ. Σ. και τους δικαιοπαρόχους του", καταλήγοντας τελικώς στην πρόταση αναγνώρισης της κυριότητος της επίδικης έκτασης των 762 στρεμμάτων από το Ελληνικό Δημόσιο. Μόλις που πρέπει να αναφερθεί ότι προς την άποψη αυτή ως προς την ιδιωτική φύση του επιδίκου στοιχίζεται και η υπ’ αριθ. …/16.9.2009 έκθεση, πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος δυνάμει της υπ1 αριθ. 148/2009 παρεμπίπτουσας απόφασης του Εφετείου Πατρών Γ. Χ., δασολόγου, ο οποίος μετά από φωτοερμηνεία της έκτασης και με τη χρήση αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ των ετών 1945, 1960, 1972 και 1985, αποφαίνεται ότι "το επίδικο ακίνητο υπήρξε στο παρελθόν εν μέρει δασική έκταση και εν μέρει καλλιεργούμενη έκταση. Η ηλικία (χρόνος πρωτοεμφάνισης) της δασικής βλάστησης των δασικών τμημάτων που δεν καλλιεργήθηκαν (όπως αποδεικνύεται από τις διαθέσιμες αεροφωτογραφήσεις) υπολογίζεται να είναι πάνω από 70 και λιγότερο από 100 έτη. Τα τμήματα αυτά είναι τα 6, 7, 10, 12, 13 και 14, συνολικού εμβαδού 330.749,68 τετ.μ. (330,75 στρ.) δηλ το 45% της συνολικής έκτασης. Τα τμήματα που καλλιεργήθηκαν μετατράπηκαν σταδιακά και μετά το 1972 λόγω εγκατάλειψής τους, σε χορτολίβαδα και στη συνέχεια ανέπτυξαν δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (μακκία βλάστηση) με κυρίαρχα είδη το πουρνάρι και το σχίνο (ανάλυση ειδών και ποσοστό κάλυψης βλάστησης δόθηκε προηγουμένως ανά τμήμα) και σαφώς η δασική βλάστηση στα τμήματα αυτά είναι μικρότερης ηλικίας (μέχρι περίπου στα 35 έτη). Το επίδικο ακίνητο και σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία των διαθέσιμων αεροφωτογραψήσεων, καλλιεργήθηκε με ετήσιες καλλιέργειες σιτηρών με σπορά σε διάσπαρτα και ακανόνιστα σε σχήμα αγροτεμάχια. Τα τμήματα που καλλιεργήθηκαν είναι τα 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9, 11 και 15, έκτασης 403.390,11 τετ.μ. (403,39 στρ.) δηλ. το 55% της συνολικής έκτασης και αναλύονται λεπτομερώς στα προηγούμενα. Οι ακριβείς θέσεις όλων των διακρινόμενων ενοτήτων και υποενοτήτων δίνονται σε αναλυτικούς πίνακες συντεταγμένων στο συνοδό της παρούσας πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα. Όσον αφορά στη σημερινή μορφή του ακινήτου αυτή είναι στο μεγαλύτερο τμήμα του δασική (632.274,36 τετ.μ., ποσοστό 86,13%) και η δασική βλάστηση είναι αυτοφυής (λόγω της ακανόνιστης φυσικής δομής και σύνθεσης της χλωρίδας που παρουσιάζει). Συγκεκριμένα, ως σημερινές δασικές εκτάσεις (σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/79 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν. 3208/2003) ερμηνεύτηκαν τα τμήματα και υποτμήματα 4, 5β, 6 ,7, 8, 9β και 9γ, 10,11, 12, 13,. 14 και 15. Τα τμήματα 2β και 3 ερμηνεύονται σήμερα ως δάσος (σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/79 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν. 3208) Τέλος, τα τμήματα 1, 2α, 5α και 9α συνολικού εμβαδού 101.865,43 τετ.μ. (ποσοστό 13,87%) δεν παρουσίασαν, ούτε παρουσιάζουν μέχρι σήμερα δασική μορφή αφού δεν έχουν δασωθεί σε επαρκές ποσοστό με δασική βλάστηση". Με την άποψη αυτή συμπορεύεται και η από Νοεμβρίου 2004 έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας του Δασολόγου Β. Ν., σύμφωνα με την οποία η έκταση των 800 στρεμμάτων δεν είχε ενιαία μορφή κατά το έτος 1960, καθόσον εντός αυτής υπήρχαν τμήματα εμφανώς καλλιεργημένα, σε αγρανάπαυση, δενδρώδεις καλλιέργειες ελιάς, εκτάσεις τμηματικά καλλιεργούμενες λόγω θάμνων, εκτάσεις χορτολιβαδικές καθώς και δασικές εκτάσεις, με έντονη ανθρώπινη παρουσία και δείγματα καλλιέργειας (βαθμίδες, τοιχία). Η ανωτέρω εκτίμηση δεν αναιρείται από την από 29.2.2012 όμοια έκθεση της τεχνικής συμβούλου του εναγομένου Ι. Α., με την οποία δεν αμφισβητείται η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα σε τμήματα του επίδικου, απλώς; περιορίζεται η φερόμενη ως καλλιεργηθείσα παλαιότερον (πριν το 1960) έκταση σε 27.693,14 μ2, και εκτιμά ότι το σύνολο της έκτασης υπάγεται στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας με βάση την σημερινή του μορφή. Πάντα τα ανωτέρω αφορούν το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 9/12 του επιδίκου ακινήτου, καθόσον ως προς τα υπόλοιπα 3/12, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όπως προεκτέθηκε, κατά το έτος 1953 αποβίωσε ο εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων του αρχικού ενάγοντος Σ. Π., συγκύριος του προς ανατολάς ημίσεως τμήματος του ακινήτου, εκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων. Ο τελευταίος με βάση την από 10.2.1945 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 856/18.2.1955 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 1399/1955 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέλιπε το άνω ακίνητο και κατά ποσοστό 1/2 (ήτοι 1/4 εκάστη του όλου ακινήτου) εξ αδιαιρέτου στις ανηψιές του Ε. Ο., το γένος Ε. Π. και Κ. Σ., το γένος Κ. Π.. Με δήλωσή της που περιέχεται στην .../4.6.1955 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών ................. , νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...), η τιμηθείσα με την άνω διαθήκη Ε. Ο. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά και συνεπώς απέκτησε συγκυριότητα κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ο αρχικός ενάγων Δ. Σ. με την κρινόμενη αγωγή του, επιχειρώντας να θεμελιώσει το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητος επί του όλου ακινήτου, ισχυρίσθηκε ότι η, ως άνω, Ε. Ο., αποδεχθείσα νομοτύπως την επαχθείσα κληρονομία του Σ. Π. και νεμηθείσα το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητος από το 1953 μέχρι το 1956, μεταβίβασε αιτία άτυπης πώλησης το ιδανικό της μερίδιο στον ίδιο, όπως έπραξε και η ετέρα συγκυρία Κ. Σ. και ότι κατά τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου, αφού ήδη είχε περιέλθει στην κυριότητα του το προς δυτικά τμήμα του όλου ακινήτου, όπως προεκτέθηκε. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του αρχικού ενάγοντος ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει, ότι επί της από 22.1.1983 αγωγής διανομής των κληρονόμων της Ε. Ο. και Κ. Σ., Φ. Χ. και Κ. Σ. κατά των κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Δ. Σ., εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων η υπ αριθ. 182/1989 απόφαση του Π.Πρ.Αγρινίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Οι ερημοδικασθέντες εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 31.10.1989 και αριθ. έκθ. κατ. 3/3.1.1990 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία έγινε δεκτή με την 102/1990 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου και διατάχθηκαν αποδείξεις. Μετά τη διεξαγωγή αυτών, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση και εκδόθηκε ή 44/1993 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως εκδόθηκε η 242/1995 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την αρχική δεύτερη, ενάγουσα Κ. Σ. ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς την κληρονόμο της Ε. Ο. Φ. Χ., δεχθείσα ότι η τελευταία ήταν συγκοινωνός του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και στη συνέχεια διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να κριθεί αν είναι εφικτή και συμφέρουσα για τους κοινωνούς η αυτούσια διανομή του επιδίκου. Μετά τη διενέργεια αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 121/1998 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε εφικτή και συμφέρουσα η διανομή του επιδίκου, σχηματίστηκαν τέσσερις μερίδες, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ../19.12.1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πολιτικού μηχανικού Α. Π.και το συνοδευτικό αυτής από Νοεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για τη διενέργεια κληρώσεως ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή. Με την υπ’ αριθ. 27/1999 πράξη του Εφέτη... διενεργήθηκε η κλήρωση και στους δικαιοδόχους της Φ. Χ., Π. Δ. Χ. και Ε. συζ. Ν. Τ., έλαχε το Δ’ μερίδιο των διάνεμητέων. Συγκεκριμένα έλαχε: α) το υπό στ. I τμήμα; όπως αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθ: ... εκτάσεως 5.414 μ2, β) το υπό στ. ΙΙδ τμήμα, με αριθ. ..., εκτάσεως 21,230 μ2 και γ) το υπό στ. ΙΙΙδ τμήμα, με αριθ. ..., εκτάσεως 166.216 μ2 και συνολικά έλαβαν έκταση, αντιστοιχούσα στο 1/4 εξ αδιαιρέτου ιδανικό τους μερίδιο, 192.590 μ2. Κατά τον τρόπο αυτό, εφόσον οι κληρονόμοι της συγκυρίας Ε. Ο. έλαβαν διακριτά τμήματα του επιδίκου κατά το ανάλογο της κοινωνίας δικαιώματος, εξήλθαν της κοινωνίας και συνεπώς η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η αναγνώριση της συγκυριότητας των δικαιοδόχων του αρχικού ενάγοντος Δ. Σ. και κατά το άνω ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου που ανήκε αρχικά στη Ε. Ο., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον αποδεικνύεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατέστησαν συγκύριοι της άνω εκτάσεως με την άσκηση πράξεων νομής και κατοχής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο, της 30ετίας πριν την 11.9.1915, πράξεις που συνέχισαν και οι δικαιοδόχοι αυτών, κατά τα προαναφερόμενα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, πρέπει αφού απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η αναγνώριση συγκυριότητας επί εδαφικής εκτάσεως του επιδίκου,192.590 μ2, που κατά τα ανωτέρω, ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος, να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος η αγωγή, και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες συγκύριοι εκτάσεως 541.549,79 μ2, όπως πιο κάτω περιγράφεται αναλυτικά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος και, συνακόλουθα, των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου, συνολικής έκτασης 541.549,79 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ’ αυτής τις προεκτεθείσες πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον επί μια 30ετία μέχρι τις 11-9-1915, πράξεις που συνέχισαν με τα ίδια προσόντα οι δικαιοδόχοι τους και ο αρχικώς ενάγων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ότι, ειδικότερα, η πιο πάνω έκταση, η οποία δεν αναγνωρίστηκε ως ιδιωτικό δάσος κατά το χρόνο ισχύος του β.δ. της 16/11/1836, περιήλθε μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, ως ανήκουσα στον Οθωμανό υπήκοο Α., στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο με τα .../1844 παραχωρητήρια του επί των Οικονομικών Υπουργού παραχώρησε στον οπλαρχηγό της επανάστασης Σ. Σ., σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του κατά τον απελευθερωτικό αγώνα, συνολική έκταση 404.353 βασιλικών στρεμμάτων "σε τέλεια και πλήρη ιδιοκτησία αυτού, των απογόνων και των κληρονόμων του και παντός άλλου εις τον οποίο αυτός ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του θελήσουν να την παραχωρήσουν". Ότι, σε κάθε περίπτωση, η επίδικη έκταση, της οποίας δεν αμφισβητούνται τα όρια, αποτέλεσε αντικείμενο άσκησης πράξεων νομής και κατοχής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ότι τα τέκνα του Σ. Σ., Κ. και Δ. Σ., υπεισήλθαν δι’ αναμίξεως στο πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, από το έτος 1844 και μέχρι τα έτη 1889 και 1890 αντίστοιχα που αποβίωσαν, τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής (καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, συλλογή καρπών, βόσκηση ποιμνίων τους, εκμίσθωση σε τρίτους τμημάτων του. επιδίκου για καλλιέργεια ή βόσκηση). Ότι μετά το θάνατο του Κ. και Δ. Σ. υπεισήλθαν δι’ αναμίξεως στην κληρονομιά τους ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους τα τέκνα τους, τα οποία συνέχισαν την άσκηση των ίδιων πράξεων νομής στο επίδικο με καλή πίστη και χωρίς να αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητάς τους σε αυτό. Ότι το έτος 1922 η εκ των συγκυρίων Μ. Δ. Σ. με το ...1922 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε κατά κυριότητα το εκ 3/12 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο Σ. Π.. Ότι με το από 30/10/1927 ιδιωτικό συμφωνητικό οι τότε συγκύριοι και συννομείς του επίδικου ακινήτου (Γ., Τ., Μ. Κ. Σ. συγκύριοι ποσοστού 2/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, Σ. Δ. Σ. και Σ. Π., συγκύριοι ποσοστού 3/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) προέβησαν σε άτυπη διανομή αυτού και μετά από κλήρωση οι κληρονόμοι του Κ. Σ. έλαβαν το ήμισυ του όλου ακινήτου (δυτικό τμήμα) προς την πλευρά της Κοινότητας ... κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ οι Σ. Σ. και Σ. Π. έλαβαν το έτερο ήμισυ του όλου ακινήτου, προς την πλευρά της Κοινότητας ... (ανατολικό τμήμα), εκτάσεως 400 στρεμμάτων περίπου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ότι με το ...1928 συμβόλαιο ανταλλαγής που μεταγράφηκε νόμιμα ο Σ. Σ. μεταβίβασε το πιο πάνω ποσοστό συγκυριότητας και σύννομης του στον Σ. Π.. Ότι όλοι οι προαναφερθέντες απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος άσκησαν από το έτος 1927 τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής με καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τα έτη 1962 και 1969. Ότι μετά το θάνατο των εκ των συγκυρίων του προς την Κοινότητα ... τμήματος του όλου ακινήτου Τ. Σ. (το έτος 1962) και Μ. Σ. (το έτος 1969), ο αδελφός τους Γ.ς Σ. ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους, κατέστη αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω τμήματος, ασκώντας τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής και κατοχής σε αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατο του (το έτος 1973). Ότι, ακολούθως, το τμήμα αυτό του όλου ακινήτου περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του εκ διαθήκης κληρονόμου του Γ. Σ., αρχικώς ενάγοντος Δ. Σ. (ανηψιού του), ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά και μετέγραψε νόμιμα τη σχετική συμβολαιογραφική, πράξη, συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής. Ότι το έτερο τμήμα του όλου ακινήτου προς την πλευρά της Κοινότητας ... περιήλθε μετά το θάνατο του Σ. Π. στις εκ διαθήκης κληρονόμους του (ανηψιές του) Ε. Ο. και Κ. Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες αποδέχθηκαν και μετέγραψαν νομίμως τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη. Ότι στη συνέχεια κατά το έτος 1956, η Κ. Σ. πώλησε ατύπως το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στον αρχικό ενάγοντα Δ. Σ., ο οποίος έκτοτε το νεμόταν με τα ίδια προσόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι έτσι αυτός κατέστη συγκύριος του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 9/12 εξ αδιαιρέτου. Ότι αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η έτερη συγκληρονόμος του Σ. Π., Ε. Ο., πώλησε άτυπα στον αρχικό ενάγοντα το δικό της ποσοστό συγκυριότητας (3/12 εξ αδιαιρέτου), στο (ανατολικό) τμήμα του όλου ακινήτου, το οποίο μετά τη διεξαχθείσα δίκη δικαστικής διανομής μεταξύ των κληρονόμων της τελευταίας και του Δ. Σ. αντιστοιχεί (μετά από αυτούσια διανομή του πιο πάνω τμήματος) σε έκταση 192.590 τ.μ. Ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, τόσο μέχρι το έτος 1915, όσο και στη συνέχεια (μέχρι την άσκηση της αγωγής), διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση ως απολύτως ιδιωτική, ασκώντας τις προαναφερθείσες πράξεις νομής (καλλιέργεια, βόσκηση, εκμίσθωση) με καλή πίστη, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ότι από έγγραφα των αρμοδίων υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου (των ετών 1942 και 1954) προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της πιο πάνω έκτασης, μέχρι το 1980, οπότε άρχισε να αμφισβητεί την κυριότητα του αρχικού ενάγοντος, ενώ ουδέποτε μέχρι τότε είχε ασκήσει διακατοχικές πράξεις σε αυτή και παρενέβαινε δια των πιο πάνω υπηρεσιών του στη ρύθμιση συν... με τον ιδιωτικό της χαρακτήρα θεμάτων. Ότι ο εν μέρει δασικός χαρακτήρας τμημάτων του επιδίκου ακινήτου δεν αναιρεί την κτήση κυριότητας του αρχικού ενάγοντος επ’ αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους συγκυρίους κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 541.549,79 τ.μ., αφού απέρριψε τους προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το πιο πάνω ακίνητο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, άλλως, ότι περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου", άλλως ότι αποτελούσε ιδιωτικό δάσος πριν το έτος 1836, για το οποίο δεν προσήχθησαν οι τίτλοι των αξιούντων δικαίωμα κυριότητας, άλλως ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, λόγω μη επίκλησης του εννόμου συμφέροντος του αρχικώς ενάγοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ, των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/6.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και των άρθρων 1, 2, 3 του β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", 58 παρ. 3, 4 του ν.δ. 86/1969, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αρχικώς ενάγοντα και, συνακόλουθα από τους αναιρεσίβλητους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη απόδειξης ότι το πιο πάνω ακίνητο παρέμεινε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δημόσια δασική έκταση. Επομένως, ο τρίτος κατά σχετικό μέρος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, ως προς τον τρόπο υπολογισμού από το Εφετείο της επιφάνειας του επίδικου ακινήτου, την ανάλυση και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, καθώς και στην αιτιολόγηση και ανάλυση των αποδείξεων και στην επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα που προαναφέρθηκαν. Τέλος, η αιτίαση που προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 3 του νόμου 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 3208/2003, 3818/2010 και 3889/2010, με τις οποίες επανακαθορίσθηκε η έννοια του δάσους, καθώς και του άρθρου 80 παρ.1 του ν. 998/1979, είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ο ενάγων είχε καταστεί κύριος της επίδικης (εν μέρει δημόσιας δασικής) έκτασης με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9- 1915 και, ως εκ τούτου, οι μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων, καθώς και των σχετικών με την έννοια του δάσους νομοθετημάτων που τέθηκαν σε ισχύ αργότερα, δεν ασκούν στην προκείμενη περίπτωση έννομη επιρροή.
Κατ’ ακολουθιών των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 158/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων:1) Ά. χας Δ. Σ. η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Γεώργιος Κωστακόπουλος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 26-6-2014 και κληρονομήθηκε από τους α) Κ. Μ. του Σ., β) Σ. Μ. του Σ., γ) Α. Μ. του Σ., δ) Α. Δ. του Δ., ε) Ρ. Δ. του Δ., στ) Μ. Δ. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, ως νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι της και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 2) Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζ. Ε. Μ., κατοίκου ..., 4) Ι. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 5) Δ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 6) Ε. -Έ. συζ. Ι. Δ., κατοίκου ..., 7) Μ. χας Ν. Μ., το γένος Ν. Μ., 8) Κ. Μ. του Ν., 9) Ι. Μ. του Ν., 10) Α. Μ. του Ν., κατοίκων ..., 11) Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν η 2η μετά, άπαντες οι λοιποί δια του πληρεξούσιου δικηγόρου ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1985 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/1986 μη οριστική και 96/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 712/2007 μη οριστική Εφετείου Πατρών, 158/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-3-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από 30-10-2015 αντίγραφο της υπ’ αριθ. .../2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Αγρινίου, στις 26-6-2014 απεβίωσε στο Αγρίνιο η πρώτη αναιρεσίβλητη Ά. χήρα Δ. Σ., η οποία, όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της από 26-6-2000 μυστικής διαθήκης της ανωτέρω που κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αγρινίου ..................... β) της υπ’ αριθ. .../28-6-2000 πράξης κατάθεσης αυτής που συνέταξε η ανωτέρω συμβολαιογράφος, γ) των υπ’ αριθ. 246/2014 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αγρινίου περί της δημοσίευσης αυτής και αφετέρου από τα υπ’ αριθ. .../2014 και .../2015 πιστοποιητικά του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομιάς από τους εγκαταστημένους με αυτήν κληρονόμους, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από τους Κ., Σ. και Α. Μ. του Σ. και της Σ. και Α., Ρ. και Μ. Δ. του Δ. και της Λ.. Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κωστακόπουλου στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Εξάλλου, η νομική αοριστία τής αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικώς ενάγων Δ. Σ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατο του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι αρχικώς αναιρεσίβλητοι, που συνέχισαν τη βιαίως διακοπείσα δίκη), με την από 8/4/1985 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και εκτιμάται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο, ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ιδιωτικής έκτασης (αγροκτήματος) 800 περίπου στρεμμάτων, που αποτελείται από καλλιεργούμενα, επιδεκτικά καλλιέργειας και χέρσα τμήματα, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... νομού Αιτωλοακαρνανίας και συνορεύει "εν όλω γύρωθεν ανατολικά με αγροτικό δρόμο (...), πέραν του οποίου κείται εδαφική λωρίδα ανήκουσα στο δ.δ. ... και εν συνεχεία αυτής κείνται ιδιοκτησίες των κληρονόμων Ε. Σ., δυτικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν. Π. και αδελφών Σ., βόρεια με αγρόκτημα με την ονομασία "...", ιδιοκτησίας Α. Κ. και με ιδιοκτησία αδελφών Μ. και νότια με αμαξιτό δρόμο, πρώην ατραπό, διαχωρίζουσα τα διοικητικά όρια των πρώην κοινοτήτων ... και με οικισμό ..., μέχρις ενός ορισμένου σημείου και εκείθεν, μέχρι συναντήσεως του ως άνω βορείου ορίου, δια της κορυφογραμμής του συνεχιζόμενου λόφου, ένθα η αμαξιτή οδός". Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αναφορικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, του οποίου γίνεται ακριβής περιγραφή κατά θέση, όρια και επιφάνεια, χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση των πιο πάνω στοιχείων να βασίζεται σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου. Γι’ αυτό και οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω η αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, στην οποία έπρεπε να εκτίθεται ποια συγκεκριμένα τμήματα του επιδίκου είναι καλλιεργήσιμα και ποια αποτελούν βοσκότοπο, καθόσον δεν μπορεί να αποκτηθεί επί του τελευταίου κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη, προεχόντως στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, δεν γίνεται επίκληση της ιδιότητας τμήματος του επίδικου ακινήτου ως βοσκότοπου, αλλά της άσκησης ορισμένων πράξεων νομής στα μη καλλιεργούμενα τμήματα αυτού, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η βοσκή ποιμνίων αιγοπροβάτων ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος ή τρίτων. Σε κάθε δε περίπτωση, η προβαλλόμενη με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης αιτίαση είναι και αβάσιμη, καθόσον είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για 30 έτη μέχρι και την 11-9-1915 (ΑΠ 1281/2002, ΑΠ 1812/2001), στοιχεία που επίσης επικαλείται καθ’ υποφοράν ο αρχικώς ενάγων στην αγωγή του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051, 1094 ΑΚ, 70 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία είναι, εκτός των άλλων, η επίκληση της άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως. Ως πράξεις νομής, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, νοούνται οι εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου (όπως η επίβλεψη, καλλιέργεια, εκμίσθωση, βόσκηση ζώων) και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012), δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ότι το πράγμα είναι δεκτικό χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται από αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν εχώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση (ΑΠ 165/2004) ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος. Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπαρόχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ’ αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει αποκλείει το συνυπολογισμό αυτό (ΑΠ 497/1981), ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ’ αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, να αναφέρονται σ’ αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ’ αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ’ αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 217/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικώς ενάγων Δ. Σ. με την ίδια πιο πάνω αγωγή, αναφορικά με τον τρόπο περιέλευσης του επίδικου ακινήτου στην κυριότητά του, ιστορούσε ότι αυτό αρχικά ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον οπλαρχηγό του αγώνος του 1821 Σ. Σ., μετά το θάνατο του οποίου, κατά τα πρώτα έτη μετά την απελευθέρωση τμήματος της χώρας από τον τουρκικό ζυγό το εν λόγω ακίνητο περιήλθε με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή στα δύο τέκνα του Κ. και Δ. Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ότι αυτοί αποδέχθηκαν την πιο πάνω κληρονομιά με ανάμιξη, ασκώντας επί 60 και πλέον έτη συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, συλλογή καρπών, βόσκηση ζώων, εκμίσθωση σε τρίτους, εποπτεία) μέχρι το θάνατο τους, κατά τα έτη 1889 και 1890, αντίστοιχα. Ότι ακολούθως το επίδικο περιήλθε με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα τρία τέκνα του Κ. Σ., Γ., Τ. και Μ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με ανάμιξη, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις στο εν λόγω ακίνητο από το έτος 1889 μέχρι το έτος 1027, γενόμενοι έτσι συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί πολύ πριν το έτος 1915, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ότι περαιτέρω, μετά το θάνατο του Δ. Σ., το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Σ. Σ. (πατέρα του αρχικώς ενάγοντος) και Μ. Σ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με ανάμιξη και ότι, στη συνέχεια, η Μ. Σ. πώλησε το επί του επιδίκου πιο πάνω ιδανικό της μερίδιο στον Σ. Π., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...1922 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πρεβέζης .................. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι από το έτος 1890, οι Σ. και Μ. Σ. και από το έτος 1922 ο Σ. Π. ασκούσαν με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1927, έχοντας καταστεί συγκύριοι του πιο πάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί πολύ πριν το έτος 1915 με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Ότι κατά το έτος 1927 όλοι οι προαναφερθέντες συγκύριοι του επίδικου ακινήτου προέβησαν ατύπως, με το από 3-10-1927 ιδιωτικό συμφωνητικό, στη διανομή αυτού μετά από προηγηθείσα κλήρωση σε δύο ίσης περίπου έκτασης τμήματα, από τα οποία εκείνο που βρισκόταν προς το χωρίον ... περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην αποκλειστική συγκυριότητα καθενός των Γ., Τ. και Μ. Σ., το δε άλλο που βρισκόταν προς το χωρίον ... περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην αποκλειστική συγκυριότητα, καθενός των Σ. Π. και Σ. Σ.. Ότι με το υπ’ αριθ. ..... συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αμβρακίας ................. , που: μεταγράφηκε νόμιμα ο Σ. Σ. μεταβίβασε το πιο πάνω ιδανικό του μερίδιο στο Σ. Π., ο οποίος έκτοτε κατέστη αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω τμήματος του όλου ακινήτου. Ότι από το έτος 1927 οι Γ., Τ. και Μ. Σ., μέχρι του κατά το έτος 1962 θανάτου της Τ. Σ., ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων κατά ποσοστό. 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις στο περιελθόν σε αυτούς μετά την άτυπη διανομή πιο πάνω τμήμα του όλου ακινήτου. Ότι μετά το θάνατο της Τ. Σ. το έτος 1962 το πιο πάνω ιδανικό της μερίδιο περιήλθε στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της (αδελφούς της) Γ. και Μ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με την υπεισέλευση και την ανάμιξή τους σε αυτή,, ασκώντας με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις μέχρι του κατά το έτος 1969 θανάτου της Μ. Σ., οπότε το ιδανικό της μερίδιο περιήλθε στο μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της (αδελφό της) Γ., Σ.. Ότι ο τελευταίος αποδέχθηκε την κληρονομιά της Μ. Σ. με την υπεισέλευση και ανάμιξή του σε αυτή, ασκώντας με καλή πίστη τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου του προαναφερθέντος τμήματος του όλου ακινήτου από το έτος 1969 μέχρι τον κατά το έτος 1973 θάνατο του, οπότε αυτό περιήλθε με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή στον αρχικώς ενάγοντα Δ. Σ. (ανηψιό του Γ. Σ.), ο οποίος άσκησε έκτοτε με διάνοια κυρίου, και καλή πίστη τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως, επί 30 και πλέον έτη, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των (άμεσων, απώτερων και απώτατων) δικαιοπαρόχων του. Ότι, αναφορικά με το άλλο τμήμα του όλου ακινήτου που βρίσκεται προς το χωρίον ..., από το έτος 1927 (που έλαβε χώρα η άτυπη διανομή του ενιαίου ακινήτου); οι Σ. Π. και Σ. Σ. μέχρι το έτος 1928 (που έλαβε χώρα το συμβόλαιο ανταλλαγής) και έκτοτε μόνο ο Σ. Π. μέχρι τον κατά το έτος 1953 θάνατό του, ασκούσαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, έχοντας έτσι καταστεί ό τελευταίος αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο του θανάτου του, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Ότι ακολούθως το ακίνητο αυτό περιήλθε με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή στις Ε. Ο. και Κ. Σ. (ανηψιές του Σ. Π.), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία, ασκώντας με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1956, οπότε πώλησαν ατύπως το εν λόγω εδαφικό τμήμα στον αρχικώς ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε το νέμεται και το κατέχει με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια, εκμίσθωση, απόκρουση καταπατητών) συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, επί 20 και πλέον έτη, γενόμενος έτσι κύριος και του εδαφικού αυτού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν αυτών ζήτησε, ενόψει της αμφισβήτησης από τους εναγομένους (Ελληνικό Δημόσιο και Κοινότητα ...) του δικαιώματος κυριότητάς του, να αναγνωριστεί ότι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία του επίδικου αγροκτήματος, συνολικής έκτασης 800 περίπου στρεμμάτων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, αναφορικά με τη κτήση κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος στο πιο πάνω ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου όσο και του ΑΚ. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά στην αγωγή ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος και των αναιρεσιβλήτων Κ. και Δ. Σ., κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους Σ. Σ., τα πρώτα έτη μετά την απελευθέρωση τμήματος της χώρας από τον τουρκικό ζυγό, Γ., Τ. και Μ. Σ., κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους Κ. Σ. το έτος 1889 και οι Σ. και Μ. Σ., κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους Δ. Σ. το έτος 1890 ήταν οικείοι (ανήλικοι) ή εξωτικοί, οπότε ως υπεξούσιοι (ανήλικοι), τελώντας υπό την άμεση πατρική εξουσία, απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του πατέρα τους, ανεξάρτητα από τη βούλησή τους, ούτε ότι οι ίδιοι ήταν ενήλικοι, οπότε ως εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι θα έπρεπε να δηλώσουν ρητά ή σιωπηρά τη θέλησή τους για την απόκτηση της κληρονομιάς, αφού αρκεί μόνο το γεγονός ότι τα προαναφερθέντα πρόσωπα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με συγκεκριμένες υλικές πράξεις τους εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να αναμιχθούν στην κληρονομιά του πατέρα τους με την πρόθεση κληρονόμου. Ούτε επίσης ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία στην αγωγή για την προσμέτρηση του χρόνου νομής των (απώτερων) δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος στη δική του νομή χρησικτησίας: α) των πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και της μεταγραφής τους για τις κληρονομίες της Τ. Σ. που πέθανε το έτος 1962 και του Σ. Π. που πέθανε το έτος 1953 εκ μέρους των κληρονόμων τους, αφού όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, ο κληρονόμος του νομέα αποκτά αυτοδικαίως τη νομή του κληρονομουμένου από το νόμο, χωρίς να απαιτείται δήλωση αποδοχής κληρονομίας ούτε μεταγραφή αυτής, όταν πρόκειται για ακίνητο και β) των επιμέρους στοιχείων του ιδιωτικού συμφωνητικού άτυπης διανομής του έτους 1927, με το οποίο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος διένειμαν το επίδικο σε δύο ίσης περίπου έκτασης τμήματα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ως προς τη θέση, τα όρια και τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που περιήλθαν σε καθένα από αυτούς, καθώς επίσης του ...1928 συμβολαίου ανταλλαγής μεταξύ των Σ. Π. και Σ. Σ. και της άτυπης πώλησης του έτους 1956 μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και των κληρονόμων του Σ. Π., για τη μεταβίβαση ποσοστών εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, αφού για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής ως προς την προσμέτρηση του χρόνου νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος στη δική του νομή, μετά την άτυπη διανομή του έτους 1927, αρκεί ο ισχυρισμός ότι αμέσως μετά το γεγονός αυτό ανέλαβαν οι ίδιοι πιο πάνω δικαιοπάροχοι τη νομή και κατοχή των δύο διακεκριμένων τμημάτων που προήλθαν από τη διανομή και άσκησαν επ’ αυτών με διάνοια κυρίων, κατά τα διαλαμβανόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, και με καλή πίστη τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, τις οποίες συνέχισε ο αρχικώς ενάγων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ για τη διαδοχή στη νομή με την άτυπη πώληση του έτους 1956, δεν απαιτείται η εγκυρότητα της πιο πάνω σύμβασης, αλλά αρκεί η θέληση των πιο πάνω δικαιοπαρόχων του αρχικώς ενάγοντος να του μεταβιβάσουν τη νομή του ακινήτου τους, κατά τα ανήκοντα σε αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο (με έκτακτη χρησικτησία) κτήσης κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος στο περιγραφόμενο ακίνητο, απορρίπτοντας σιωπηρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής που προβλήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στην κατ’ έφεση δίκη, λόγω μη μνείας σ’ αυτή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο του πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο ακίνητο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του ΑΚ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1033,1094 ΑΚ, 45 του ισχύοντος κατά το έτος 1945 Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου και του v. Τ5/1856, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 330/1914 και το από 5/11/22.12.1914 εκτελεστικό διάταγμα, οι οποίες αφορούν τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου και την ειδική διαδοχή στη νομή ακινήτου κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. της 21.6/10.7.1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ. "περί αεροπορικής αμύνης" και 4 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", οι οποίες αφορούν την έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της αγωγής αυτής και ο τρίτος κατά το σχετικό μέρος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των σ’ αυτόν διαλαμβανομένων ουσιαστικών διατάξεων λόγω νομικής αοριστίας της αγωγής είναι αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης την ατελή ή ασαφή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική, αλλά όχι και τη νομική αοριστία της ιστορικής βάσης της αγωγής. Αντιθέτως, περιστατικά που συμπορεύονται με την ιστορική βάση της αγωγής και δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία αυτής, αφού και χωρίς αυτά η αγωγή δεν θα έπασχε από ποσοτική αοριστία, ο ενάγων δεν έχει υποχρέωση να τα περιλάβει στις προτάσεις του, τυχόν δε γενόμενη επίκληση αυτών με τις προτάσεις της μετ’ απόδειξη συζήτησης της αγωγής είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού το δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του μπορεί να περιλάβει και τα περιστατικά αυτά, χωρίς να επηρεάζεται το πόρισμά του. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, αρκεί ο σχετικός ισχυρισμός για την αοριστία να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 263/2005, ΑΠ1608/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το σχετικό μέρος λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, γιατί κατά παράβαση του άρθρου 224 εδ. β’ ΚΠολΔ δέχθηκε συμπλήρωση των ισχυρισμών του αρχικώς ενάγοντος μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, με αποτέλεσμα την ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής της βάσης, αναφορικά με τον τρόπο κτήσης κυριότητας του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο ακίνητο. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης η ένδικη αγωγή, έχοντας το προαναπτυχθέν περιεχόμενο, δεν έπασχε από ποσοτική αοριστία, ως αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, που περιήλθε στον αρχικώς ενάγοντα μέ πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Συνεπώς, η επίκληση από τους αναιρεσίβλητους με τις προτάσεις όχι της πρώτης, αλλά της μετ’ απόδειξη συζήτησης της αγωγής συμπληρωματικών περιστατικών (παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου) αναφορικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας του επιδίκου από τον απώτατο δικαιοπάροχο τους Σ. Σ., που συμπορεύονται με την ιστορική βάση της αγωγής, δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία αυτής, αφού και χωρίς αυτά η αγωγή δεν θα έπασχε από αοριστία, ήταν δε άνευ εννόμου επιρροής η συμπλήρωση αυτή. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη δεν παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο δε ανωτέρω κατά το σχετικό μέρος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η αγωγή βασιζόταν στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), v. .9 παρ. 1 Πανδ. (50.4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των v. 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 16/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο Οικονομικών, στο. οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού (ΑΠ 191/1997). Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Το άρθρο 3 του ν. 998/1979 ορίζει ειδικότερα τα εξής: " 1. Ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυτικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. 2. Ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μία ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράψω λειτουργιών. 3. Εις τα δάση ή τας δασικάς εκτάσεις αντιστοίχως, περιλαμβάνονται και αι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικαί ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και αι υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφαί ή αλπικαί ζώναι των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6-/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΟλΑΠ 75/1987). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις επίσης προκύπτει ότι επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της συμπλήρωσης τριακονταετίας μέχρι την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων, που τέθηκαν σε ισχύ αργότερα, ειδικότερα δε εκείνες του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και του άρθρου 16 του α.ν. 192/1946 που επαναλήφθηκε με το άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημόσιων γενικά δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ’ αυτών καμία πράξη νομής και ότι η εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, βοσκή και λοιπές αγροτικές πράξεις επί των δημόσιων δασών δεν θεωρούνται ποτέ ως πράξεις νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 840/2010, ΑΠ 198/1983). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την, προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 800 στρεμμάτων περίπου, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... Νομού Αιτωλοακαρνανίας και συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο (...) και πέραν αυτού με εδαφική λωρίδα ανήκουσα στο δ.δ. ..., δυτικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν. Π. και …Σ., βόρεια με αγρόκτημα με την ονομασία "...", ιδιοκτησίας Α. Κ. και με ιδιοκτησία ... Μ. και νότια με αμαξιτό δρόμο, που διαχωρίζει τα όρια των πρώην Κοινοτήτων ... με τον οικισμό .......αποτελεί λοφώδη έκταση, με έντονες κλίσεις, αλλά καταλαμβάνεται και από καλλιεργήσιμες και χέρσες επίπεδες εκτάσεις, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση (κυρίως σχίνα, ασφάκες, φιλίκι, πουρνάρι), αλλά και αραιή δενδρώδη (μεμονωμένα άτομα δρυός), η οποία λόγω της ιδιοσυστασίας της κατά ένα τμήμα είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας. Τμήματα αυτής, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί λεπτομερέστερα, καλλιεργούνταν παλαιότερα και μέχρι το έτος 1960 με ετήσιες καλλιέργειες σιτηρών, ενώ άλλα τμήματα εκμισθώνονταν προς τρίτους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους. Άλλα τμήματά της παρήγαγαν δασικά προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2, 3 του ν. 998/1979 και συνέβαλαν στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας της περιοχής, όμοια δε ήταν η μορφή του και κατά το χρόνο της ισχύος του β.δ. της 16-11-1836 και δεν αναγνωρίστηκε ποτέ ως ιδιωτικό δάσος. Η προαναφερόμενη έκταση, μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, περιήλθε, ως ανήκουσα στον Οθωμανό υπήκοο Α., στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως δυνάμει των υπ’ αριθ. .../7.8.1844 παραχωρητηρίων του επί των Οικονομικών Υπουργού και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις προς το Έθνος υπηρεσίες κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του οπλαρχηγού της επανάστασης Σ. Σ., παραχωρήθηκε προς αυτόν "εις τελείαν και πλήρη ιδιοκτησίαν αυτού, των απογόνων και κληρονόμων του, και παντός άλλου εις τον οποίον αυτός ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του, θελήσουν να τας παραχωρήσουν". Ειδικότερα, με τον πρώτο των άνω τίτλων παραχωρήθηκαν στον προαναφερόμενο απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων τρία τεμάχια στην άνω περιοχή και συγκεκριμένα το πρώτο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 200[000] βασιλικών στρεμμάτων, το δεύτερο τεμάχιο, εκτάσεως 62.938 βασιλικών στρεμμάτων και το τρίτο, εκτάσεως 36.537 βασιλικών στρεμμάτων και συνολικά έκταση 299.475 βασιλικών στρεμμάτων. Με το δεύτερο τίτλο παραχωρήθηκαν επίσης τρία αγροτεμάχια και συγκεκριμένα το πρώτο εκτάσεως 39.774 βασιλικών στρεμμάτων, το δεύτερο 37.766 βασιλικών στρεμμάτων και το τρίτο εκτάσεως 27.538 βασιλικών στρεμμάτων και συνολικής εκτάσεως 105.075 βασιλικών στρεμμάτων. Συνολικά δηλαδή παραχωρήθηκε έκταση 404.553 (299.475+105.078) βασιλικών στρεμμάτων. Σημειώνεται ότι με το υπ’ αριθ. ΦΕΚ 56/1836 διάταγμα καθορίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια η σχέση βασιλικού στρέμματος προς το τρέχον στρέμμα σε 1.000 μ2, ενώ κατ’ άλλους σε 1.270 μ2. Σε κάθε περίπτωση, η επίδικη έκταση, της οποίας δεν αμφισβητούνται τα όρια, αποτέλεσε το αντικείμενο άσκησης πράξεων νομής και κατοχής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων. Κατά τον τρόπο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο οικειοθελώς αποξενώθηκε του δικαιώματος κυριότητος επί της επίδικης έκτασης, παραχωρώντας αυτήν στους κληρονόμους του άνω οπλαρχηγού, μεταξύ των οποίων και τα τέκνα του Κ. Σ. του Σ. και Δ. Σ. του Σ., οι οποίοι υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως στο παραχωρηθέν στον πατέρα τους ακίνητο και μέχρι τα έτη 1889 και 1890 αντίστοιχα που αποβίωσαν, ασκούσαν επ’ αυτού συνεχώς, αδιαλείπτως και με καλή πίστη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος τις προσιδιάζουσες σε αληθή κύριο διακατοχικές πράξεις νομής, τελούντες με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα αυτού με διάφορα αγροτικά προϊόντα, συνέλεγαν τους καρπούς, έβοσκαν τα ποίμνια τους και εκμίσθωναν σε τρίτους τμήματα αυτού για καλλιέργεια ή βόσκηση των ποιμνίων τους. Μετά τον επισυμβάντα κατά το έτος 1889 θάνατο του Κ. Σ. και μη καταλιπόντος διαθήκη στην εξ αδιαιρέτου ιδανική του μερίδα υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως στην κληρονομιά του οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι - τέκνα του, Γ., Τ. και Μ. Κ. Σ. και κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενώ μετά το θάνατο του Δ. Σ. Σ. κατά το έτος 1890, επίσης, δι’ αναμείξεως και κατά ποσοστό 3/12 έκαστος υπεισήλθαν στην κληρονομιά του τα τέκνα του Σ. Δ. Σ. και Μ. Δ. Σ., οι οποίοι συνέχισαν την άσκηση των ίδιων ως άνω διακατοχικών πράξεων νομής, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητας αυτών επί του επιδίκου. Το έτος 1922 η εκ των συγκυρίων Μ. Δ. Σ., Χα Ε. Π., το εκ 3/12 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς της, δυνάμει του υπ’ αριθ. ....... πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πρέβεζας ................... , νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγρ... του τότε δήμου Αμβρακίας, πώλησε και μεταβίβασε προς τον Σ. Β. Π., ο οποίος κατέστη συγκύριος αυτού κατά το άνω ποσοστό. Οι άνω συγκύριοι και συννόμείς πλέον (Γ. - Τ. - Μ. Σ. κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος και Σ. Σ. και Σ. Π. κατά ποσοστό 3/12 έκαστος του όλου ακινήτου), δυνάμει του από 3.10.1927 ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής προέβησαν σε άτυπη μεταξύ τους διανομή και, μετά από κλήρωση, το προς την Κοινότητα ... ήμισυ τμήμα του όλου ακινήτου περιήλθε στους κληρονόμους του Κ. Σ. και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν, ενώ το προς την Κοινότητα ... έτερο ήμισυ του όλου ακινήτου τμήμα του περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους Σ. Σ. και Σ. Π.. Του άνω δευτέρου ημίσεως ακινήτου ακολούθως, κατέστη, αποκλειστικός κύριος ο Σ. Π., καθώς, ο εκ των συγκυρίων Σ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ... συμβολαίου ανταλλαγής του τότε συμβολαιογράφου Αμβρακίας /........... , νόμιμα μεταγραφέντος, μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συννομής και συγκυριότητάς του προς τον Σ. Π.. Το 1962 αποβίωσε αδιάθετη η εκ των συγκυρίων του πρώτου τμήματος Τ. Κ. Σ. και το επί του τμήματος αυτού ιδανικό της κατά 1/3 μερίδιο περιήλθε στους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αδελφούς της Γ. Σ. και Μ. Σ., οι οποίοι συνέχισαν την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του ακινήτου, ενώ το 1969 αποβίωσε επίσης αδιάθετη η εκ των συγκυρίων Μ. Σ., το εξ αδιαιρέτου δε ιδανικό της μερίδιο περιήλθε στον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο αδελφό της Γ. Σ., καταστάς έτσι ο τελευταίος αποκλειστικός κύριος του προς την Κοινότητα ... τμήματος του όλου ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής μέχρι τον επισυμβάντα κατά το έτος 1973 θάνατο του. Ο τελευταίος, δυνάμει της από 15.12.1969 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1772/4.10.1973 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ αριθ. 648/1973 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το ανήκον σε αυτόν δυτικό τμήμα του όλου ακινήτου κατέλιπε στον ανιψιό του, αρχικό ενάγοντα και άμεσο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Δ. Σ. του Σ., ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία με την αριθ. .../19.12.1979 πράξη αποδοχής . κληρονομίας του συμβολαιογράφου ................... , νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγρ... του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...), έκτοτε δε και μέχρι το 1986 που αποβίωσε, εξουσίαζε ως απόλυτος κύριος το εν λόγω τμήμα. Το 1953 αποβίωσε ο αποκλειστικός κύριος του προς το δδ ... τμήματος Σ. Π. ο οποίος δυνάμει της από 10.2.1945 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ’ αριθ. 856/1953 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 1399/1953 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε το άνω ακίνητο κοινώς και αδιαιρέτως και κατ’ ισομοιρίαν στις νομίμους κληρονόμους του Ε. Χ. Κ. Ο. και Κ. Χ. Κ. Σ., το γένος Κ. Π., οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομία με την υπ’ αριθ. .../1955 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ..................... , η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγρ... του Υποθηκοφυλακείου ..., και συνέχισαν την άσκηση διακατοχικών πράξεων επ’ αυτού, κατέστησαν δε κατά τον τρόπο αυτό συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω τμήματος. Η εκ των άνω συγκληρονόμων και κατά ποσοστό 1/2 του προς το δ.δ. ... τμήματος Κ. Σ. πώλησε και μεταβίβασε ατύπως το άνω εξ αδιαιρέτου ιδανικό της μερίδιο το έτος 1956 προς τον αρχικό ενάγοντα Δ. Σ. και εξήλθε της κοινωνίας, ως τούτο αποδεικνύεται από την από 15.5.1957 απόδειξη καταβολής τιμήματος προς το σύζυγο της πωλήτριας Κ. Σ., ποσού 45.000 δραχμών, κατέστη δε ο τελευταίος συγκύριος του όλου περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου κατά τα 9/12 εξ αδιαιρέτου. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, σαφώς συνάγεται ότι οι άμεσοι δικαιοδόχοι του αρχικού νομέως Σ. Σ., Κ. και Δ. Σ., από της κατά το έτος 1844 και εντεύθεν περιελεύσεως του επιδίκου ακινήτου στη νομή και κατοχή τους, ασκούσαν οι ίδιοι με καλή πίστη και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τις κατά προορισμό προσιδιάζουσες στη φύση και το χαρακτήρα του επιδίκου πράξεις συννομής και συγκατοχής, καλλιεργώντας οι ίδιοι τα επιδεκτικά καλλιέργειας εδαφικά τμήματα του ακινήτου, βόσκοντας τα ιδιόκτητα ποίμνιά τους επ’ αυτού, εκμισθώνοντας έτερα τμήματα του ακινήτου σε τρίτους για καλλιέργεια ή βόσκηση των ζώων τους και γενικώς επιτηρούντες αυτό από κάθε επιβουλή, τελούντες με την πεποίθηση ότι δεν θίγουν δικαιώματα τρίτων, μέχρι το θάνατο αυτών (1889 και 1890 αντίστοιχα), έκτοτε δε οι πιο πάνω αναφερόμενοι κληρονόμοι τους. Η άσκηση των πράξεων συννομής και συγκατοχής κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ήτοι για μια τριακονταετία πριν την 11.9.1915, προκύπτει από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και των προσκομισμένων εγγράφων. Ειδικότερα, κατά τον μάρτυρα Ε. Μ. "το επίδικο είναι 800 στρέμματα. ... από το 1838 ο αγρός αυτός αποκτήθηκε (παραχωρήθηκε) από τον Υπουργό Οικονομικών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος στον οπλαρχηγό της επανάστασης Σ. Σ. και μετά περιήλθε στα παιδιά του και μετά στα εγγόνια του ... το παραχωρητήριο είχε δοθεί; στον οπλαρχηγό ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του κατά την επανάσταση του 1821 ... ", ενώ κατά τον μάρτυρα Π. Π. "απ’ όσο γνωρίζω ο ίδιος προσωπικά αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής ... το επίδικο ανήκε στο Δ. Σ. και σήμερα στους κληρονόμους του, το επίδικο ονομάζεται και είναι γνωστό ως Σ., δόθηκε από το ελληνικό Κράτος και από τότε μεταβιβάζεται από Σ. σε Σ., ... στην περιοχή του επίδικου το Ελληνικό Δημόσιο διένειμε σε ακτήμονες γη, η οποία ονομάζεται ... και η οποία σήμερα είναι ελαιοστάσια, οι μόνες περιοχές που δεν διανεμήθηκαν είναι το επίδικο και άλλα δύο ακίνητα, επίσης, ιδιοκτησίας αρχικώς Δ. Σ. .... ήξερε επομένως το Ελληνικό Δημόσιο ότι το επίδικο ήταν των Σ. για 150-200 χρόνια .... ο λόγος για τον οποίο το Δημόσιο δεν διένειμε εκτάσεις σε ακτήμονες που αφορούν το επίδικο είναι πιστεύω διότι το θεωρούσε ανέκαθεν Σ. ...". Επιρρωνύονται δε οι πιο πάνω καταθέσεις ως προς την άσκηση πράξεων νομής και κατοχής επί του επίδικου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων κατά το άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα και από τις υπ’ αριθ. …/1871 .../1893 συμβολαιογραφικές πράξεις του Ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου ... αντίστοιχα, δια των οποίων οι τότε συγκύριοι του όμορου κτήματος με την ονομασία "..." Ι. Κ. Π. και Α. Κ. Π., ιδιοκτησίας σήμερα Α. Κ. διένειμαν το εν λόγω κτήμα και στα περιγραφόμενα όριά του αναφέρεται ως όριο το επίδικο ακίνητο ανήκον στους κληρονόμους Σ.. Επίσης, από το από 1 Ιανουαρίου 1893 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμβρακίας ........................ , με το οποίο o Ι. Κ. Π. αποκαθιστώντας τη θυγατέρα του Μ. σε γάμο με τον Α. Β. μεταβιβάζει στον τελευταίο, μεταξύ άλλων ακινήτων, και "εν λειβάδιον, κείμενον εν θέσει ... ..., οριοθετούμενον γύρωθεν με Ι. Σ., Κ. Σ. και Κ.". Εκ των άνω παρέπεται, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων τουλάχιστον πριν το έτος 1870 και μέχρι το 1915, ήτοι για μια τριακονταετία, ασκούσαν επ’ αυτού τις άνω πράξεις νομής και κατοχής, καταστάντες συγκύριοι του επίδικου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Τούτο, δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων (δασικών υπαλλήλων) του εναγομένου, οι οποίοι αναφέρονται σε πρόσφατα περιστατικά και δη από το έτος 1980 και εντεύθεν, ούτε και από τον ενδεχομένως σε κάποια σημεία δασικό χαρακτήρα του επίδικου, καθόσον, σύμφωνα με τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, προκειμένου περί δημοσίου κτήματος, στο οποία περιλαμβάνεται και το δημόσιο δάσος, δεν απαγορεύεται η με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας τούτου, εφόσον, η με καλή πίστη τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915. Ενόψει δε των ανωτέρω παραδοχών, περί οικειοθελούς εκ μέρους του εναγομένου παραχωρήσεως του επιδίκου από το 1844 προς τον απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στον απελευθερωτικό αγώνα, οι υπό του εναγομένου πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί που επαναφέρονται και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση αποτελεί δημόσια δασική έκταση, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου" ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου και των υπηκόων του, άλλως ως αποτελούντος ιδιωτικό δάσος προ του 1836 για το οποίο δεν προσήχθησαν νομίμως και εμπροθέσμως οι τίτλοι των επ’ αυτού αξιούντων δικαίωμα κυριότητος, άλλως ως αποτελούντος βοσκότοπο ή λιβάδι, μη αμφισβητουμένου ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητά του, πλην αποξενώθηκε εκουσίως του δικαιώματος κυριότητος επ’ αυτού, δια της παραχωρήσεώς του, παρίστανται αλυσιτελείς και είναι απορριπτέοι: Εφόσον δε αποδεικνύεται ότι οι μέχρι το έτος 1915 αναφερόμενοι πιο πάνω συννομείς της επίδικης έκτασης κατέστησαν συγκύριοι αυτής με την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί τριακονταετία και οι προαναφερόμενοι διαδεχθέντες αυτούς στη συννομή και συγκατοχή, αποκτώντες παρ’ αληθών κυρίων, κατέστησαν συγκύριοι αυτού με την προσμέτρηση του χρόνου νομής και κατοχής των δικαιοπαρόχων τους. Πλήθος δε διακατοχικών πράξεων προκύπτει ότι άσκησαν οι άνω δικαιοδόχοι των αρχικών συγκυριών και κατά το μεσοδιάστημα ήτοι από το έτος 1915 μέχρι και το 1956, αλλά και μετέπειτα, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, και την, κατά τα ανωτέρω περιέλευση, του επιδίκου κατά τα 9/12 στον αρχικώς ενάγοντα Δ. Σ.. Σ.. Ειδικότερα, με το από 8.10.1945 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο Σ. Π. δια του εκπροσωπούντος αυτόν Κ. Κ. εκμισθώνει στον Σ. Κ. το επίδικο για ένα έτος αντί μισθώματος 1700 οκάδων γάλακτος, με το από 30.10.1936 όμοιο συμφωνητικό ο Σ. Π. εκμισθώνει προς τον γεωργοκτηνοτρόφο Ν. Π. για μια τριετία τμήμα του επιδίκου για καλλιέργεια και χορτονομή, αντί μισθώματος 36.000 δραχμών, ενώ με το από 28.8.1942 συμφωνητικό εκμισθώνει τμήμα του επιδίκου με την ονομασία "Μ. Π." για καλλιέργεια σιτηρών στον Ε. Κ.. Συναφείς περί μισθώσεως επί μέρους τμημάτων της επίδικης έκτασης είναι και οι από 22.8.1945, 26.7.1945, 15.8.1942 δηλώσεις των γεωργοκτηνοτρόφων Ν. Σ., Σ. Κ. και Ν. Π.. Περαιτέρω, τμήματα της επίδικης έκτασης κατέστησαν αντικείμενο δικαστικών διενέξεων μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων και μισθωτών ή τρίτων, προκαλούντων φθορές σε αυτά. Έτσι με τις υπ’ αριθ. 2935/1971 και 2291/1972 αποφάσεις του Πταισματοδικείου Βάλτου και κατόπιν μηνύσεως του Δ. Σ. καταδικάστηκαν για αγροτική φθορά δια ζώων επί του επιδίκου οι Γ. Θ. και Ε. Μ., ενώ με την υπ’ αριθ. 76/1938 απόφαση, του Ειρηνοδικείου Βάλτου επιδικάστηκε αποζημίωση σε βάρος του μισθωτή Ν. Π. και υπέρ των απώτερων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων Γ. και Τ. Σ.. Τέλος, με την υπ’ αριθ. 48/1933 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βάλτου επιδικάστηκε η νομή τμήματος του επιδίκου στον απώτερο δικαιοπάροχο τους Σ. Π., ενώ με την υπ’ αριθ. 51/1953 απόφαση του Πρωτοδικείου Αγρινίου καθορίζεται το θεμιτό μίσθωμα του επιδίκου μετά από αίτηση των υπομισθωτών Α. Δ. και Γ. Τ. κατά του εκμισθωτή Δ. Σ.. Από τα ανωτέρω ευχερώς συνάγεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων τόσο μέχρι το έτος 1915 όσο και μετά από αυτό διαχειρίζονται την επίδικη έκταση ως απολύτως ιδιωτική, καλλιεργούντες τμήματα αυτής και βόσκοντας τα ποίμνιά τους, ενώ παράλληλα εκμισθώνουν έτερα τμήματα σε τρίτους για την καλλιέργεια και βόσκηση των ποιμνίων τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν. Αλλά κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα από υπηρεσιακές ενέργειες οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι τούτο (εναγόμενο) δεν αφίσταται της άποψης ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική. Αντιθέτως μάλιστα με έγγραφά του φέρεται να αποδέχεται εμμέσως τον ιδιωτικό χαρακτήρα αυτού και ως τέτοιο παρεμβαίνει όταν απαιτείται. Ειδικότερα, με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../24.12.1942 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας προς το Γραφείο Υπηρεσίας Μεσολογγίου, το οποίο εισηγήθηκε την ανάκληση της υπ’ αριθ. 60221/1942 αποφάσεως του Υπουργού περί εξαιρέσεως εκ του ενοικιοστασίου βοσκών εκτάσεων 100 στρεμμάτων εκ του λειβαδίου ... του ιδιοκτήτου Σ. Π., μετά από αίτηση του μισθωτή Ν. Π., αναγνωρίζεται ότι η συνολική έκταση του κτήματος ανέρχεται σε 800 στρέμματα περίπου και απορρίπτεται τελικώς με πλήρη αιτιολογία η σχετική αίτηση ανακλήσεως. Εξάλλου, με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../27.12.1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και μετά σύμφωνη γνώμη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως έκταση 420 περίπου στρεμμάτων, ανήκουσα στους Γ. Σ., Μ. Σ. και Τ. Σ.. Επίσης, με την Ε.22162/27.5.1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εξαιρέθηκε "του ενοικιοστασίου βοσκών έκταση 40 στρεμμάτων του λειβαδίου "...", εφ’ ου αξιούν δικαιώματα κυριότητας οι αδελφοί Κ. Σ....", αφού προηγήθηκε σύμφωνη έκθεση του Επαρχιακού Γεωπόνου ... Δ. Λ. (βλ. από 14:4.1954 έκθεση). Τέλος, με την από 11.12.1954 έκθεση του Γ. Κ. Τ. προς το Τμήμα Εποικισμού της Διεύθυνσης Γεωργίας Μεσολογγίου, αναγνωρίζεται ότι η έκταση των 420 στρεμμάτων περίπου ανήκει στους κληρονόμους του Κ. Σ. και ότι "παλαιόθεν το εν λόγω αγρόκτημα ενοικιάζετο ως λειβάδιον χειμερινής περιόδου εις νομάδες κτηνοτρόφους". Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση επί της επίδικης έκτασης για πρώτη φορά κατά το έτος 1980 με πρωτοβουλία των ακτημόνων κατοίκων του ... και μετά από σχετική απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου ξεκίνησε μια προσπάθεια αποκατάστασης αυτών δια της διανομής στα μέλη του αγροτικών εκτάσεων της περιοχής και μεταξύ αυτών και της επίδικης. Συγκεκριμένα, με την από 28.1.11980 αίτησή του το ΔΣ του ΣΑΑΚ ..., απευθυνόμενο προς το Δασαρχείο ... σημειώνει "Εκρίναμεν αναγκαίο και επιβεβλημένο, όπως δια την επιτυχία του άνω σκοπού της αποκαταστάσεως των ακτημόνων καλλιεργητών ... επιδιώξωμεν την απαλλοτρίωση και διάθεση εγκαταλελειμμένων από 40ετίας εκτάσεων της αγροτικής περιοχής ..., ανηκουσών ήδη εις το Δημόσιον, εις ό περιήλθεν εξ απαλλοτριώσεων των τσιφλικιών Κ. και κληρονόμων Κ. Σ. ... δημόσια δασική έκταση 800 στρεμμάτων (πλην 40 στρεμμάτων καλλιεργησίμων), κειμένων εις θέσιν "..." προερχομένην εκ της απαλλοτριώσεως. τσιφλικιού κληρονόμων Κ. Σ. ...... Επί της αιτήσεως αυτής τα Δασαρχείο ... με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../16.9.1980 έγγραφο του απάντησε με κοινοποίηση του και προς την Κοινότητα ... "ότι η έκταση που διεκδικεί ο Δ. Σ. στη θέση ... ..., υπολογιζόμενη σε 810 στρέμματα είναι δασική, αφού καλύπτεται από πυκνούς θάμνους αείφυλλων πλατυφύλλων και η υπηρεσία τη θεωρεί και τη διαχειρίζεται ως δημόσια" και ότι η βόσκηση των ποιμνίων είναι ελεύθερη στην περιοχή ενώ ταυτόχρονα απευθύνεται προς το Αγρονομείο ... προκειμένου, να μην υποβάλλονται μηνύσεις εναντίον κτηνοτρόφων, που κάνουν χρήση της επίδικης έκτασης (βλ. .../4.6.1980 έγγραφο Δασάρχη ...). Μετά ταύτα ο Δ. Σ., με την από 22.9.1980 αίτησή του προς το Δασάρχη ..., κοινοποιούμενη προς τον Υπουργό Γεωργίας και τη Διεύθυνση Δασών, διαμαρτύρεται εντόνως για την αμφισβήτηση των επί της επίδικης έκτασης δικαιωμάτων του και αφού παραθέτει το ιστορικό σύμφωνα με το οποίο κατέστη κύριος του επιδίκου, αξιώνει την ανάκληση του υπ’ αριθ. .../4.6.1980 εγγράφου του, με το οποίο ανατράπηκε η νομική και πραγματική κατάσταση του από τον ίδιο διακατεχόμενου κτήματος. Ακολούθησε το με αριθ. πρωτ. .../17.11.1980 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, με το οποίο ενημερώνεται ο Δ. Σ. ότι "ύστερα από έρευνα των αρμόδιων τοπικών Υπηρεσιών σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκτάσεως στη θέση "..." επί της οποίας διεκδικείτε δικαιώματα, διαπιστώθηκε ότι η έκταση αυτή, εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 998/1979 και δεν έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική", συμφωνώντας με την έκδοση της .../1980 διαταγής του Δασαρχείου ... και προτρέποντας τον Δ. Σ. να ακολουθήσει τη διαδικασία αναγνώρισης των τυχόν δικαιωμάτων του επ’ αυτού. Στη συνέχεια και μετά από αίτηση του Δ. Σ. ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αγρινίου περί ρυθμίσεως προσωρινώς της νομής του επιδίκου με την υπ’ αριθ. 6/1981 απόφαση του άνω Εισαγγελέως έγινε δεκτή η αίτηση, αναγνωρίστηκε ο αιτών προσωρινώς νομέας της επίδικης έκτασης και διατάχθηκε η αποβολή του Ελληνικού Δημοσίου απ’ αυτή. Ασκηθείσης ανακοπής κατ’ αυτής ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, με την υπ’ αριθ. 14/1981 απόφασή του, εξαφανίστηκε η διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αγρινίου και ελλείψει κατεπείγοντος απορρίφθηκε η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, απαγορεύθηκε δε ταυτόχρονα οιαδήποτε διακατοχική πράξη στους διαδίκους μέχρις επιλύσεως του ζητήματος από τα Πολιτικά Δικαστήρια. Συνακόλουθα προς τις ανωτέρω ενέργειες, μετά από αυτεπάγγελτη παραπομπή του φακέλου της υπόθεσης από τον Υπουργό Γεωργίας προς το πρωτοβάθμιο περιφερειακό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (ΣΙΔ)…, το τελευταίο με την υπ’ αριθ. …/30.10.1984 γνωμοδότηση του αποφάνθηκε ομοφώνως ότι δεν υπάρχουν δικαιώματα κυριότητος των ενδιαφερομένων Δ. Σ., Φ. Χ. και Κ. Σ. επί της ως άνω εκτάσεως 762.000 μ2, καθόσον "δεν αποδείχθηκε ότι οι διεκδικούντες την επίδικη δασικού χαρακτήρα έκταση ή οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επ’ αυτής οιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίου επί συνεχή 30ετία μέχρι την 11.9.1915 για να δικαιολογηθεί δικαίωμα κυριότητος αυτών στην επίδικη έκταση και επιπλέον οι προσκομιζόμενοι και επικαλούμενοι απ1 αυτούς τίτλοι αναφέρονται από του έτους 1922 και μετέπειτα ...". Η εν λόγω γνωμοδότηση έγινε δεκτή από τον Υπουργό Γεωργίας με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../2.4.1985 απόφασή του, παρέπεμπε δε τους ενδιαφερομένους να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια, όπως είχαν νόμιμο δικαίωμα και το οποίο άσκησε ο αρχικός ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του. Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται με σαφήνεια ότι το εναγόμενο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου ακινήτου, αντιμετώπιζε αυτό πάντοτε ως ιδιωτική περιουσία και παρενέβαινε δια του Υπουργείου Γεωργίας και της Διεύθυνσης Εποικισμού σε ρύθμιση συν... με τον ιδιωτικό του χαρακτήρα θεμάτων, μόλις δε μετά την προαναφερόμενη πρωτοβουλία του ΣΑΑΚ ... κατά το 1980 αμφισβήτησε για πρώτη φορά και μάλιστα εγγράφως τον ιδιωτικό του χαρακτήρα, εστιάζοντας κυρίως την αμφισβήτηση αυτή στα δασικά χαρακτηριστικά που εν τω μεταξύ και λόγω της εγκαταλείψεώς του από τις αρχές του 1960, αλλά και της απαγόρευσης άσκησης διακατοχικών πράξεων δυνάμει της προαναφερόμενης διάταξης του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, απέκτησε. Τούτο άλλωστε συνομολογείται και στην από 13.1.1982 έκθεση επί διεκδικούμενης έκτασης στη θέση "..." του Δασολόγου Ε. Γ., στην οποία μετά από επιτόπια έρευνα και λήψη μαρτυρικών καταθέσεων των διαδίκων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "την έκταση αυτή τη νοίκιαζαν οι Γ. Σ. και ο κληρονόμος του Δ. Σ. καθώς και ο Σ. Π. (ανάλογα με τα ιδανικά τους μερίδια) σε διάφορους κτηνοτρόφους για χειμερινή βοσκή από το χρόνο 1936 και μετά και δεν αποδείχθηκε ότι η έκταση αυτή βόσκονταν όλο το χρόνο από το διεκδικητή Δ. Σ. και τους δικαιοπαρόχους του", καταλήγοντας τελικώς στην πρόταση αναγνώρισης της κυριότητος της επίδικης έκτασης των 762 στρεμμάτων από το Ελληνικό Δημόσιο. Μόλις που πρέπει να αναφερθεί ότι προς την άποψη αυτή ως προς την ιδιωτική φύση του επιδίκου στοιχίζεται και η υπ’ αριθ. …/16.9.2009 έκθεση, πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος δυνάμει της υπ1 αριθ. 148/2009 παρεμπίπτουσας απόφασης του Εφετείου Πατρών Γ. Χ., δασολόγου, ο οποίος μετά από φωτοερμηνεία της έκτασης και με τη χρήση αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ των ετών 1945, 1960, 1972 και 1985, αποφαίνεται ότι "το επίδικο ακίνητο υπήρξε στο παρελθόν εν μέρει δασική έκταση και εν μέρει καλλιεργούμενη έκταση. Η ηλικία (χρόνος πρωτοεμφάνισης) της δασικής βλάστησης των δασικών τμημάτων που δεν καλλιεργήθηκαν (όπως αποδεικνύεται από τις διαθέσιμες αεροφωτογραφήσεις) υπολογίζεται να είναι πάνω από 70 και λιγότερο από 100 έτη. Τα τμήματα αυτά είναι τα 6, 7, 10, 12, 13 και 14, συνολικού εμβαδού 330.749,68 τετ.μ. (330,75 στρ.) δηλ το 45% της συνολικής έκτασης. Τα τμήματα που καλλιεργήθηκαν μετατράπηκαν σταδιακά και μετά το 1972 λόγω εγκατάλειψής τους, σε χορτολίβαδα και στη συνέχεια ανέπτυξαν δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (μακκία βλάστηση) με κυρίαρχα είδη το πουρνάρι και το σχίνο (ανάλυση ειδών και ποσοστό κάλυψης βλάστησης δόθηκε προηγουμένως ανά τμήμα) και σαφώς η δασική βλάστηση στα τμήματα αυτά είναι μικρότερης ηλικίας (μέχρι περίπου στα 35 έτη). Το επίδικο ακίνητο και σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία των διαθέσιμων αεροφωτογραψήσεων, καλλιεργήθηκε με ετήσιες καλλιέργειες σιτηρών με σπορά σε διάσπαρτα και ακανόνιστα σε σχήμα αγροτεμάχια. Τα τμήματα που καλλιεργήθηκαν είναι τα 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9, 11 και 15, έκτασης 403.390,11 τετ.μ. (403,39 στρ.) δηλ. το 55% της συνολικής έκτασης και αναλύονται λεπτομερώς στα προηγούμενα. Οι ακριβείς θέσεις όλων των διακρινόμενων ενοτήτων και υποενοτήτων δίνονται σε αναλυτικούς πίνακες συντεταγμένων στο συνοδό της παρούσας πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα. Όσον αφορά στη σημερινή μορφή του ακινήτου αυτή είναι στο μεγαλύτερο τμήμα του δασική (632.274,36 τετ.μ., ποσοστό 86,13%) και η δασική βλάστηση είναι αυτοφυής (λόγω της ακανόνιστης φυσικής δομής και σύνθεσης της χλωρίδας που παρουσιάζει). Συγκεκριμένα, ως σημερινές δασικές εκτάσεις (σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/79 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν. 3208/2003) ερμηνεύτηκαν τα τμήματα και υποτμήματα 4, 5β, 6 ,7, 8, 9β και 9γ, 10,11, 12, 13,. 14 και 15. Τα τμήματα 2β και 3 ερμηνεύονται σήμερα ως δάσος (σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/79 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν. 3208) Τέλος, τα τμήματα 1, 2α, 5α και 9α συνολικού εμβαδού 101.865,43 τετ.μ. (ποσοστό 13,87%) δεν παρουσίασαν, ούτε παρουσιάζουν μέχρι σήμερα δασική μορφή αφού δεν έχουν δασωθεί σε επαρκές ποσοστό με δασική βλάστηση". Με την άποψη αυτή συμπορεύεται και η από Νοεμβρίου 2004 έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας του Δασολόγου Β. Ν., σύμφωνα με την οποία η έκταση των 800 στρεμμάτων δεν είχε ενιαία μορφή κατά το έτος 1960, καθόσον εντός αυτής υπήρχαν τμήματα εμφανώς καλλιεργημένα, σε αγρανάπαυση, δενδρώδεις καλλιέργειες ελιάς, εκτάσεις τμηματικά καλλιεργούμενες λόγω θάμνων, εκτάσεις χορτολιβαδικές καθώς και δασικές εκτάσεις, με έντονη ανθρώπινη παρουσία και δείγματα καλλιέργειας (βαθμίδες, τοιχία). Η ανωτέρω εκτίμηση δεν αναιρείται από την από 29.2.2012 όμοια έκθεση της τεχνικής συμβούλου του εναγομένου Ι. Α., με την οποία δεν αμφισβητείται η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα σε τμήματα του επίδικου, απλώς; περιορίζεται η φερόμενη ως καλλιεργηθείσα παλαιότερον (πριν το 1960) έκταση σε 27.693,14 μ2, και εκτιμά ότι το σύνολο της έκτασης υπάγεται στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας με βάση την σημερινή του μορφή. Πάντα τα ανωτέρω αφορούν το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 9/12 του επιδίκου ακινήτου, καθόσον ως προς τα υπόλοιπα 3/12, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όπως προεκτέθηκε, κατά το έτος 1953 αποβίωσε ο εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων του αρχικού ενάγοντος Σ. Π., συγκύριος του προς ανατολάς ημίσεως τμήματος του ακινήτου, εκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων. Ο τελευταίος με βάση την από 10.2.1945 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 856/18.2.1955 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 1399/1955 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέλιπε το άνω ακίνητο και κατά ποσοστό 1/2 (ήτοι 1/4 εκάστη του όλου ακινήτου) εξ αδιαιρέτου στις ανηψιές του Ε. Ο., το γένος Ε. Π. και Κ. Σ., το γένος Κ. Π.. Με δήλωσή της που περιέχεται στην .../4.6.1955 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών ................. , νόμιμα μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...), η τιμηθείσα με την άνω διαθήκη Ε. Ο. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά και συνεπώς απέκτησε συγκυριότητα κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ο αρχικός ενάγων Δ. Σ. με την κρινόμενη αγωγή του, επιχειρώντας να θεμελιώσει το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητος επί του όλου ακινήτου, ισχυρίσθηκε ότι η, ως άνω, Ε. Ο., αποδεχθείσα νομοτύπως την επαχθείσα κληρονομία του Σ. Π. και νεμηθείσα το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητος από το 1953 μέχρι το 1956, μεταβίβασε αιτία άτυπης πώλησης το ιδανικό της μερίδιο στον ίδιο, όπως έπραξε και η ετέρα συγκυρία Κ. Σ. και ότι κατά τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου, αφού ήδη είχε περιέλθει στην κυριότητα του το προς δυτικά τμήμα του όλου ακινήτου, όπως προεκτέθηκε. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του αρχικού ενάγοντος ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει, ότι επί της από 22.1.1983 αγωγής διανομής των κληρονόμων της Ε. Ο. και Κ. Σ., Φ. Χ. και Κ. Σ. κατά των κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Δ. Σ., εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων η υπ αριθ. 182/1989 απόφαση του Π.Πρ.Αγρινίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Οι ερημοδικασθέντες εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 31.10.1989 και αριθ. έκθ. κατ. 3/3.1.1990 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία έγινε δεκτή με την 102/1990 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου και διατάχθηκαν αποδείξεις. Μετά τη διεξαγωγή αυτών, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση και εκδόθηκε ή 44/1993 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως εκδόθηκε η 242/1995 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την αρχική δεύτερη, ενάγουσα Κ. Σ. ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς την κληρονόμο της Ε. Ο. Φ. Χ., δεχθείσα ότι η τελευταία ήταν συγκοινωνός του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και στη συνέχεια διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να κριθεί αν είναι εφικτή και συμφέρουσα για τους κοινωνούς η αυτούσια διανομή του επιδίκου. Μετά τη διενέργεια αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 121/1998 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε εφικτή και συμφέρουσα η διανομή του επιδίκου, σχηματίστηκαν τέσσερις μερίδες, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ../19.12.1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πολιτικού μηχανικού Α. Π.και το συνοδευτικό αυτής από Νοεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για τη διενέργεια κληρώσεως ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή. Με την υπ’ αριθ. 27/1999 πράξη του Εφέτη... διενεργήθηκε η κλήρωση και στους δικαιοδόχους της Φ. Χ., Π. Δ. Χ. και Ε. συζ. Ν. Τ., έλαχε το Δ’ μερίδιο των διάνεμητέων. Συγκεκριμένα έλαχε: α) το υπό στ. I τμήμα; όπως αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθ: ... εκτάσεως 5.414 μ2, β) το υπό στ. ΙΙδ τμήμα, με αριθ. ..., εκτάσεως 21,230 μ2 και γ) το υπό στ. ΙΙΙδ τμήμα, με αριθ. ..., εκτάσεως 166.216 μ2 και συνολικά έλαβαν έκταση, αντιστοιχούσα στο 1/4 εξ αδιαιρέτου ιδανικό τους μερίδιο, 192.590 μ2. Κατά τον τρόπο αυτό, εφόσον οι κληρονόμοι της συγκυρίας Ε. Ο. έλαβαν διακριτά τμήματα του επιδίκου κατά το ανάλογο της κοινωνίας δικαιώματος, εξήλθαν της κοινωνίας και συνεπώς η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η αναγνώριση της συγκυριότητας των δικαιοδόχων του αρχικού ενάγοντος Δ. Σ. και κατά το άνω ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου που ανήκε αρχικά στη Ε. Ο., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον αποδεικνύεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατέστησαν συγκύριοι της άνω εκτάσεως με την άσκηση πράξεων νομής και κατοχής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο, της 30ετίας πριν την 11.9.1915, πράξεις που συνέχισαν και οι δικαιοδόχοι αυτών, κατά τα προαναφερόμενα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, πρέπει αφού απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η αναγνώριση συγκυριότητας επί εδαφικής εκτάσεως του επιδίκου,192.590 μ2, που κατά τα ανωτέρω, ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος, να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος η αγωγή, και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες συγκύριοι εκτάσεως 541.549,79 μ2, όπως πιο κάτω περιγράφεται αναλυτικά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος και, συνακόλουθα, των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου, συνολικής έκτασης 541.549,79 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ’ αυτής τις προεκτεθείσες πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον επί μια 30ετία μέχρι τις 11-9-1915, πράξεις που συνέχισαν με τα ίδια προσόντα οι δικαιοδόχοι τους και ο αρχικώς ενάγων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ότι, ειδικότερα, η πιο πάνω έκταση, η οποία δεν αναγνωρίστηκε ως ιδιωτικό δάσος κατά το χρόνο ισχύος του β.δ. της 16/11/1836, περιήλθε μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, ως ανήκουσα στον Οθωμανό υπήκοο Α., στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο με τα .../1844 παραχωρητήρια του επί των Οικονομικών Υπουργού παραχώρησε στον οπλαρχηγό της επανάστασης Σ. Σ., σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του κατά τον απελευθερωτικό αγώνα, συνολική έκταση 404.353 βασιλικών στρεμμάτων "σε τέλεια και πλήρη ιδιοκτησία αυτού, των απογόνων και των κληρονόμων του και παντός άλλου εις τον οποίο αυτός ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του θελήσουν να την παραχωρήσουν". Ότι, σε κάθε περίπτωση, η επίδικη έκταση, της οποίας δεν αμφισβητούνται τα όρια, αποτέλεσε αντικείμενο άσκησης πράξεων νομής και κατοχής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ότι τα τέκνα του Σ. Σ., Κ. και Δ. Σ., υπεισήλθαν δι’ αναμίξεως στο πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, από το έτος 1844 και μέχρι τα έτη 1889 και 1890 αντίστοιχα που αποβίωσαν, τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής (καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, συλλογή καρπών, βόσκηση ποιμνίων τους, εκμίσθωση σε τρίτους τμημάτων του. επιδίκου για καλλιέργεια ή βόσκηση). Ότι μετά το θάνατο του Κ. και Δ. Σ. υπεισήλθαν δι’ αναμίξεως στην κληρονομιά τους ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους τα τέκνα τους, τα οποία συνέχισαν την άσκηση των ίδιων πράξεων νομής στο επίδικο με καλή πίστη και χωρίς να αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητάς τους σε αυτό. Ότι το έτος 1922 η εκ των συγκυρίων Μ. Δ. Σ. με το ...1922 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε κατά κυριότητα το εκ 3/12 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο Σ. Π.. Ότι με το από 30/10/1927 ιδιωτικό συμφωνητικό οι τότε συγκύριοι και συννομείς του επίδικου ακινήτου (Γ., Τ., Μ. Κ. Σ. συγκύριοι ποσοστού 2/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, Σ. Δ. Σ. και Σ. Π., συγκύριοι ποσοστού 3/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) προέβησαν σε άτυπη διανομή αυτού και μετά από κλήρωση οι κληρονόμοι του Κ. Σ. έλαβαν το ήμισυ του όλου ακινήτου (δυτικό τμήμα) προς την πλευρά της Κοινότητας ... κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ οι Σ. Σ. και Σ. Π. έλαβαν το έτερο ήμισυ του όλου ακινήτου, προς την πλευρά της Κοινότητας ... (ανατολικό τμήμα), εκτάσεως 400 στρεμμάτων περίπου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ότι με το ...1928 συμβόλαιο ανταλλαγής που μεταγράφηκε νόμιμα ο Σ. Σ. μεταβίβασε το πιο πάνω ποσοστό συγκυριότητας και σύννομης του στον Σ. Π.. Ότι όλοι οι προαναφερθέντες απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος άσκησαν από το έτος 1927 τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής με καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τα έτη 1962 και 1969. Ότι μετά το θάνατο των εκ των συγκυρίων του προς την Κοινότητα ... τμήματος του όλου ακινήτου Τ. Σ. (το έτος 1962) και Μ. Σ. (το έτος 1969), ο αδελφός τους Γ.ς Σ. ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους, κατέστη αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω τμήματος, ασκώντας τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής και κατοχής σε αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατο του (το έτος 1973). Ότι, ακολούθως, το τμήμα αυτό του όλου ακινήτου περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του εκ διαθήκης κληρονόμου του Γ. Σ., αρχικώς ενάγοντος Δ. Σ. (ανηψιού του), ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά και μετέγραψε νόμιμα τη σχετική συμβολαιογραφική, πράξη, συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής. Ότι το έτερο τμήμα του όλου ακινήτου προς την πλευρά της Κοινότητας ... περιήλθε μετά το θάνατο του Σ. Π. στις εκ διαθήκης κληρονόμους του (ανηψιές του) Ε. Ο. και Κ. Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες αποδέχθηκαν και μετέγραψαν νομίμως τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη. Ότι στη συνέχεια κατά το έτος 1956, η Κ. Σ. πώλησε ατύπως το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στον αρχικό ενάγοντα Δ. Σ., ο οποίος έκτοτε το νεμόταν με τα ίδια προσόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι έτσι αυτός κατέστη συγκύριος του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 9/12 εξ αδιαιρέτου. Ότι αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η έτερη συγκληρονόμος του Σ. Π., Ε. Ο., πώλησε άτυπα στον αρχικό ενάγοντα το δικό της ποσοστό συγκυριότητας (3/12 εξ αδιαιρέτου), στο (ανατολικό) τμήμα του όλου ακινήτου, το οποίο μετά τη διεξαχθείσα δίκη δικαστικής διανομής μεταξύ των κληρονόμων της τελευταίας και του Δ. Σ. αντιστοιχεί (μετά από αυτούσια διανομή του πιο πάνω τμήματος) σε έκταση 192.590 τ.μ. Ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, τόσο μέχρι το έτος 1915, όσο και στη συνέχεια (μέχρι την άσκηση της αγωγής), διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση ως απολύτως ιδιωτική, ασκώντας τις προαναφερθείσες πράξεις νομής (καλλιέργεια, βόσκηση, εκμίσθωση) με καλή πίστη, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ότι από έγγραφα των αρμοδίων υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου (των ετών 1942 και 1954) προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της πιο πάνω έκτασης, μέχρι το 1980, οπότε άρχισε να αμφισβητεί την κυριότητα του αρχικού ενάγοντος, ενώ ουδέποτε μέχρι τότε είχε ασκήσει διακατοχικές πράξεις σε αυτή και παρενέβαινε δια των πιο πάνω υπηρεσιών του στη ρύθμιση συν... με τον ιδιωτικό της χαρακτήρα θεμάτων. Ότι ο εν μέρει δασικός χαρακτήρας τμημάτων του επιδίκου ακινήτου δεν αναιρεί την κτήση κυριότητας του αρχικού ενάγοντος επ’ αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους συγκυρίους κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 541.549,79 τ.μ., αφού απέρριψε τους προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το πιο πάνω ακίνητο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, άλλως, ότι περιήλθε στην κυριότητά του "δικαιώματι πολέμου", άλλως ότι αποτελούσε ιδιωτικό δάσος πριν το έτος 1836, για το οποίο δεν προσήχθησαν οι τίτλοι των αξιούντων δικαίωμα κυριότητας, άλλως ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, λόγω μη επίκλησης του εννόμου συμφέροντος του αρχικώς ενάγοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ, των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/6.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και των άρθρων 1, 2, 3 του β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", 58 παρ. 3, 4 του ν.δ. 86/1969, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αρχικώς ενάγοντα και, συνακόλουθα από τους αναιρεσίβλητους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη απόδειξης ότι το πιο πάνω ακίνητο παρέμεινε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δημόσια δασική έκταση. Επομένως, ο τρίτος κατά σχετικό μέρος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, ως προς τον τρόπο υπολογισμού από το Εφετείο της επιφάνειας του επίδικου ακινήτου, την ανάλυση και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, καθώς και στην αιτιολόγηση και ανάλυση των αποδείξεων και στην επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα που προαναφέρθηκαν. Τέλος, η αιτίαση που προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 3 του νόμου 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 3208/2003, 3818/2010 και 3889/2010, με τις οποίες επανακαθορίσθηκε η έννοια του δάσους, καθώς και του άρθρου 80 παρ.1 του ν. 998/1979, είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ο ενάγων είχε καταστεί κύριος της επίδικης (εν μέρει δημόσιας δασικής) έκτασης με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9- 1915 και, ως εκ τούτου, οι μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων, καθώς και των σχετικών με την έννοια του δάσους νομοθετημάτων που τέθηκαν σε ισχύ αργότερα, δεν ασκούν στην προκείμενη περίπτωση έννομη επιρροή.
Κατ’ ακολουθιών των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 158/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου