![ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj2mQKQmb4g2XuS7L0mlBqZ2LCVHuUZxxr3q7lPeKd3sei3rb0OzwzXqfM9wkpM-8Ya0Ukux6_T1mcjBbzdyRCAaFjQPNw2DL1RQMm6ixQtDyxMV2-WcwGkc3KbyOg3Kb2DZvPObh655a8/s170-c/%CE%91%CE%A1%CE%98%CE%A1%CE%9F+%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%99%CE%A4%CE%96%CE%97++01+DIKIGORIKO.jpg)
2071/2014 ΑΠ ( 652460)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Κτήση κυριότητας επί ακινήτου κτήματος Ο.Τ.Α. Προϊσχύον του αστικού κώδικα δίκαιο. Επιτρεπτή
η έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων αυτών από εκείνον που τα διεκδικεί, για την...
οποία
απαιτείται κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ ανεπίληπτη νομή επί τριάντα χρόνια και υπό τον αστικό
κώδικα συνεχής νομή επί είκοσι χρόνια με την προϋπόθεση συμπλήρωσης του χρόνου αυτής μέχρι
την 2-12-1968 οπότε άρχισε να ισχύει το Ν.Δ. 31/1968. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής της
κυριότητας επί ακινήτου. Απόδειξη. Ένορκες βεβαιώσεις. Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί
εξ’ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά
τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία
αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή
δικαστικών τεκμηρίων. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄αριθ. 6/2012 απόφασης του Εφετείου
Αιγαίου.
Αριθμός 2071/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νάξου και Μικρών Κυκλάδων", που εδρεύει στην πόλη Νάξο, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου", νόμιμα εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Φραγκάκη και Σοφία Σαντοριναίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φυλακτόγλου, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι γιοί του Ι. Κ. και Ε. Κ., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την από 25/2/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 28/9/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 7/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ. 1 περ δ Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσον της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης κατά της 6/2012 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, ασκήθηκε την 1-10-2012 και απευθύνεται κατά του Γ. Κ. του Ι. και κατά του Ε. Κ. του Γ., αντιδίκων του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο την 9.12.2011, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίσθηκαν οι κληρονόμοι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Γ. Κ. και δήλωσαν ότι αυτός απεβίωσε την 17. 4. 2010 και ότι αυτοί συνεχίζουν την διακοπείσα δίκη.
Συνεπώς έκτοτε και κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων γνώριζε το θάνατο του παραπάνω αντιδίκου του και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης ως προς αυτόν.
Κατά τις διατάξεις των ν. 8 πρ. και ν. 1 παρ.1 κώδ. (7.39), Βασ. Ν. 9 παρ.1 (50.14), ν. 1πρ. 3, 10, 15, 48 πανδ. (41.3) γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με τακτική μεν χρησικτησία αν το νεμηθεί με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου επί μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία αν νεμηθεί τούτο επί μία τριακονταετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, την οποία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10,13, παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.30), ν.5 πανδ. (47.1), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. Οπως τούτο συμβαίνει όταν κάποιος κατέχει το πράγμα που του παραδόθηκε ατύπως και συνεπώς ακύρως από τον κύριο για να το κατέχει ως δικό του. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται κατά τα άρθρα άρθρα 64, 65, Εισ. Ν. Α.Κ. και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι της θέσεως του Α.Κ. σε ισχύ, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διάνοια κυρίου νομής δεκτικού χρησικτησίας επί εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστήθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 1416/1984 ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία, που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του ΑΝ 1539/1938. Επομένως εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ` επέκταση και των Δήμων και των Κοινοτήτων είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γιαυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων. Επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 κατά την οποία "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφή. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος αρξάμενη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπεια έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντες νόμους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι την 2-12-1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το Ν.Δ/γμα 31/1968. Κατά συνέπεια επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον που τα διεκδικεί για την οποία απαιτείται κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ ανεπίληπτη νομή επί τριάντα χρόνια και υπό τον ΑΚ συνεχής νομή επί είκοσι χρόνια με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 2-12-1968 οπότε άρχισε να ισχύει το Ν.Δ/γμα 31/1968. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένας αγροβοσκότοπος, βουνώδης, θαμνώδης, άγονος και χέρσος, που βρίσκεται στη θέση "ΔΥΡΑΧΑ" της Κτηματικής Περιφέρειας της Κοινότητας Κυνιδάρου Νάξου, συνολικής εκτάσεως, κατ` ορθότερη καταμέτρηση, 35.277 τ.μ. Το ακίνητο αυτό αρχικά ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον Π. Τ., ο οποίος πέθανε το έτος 1915, και ακολούθως τούτο περιήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά στις θυγατέρες του Κ. συζ. Χ. και Α. Ι. Τ., οι οποίες από τότε το νεμήθηκαν διανοία κυρίου και καλή πίστη ασκώντας επ` αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, συνεχώς μέχρι το έτος 1935, οπότε δυνάμει του υπ` αριθμ. .../1935 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Τραγαίας ... ... , που νόμιμα μεταγράφηκε το επώλησαν στον Γ. Κ., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων- εφεσιβλήτων, στον οποίο παρέδωσαν την νομή και κατοχή του επιδίκου. Αυτός έκτοτε το νεμήθηκε διανοία κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1960 που απεβίωσε, ασκώντας επ` αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, και ειδικότερα το επέβλεπε για τυχόν καταπάτηση του από τρίτους, έβοσκε σ` αυτό τα ζώα του, και ενίοτε το εκμίσθωνε σε τρίτους για την βόσκηση των ζώων του. Έκτοτε, δηλαδή μετά το θάνατο του Γ. Κ. το επίδικο περιήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά στον γιό του Ε. Κ., ο οποίος την αποδέχτηκε με την υπ` αριθμ. .../1964 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Τραγαίας Νάξου ............. που νόμιμα μεταγράφηκε και άσκησε επ` αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου, συνεχώς μέσρι το έτος 1981, οπότε δυνάμει του υπ` αριθμ. .../30-07-1981 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ............. που νόμιμα μεταγράφηκε, εδώρησε δια δωρεάς εν ζωή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στον πρώτο ενάγοντα-εφεσίβλητο Γ. Κ., και με το υπ` αριθμ. .../30-07- 1981 του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, εδώρησε επίσης δια δωρεάς εν ζωή το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στην Κ. Κ. η οποία το εν λόγω μερίδιο της επί του επιδίκου, το επώλησε στον δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο Ε. Κ. δυνάμει του υπ` αριθμ. .../11- 11-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νάξου ............... που νόμιμα μεταγράφηκε, όπου οι παραπάνω συγκύριοι του επιδίκου (Γ. Κ., Κ. Κ. συζ. Ε. Κ. και Ε. Κ.) από τότε που κάθε ένας από αυτούς απέκτησε το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του επί του επιδίκου, το ενέμοντο διάνοια κυρίου και ασκούσαν διακατοχικές πράξεις επ` αυτού, και ειδικότερα το επέβλεπαν για τυχόν καταπάτηση του από τρίτους.......Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι κατά το έτος 1966, η Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου διεκδικώντας την κυριότητα του επιδίκου άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου κατά του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγόντων- εφεσιβλήτων Ε. Κ., την από 4-3-1966 αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή της στηριζόμενη σε έκτακτη χρησικτησία, η οποία όμως κατά παραδοχήν σχετικής ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη με την υπ` αριθμ. 71/1976 οριστική απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, κρίθηκε ότι διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου επί του τότε διεκδικουμένου ακινήτου, το οποίο ταυτίζεται πλήρως με το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται στην παραπάνω κρινόμενη αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων και θα γίνει λόγος παρακάτω, ασκούσαν "συνεχώς από του έτους 1915 αι Κ. συζ. Α. Χ. και Α. χήρα Ι. Τ., κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του κατά το έτος τούτο αποβιώσαντος πατρός των Π. Τ., μέχρι του έτους 1935, από του έτους δε τούτου ο Γ. Κ., ως αγοραστής παρά των ανωτέρω, δυνάμει του υπ` αριθμ. .../1935 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Τραγαίας Νάξου ............... , μέχρι του έτους 1960, από δε του έτους τούτου, ο εναγόμενος (Ε. Κ. δικαιοπάροχος των εναγόντων-εφεσιβλήτων) μέχρι της εγέρσεως της αγωγής, ο εναγόμενος και ο πατήρ του, διαδοχικώς ασκούντες την νομή δια βοσκήσεως εν τω επιδίκω ζώων των, επιτρέψεως βοσκήσεως ζώων άλλων και εκ μισθώσεως προς τοιαύτην βόσκησιν, και προς όρυξιν εκ του τμήματος αυτού υλικού". Και περαιτέρω με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η τότε ενάγουσα Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου, δεν είχε ασκήσει καμμία διακατοχική πράξη κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα επί του διεκδικουμένου τότε ακινήτου και ότι επομένως αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα του. Περί του ότι το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται στην από 1-7-2003 κρινόμενη αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ταυτίζεται πλήρως με το ακίνητο που διεκδίκησε με την παραπάνω αγωγή της κατά το έτος 1966 η Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου, και επ` αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (71/1976) επιβεβαιώνεται και από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα τοπογράφο- μηχανικό Α. Θ., ο οποίος στην από Δεκεμβρίου 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: "Το ακίνητο της αγωγής (εναγόντων-εφεσιβλήτων) εκτάσεως 35.277 τ.μ., με στοιχεία Α1, Α2, A3, .....Α71, Α1 είναι αυτό που αναφέρεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας (.../30-10-1935) των εναγόντων της πρώτης αγωγής με διαχρονικά εμβαδά, αρχικά άγνωστο, στη συνέχεια 40 στρέμματα, 30 στρέμματα, και τέλος 20 στρέμματα, όπως αυτό περιγράφεται στην απόφαση 71/11-6-1976 του Εφετείου Αιγαίου".
Εν προκειμένω ο ενάγων-εκκαλών Δήμος Νάξου ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το ανωτέρω ακίνητο το οποίον περιγράφεται στην επικαλούμενη από τους ενάγοντες υπ` αριθμ. 71/1976 οριστική απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αλλά ότι τούτο (επίδικο ακίνητο) ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στην υπ` αριθμ. 24/1968 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-3-1966 αγωγής της δικαιοπαρόχου του Κοινότητας Κυνιδάρου Νάξου, κατά του Δ. Τ. κ.λ.π, με την οποίαν η ως άνω δικαιοπάροχος του αναγνωρίστηκε κυρία βραχώδους εκτάσεως δέκα στρεμμάτων που βρίσκεται στην περιοχή "Δύρραχα" της ως άνω Κτηματικής Περιφέρειας. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Αντιθέτως διαψεύδεται από το περιεχόμενο της ίδιας ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, στην οποία ο εν λόγω πραγματογνώμονας βεβαιώνει ότι "το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβάνεται στην έκταση των δέκα στρεμμάτων που περιγράφεται στην υπ` αριθμ. 24/1968 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, και στην υπ` αριθμ. 549/1968 του Αρείου Πάγου και ότι το περιγραφόμενο στην εν λόγω απόφαση ακίνητο (24/1968) βρίσκεται σε άλλη θέση, από αυτή που βρίσκεται το επίδικο". Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθησαν, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά καθένας, τόσον με παράγωγο τρόπο (μεταγραφή των ως άνω νομίμων τίτλων τους), όσον και με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με τακτική χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν τα ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδια τους επί του επιδίκου, διανοία κυρίου και με καλή πίστη, σε συνάφεια με τους ως άνω τίτλους τους πάνω από δέκα χρόνια, συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, αλλά και με την έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν τούτο διανοία κυρίου πάνω από είκοσι χρόνια, συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων τους. Συνακόλουθα δε ο ισχυρισμός του ενάγοντος-εκκαλούντος Δήμου Νάξου ότι το επίδικο ακίνητο το νεμόταν διάνοια κυρίου, η δικαιοπάροχος του Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου από το έτος 1834 συνεχώς μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής του είναι απορριπτέος ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε το επίδικο εμπίπτει στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους τίτλους ιδιοκτησίας και των δικαιοπαρόχων τους το οποίον αυτοί νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως από του έτους 1935 έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους (2003), χωρίς ποτέ η Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου δικαιοπάροχος του ενάγοντος Δήμου Νάξου, να ασκήσει οιανδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, που στηριζόταν τόσον στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτού από τους τελευταίους, όσον και στον πρωτότυπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα, που αμφισβήτησε ο εναγόμενος- αναιρεσείων Δήμος, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρευόταν και αρνητική κυριότητας του επιδίκου με την επίκληση της διατάραξης της νομής των αναιρεσιβλήτων σ` αυτό από τον ίδιο, απέρριψε κατ` ουσίαν τη συνεκδικασθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος, αναγνωριστική κυριότητας και ακολούθως απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση αυτού (αναιρεσείοντος), επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Επομένως το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας αγωγής, κατά την ερειδομένη επί της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας βάσεως της αγωγής, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι νεμήθηκαν μετά των δικαιοπαρόχων τους το επίδικο με διανοία κυρίου και καλή πίστη από έτος 1935 τουλάχιστον και σε κάθε περίπτωση από της εισαγωγής του Α.Κ. και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Β.Ρ.Δ και Α.Κ, και επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονοται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων που εφάρμοσε, σχετικά με το ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ. νεμήθηκε το επίδικο από της μεταβιβάσεως του σ` αυτόν με βάση το .../1935 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρυγαίας .......... .......... , που μεταγράφηκε νόμιμα, με καλή πίστη, η ύπαρξη της οποίας ήταν αναγκαία μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ και με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατο του, που συνέβη το 1960, διενεργώντας επί του επιδίκου τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πράξεις νομής, τις οποίες συνέχισαν τόσο ο εξ`αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ε. Κ., όσο και οι λοιποί ενάγοντες μέχρι την άσκηση της αγωγής, καθ` όσον ο πρώτος τούτων νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από το 1981 με τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις μέχρι το 2003, που ασκήθηκε η αγωγή, ο δε δεύτερος νεμήθηκε τούτο κατά το ίδιο ποσοστό από το 2002, με τις ίδιες διακατοχικές πράξεις και με την προσμέτρηση δε στη δική του νομή της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, που άρχισε το 1935, και επομένως συμπληρώθηκε η εικοσαετής νομή μέχρι την άσκηση της αγωγής σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε ποτέ στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, Κοινότητας Κυνιδάρου ή στην κυριότητα του ίδιου του αναιρεσίβλητου Δήμου, ώστε να εξαιρείται της χρησικτησίας από το 1968 και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο (πρώτο) της αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των ν. 20 πανδ. (29.2) και 7 εισηγ. (2.19), ν. 6 πανδ. (36.1), ν. 21, 88 πανδ. (29.2) ν. 5 Εισ. (19.2 ), ν.1, ν.10, Π. 29.2, Βασ. 10. (35.14), σχετικά με την υπεισέλευση ή μη των κληρονόμων του Π. Τ. στην κληρονομία αυτού κατά το έτος 1915, ήτοι των απωτέρων των δικαιοπαρόχων του Γ. Κ., και συνεπώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων οι προϋποθέσεις εκείνες που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας αυτών επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προτείνονται αλυσιτελώς, καθ` όσον οι παραδοχές της αναιραισιβαλλομένης σχετικά με το ότι οι αναιρεσίβλητοι νεμήθηκαν μετά των δικαιοπαρόχων τους το επίδικο ακίνητο από του έτους 1935 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, και σε κάθε περίπτωση από της εισαγωγής του Α.Κ. το έτος 1946 με διάνοια κυρίου και μέχρι της αγωγής επί συνεχή τριακονταετία και πλέον στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδικνύεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επιφάνειας του επιδίκου ακινήτου είναι περαιτέρω απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθ` όσον οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος για το ίδιο ζήτημα και στα αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εφ` όσον το πόρισμα, που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι το επίδικο ακίνητο έχει επιφάνεια 35.277 τ.μ. διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση.
Επειδή στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι απέκτησαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, την κυριότητα με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία. Με τον πρώτο επίσης λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσίβλήτων Π. Τ., ως και οι κληρονόμοι του, είχαν αποκτήσει παραγώγως την κυριότητα των επιδίκων, χωρίς να γίνεται αναφορά σε πράξεις αναμίξεως των κληρονόμων Π. Τ. στην κληρονομιά αυτού ή στο εάν οι κληρονόμοι αυτού είχαν ενηλικιωθεί κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς Ο λόγος όμως αυτός της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ` εκτίμηση, η από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ` όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο, πλην όμως δεν τελεσφόρησε η επάλληλη αιτιολογία της κτήσεως της κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως. Περαιτέρω οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ` αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ` αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το οποίο δέχθηκε κατ` ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο από τον ίδιο καθώς και της ταυτότητας αυτού 1) την 7172/1974 συμβολαιογραφική σύμβαση μισθώσεως λατομείου 2) την 258/1980 αίτηση της κοινότητας Κυνιδάρου προς τη Νομαρχία Κυκλάδων με την οποία ζητάει πληροφορίες για την εκμίσθωση του επιδίκου 2 β) την 8693/1980 απάντηση της Νομαρχίας Κυκλάδων 2 γ) το 101) (890) 18-10-1989 έγγραφο του Επαρχείου Νάξου της Νομαρχίας Κυκλάδων 2 δ) το 5196/1999 έγγραφο της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου που αφορούν το επίδικο 3) τις αποφάσεις των Κοινοτικών Συμβουλίων της τέως Κοινότητας Κυνιδάρου και του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νάξου από τις οποίες προκύπτουν εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο από τους εκπροσώπους της Κοινότητας Κυνιδάρου 4) την 23/1998 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κυνιδάρου επί αιτήσεως της Εταιρείας ".........." με την οποία εγκρίθηκε η παραχώρηση στην τελευταία τμήματος του επιδίκου 5) το ΕΜΝΕ/ΦΕΜ2045621/99 έγγραφο της Επιθεώρησης Μεταλλείων Ν. Ελλάδος, που καθόρισε τους όρους για την έρευνα μαρμάρου στο επίδικο 6) 959/1998 έγγραφο της Κοινότητας Κυνιδάρου, με το οποίο άρχισε η διαδικασία αδειοδότησης λατομείου στο επίδικο με άδεια εκμετάλλευσης στον όνομα της 7) το 166/1998 έγγραφο του τμήματος Ορυκτού Πλούτου και Βιομηχανίας της Ν.Α. Κυκλάδων 8) το 5523/ΠΕ/10-02-1999 έγγραφο της ΚΑ` Εφορείας Αρχαιοτήτων και το 675/99 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Κυκλάδων 9) την από 16-06-2003 τεχνική έκθεση των μηχανικών Α. Τ. και Δ. Γ. και τα συνοδεύονται αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα, που απεικονίζουν την κοινοτική-δημοτική έκταση τη μισθωθείσα και την ευρύτερη περιοχή 10) την 24/1968 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που επικυρώθηκε με την 549/1968 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναγνωρίσθηκε η Κοινότητα Κυνιδάρου, αποκλειστική κυρία του ακινήτου, που απεικονίζεται στα παραπάνω τοπογραφικά διαγράμματα και μισθώθηκε στην εταιρεία "...... .." και 11) τις 19291, 19292, 19293/2003 ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου ....... που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων που αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις του αναιρεσείοντος, (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλών, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα, προς απόδειξη της αγωγής του. Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο παρά τη μη ειδική αναφορά των εγγράφων αυτών, πλην της 24/1968 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, η οποία ρητώς αναφέρεται στις αιτιολογίες της, ότι συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις. Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ` αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο. Ως έγγραφο θεωρείται και η δικαστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά άλλους διαδίκους από αυτούς που μετέχουν στη δίκη για την οποία προσκομίζεται η απόφαση ως αποδεικτικό μέσον ή που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλη δίκη. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης κλπ. στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ` αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων και τούτο διότι αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτη. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της 549/1968 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση κατά της 24/1968 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που αναγνώρισε τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου, κυρία ακινήτου δέκα στρεμμάτων, κατέληξε στην παραδοχή ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται σ` αυτήν την έκταση των δέκα στρεμμάτων και απέρριψε την αγωγή του. Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην έκταση των δέκα στρεμμάτων, της οποίας αναγνωρίσθηκε κυρία η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθεντων μαρτύρων, στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σε όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η παραπάνω απόφαση, χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμα του σ` αυτήν.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ως ηττηθείς διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά το άρθρο 281 του Ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2012 αίτηση του Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων περί αναιρέσεως της 6/2012 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νάξου και Μικρών Κυκλάδων", που εδρεύει στην πόλη Νάξο, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου", νόμιμα εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Φραγκάκη και Σοφία Σαντοριναίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φυλακτόγλου, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι γιοί του Ι. Κ. και Ε. Κ., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την από 25/2/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 28/9/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 7/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ. 1 περ δ Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσον της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης κατά της 6/2012 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, ασκήθηκε την 1-10-2012 και απευθύνεται κατά του Γ. Κ. του Ι. και κατά του Ε. Κ. του Γ., αντιδίκων του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο την 9.12.2011, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίσθηκαν οι κληρονόμοι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Γ. Κ. και δήλωσαν ότι αυτός απεβίωσε την 17. 4. 2010 και ότι αυτοί συνεχίζουν την διακοπείσα δίκη.
Συνεπώς έκτοτε και κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων γνώριζε το θάνατο του παραπάνω αντιδίκου του και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης ως προς αυτόν.
Κατά τις διατάξεις των ν. 8 πρ. και ν. 1 παρ.1 κώδ. (7.39), Βασ. Ν. 9 παρ.1 (50.14), ν. 1πρ. 3, 10, 15, 48 πανδ. (41.3) γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με τακτική μεν χρησικτησία αν το νεμηθεί με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου επί μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία αν νεμηθεί τούτο επί μία τριακονταετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, την οποία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10,13, παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.30), ν.5 πανδ. (47.1), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. Οπως τούτο συμβαίνει όταν κάποιος κατέχει το πράγμα που του παραδόθηκε ατύπως και συνεπώς ακύρως από τον κύριο για να το κατέχει ως δικό του. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται κατά τα άρθρα άρθρα 64, 65, Εισ. Ν. Α.Κ. και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι της θέσεως του Α.Κ. σε ισχύ, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διάνοια κυρίου νομής δεκτικού χρησικτησίας επί εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστήθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 1416/1984 ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία, που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του ΑΝ 1539/1938. Επομένως εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ` επέκταση και των Δήμων και των Κοινοτήτων είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γιαυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων. Επίσης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 κατά την οποία "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφή. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος αρξάμενη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπεια έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντες νόμους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι την 2-12-1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το Ν.Δ/γμα 31/1968. Κατά συνέπεια επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον που τα διεκδικεί για την οποία απαιτείται κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ ανεπίληπτη νομή επί τριάντα χρόνια και υπό τον ΑΚ συνεχής νομή επί είκοσι χρόνια με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 2-12-1968 οπότε άρχισε να ισχύει το Ν.Δ/γμα 31/1968. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένας αγροβοσκότοπος, βουνώδης, θαμνώδης, άγονος και χέρσος, που βρίσκεται στη θέση "ΔΥΡΑΧΑ" της Κτηματικής Περιφέρειας της Κοινότητας Κυνιδάρου Νάξου, συνολικής εκτάσεως, κατ` ορθότερη καταμέτρηση, 35.277 τ.μ. Το ακίνητο αυτό αρχικά ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον Π. Τ., ο οποίος πέθανε το έτος 1915, και ακολούθως τούτο περιήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά στις θυγατέρες του Κ. συζ. Χ. και Α. Ι. Τ., οι οποίες από τότε το νεμήθηκαν διανοία κυρίου και καλή πίστη ασκώντας επ` αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, συνεχώς μέχρι το έτος 1935, οπότε δυνάμει του υπ` αριθμ. .../1935 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Τραγαίας ... ... , που νόμιμα μεταγράφηκε το επώλησαν στον Γ. Κ., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων- εφεσιβλήτων, στον οποίο παρέδωσαν την νομή και κατοχή του επιδίκου. Αυτός έκτοτε το νεμήθηκε διανοία κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1960 που απεβίωσε, ασκώντας επ` αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, και ειδικότερα το επέβλεπε για τυχόν καταπάτηση του από τρίτους, έβοσκε σ` αυτό τα ζώα του, και ενίοτε το εκμίσθωνε σε τρίτους για την βόσκηση των ζώων του. Έκτοτε, δηλαδή μετά το θάνατο του Γ. Κ. το επίδικο περιήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά στον γιό του Ε. Κ., ο οποίος την αποδέχτηκε με την υπ` αριθμ. .../1964 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Τραγαίας Νάξου ............. που νόμιμα μεταγράφηκε και άσκησε επ` αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου, συνεχώς μέσρι το έτος 1981, οπότε δυνάμει του υπ` αριθμ. .../30-07-1981 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ............. που νόμιμα μεταγράφηκε, εδώρησε δια δωρεάς εν ζωή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στον πρώτο ενάγοντα-εφεσίβλητο Γ. Κ., και με το υπ` αριθμ. .../30-07- 1981 του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, εδώρησε επίσης δια δωρεάς εν ζωή το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στην Κ. Κ. η οποία το εν λόγω μερίδιο της επί του επιδίκου, το επώλησε στον δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο Ε. Κ. δυνάμει του υπ` αριθμ. .../11- 11-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νάξου ............... που νόμιμα μεταγράφηκε, όπου οι παραπάνω συγκύριοι του επιδίκου (Γ. Κ., Κ. Κ. συζ. Ε. Κ. και Ε. Κ.) από τότε που κάθε ένας από αυτούς απέκτησε το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του επί του επιδίκου, το ενέμοντο διάνοια κυρίου και ασκούσαν διακατοχικές πράξεις επ` αυτού, και ειδικότερα το επέβλεπαν για τυχόν καταπάτηση του από τρίτους.......Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι κατά το έτος 1966, η Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου διεκδικώντας την κυριότητα του επιδίκου άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου κατά του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγόντων- εφεσιβλήτων Ε. Κ., την από 4-3-1966 αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή της στηριζόμενη σε έκτακτη χρησικτησία, η οποία όμως κατά παραδοχήν σχετικής ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη με την υπ` αριθμ. 71/1976 οριστική απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, κρίθηκε ότι διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου επί του τότε διεκδικουμένου ακινήτου, το οποίο ταυτίζεται πλήρως με το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται στην παραπάνω κρινόμενη αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων και θα γίνει λόγος παρακάτω, ασκούσαν "συνεχώς από του έτους 1915 αι Κ. συζ. Α. Χ. και Α. χήρα Ι. Τ., κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του κατά το έτος τούτο αποβιώσαντος πατρός των Π. Τ., μέχρι του έτους 1935, από του έτους δε τούτου ο Γ. Κ., ως αγοραστής παρά των ανωτέρω, δυνάμει του υπ` αριθμ. .../1935 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Τραγαίας Νάξου ............... , μέχρι του έτους 1960, από δε του έτους τούτου, ο εναγόμενος (Ε. Κ. δικαιοπάροχος των εναγόντων-εφεσιβλήτων) μέχρι της εγέρσεως της αγωγής, ο εναγόμενος και ο πατήρ του, διαδοχικώς ασκούντες την νομή δια βοσκήσεως εν τω επιδίκω ζώων των, επιτρέψεως βοσκήσεως ζώων άλλων και εκ μισθώσεως προς τοιαύτην βόσκησιν, και προς όρυξιν εκ του τμήματος αυτού υλικού". Και περαιτέρω με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η τότε ενάγουσα Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου, δεν είχε ασκήσει καμμία διακατοχική πράξη κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα επί του διεκδικουμένου τότε ακινήτου και ότι επομένως αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα του. Περί του ότι το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται στην από 1-7-2003 κρινόμενη αγωγή των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ταυτίζεται πλήρως με το ακίνητο που διεκδίκησε με την παραπάνω αγωγή της κατά το έτος 1966 η Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου, και επ` αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (71/1976) επιβεβαιώνεται και από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα τοπογράφο- μηχανικό Α. Θ., ο οποίος στην από Δεκεμβρίου 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: "Το ακίνητο της αγωγής (εναγόντων-εφεσιβλήτων) εκτάσεως 35.277 τ.μ., με στοιχεία Α1, Α2, A3, .....Α71, Α1 είναι αυτό που αναφέρεται στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας (.../30-10-1935) των εναγόντων της πρώτης αγωγής με διαχρονικά εμβαδά, αρχικά άγνωστο, στη συνέχεια 40 στρέμματα, 30 στρέμματα, και τέλος 20 στρέμματα, όπως αυτό περιγράφεται στην απόφαση 71/11-6-1976 του Εφετείου Αιγαίου".
Εν προκειμένω ο ενάγων-εκκαλών Δήμος Νάξου ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το ανωτέρω ακίνητο το οποίον περιγράφεται στην επικαλούμενη από τους ενάγοντες υπ` αριθμ. 71/1976 οριστική απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αλλά ότι τούτο (επίδικο ακίνητο) ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στην υπ` αριθμ. 24/1968 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-3-1966 αγωγής της δικαιοπαρόχου του Κοινότητας Κυνιδάρου Νάξου, κατά του Δ. Τ. κ.λ.π, με την οποίαν η ως άνω δικαιοπάροχος του αναγνωρίστηκε κυρία βραχώδους εκτάσεως δέκα στρεμμάτων που βρίσκεται στην περιοχή "Δύρραχα" της ως άνω Κτηματικής Περιφέρειας. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Αντιθέτως διαψεύδεται από το περιεχόμενο της ίδιας ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, στην οποία ο εν λόγω πραγματογνώμονας βεβαιώνει ότι "το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβάνεται στην έκταση των δέκα στρεμμάτων που περιγράφεται στην υπ` αριθμ. 24/1968 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, και στην υπ` αριθμ. 549/1968 του Αρείου Πάγου και ότι το περιγραφόμενο στην εν λόγω απόφαση ακίνητο (24/1968) βρίσκεται σε άλλη θέση, από αυτή που βρίσκεται το επίδικο". Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθησαν, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά καθένας, τόσον με παράγωγο τρόπο (μεταγραφή των ως άνω νομίμων τίτλων τους), όσον και με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με τακτική χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν τα ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδια τους επί του επιδίκου, διανοία κυρίου και με καλή πίστη, σε συνάφεια με τους ως άνω τίτλους τους πάνω από δέκα χρόνια, συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, αλλά και με την έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν τούτο διανοία κυρίου πάνω από είκοσι χρόνια, συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων τους. Συνακόλουθα δε ο ισχυρισμός του ενάγοντος-εκκαλούντος Δήμου Νάξου ότι το επίδικο ακίνητο το νεμόταν διάνοια κυρίου, η δικαιοπάροχος του Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου από το έτος 1834 συνεχώς μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής του είναι απορριπτέος ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε το επίδικο εμπίπτει στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους τίτλους ιδιοκτησίας και των δικαιοπαρόχων τους το οποίον αυτοί νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως από του έτους 1935 έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους (2003), χωρίς ποτέ η Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου δικαιοπάροχος του ενάγοντος Δήμου Νάξου, να ασκήσει οιανδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, που στηριζόταν τόσον στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτού από τους τελευταίους, όσον και στον πρωτότυπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα, που αμφισβήτησε ο εναγόμενος- αναιρεσείων Δήμος, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρευόταν και αρνητική κυριότητας του επιδίκου με την επίκληση της διατάραξης της νομής των αναιρεσιβλήτων σ` αυτό από τον ίδιο, απέρριψε κατ` ουσίαν τη συνεκδικασθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος, αναγνωριστική κυριότητας και ακολούθως απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση αυτού (αναιρεσείοντος), επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Επομένως το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας αγωγής, κατά την ερειδομένη επί της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας βάσεως της αγωγής, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι νεμήθηκαν μετά των δικαιοπαρόχων τους το επίδικο με διανοία κυρίου και καλή πίστη από έτος 1935 τουλάχιστον και σε κάθε περίπτωση από της εισαγωγής του Α.Κ. και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Β.Ρ.Δ και Α.Κ, και επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονοται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων που εφάρμοσε, σχετικά με το ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ. νεμήθηκε το επίδικο από της μεταβιβάσεως του σ` αυτόν με βάση το .../1935 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρυγαίας .......... .......... , που μεταγράφηκε νόμιμα, με καλή πίστη, η ύπαρξη της οποίας ήταν αναγκαία μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ και με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατο του, που συνέβη το 1960, διενεργώντας επί του επιδίκου τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πράξεις νομής, τις οποίες συνέχισαν τόσο ο εξ`αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ε. Κ., όσο και οι λοιποί ενάγοντες μέχρι την άσκηση της αγωγής, καθ` όσον ο πρώτος τούτων νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από το 1981 με τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις μέχρι το 2003, που ασκήθηκε η αγωγή, ο δε δεύτερος νεμήθηκε τούτο κατά το ίδιο ποσοστό από το 2002, με τις ίδιες διακατοχικές πράξεις και με την προσμέτρηση δε στη δική του νομή της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, που άρχισε το 1935, και επομένως συμπληρώθηκε η εικοσαετής νομή μέχρι την άσκηση της αγωγής σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε ποτέ στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, Κοινότητας Κυνιδάρου ή στην κυριότητα του ίδιου του αναιρεσίβλητου Δήμου, ώστε να εξαιρείται της χρησικτησίας από το 1968 και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο (πρώτο) της αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των ν. 20 πανδ. (29.2) και 7 εισηγ. (2.19), ν. 6 πανδ. (36.1), ν. 21, 88 πανδ. (29.2) ν. 5 Εισ. (19.2 ), ν.1, ν.10, Π. 29.2, Βασ. 10. (35.14), σχετικά με την υπεισέλευση ή μη των κληρονόμων του Π. Τ. στην κληρονομία αυτού κατά το έτος 1915, ήτοι των απωτέρων των δικαιοπαρόχων του Γ. Κ., και συνεπώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων οι προϋποθέσεις εκείνες που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας αυτών επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προτείνονται αλυσιτελώς, καθ` όσον οι παραδοχές της αναιραισιβαλλομένης σχετικά με το ότι οι αναιρεσίβλητοι νεμήθηκαν μετά των δικαιοπαρόχων τους το επίδικο ακίνητο από του έτους 1935 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, και σε κάθε περίπτωση από της εισαγωγής του Α.Κ. το έτος 1946 με διάνοια κυρίου και μέχρι της αγωγής επί συνεχή τριακονταετία και πλέον στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδικνύεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επιφάνειας του επιδίκου ακινήτου είναι περαιτέρω απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθ` όσον οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος για το ίδιο ζήτημα και στα αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εφ` όσον το πόρισμα, που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι το επίδικο ακίνητο έχει επιφάνεια 35.277 τ.μ. διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση.
Επειδή στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι απέκτησαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, την κυριότητα με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία. Με τον πρώτο επίσης λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσίβλήτων Π. Τ., ως και οι κληρονόμοι του, είχαν αποκτήσει παραγώγως την κυριότητα των επιδίκων, χωρίς να γίνεται αναφορά σε πράξεις αναμίξεως των κληρονόμων Π. Τ. στην κληρονομιά αυτού ή στο εάν οι κληρονόμοι αυτού είχαν ενηλικιωθεί κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς Ο λόγος όμως αυτός της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ` εκτίμηση, η από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ` όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο, πλην όμως δεν τελεσφόρησε η επάλληλη αιτιολογία της κτήσεως της κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως. Περαιτέρω οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ` αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ` αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το οποίο δέχθηκε κατ` ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο από τον ίδιο καθώς και της ταυτότητας αυτού 1) την 7172/1974 συμβολαιογραφική σύμβαση μισθώσεως λατομείου 2) την 258/1980 αίτηση της κοινότητας Κυνιδάρου προς τη Νομαρχία Κυκλάδων με την οποία ζητάει πληροφορίες για την εκμίσθωση του επιδίκου 2 β) την 8693/1980 απάντηση της Νομαρχίας Κυκλάδων 2 γ) το 101) (890) 18-10-1989 έγγραφο του Επαρχείου Νάξου της Νομαρχίας Κυκλάδων 2 δ) το 5196/1999 έγγραφο της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου που αφορούν το επίδικο 3) τις αποφάσεις των Κοινοτικών Συμβουλίων της τέως Κοινότητας Κυνιδάρου και του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νάξου από τις οποίες προκύπτουν εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο από τους εκπροσώπους της Κοινότητας Κυνιδάρου 4) την 23/1998 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κυνιδάρου επί αιτήσεως της Εταιρείας ".........." με την οποία εγκρίθηκε η παραχώρηση στην τελευταία τμήματος του επιδίκου 5) το ΕΜΝΕ/ΦΕΜ2045621/99 έγγραφο της Επιθεώρησης Μεταλλείων Ν. Ελλάδος, που καθόρισε τους όρους για την έρευνα μαρμάρου στο επίδικο 6) 959/1998 έγγραφο της Κοινότητας Κυνιδάρου, με το οποίο άρχισε η διαδικασία αδειοδότησης λατομείου στο επίδικο με άδεια εκμετάλλευσης στον όνομα της 7) το 166/1998 έγγραφο του τμήματος Ορυκτού Πλούτου και Βιομηχανίας της Ν.Α. Κυκλάδων 8) το 5523/ΠΕ/10-02-1999 έγγραφο της ΚΑ` Εφορείας Αρχαιοτήτων και το 675/99 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Κυκλάδων 9) την από 16-06-2003 τεχνική έκθεση των μηχανικών Α. Τ. και Δ. Γ. και τα συνοδεύονται αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα, που απεικονίζουν την κοινοτική-δημοτική έκταση τη μισθωθείσα και την ευρύτερη περιοχή 10) την 24/1968 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που επικυρώθηκε με την 549/1968 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναγνωρίσθηκε η Κοινότητα Κυνιδάρου, αποκλειστική κυρία του ακινήτου, που απεικονίζεται στα παραπάνω τοπογραφικά διαγράμματα και μισθώθηκε στην εταιρεία "...... .." και 11) τις 19291, 19292, 19293/2003 ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου ....... που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων που αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις του αναιρεσείοντος, (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλών, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα, προς απόδειξη της αγωγής του. Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο παρά τη μη ειδική αναφορά των εγγράφων αυτών, πλην της 24/1968 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, η οποία ρητώς αναφέρεται στις αιτιολογίες της, ότι συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις. Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ` αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο. Ως έγγραφο θεωρείται και η δικαστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά άλλους διαδίκους από αυτούς που μετέχουν στη δίκη για την οποία προσκομίζεται η απόφαση ως αποδεικτικό μέσον ή που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλη δίκη. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης κλπ. στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ` αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων και τούτο διότι αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτη. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της 549/1968 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση κατά της 24/1968 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που αναγνώρισε τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Κοινότητα Κυνιδάρου Νάξου, κυρία ακινήτου δέκα στρεμμάτων, κατέληξε στην παραδοχή ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται σ` αυτήν την έκταση των δέκα στρεμμάτων και απέρριψε την αγωγή του. Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην έκταση των δέκα στρεμμάτων, της οποίας αναγνωρίσθηκε κυρία η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθεντων μαρτύρων, στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σε όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η παραπάνω απόφαση, χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμα του σ` αυτήν.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ως ηττηθείς διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά το άρθρο 281 του Ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2012 αίτηση του Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων περί αναιρέσεως της 6/2012 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου