
87/2015 ΑΠ ( 643710)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Πραγματική δουλεία διόδου. Σύσταση αυτής και με χρησικτησία, όταν ο κύριος του δεσπόζοντος
ακινήτου ασκεί την οιονεί νομή του δικαιώματος αυτού επί εικοσαετία, διερχόμενος διανοία
δικαιούχου από την, επί του άλλου ακινήτου, οδό, δυνάμενος να συνυπολογίσει στον δικό του
χρόνο..
χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του. Αγωγή προστασίας του
δικαιώματος της πραγματικής δουλείας διόδου. Προσμέτρηση από τους ενάγοντες δικαιούχους
στο
δικό τους χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους. Απόρριψη
αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 78/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Αριθμός 87/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Π., και 2) Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Π., συζ. Α. Π., και 2) Α. Π. του Δ., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ...., με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2005 αγωγή (αρ. κατ. 26/2005) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2013 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/2/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 25/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1051, και 1118 έως 1121 του ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία οδού συνίσταται και με χρησικτησία, όταν ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου ασκεί την οιονεί νομή του δικαιώματος αυτού επί εικοσαετία, διερχόμενος διανοία δικαιούχου από την επί του ακινήτου άλλου οδό και δυνάμενος να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του. Εξάλλου ο κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την αγωγή κατ` ουσίαν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με το .../08-12-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κύμης ........... , νομίμως μεταγεγραμμένου(...),ο Α. Κ. του Π., κάτοικος εν ζωή …........ ........, παππούς της πρώτης εφεσιβλήτου - εναγούσης, δώρησε στην ανωτέρω εγγονή του μία ισόγειο οικία επιφανείας 24 τ.μ., κειμένη στον Οξύλιθο Κύμης Ευβοίας, στη θέση "Κερατσάνοι", μετά του οικοπέδου, του φρέατος και της συνεχόμενης αυλής της, εκτάσεως 90 τ.μ. περίπου. Το δωρηθέν ακίνητο συνορεύει, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως, ανατολικώς με Ε. Π., βορείως με Ο. Χ. και Π. Κ., δυτικώς και νοτίως με Π. Κ.. Το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ανωτέρω δωρητή λόγω κληρονομικής διαδοχής του πατρός του Π. Κ., δυνάμει της .../1930 δημοσίας διαθήκης, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κύμης ................ και δημοσιεύθηκε νομίμως. Στην προαναφερομένη δωρεά τέθηκε ο όρος ο δωρητής να παρακρατήσει την επικαρπία επί του δωρηθέντος και μετά θάνατον να περιέλθει το δικαίωμα αυτό στη σύζυγο του Ε., το γένος Γ. Κ.. Η τελευταία προαποβίωσε του εν λόγω δωρητού, στις 12-11-1982. Ο δωρητής αποβίωσε, στις 30- 12-1992, με αποτέλεσμα η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα να καταστεί αποκλειστική κυρία του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου. Ακολούθως, η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη, με το .../29-06- 2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ..................... , νομίμως μεταγεγραμμένου (...), δώρησε στον δεύτερο ενάγοντα - εφεσίβλητο ποσοστό 10% αδιαιρέτως του ως άνω ακινήτου. Εντός του ακινήτου αυτού η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη αφ` ενός ανακατασκεύασε την παλαιά οικία, αφ` ετέρου ανήγηρε νέα διώροφη οικοδομή, εκδίδοντας σχετικώς την 560/2002 οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου Κύμης. Από τότε που η προαναφερομένη διάδικος απέκτησε το εν λόγω ακίνητο, το νέμεται αδιαλείπτως μέχρι και το έτος 2005, ασκώντας πράξεις νομής, όπως η ανέγερση της προαναφερομένης οικοδομής. Επίσης, το επισκεπτόταν τακτικά, διέμενε στην παλαιά οικία, το καθάριζε και το συντηρούσε, συμπληρώνοντας χρόνο νομής υπερβαίνοντα την εβδομηκονταετία, αν υπολογισθεί και ο χρόνος νομής των προαναφερομένων δικαιοπαρόχων της. Η είσοδος πεζή στην ανωτέρω ιδιοκτησία πραγματοποιούταν όλα αυτά τα χρόνια μέσω μίας εδαφικής λωρίδος, επιφανείας 12 τ.μ. περίπου, πλάτους 3 και μήκους τεσσάρων περίπου μέτρων, η οποία εμφαίνεται υπό στοιχεία Γ1-Δ1-Α1-Ε1-Ν-Ξ-Α-Β-Β1 στο από Ιανουαρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Π.. Η λωρίδα αυτή ευρίσκεται βορείως της ιδιοκτησίας των εναγόντων-εφεσιβλήτων. Αποτελεί δε τη συντομότερα οδό για να εισέλθει κάποιος στην ιδιοκτησία των τελευταίων, από την εγγυτέρα δημοτική οδό, η οποία ευρίσκεται ανατολικώς της διόδου αυτής. Δημιουργήθηκε εις βάρος των ιδιοκτησιών της Ο. Χ. και του Π. Κ.. Οι τελευταίοι είναι τέκνα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων - εφεσιβλήτων Α. Κ., στον οποίο ανήκαν όλες οι προαναφερόμες ιδιοκτησίες. Η ανάγκη δημιουργίας διόδου προέκυψε όταν ο τελευταίος άρχισε να διανέμει την ευρύτερη ιδιοκτησία του στα τέκνα του, διότι με τη σταδιακή αυτή διανομή δημιουργούνταν "τυφλά" ακίνητα. Πιο συγκεκριμένα, στον Π. Κ. διενεμήθη τμήμα της ευρύτερης ιδιοκτησίας το έτος 1956, δυνάμει του .../1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης ............... , νομίμως μεταγεγραμμένου, και στην Ο. Χ., το έτος 1969, δυνάμει του .../1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης ........................... , νομίμως μεταγεγραμμένου. Κατ` αυτόν τον τρόπο, το έτος 1969, δημιουργήθηκαν τρεις νέες ιδιοκτησίες, μία του Π. Κ., μία της Ο. Χ. και μία του Α. Κ., οι οποίες είχαν την επίδικη δίοδο ως την είσοδο όλων στις ιδιοκτησίες τους και ως διέξοδο προς την ως άνω ανατολικώς ευρισκομένη δημοτική οδό. Κατόπιν, όπως προαναφέρθηκε, ο Α. Κ. μεταβίβασε το τμήμα της εναπομεινάσης ιδιοκτησίας του στην πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη, η δε Ο. Χ. απεβίωσε το έτος 1970, και η ως άνω ιδιοκτησία της περιήλθε κατά του κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής στους κληρονόμους της, δηλαδή στο σύζυγό της Ν. Χ. και τον υιό της Α. Χ., οι οποίοι τη μεταβίβασαν ατύπως στον Π. Κ.. Εν συνεχεία, ο τελευταίος, με το .../09-03-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κύμης ............. , νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε τόσο την ιδιοκτησία που απέκτησε από τον πατέρα του Α. Κ., όσο και την περιουσία που απέκτησε με την ως άνω άτυπη μεταβίβαση, στον πρώτο εκκαλούντα - εναγόμενο. Παρά τις μεταβιβάσεις αυτές, την επίδικη ως άνω δίοδο χρησιμοποιούσαν, ακωλύτως, όλοι οι προαναφερόμενοι ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων για να εισέλθουν σε αυτά, πιστεύοντας ότι έχουν το δικαίωμα αυτό και ασκώντας το στην πράξη. Πιο συγκεκριμένα, ο Α. Κ. από το έτος 1956 (για ένα τμήμα της διόδου, όπου είναι τα σκαλοπάτια, ήτοι κατά το μέρος που βαρυνόταν με δουλεία διόδου ένα το ακίνητο που μεταβίβασε το ίδιο έτος στον υιό του Π. Κ. και από το έτος 1969 για το λοιπό τμήμα της διόδου, ήτοι κατά το μέρος που βαρυνόταν το ακίνητο που μεταβίβασε το ίδιο έτος στην κόρη του Ο. Χ.) έως το έτος 1992, κατά το οποίο απεβίωσε, ο Π. Κ. από το έτος 1956 έως και το έτος 2002, κατά το οποίο μεταβίβασε την ιδιοκτησία του στο υιό του και πρώτο εκκαλούντα -εναγόμενο, η Ο. Χ. από το έτος 1969 έως το έτος 1970, κατά το οποίο απεβίωσε, οι κληρονόμοι της Ν. και Α. Χ., κατά το έτος 1970, ο πρώτος εκκαλών - εναγόμενος από το έτος 2002 και εντεύθεν, η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα από το έτος 1980 και σε κάθε περίπτωση από το έτος 1992 και εντεύθεν και ο δεύτερος ενάγων - εφεσίβλητος από το έτος 2005 και εντεύθεν. Οι τελευταίοι απέκτησαν συνεπώς με έκτακτη χρησικτησία την οιονεί νομή δουλείας της επίδικης διόδου, προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας τους το χρόνο του δικαιοπαρόχου τους Α. Κ., ο οποίος ασκούσε την οιονεί νομή κατά τα προαναφερόμενα (από τα έτη 1956 και 1969). Μάλιστα, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και τα τεθέντα υπό τις εντολές αυτών συνεργεία, χρησιμοποιούσαν συνεχώς και ανενόχλητα την επίδικη δίοδο για τη μεταφορά υλικών και τη διέλευση προσώπων, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι προαναφερόμενες οικοδομικές εργασίες στο παρακείμενο ακίνητο των εφεσιβλήτων - εναγόντων, οι οποίες άρχισαν το έτος 2002. Παρά ταύτα, στις 24 Ιανουαρίου 2005, οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, εκμεταλλευόμενοι την απουσία των αντιδίκων τους στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, τοποθέτησαν στο σημείο, όπου η επίδικη δίοδος συνδέεται με τη δημοτική οδό, με τη βοήθεια ειδικού, σιδερένια με κάγκελα δίφυλλη θύρα, ύψους δύο περίπου μέτρων, η οποία κατέλαβε όλο το πλάτος της. Η θύρα αυτή διέθετε κλειδαριά, την οποία, αμέσως μετά την τοποθέτησή της, κλείδωσαν, με αποτέλεσμα οι αντίδικοί τους να μην μπορούν πλέον να διέρχονται από τη δίοδο αυτή και να μην μπορούν να εισέλθουν πλέον στην ιδιοκτησία τους. Η ενέργεια αυτή, εκ μέρους των εκκαλούντων - εναγομένων, επιχειρήθηκε χωρίς να έχουν σχετικό προς τούτο δικαίωμα, αποβάλλοντας τους αντιδίκους τους από την οιονεί συννομή επί της επιδίκου διόδου". Δέχεται δηλαδή το δικαστήριο μεταξύ των άλλων ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, διαστάσεων 4x3μ., διέρχεται εν μέρει, ήτοι κατά το τμήμα της διόδου όπου βρίσκονται τα αναφερόμενα σκαλοπάτια, από την ιδιοκτησία του Π. Κ., που είχε περιέλθει στον τελευταίο το έτος 1956 δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθμ. .../1956 συμβολαίου, και εν μέρει από την ιδιοκτησία της Ο. Χ., που είχε περιέλθει στην τελευταία το έτος 1969 δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθμ. .../1969 συμβολαίου, και στους δύο, τέκνα του Α. Κ., από τον κύριο του μείζονος ακινήτου και κοινό αρχικό δικαιοπάροχο των διαδίκων Α. Κ., ότι ο Α. Κ. ασκούσε έκτοτε (1956 και 1969, αντιστοίχως ) την οιονεί νομή του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, διερχόμενος διανοία δικαιούχου από τη δίοδο αυτή προκειμένου να εισέλθει, στην εναπομείνασα, μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, ιδιοκτησία του, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 90 τμ. περίπου, με τη βρισκόμενη σ` αυτό οικία, ως την συντομότερη άλλωστε δίοδο επικοινωνίας της τελευταίας (εναπομείνασας) ιδιοκτησίας προς την εγγύτερη δημοτική οδό, ότι την τελευταία αυτή ιδιοκτησία ο Α. Κ. μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα-εγγονή του Κ. Γ. κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό του, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. .../1980 δωρητήριο συμβόλαιο, ότι το έτος 1992 απεβίωσε ο Α. Κ. και η ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου, στο οποίο ανήγειρε και νέα, διώροφη, οικοδομή, η ίδια δε αργότερα μεταβίβασε στον δεύτερο ενάγοντα το 10% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του υπ` αριθμ. ..../2005 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου, και ότι οι ενάγοντες ασκούν έκτοτε, ήτοι από το έτος 1992 αποκλειστικά η πρώτη και από το έτος 2005 και ο δεύτερος, κατά συννομήν, την οιονεί νομή του δικαιώματος της δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, συνεχίζοντας την ίδια οιονεί νομή του δικαιοπαρόχου τους Α. Κ., και έγιναν έτσι (οι ενάγοντες) δικαιούχοι της πραγματικής αυτής δουλείας διόδου (οδού), προσμετρώντας στον δικό τους χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους Α. Κ.. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή προστασίας του δικαιώματος της ανωτέρου πραγματικής δουλείας των ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο (δικαίωμα) είχαν προσβάλει με αποβολή οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι. Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεώς τους, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν κυρίως ότι το δικαστήριο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, δεχόμενο ότι το δουλείον ως άνω ακίνητο ανήκε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. και κατά συνέπειαν μέχρι την κατά το έτος 1992 απόκτηση κατά πλήρη κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά τα προεκτεθέντα, ο Α. Κ., δεν ασκούσε οιονεί νομή πραγματικής δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, κατά τον κανόνα "ουδενί το ίδιον αυτού πράγμα δουλεύει", την οποία (οιονεί νομή) δεν μπορούσε να προσμετρήσει η ενάγουσα στην δική της, από το έτος 1992, οιονεί νομή, έκτοτε δε (1992) και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2005) δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της τελευταίας ο ζητούμενος χρόνος της χρησικτησίας (εικοσαετία). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο δέχθηκε ότι το δουλείον ακίνητο δεν ανήκε στον δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου Α. Κ., αλλά στους Π. Κ. και Ο. Χ., και ο Α. Κ. ασκούσε την οιονεί νομή της δουλείας επί του (ξένου αυτού) ακινήτου, την οποία οιονεί νομή και προσμέτρησε το δικαστήριο στον χρόνο της οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων, εφαρμόζοντας ορθώς τις ειρημένες διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1051 και 1118-1121 του ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά τα λοιπά ο ίδιος, μοναδικός, λόγος της αναίρεσης πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που εξήχθη από τις αποδείξεις, και είναι κατά τούτο απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2014 αίτηση των Α. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 78/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Διαττάσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Π., και 2) Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Π., συζ. Α. Π., και 2) Α. Π. του Δ., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ...., με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2005 αγωγή (αρ. κατ. 26/2005) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2013 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/2/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 25/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1051, και 1118 έως 1121 του ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία οδού συνίσταται και με χρησικτησία, όταν ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου ασκεί την οιονεί νομή του δικαιώματος αυτού επί εικοσαετία, διερχόμενος διανοία δικαιούχου από την επί του ακινήτου άλλου οδό και δυνάμενος να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του. Εξάλλου ο κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την αγωγή κατ` ουσίαν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με το .../08-12-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κύμης ........... , νομίμως μεταγεγραμμένου(...),ο Α. Κ. του Π., κάτοικος εν ζωή …........ ........, παππούς της πρώτης εφεσιβλήτου - εναγούσης, δώρησε στην ανωτέρω εγγονή του μία ισόγειο οικία επιφανείας 24 τ.μ., κειμένη στον Οξύλιθο Κύμης Ευβοίας, στη θέση "Κερατσάνοι", μετά του οικοπέδου, του φρέατος και της συνεχόμενης αυλής της, εκτάσεως 90 τ.μ. περίπου. Το δωρηθέν ακίνητο συνορεύει, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως, ανατολικώς με Ε. Π., βορείως με Ο. Χ. και Π. Κ., δυτικώς και νοτίως με Π. Κ.. Το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ανωτέρω δωρητή λόγω κληρονομικής διαδοχής του πατρός του Π. Κ., δυνάμει της .../1930 δημοσίας διαθήκης, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κύμης ................ και δημοσιεύθηκε νομίμως. Στην προαναφερομένη δωρεά τέθηκε ο όρος ο δωρητής να παρακρατήσει την επικαρπία επί του δωρηθέντος και μετά θάνατον να περιέλθει το δικαίωμα αυτό στη σύζυγο του Ε., το γένος Γ. Κ.. Η τελευταία προαποβίωσε του εν λόγω δωρητού, στις 12-11-1982. Ο δωρητής αποβίωσε, στις 30- 12-1992, με αποτέλεσμα η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα να καταστεί αποκλειστική κυρία του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου. Ακολούθως, η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη, με το .../29-06- 2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ..................... , νομίμως μεταγεγραμμένου (...), δώρησε στον δεύτερο ενάγοντα - εφεσίβλητο ποσοστό 10% αδιαιρέτως του ως άνω ακινήτου. Εντός του ακινήτου αυτού η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη αφ` ενός ανακατασκεύασε την παλαιά οικία, αφ` ετέρου ανήγηρε νέα διώροφη οικοδομή, εκδίδοντας σχετικώς την 560/2002 οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου Κύμης. Από τότε που η προαναφερομένη διάδικος απέκτησε το εν λόγω ακίνητο, το νέμεται αδιαλείπτως μέχρι και το έτος 2005, ασκώντας πράξεις νομής, όπως η ανέγερση της προαναφερομένης οικοδομής. Επίσης, το επισκεπτόταν τακτικά, διέμενε στην παλαιά οικία, το καθάριζε και το συντηρούσε, συμπληρώνοντας χρόνο νομής υπερβαίνοντα την εβδομηκονταετία, αν υπολογισθεί και ο χρόνος νομής των προαναφερομένων δικαιοπαρόχων της. Η είσοδος πεζή στην ανωτέρω ιδιοκτησία πραγματοποιούταν όλα αυτά τα χρόνια μέσω μίας εδαφικής λωρίδος, επιφανείας 12 τ.μ. περίπου, πλάτους 3 και μήκους τεσσάρων περίπου μέτρων, η οποία εμφαίνεται υπό στοιχεία Γ1-Δ1-Α1-Ε1-Ν-Ξ-Α-Β-Β1 στο από Ιανουαρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Π.. Η λωρίδα αυτή ευρίσκεται βορείως της ιδιοκτησίας των εναγόντων-εφεσιβλήτων. Αποτελεί δε τη συντομότερα οδό για να εισέλθει κάποιος στην ιδιοκτησία των τελευταίων, από την εγγυτέρα δημοτική οδό, η οποία ευρίσκεται ανατολικώς της διόδου αυτής. Δημιουργήθηκε εις βάρος των ιδιοκτησιών της Ο. Χ. και του Π. Κ.. Οι τελευταίοι είναι τέκνα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων - εφεσιβλήτων Α. Κ., στον οποίο ανήκαν όλες οι προαναφερόμες ιδιοκτησίες. Η ανάγκη δημιουργίας διόδου προέκυψε όταν ο τελευταίος άρχισε να διανέμει την ευρύτερη ιδιοκτησία του στα τέκνα του, διότι με τη σταδιακή αυτή διανομή δημιουργούνταν "τυφλά" ακίνητα. Πιο συγκεκριμένα, στον Π. Κ. διενεμήθη τμήμα της ευρύτερης ιδιοκτησίας το έτος 1956, δυνάμει του .../1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης ............... , νομίμως μεταγεγραμμένου, και στην Ο. Χ., το έτος 1969, δυνάμει του .../1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κύμης ........................... , νομίμως μεταγεγραμμένου. Κατ` αυτόν τον τρόπο, το έτος 1969, δημιουργήθηκαν τρεις νέες ιδιοκτησίες, μία του Π. Κ., μία της Ο. Χ. και μία του Α. Κ., οι οποίες είχαν την επίδικη δίοδο ως την είσοδο όλων στις ιδιοκτησίες τους και ως διέξοδο προς την ως άνω ανατολικώς ευρισκομένη δημοτική οδό. Κατόπιν, όπως προαναφέρθηκε, ο Α. Κ. μεταβίβασε το τμήμα της εναπομεινάσης ιδιοκτησίας του στην πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη, η δε Ο. Χ. απεβίωσε το έτος 1970, και η ως άνω ιδιοκτησία της περιήλθε κατά του κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής στους κληρονόμους της, δηλαδή στο σύζυγό της Ν. Χ. και τον υιό της Α. Χ., οι οποίοι τη μεταβίβασαν ατύπως στον Π. Κ.. Εν συνεχεία, ο τελευταίος, με το .../09-03-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κύμης ............. , νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε τόσο την ιδιοκτησία που απέκτησε από τον πατέρα του Α. Κ., όσο και την περιουσία που απέκτησε με την ως άνω άτυπη μεταβίβαση, στον πρώτο εκκαλούντα - εναγόμενο. Παρά τις μεταβιβάσεις αυτές, την επίδικη ως άνω δίοδο χρησιμοποιούσαν, ακωλύτως, όλοι οι προαναφερόμενοι ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων για να εισέλθουν σε αυτά, πιστεύοντας ότι έχουν το δικαίωμα αυτό και ασκώντας το στην πράξη. Πιο συγκεκριμένα, ο Α. Κ. από το έτος 1956 (για ένα τμήμα της διόδου, όπου είναι τα σκαλοπάτια, ήτοι κατά το μέρος που βαρυνόταν με δουλεία διόδου ένα το ακίνητο που μεταβίβασε το ίδιο έτος στον υιό του Π. Κ. και από το έτος 1969 για το λοιπό τμήμα της διόδου, ήτοι κατά το μέρος που βαρυνόταν το ακίνητο που μεταβίβασε το ίδιο έτος στην κόρη του Ο. Χ.) έως το έτος 1992, κατά το οποίο απεβίωσε, ο Π. Κ. από το έτος 1956 έως και το έτος 2002, κατά το οποίο μεταβίβασε την ιδιοκτησία του στο υιό του και πρώτο εκκαλούντα -εναγόμενο, η Ο. Χ. από το έτος 1969 έως το έτος 1970, κατά το οποίο απεβίωσε, οι κληρονόμοι της Ν. και Α. Χ., κατά το έτος 1970, ο πρώτος εκκαλών - εναγόμενος από το έτος 2002 και εντεύθεν, η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα από το έτος 1980 και σε κάθε περίπτωση από το έτος 1992 και εντεύθεν και ο δεύτερος ενάγων - εφεσίβλητος από το έτος 2005 και εντεύθεν. Οι τελευταίοι απέκτησαν συνεπώς με έκτακτη χρησικτησία την οιονεί νομή δουλείας της επίδικης διόδου, προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας τους το χρόνο του δικαιοπαρόχου τους Α. Κ., ο οποίος ασκούσε την οιονεί νομή κατά τα προαναφερόμενα (από τα έτη 1956 και 1969). Μάλιστα, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και τα τεθέντα υπό τις εντολές αυτών συνεργεία, χρησιμοποιούσαν συνεχώς και ανενόχλητα την επίδικη δίοδο για τη μεταφορά υλικών και τη διέλευση προσώπων, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι προαναφερόμενες οικοδομικές εργασίες στο παρακείμενο ακίνητο των εφεσιβλήτων - εναγόντων, οι οποίες άρχισαν το έτος 2002. Παρά ταύτα, στις 24 Ιανουαρίου 2005, οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, εκμεταλλευόμενοι την απουσία των αντιδίκων τους στο Νέο Ηράκλειο Αττικής, τοποθέτησαν στο σημείο, όπου η επίδικη δίοδος συνδέεται με τη δημοτική οδό, με τη βοήθεια ειδικού, σιδερένια με κάγκελα δίφυλλη θύρα, ύψους δύο περίπου μέτρων, η οποία κατέλαβε όλο το πλάτος της. Η θύρα αυτή διέθετε κλειδαριά, την οποία, αμέσως μετά την τοποθέτησή της, κλείδωσαν, με αποτέλεσμα οι αντίδικοί τους να μην μπορούν πλέον να διέρχονται από τη δίοδο αυτή και να μην μπορούν να εισέλθουν πλέον στην ιδιοκτησία τους. Η ενέργεια αυτή, εκ μέρους των εκκαλούντων - εναγομένων, επιχειρήθηκε χωρίς να έχουν σχετικό προς τούτο δικαίωμα, αποβάλλοντας τους αντιδίκους τους από την οιονεί συννομή επί της επιδίκου διόδου". Δέχεται δηλαδή το δικαστήριο μεταξύ των άλλων ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, διαστάσεων 4x3μ., διέρχεται εν μέρει, ήτοι κατά το τμήμα της διόδου όπου βρίσκονται τα αναφερόμενα σκαλοπάτια, από την ιδιοκτησία του Π. Κ., που είχε περιέλθει στον τελευταίο το έτος 1956 δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθμ. .../1956 συμβολαίου, και εν μέρει από την ιδιοκτησία της Ο. Χ., που είχε περιέλθει στην τελευταία το έτος 1969 δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθμ. .../1969 συμβολαίου, και στους δύο, τέκνα του Α. Κ., από τον κύριο του μείζονος ακινήτου και κοινό αρχικό δικαιοπάροχο των διαδίκων Α. Κ., ότι ο Α. Κ. ασκούσε έκτοτε (1956 και 1969, αντιστοίχως ) την οιονεί νομή του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, διερχόμενος διανοία δικαιούχου από τη δίοδο αυτή προκειμένου να εισέλθει, στην εναπομείνασα, μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, ιδιοκτησία του, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 90 τμ. περίπου, με τη βρισκόμενη σ` αυτό οικία, ως την συντομότερη άλλωστε δίοδο επικοινωνίας της τελευταίας (εναπομείνασας) ιδιοκτησίας προς την εγγύτερη δημοτική οδό, ότι την τελευταία αυτή ιδιοκτησία ο Α. Κ. μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα-εγγονή του Κ. Γ. κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό του, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. .../1980 δωρητήριο συμβόλαιο, ότι το έτος 1992 απεβίωσε ο Α. Κ. και η ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου, στο οποίο ανήγειρε και νέα, διώροφη, οικοδομή, η ίδια δε αργότερα μεταβίβασε στον δεύτερο ενάγοντα το 10% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του υπ` αριθμ. ..../2005 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου, και ότι οι ενάγοντες ασκούν έκτοτε, ήτοι από το έτος 1992 αποκλειστικά η πρώτη και από το έτος 2005 και ο δεύτερος, κατά συννομήν, την οιονεί νομή του δικαιώματος της δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, συνεχίζοντας την ίδια οιονεί νομή του δικαιοπαρόχου τους Α. Κ., και έγιναν έτσι (οι ενάγοντες) δικαιούχοι της πραγματικής αυτής δουλείας διόδου (οδού), προσμετρώντας στον δικό τους χρόνο χρησικτησίας και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους Α. Κ.. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή προστασίας του δικαιώματος της ανωτέρου πραγματικής δουλείας των ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο (δικαίωμα) είχαν προσβάλει με αποβολή οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι. Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεώς τους, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν κυρίως ότι το δικαστήριο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, δεχόμενο ότι το δουλείον ως άνω ακίνητο ανήκε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. και κατά συνέπειαν μέχρι την κατά το έτος 1992 απόκτηση κατά πλήρη κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά τα προεκτεθέντα, ο Α. Κ., δεν ασκούσε οιονεί νομή πραγματικής δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, κατά τον κανόνα "ουδενί το ίδιον αυτού πράγμα δουλεύει", την οποία (οιονεί νομή) δεν μπορούσε να προσμετρήσει η ενάγουσα στην δική της, από το έτος 1992, οιονεί νομή, έκτοτε δε (1992) και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2005) δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της τελευταίας ο ζητούμενος χρόνος της χρησικτησίας (εικοσαετία). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο δέχθηκε ότι το δουλείον ακίνητο δεν ανήκε στον δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου Α. Κ., αλλά στους Π. Κ. και Ο. Χ., και ο Α. Κ. ασκούσε την οιονεί νομή της δουλείας επί του (ξένου αυτού) ακινήτου, την οποία οιονεί νομή και προσμέτρησε το δικαστήριο στον χρόνο της οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων, εφαρμόζοντας ορθώς τις ειρημένες διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1051 και 1118-1121 του ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά τα λοιπά ο ίδιος, μοναδικός, λόγος της αναίρεσης πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που εξήχθη από τις αποδείξεις, και είναι κατά τούτο απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2014 αίτηση των Α. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 78/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Διαττάσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου