
26/2015 ΑΠ ( 642117)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Εκδηλώσεις διάνοιας
κυρίου. Πράξεις νομής επί του ακινήτου. Τέτοιες είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η
καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς..
αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η
καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο
ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ αν
πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή
των οικείων φόρων. Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις
διάφορες δημόσιες υπηρεσίες δεν αποτελεί πράξη νομής, καθώς περιορίζεται σε εντολή προς τον
συντάκτη για επίσκεψη και περιγραφή του ακινήτου, εκτός και αν η πράξη αυτή συνδυάζεται και
με άλλες πράξεις, οπότε και προσμετράται στις πράξεις νομής. Ένδικα μέσα. Αναίρεση. Σφάλμα του
Εφετείου που διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές
αιτιολογίες ως προς τον χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας των αναιρεσίβλητων, καθώς και ως
προς την διενέργεια από την αναιρεσείουσα πράξεων νομής επί του επιδίκου πέραν της συντάξεως
τοπογραφικών διαγραμμάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και αμφιβολία για το αν
συνέτρεχαν στο πρόσωπο των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους οι προϋποθέσεις εφαρμογής
των περί χρησικτησίας διατάξεων και να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της
ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 153/2013 απόφαση του
Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Παραπέμπει.
Αριθμός 26/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .....
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Κ. του Π., 2)Ε. συζ. Β. Κ., το γένος Μ. Κ., κατοίκων ..., 3)Μ. συζ. Ρ. Α., το γένος Μ. Κ., κατοίκων ..., 4)Θ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., και 5)Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., των 4ης και 5ης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ............... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23/3/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/10/2013 αίτησή της και τους από 4/2/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 30/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini). Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κυρίως αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. `Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής, ως περιοριζομένη σε εντολή προς τον συντάκτη για επίσκεψη και περιγραφή του ακινήτου, αν όμως η πράξη αυτή συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής. Εξάλλου ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής από τις οποίες, αν αποδεχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τις ένδικες αντίθετες συνεκδικασθείσες διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας του ίδιου ακινήτου των δεύτερων κατά της πρώτης και δη με αγοραπωλησία και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας της πρώτης και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας της δεύτερης. "Οι τρείς πρώτοι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητοι και η Μ. Μ. που αποβίωσε στις 3.10.2006 και κληρονομήθηκε από την τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων, κατέστησαν συγκύριοι κατά τα επακριβώς προσδιοριζόμενα ποσοστά και δυνάμει των αναφερομένων νόμιμα μεταγραμμένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων δύο ακινήτων στη θέση "Βιτσιλοχάρακα" ή "Δύο αρόλιθους", επιφανείας 3413,21 και 611,87 τμ, που συνενωθέντα αποτέλεσαν ένα ενιαίο ακίνητο επιφανείας 4025,18 τμ, επί του οποίου μετά από έκδοση οικοδομικής αδείας και άδειας ανεγέρσεως οικοδομής, προέβησαν στην σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και στην ανέγερση ανεξάρτητων, για τον καθένα τους ιδιοκτησιών. Η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα απέκτησε τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου επιφανείας 4027,15 τμ στην ίδια περιοχή, με το επικαλούμενο νόμιμα μεταγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαια, ενώ το υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και δη κατά 51% και 24%, αντίστοιχα, απέκτησαν από την ίδια αιτία η Κ. συζ. Ρ. Λ. και η Α. χα Π. Κ.. Τμήμα του ακινήτου αυτού της ενάγουσας κείμενο, στη νοτιοανατολική πλευρά του, επιφανείας 567,35 τμ. είναι το επίδικο, το οποίο απεικονίζεται στο από Απριλίου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Α. Χ., με στοιχεία Α-Β-Γ-Χ-Φ-Α, το οποίο συνοδεύει την από 10.6.1995 έκθεση πραγ/νης που διατάχθηκε με την υπ` αριθμ. 271/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Για το ίδιο αυτό ακίνητο έχει εκδοθεί επί προγενέστερα ασκηθείσας αγωγής των εναγόντων της δεύτερης αγωγής κατά της εναγομένης και των συνιδιοκτητριών της, η υπ` αριθμ. 128/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έκρινε με ισχύ δεδικασμένου ότι οι ενάγοντες, ως μη αποκτήσαντες παρά κυρίου δεν έχουν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως, αλλά προσέτι ούτε και πρωτοτύπως.
Ειδικότερα έγινε δεκτό αυτολεξεί: Εν προκειμένω, της ανωτέρω υπό κρίση με στοιχείο (Β`) αγωγής των εναγόντων, είχε προηγηθεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, η άσκηση άλλης και δη της από 29-7-1995 (αριθ. εκθ. καταθ. 110/23/11-8-1995) αγωγής τους - εννοεί 1991-, για το ίδιο επίδικο τμήμα, εναντίον της ενάγουσας στην υπό στοιχείο Α` αγωγή και των λοιπών συνιδιοκτητών, αρνητικής αγωγής, η οποία περιλάμβανε και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, η οποία εκδικάσθηκε κατ`αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε επ` αυτής κατ` αρχή, η υπ` αριθμ. 271/1992 μη οριστική απόφαση, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος. Μετά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης και του τοπογραφικού διαγράμματος, ορίσθηκε μετ` απόδειξη συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε και εκδόθηκε επ` αυτής αντιμωλία των διαδίκων, η υπ` αριθμ.128/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των εναγόντων για ουσιαστικούς λόγους. Το επίδικο ακίνητο της αγωγής εκείνης ταυτίζεται, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, με το υπό κρίση επίδικο εδαφικό τμήμα ακινήτου. Ειδικότερα στη απόφαση αυτή αναφέρεται, " ...Με τα υπ` αριθμ..../1980 και .../1982 συμβόλαια της συμβ/φου Αγίου Νικολάου ................................ , τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου, οι ενάγοντες αγόρασαν με το πρώτο συμβόλαιο από την Μ. Μ. -Π. και με το δεύτερο από την Ε. Κ., ένα ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση " Βιτσιλοχάρακα" της περιφέρειας της Κοινότητας Κριτσάς Λασιθίου, εκτάσεως 611,97 τ.μ. και συγκεκριμένα με το αρχικό συμβόλαιο οι τρεις πρώτοι απ` αυτούς αγόρασαν και κατ` ισομοιρία τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου και με το δεύτερο συμβόλαιο η τέταρτη ενάγουσα αγόρασε το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτού. Στη συνέχεια οι ενάγοντες, συνενώνοντας το παραπάνω ακίνητο με όμορο ακίνητο τους 3.413,21 στρεμμάτων, που οι τρεις πρώτοι εξ αυτών είχαν στην κυριότητα τους, προέβησαν σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με το υπ` αριθμ. .../83 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και σε ανοικοδόμηση οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ εξάλλου ασκούσαν πράξεις νομής στο` επίδικο συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο απ` αυτό. Από το χρόνο όμως που οι ενάγοντες απέκτησαν το παραπάνω ακίνητο και μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος (10ετία) που απαιτείται για την απόκτηση ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της νομής σ1 αυτό από τους ενάγοντες με καλή πίστη. Συνακόλουθα πρέπει να εξεταστεί η ύπαρξη ή όχι κυριότητας στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων. Επί του θέματος όμως αυτού τίποτα δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, ο ίδιος δε ο μάρτυρας αποδείξεως σύζυγος της τρίτης ενάγουσας, κατέθεσε ότι οι ενάγοντες συνέλλεγαν τους καρπούς από το επίδικο από της αγοράς του και μετά, ενώ για τον προγενέστερο χρόνο δεν γνώριζε σχετικά.
Συνεπώς, δεν αποδείχτηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Μ. Μ.- Π. και Ε. Κ. ήταν συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου, είτε με τα προσόντα της τακτικής, είτε της έκτακτης χρησικτησίας , αφού δεν αποδείχθηκε παρ` αυτών οποιασδήποτε πράξεως νομής σ` αυτό. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν αποδείχτηκε η συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο, αφού δεν αποδείχτηκε η κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Βάσει των προρρηθέντων και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην αμέσως ανωτέρω παρατεθείσα νομική σκέψη, από την επισκόπηση της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε προκειμένου να αιτιολογήσει την κατ` ουσίαν απόρριψη της βάσεως τούτης της αγωγής (τακτική χρησικτησία) στη μη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου, αλλά ρητά αναφέρεται σε αυτήν ότι κρίθηκε ως μη αποδειχθείσα και η συνδρομή της προϋποθέσεως της υπάρξεως καλόπιστης νομής εκ μέρους των εναγόντων σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Η αυτολεξεί διατύπωση στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, στο κρίσιμο αυτό σημείο ειδικότερα, έχει ως εξής: ".... οι ενάγοντες, συνενώνοντας το παραπάνω ακίνητο με όμορο ακίνητο 3.413,21 στρεμμάτων που οι τρεις πρώτοι εξ αυτών είχαν στην κυριότητα τους, προέβησαν σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με το υπ` αριθμ. .../83 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και σε ανοικοδόμηση οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ εξάλλου ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο απ` αυτό. Από το χρόνο όμως που οι ενάγοντες απέκτησαν το παραπάνω ακίνητο και μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος (10ετία) που απαιτείται για την απόκτηση ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της νομής σ` αυτό από τους ενάγοντες με καλή πίστη ......". Δηλαδή η υπό κρίση αγωγή ταυτίζεται εν μέρει ως προς την ιστορική της αιτία με την ανωτέρω αναφερθείσα από 29-7-1995 και με αρ. εκθ. κατ. 110/23/11-8-1995 - εννοεί 1991 - προηγούμενη αγωγή των εναγόντων, η οποία έχει κριθεί τελεσιδίκως με την υπ` αρ. 128/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Ειδικότερα η υπό κρίση αγωγή καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης για το ουσιαστικό αυτό ζήτημα, της μη συνδρομής δηλαδή των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας μέχρι και το χρόνο συζήτησης της πρώτης αγωγής (5- 2-1992), για το οποίο έχει γίνει πλέον τελεσιδίκως δεκτό, ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της νομής σ` αυτό από τους ενάγοντες με καλή πίστη, δηλαδή ότι νεμόταν τούτο οι ενάγοντες με διάνοια κυρίου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, μη δυναμένου του Δικαστηρίου να επανακρίνει το ζήτημα τούτο, για το οποίο μεταξύ των ίδιων διαδίκων και των δεσμευομένων από το δεδικασμένο διαδόχων τους, έχει εκφέρει με αμετάκλητη πλέον δικαστική απόφαση την ουσιαστική του κρίση του. Επομένως το Δικαστήριο δεν κωλύεται από την ισχύ του δεδικασμένου, να διερευνήσει την αγωγή, μόνο κατά το μέρος αυτής που εκφεύγει των αντικειμενικών του ορίων, ήτοι κατά το μέρος που βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από αυτά που στήριξαν την προηγηθείσα αγωγή, δηλαδή εν προκειμένω, κατά το μέρος που αναφέρεται σε κτήση της κυριότητας δια της ασκήσεως στο ακίνητο πράξεων νομής που αφορούν το διάστημα μετά τη συζήτηση της προηγούμενης αγωγής. Έτσι δεν μπορεί να εκληφθεί ως εναρκτήριο χρονικό σημείο της καλόπιστης νομής των εναγόντων η μεταγραφή των ως άνω συμβολαίων, αφού έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής κρίθηκε δεσμευτικά ότι δεν υπήρξε καλόπιστη νομή των εναγόντων, αλλά μόνον από το χρονικό σημείο μετά την 5-2-1992, από το οποίο μέχρι την άσκηση της αγωγής ναι μεν έχει μεσολαβήσει διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, πλην όμως, ως προς την βάση της τακτικής χρησικτησίας, αφού κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν πράξεις νομής με καλή πίστη σε συνδυασμό με τον τίτλο που επικαλούνται (συμβόλαια έτους 1980 και 1982), αλλά στην καλύτερη για αυτούς περίπτωση θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι αυτοί απέκτησαν νομή με καλή πίστη μεταγενέστερα, ήτοι μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αφού από το χρονικό αυτό σημείο και επέκεινα δεν έχει κριθεί η υπόθεση με την πρώτη απόφαση, η νομή αυτή που μπορεί, κατά τα προαναφερόμενα να ξεκινά από την 2-5-1992, αποσυνδέεται πλήρως χρονικά από την ύπαρξη των νόμιμων τίτλων τους και δεν μπορεί σύμφωνα με το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 1041 ΑΚ να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με τις προϋποθέσεις αυτού του άρθρου.
Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το χρονικό όμως διάστημα, από το έτος 1980 και 1982 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (2006) διέδραμε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και γι` αυτό η ένδικη αγωγή των εναγόντων ασκείται παραδεκτά, όσον αφορά την βάση της έκτακτης χρησικτησίας, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του. Δηλαδή, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο (συλλογή ελαιοκάρπου) από της αγοράς του, απέρριψε όμως την αγωγή σιγή και κατά τη βάση αυτή, δεχόμενο ότι από το χρόνο κτήσης της νομής (1983) μέχρι την πρώτη συζήτηση δεν είχε συμπληρωθεί η εικοσαετία, μη προσμετρούμενης της νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο ως μη αποδειχθείσα.
Επομένως το παραχθέν από την ως άνω απόφαση δεδικασμένο δεν εμποδίζει την συμπλήρωση του αναγκαίου αυτής χρόνου μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αφού συμπληρωμένης της εικοσαετίας από το χρονικό σημείο που το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει την ύπαρξη πράξεων νομής, λόγω μη παρακωλύσεως αυτού να κρίνει για το χρονικό αυτό διάστημα, από το παραχθέν εκ της πρώτης αποφάσεως δεδικασμένο. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα, πρέπει να εξεταστεί ως κρίσιμο γεγονός στην προκείμενη υπόθεση, ποιος χρησιδέσποζε στην επίδικη εδαφική λωρίδα έκτασης 567,35 τ.μ., από το έτος 1980 και μέχρι την άσκηση των υπό κρίση αγωγών, καθόσον η λωρίδα αυτή περιλαμβάνεται τόσο στους τίτλους της ενάγουσας-εφεσίβλητης, όσο και στους τίτλους των εναγομένων -εκκαλούντων, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο πραγματογνώμονας Αρχιτέκτονας-Πολεοδόμος Α. Χ., που διορίστηκε με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην από 10-6-1995 έκθεση του, εκθέτοντας περαιτέρω στην έκθεση του ότι , χωρίς το επίδικο τμήμα, τόσο το ακίνητο της ενάγουσας-εφεσίβλητης, όσο και το ακίνητο των εναγόμενων-εκκαλούντων χάνουν την αρτιότητά τους και συνεπώς ανακαλείται η οικοδομική άδεια που έχει εκδοθεί για το ακίνητο στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το επίδικο.
VI. Προσέτι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μία εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος, απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η νομή δε αποκτάται πρωτοτύπως, είτε με μονομερή πράξη (κατάληψη-occupatio), είτε σύμφωνα με το νόμο (απευθείας βάσει συγκεκριμένου κανόνα) και παραγώγως είτε με μονομερή δικαιοπραξία (διαθήκη) είτε με σύμβαση. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των δύο προαναφερόμενων στοιχείων (βουλητικού animus domini-σωματικού corpus) είναι δημιουργική του προστατευομένου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή απεριόριστη εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Εκδηλώνεται δε (η διάνοια κυρίου) με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς ν` απαιτείται και πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini). To δεύτερο των ως άνω στοιχείων (corpus) εκδηλώνεται με την άσκηση υλικών και εμφανών πράξεων πάνω σ` αυτό (πράγμα), που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και δηλωτικού εξουσιάσεώς του. (ΑΠ 1247/2004 και ΑΠ 262/2007 στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1548/2001 ΕλΔνη 44 σελ. 1650, ΑΠ 242/2000 ΕλΔνη 416 σελ. 1039). Τέτοιες υλικές και εμφανείς πράξεις είναι μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση ακινήτου, η καταμέτρησή του, η κατασκευή κτισμάτων πάνω σ` αυτό, η περίφραξη και η καλλιέργεια του αγρού (ΑΠ 1815/2006 Αρχ Νομ 2007 σε. 706) (ΑΠ 282/1993 ΕλΔνη 35 σελ. 1270, ΑΠ 1151/1986 ΕΕΝ 1987 σελ. 413) και ειδικότερα όταν πρόκειται για ακίνητο που δεν είναι επιδεκτικό καλλιέργειας, πράξεις νομής αποτελούν η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψη του ακινήτου αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, εμφανείς στους κατοίκους της περιοχής.
VII. Στην υπό κρίση υπόθεση, συνακόλουθα και σε συνέχεια των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποδείχτηκε περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ότι, των ανωτέρω υπό κρίση δύο με στοιχεία (Α`) και (Β`) αγωγών των διαδίκων και της άσκησης της από 29-7-1995 (αριθ. εκθ. καταθ. 110/23/11-8-1995) εννοεί 91 αγωγής των εναγόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, είχε προηγηθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και η άσκηση της από 28-2-1990 (αριθ. εκθ. καταθ. 22/1990) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας-εφεσίβλητης, με την οποία ζητούσε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας του επιδίκου κατά το ποσοστό της του 1/4 εξ αδιαιρέτου και να διαταχθεί η αποβολή των τότε καθών και ήδη εναγόντων - εκκαλούντων και να διαταχθεί η απόδοση της νομής του επιδίκου τμήματος σ` αυτήν και τους λοιπούς μη διάδικους συννομείς του, επαναφέροντας τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή να αφαιρέσουν την περίφραξη που είχαν τοποθετήσει στο επίδικο τμήμα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, οι καθών η αίτηση (ήδη ενάγοντες-εκκαλούντες) με προφορική τους δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου, άσκησαν ανταίτηση, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί είναι συννομείς του επίδικου τμήματος, την οποία (συννομή) διατάραξε η αιτούσα, με την τοποθέτηση κατά τον μήνα Νοέμβριο 1989 προϊόντων εκσκαφής (μπάζα), ζητώντας και αυτοί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αναγνωριστούν προσωρινά συννομείς αυτού και υποχρεωθεί η καθής η ανταίτηση να αφαιρέσει τα μπάζα. Η αίτηση αυτή με την ανταίτηση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ`αριθμ. 61/1990 απόφαση του Ειρηνοδίκη Αγίου Νικολάου, την 19 Ιουνίου του 1990, με την οποία απορρίφθηκαν αυτές (αίτηση και ανταίτηση), ως αόριστες. Έκτοτε όμως, η διαμορφωθείσα κατάσταση παρέμεινε όπως ήταν, μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση με στοιχ.(Β`) αγωγής των εκκαλούντων το έτος 2006, δηλαδή το επίδικο παρέμεινε και παραμένει περιφραγμένο από τους ενάγοντες και η νομή επ` αυτού ασκείται από τους τελευταίους, οι οποίοι από το έτος 1984 διαμένουν μόνιμα στην οικοδομή, που κατασκεύασαν με την έκδοση της υπ` αριθμ. 60/1982 οικοδομικής τους άδειας.
Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1989 και έπειτα, οι ενάγοντες-εκκαλούντες ενέμοντο αναντίρρητα το μείζον ακίνητο τους μαζί και το επίδικο τμήμα του, το οποίο και είχαν περιφράξει, νομή την οποία και διατηρήσαν έκτοτε συνεχώς και αδιαμαρτύρητα μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση με στοιχείο (Β`) αγωγής τους (2006). Για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, πριν από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1989 και μέχρι το έτος 1980, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Το επίδικο τμήμα των 567,35 τ.μ., το οποίο όπως προαναφέρθηκε συμπεριλαμβάνεται τόσο στους τίτλους της ενάγουσας -εφεσίβλητης, όσο και στους τίτλους των εναγόντων -εκκαλούντων, πωλήθηκε δύο φορές από την Π. Δ. Π., απασχολούμενη τότε και με την μεσιτεία, ως εντολοδόχος των διαδίκων, ήτοι, πρώτα το πούλησε στους ενάγοντες -εκκαλούντες με τα προαναφερόμενα υπ` αριθμ..../1980 και .../1982 συμβόλαια της τέως συμβ/φου Αγίου Νικολάου ........................., ως εντολοδόχος της Μ. Μ. και κατόπιν το πούλησε και στην εφεσίβλητη-ενάγουσα Α. Α., το 1/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ` αριθμόν .../30- 12-1982 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών .................... , που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου στις 25-1-1983, ως εντολοδόχος της Ε. Π., για να πουληθεί στη συνέχεια κατά τα υπόλοιπα ποσοστά του και στις άλλες δύο συγκύριες αυτού. Μάλιστα το ποσοστό του 51% αδιαίρετα, απέκτησε η Κ. σύζυγος Ρ. Λ. με τα υπ` αριθμούς .../1984 και .../1985 συμβόλαια της τέως Συμβ/φου ....... και η Α. χήρα Π. Κ. απέκτησε το υπόλοιπο ποσοστό αυτού των 24% αδιαίρετα με τα υπ` αριθμούς ... και .../1983 συμβόλαια, της ίδιας συμβ/φου. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου, οι εκκαλούντες πρώτοι, από την ημέρα της αγοράς του δεύτερου ως άνω ακινήτου τους, το οποίο συνένωσαν με το πρώτο ως άνω ακίνητο τους (23-7-1982) και που η πωλήτρια Μ. Μ. τους παρέδωσε την νομή του και η ως άνω αντιπρόσωπος Π. Δ. Π. υπέδειξε στον μηχανικό τους Μ. Α. τα όρια του, άρχισαν έκτοτε να ασκούν όλες τις προσιδιάζουσες σε κύριο πράξεις νομής και κατοχής, όπως επίβλεψη και επιτήρηση αυτού, επισκεπτόμενοι έκτοτε τούτο, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, προβαίνοντας σε εμφανείς προς τρίτους πράξεις νομής, δηλωτικές της βουλήσεως τους να το έχουν ως συγκύριοι, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η συνεχής αυτών παρουσία και εποπτεία του επιδίκου ακινήτου, ο δε ως άνω μηχανικός τους, συνέταξε, τόσο το σχετικό σχεδιάγραμμα του πωλητηρίου συμβολαίου, όσο και αυτό το τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπου περιλαμβάνεται σ` αυτά και το επίδικο τμήμα. Παράλληλα δε οι ενάγοντες άρχισαν να το καλλιεργούν κλαδεύοντας τα εντός αυτού ελαιόδενδρα και αποκομίζοντας τον ελαιόκαρπο τους, συνεχώς, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί κάποιος μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του 1989 που η εφεσίβλητη άσκησε την προαναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον τους. Δηλαδή ασκούσαν εποπτεία επί του παραπάνω επιδίκου ακινήτου, ασκώντας επ` αυτού τις αρμόζουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πιο πάνω εμφανείς πράξεις νομής επί 20 και πλέον έτη, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1982 συνεχώς μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση από 23-03-2006 υπό στοιχείο (Β`) αγωγής τους. Επομένως, οι τελευταίοι έχουν γίνει συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (αρθρ. 1045,1051 ΑΚ).
VIII. Η ενάγουσα -εφεσίβλητη, προς απόκρουση της αγωγής των εναγόντων - εκκαλούντων και προς υπεράσπιση της δικής της υπό στοιχείο (Α`) αγωγής, ισχυρίζεται ότι, το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο της Ε. Π. από κληρονομιά της αποβιωσάσης το 1971 μητέρας της Σ. Κ., το οποίο κατέλειπε σ` αυτήν με μυστική διαθήκη, που συντάχθηκε στις 10-6-1964 από την διαθέτιδα και εγχειρίστηκε στον συμβ/φο Αγίου Νικολάου ......... .... ....... , ο οποίος συνέταξε την υπ`αρ. .../10-6-1964 πράξη του και η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε με το υπ` αρ. 43/1971 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου. Την κληρονομιά αυτή αποδέχτηκε η δικαιοπάροχος της με το υπ`αρ. .../1979 δηλωτικό αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αγίου Νικολάου ... , που έχει μεταγραφεί νόμιμα, προσμετρώντας έτσι στον χρόνο χρησικτησίας της τον χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της, γενόμενη έτσι αποκλειστική συγκυρία, τόσο με την τακτική όσο και με την έκτακτη χρησικτησία, αφού τόσον αυτή , όσον και οι λοιπές συγκύριες του ακινήτου, οι δικαιοπάροχοι τους, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τούτων, ασκούσαν όλες τις αρμόζουσες στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου αδιαφιλονίκητες πράξεις νομής και κατοχής, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, εμφανώς μεν και σύμφωνα με τους παραπάνω τίτλους από το έτος 1964 μέχρι σήμερα, αδιακόπως και αδιαταράκτως, αλλά και προ του έτους 1964, η δικαιοπάροχος της δικαιοπαρόχου της (απώτερα δικαιοπάροχος της), η οποία κατείχε και ενέμετο το ίδιο ακίνητο επί 25 τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου ανεπίληπτα και αδιατάρακτα, ώστε να έχουν καταστεί μετά των λοιπών συγκυρίων μη διαδίκων, αποκλειστικές συγκύριες, συννομείς και συνδιακάτοχοι του επιδίκου, αλλά και του ευρύτερης αυτού έκτασης ακινήτου τους, τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία, αφού διατηρούσε συνεχώς επαφή με αυτό, συντάσσοντας τοπογραφικά διαγράμματα, υπογράφοντας οι δικαιοπάροχοι τους πράξεις μυστικής διαθήκης και αποδοχής κληρονομιάς, προβαίνοντας στην συνέχεια σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και σε έκδοση οικοδομικής αδείας για την ανέγερση ανεξαρτήτων κτισμάτων μέσα σε αυτό. Τα επικαλούμενα όμως αυτά γεγονότα, δεν οδηγούν σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία, διότι δεν συνιστούν πράξεις νομής, καθόσον και αν υποτεθούν αληθινά, έγιναν εκ του μακρόθεν χωρίς άμεση επαφή και χωρίς να είναι εμφανείς στους τρίτους και στους ενάγοντες, αφού η ενάγουσα-εφεσίβλητη, δεν άσκησε στο επίδικο τμήμα συγκεκριμένες πράξεις νομής, υπό την έννοια που αναφέρεται στη σχετική νομική σκέψη (με στοιχ. VI.) της παρούσας, καθόσον οι επικαλούμενες απ` αυτήν πράξεις νομής, δεν μπορεί να θεωρηθούν εμφανείς πράξεις νομής, ικανές να προσπορίσουν στην ενάγουσα το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας, καθόσον όταν πρόκειται για ακίνητο επιδεκτικό καλλιέργειας, όπως το επίδικο εν προκειμένω εδαφικό τμήμα, πράξεις νομής αποτελούν η καλλιέργεια αυτού και η συλλογή των καρπών του, καθώς και η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψη του ακινήτου αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, που ήταν εμφανείς στους κατοίκους της περιοχής. Οι ανωτέρω όμως πράξεις τις οποίες ισχυρίζεται ότι ασκούσε επ` αυτού η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία είναι κάτοικος Αθηνών, αφενός μεν, δεν αποτελούν εμφανείς πράξεις νομής επ` αυτού, κατά την προαναφερόμενη έννοια και αφετέρου από μόνες τους οι πράξεις αυτές, εφόσον δεν συνδυάζονται και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξ αιτίας των ενεργειών αυτών, η εφεσίβλητη απέκτησε το επίδικο τμήμα ακινήτου. Η δε εντολή εκπόνησης τοπογραφικών διαγραμμάτων από την εναγόμενη και χωρίς μάλιστα και τη σύμπραξη των δύο άλλων συγκυρίων, τα οποία άλλωστε ως ιδιωτικά έγγραφα δεν παρέχουν βεβαιότητα ως προς την έκταση τους και το χρόνο σύνταξης τους και ως ανήκοντα κατά κυριότητα στον εντολέα, δεν αποτελούν από μόνα τους πράξεις νομής, αφού η τοπογράφηση θεωρείται ως μια απλή επίσκεψη στο όλο ακίνητο και δεν φανερώνει βούληση αυτής να έχει το συγκεκριμένο επίδικο εδαφικό τμήμα, σαν δικό της κατά το ποσοστό της, του 1/4 εξ αδιαιρέτου. Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, κατέθεσε με σαφήνεια και εξ ιδίας αντιλήψεως, ο με επιμέλεια των εναγόντων εξετασθείς, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρας Γ. Μ., ο οποίος ηλικίας τότε 71 χρόνων και ως σύζυγος της πωλήτριας του ακινήτου των εναγόντων, γνωρίζει το επίδικο εξ ιδίων αισθήσεων από πριν το έτος 1980, ο οποίος με γνώση, σαφήνεια και κατά κατηγορηματικό τρόπο, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι, "... στο επίδικο ακίνητο ο Κ. (εκκαλών), μάζευε τις ελιές, φύτευε πατάτες, είχε κότες σ`αυτό, το 1986 με 1985 το περιέφραξε και η περίφραξη παραμένει ακόμη, τα μπάζα τα έβαλε η Α. (ενάγουσα) και πήγε και τα έβγαλε αμέσως ο Κ.". Η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα στηρίζεται σ` όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, η οποία, χωρίς να αναιρείται από κατάθεση άλλου μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας -εφεσίβλητης και μάλιστα από την κατάθεση της Δ. Π., μεσίτριας, η οποία ελέγχεται ως ανακριβής, αφού αυτή ήταν που ως πληρεξούσια της πωλήτριας Μ. Μ. πούλησε το επίδικο και στα δύο διάδικα μέρη, υποδεικνύοντας η ίδια τα όρια αυτών. Αντίθετα ενισχύεται, τόσο από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α.Λ., ο οποίος μέτρησε το επίδικο και εξέδωσε την οικοδομική του άδεια, Μ.Κ. και Μ. Μ., οι οποίοι ως όμοροι κάτοικοι της περιοχής και πωλήτρια του επίδικου η τρίτη, καταθέτουν και αυτοί ότι το επίδικο ανήκει στους ενάγοντες -εκκαλούντες, το οποίο καλλιεργούσαν και ότι το σχεδιάγραμμα στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο καταρτίσθηκε με την ταυτόχρονη επιτόπια παρουσία και συνδρομή της Δ. Π., ως πληρεξούσια της πωλήτριας, η οποία επί τόπου υπεδείκνυε τα όρια του πωλουμένου, όσο και από τ` ακόλουθα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, (α) από την από 10-6-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και από Απρίλη 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Α. Χ., με στοιχεία Α-Β-Γ-Χ-Φ- Α, το οποίο συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχτηκε με την υπ`αριθμό 271/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, (β) τα από 27-6-1980 υπ` αριθμ. 10.830, .../1980 συμβόλαια αγοράς και .../83 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, αντίστοιχα, και από τα σχετικά τοπογραφικά σχεδιάγραμμα του Πολ.Μηχανικού Μ. Α., που τα συνοδεύουν και στα οποία το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εκκαλούντων, όπου τα όρια υπεδείχθησαν από την ως άνω Δ.Π. (γ) τις αποφάσεις υπ` αριθμούς, 61/1990 Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και 46/1998 και 128/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, καθώς και από τα σχετικά δικόγραφα αυτών, (δ) την με αριθμ.60/1982 οικοδομική άδεια των εκκαλούντων και τα σχετικά έγγραφα που τη συνοδεύουν, (ε) την 7325/1976 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της δικαιοπαρόχου πωλήτριας των εκκαλούντων Μ. Μ., (στ`) το με αριθμ..../1979 πληρεξούσιο της ως άνω πωλήτριας Μ. Μ. προς την προαναφερόμενη Δ.Π., και (ζ`) την υπ` αριθ. ΑΡ/ΗΜ/Φ485/50750/1- 9-2011 βεβαίωση της Δ.Ε.Η. Αγίου Νικολάου, από την οποία αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες - ενάγοντες από την 31-7-1984 ηλεκτροδότησαν την κατοικία τους, η οποία ευρίσκεται στο μείζον ακίνητο τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα και στη οποία έκτοτε διαμένουν μόνιμα μέχρι σήμερα.
IX. Με βάση τα όσα αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, με τον προαναφερθέντα πρωτότυπο τρόπο, αφού συνεχώς και αδιαλείπτως ασκούσαν επ` αυτού, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του, ως άνω εμφανείς στους κατοίκους της περιοχής, πράξεις νομής, ήτοι εξουσιάσεως και διακατοχής του, με διάνοια συγκυρίων, για χρονικό διάστημα πλέον της 20ετίας, ήτοι τουλάχιστο από του έτους 1982, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους (2006) και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά τους αδιαίρετα ο καθένας, με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045 και 1051 ΑΚ)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ` ουσίαν τους λόγους της εφέσεως και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε κρίνει αντιθέτως, συνεκδίκασε εκ νέου τις αγωγές και την μεν αγωγή της αναιρεσείουσας την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την δε αγωγή των αναιρεσιβλήτων την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε αυτούς ως συγκυρίους του επιδίκου κατά τα αιτηθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ` αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ως προς την διενέργεια από την αναιρεσείουσα πράξεων νομής επί του επιδίκου πέραν της συντάξεως τοπογραφικών διαγραμμάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και αμφιβολία για το αν συνέτρεχαν στο πρόσωπο των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων και να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα διαλαμβανόμενα σ` αυτήν, άλλοτε δέχεται ως χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων το 1980 και 1982 και άλλοτε το 1983 και το 1989, ενώ ως προς την αναιρεσείουσα αναφέρει ότι μόνο η σύνταξη από αυτήν τοπογραφικών διαγραμμάτων δεν συνιστά πράξη νομής, εφόσον δεν συνδυάζεται με άλλες πράξεις, μολονότι δέχεται ότι αυτή επικαλείται και άλλες πράξεις και δη σύνταξη μυστικής διαθήκης, αποδοχή κληρομιάς και μεταγραφή, σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, έκδοση οικοδομικής αδείας, τις οποίες με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν θεωρεί εμφανείς πράξεις καθώς και ότι διενήργησε επί του επιδίκου την εμφανή πράξη νομής της εναποθέσεως σ` αυτό το 1989 προϊόντων εκσκαφής (μπαζών), χωρίς να διευκρινίζει πόσο διάστημα παρέμεινα στο επίδικο "τα μπάζα", ούτε γιατί η πράξη αυτή δεν συνδυάζεται με τις λοιπές πράξεις νομής. Ενόψει τούτων οι από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Β4 λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και οι δεύτερος και πέμπτος από τους λόγους του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταθέσαντος από αυτήν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .....
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Κ. του Π., 2)Ε. συζ. Β. Κ., το γένος Μ. Κ., κατοίκων ..., 3)Μ. συζ. Ρ. Α., το γένος Μ. Κ., κατοίκων ..., 4)Θ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., και 5)Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., των 4ης και 5ης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ............... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23/3/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/10/2013 αίτησή της και τους από 4/2/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 30/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini). Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κυρίως αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. `Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής, ως περιοριζομένη σε εντολή προς τον συντάκτη για επίσκεψη και περιγραφή του ακινήτου, αν όμως η πράξη αυτή συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής. Εξάλλου ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής από τις οποίες, αν αποδεχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τις ένδικες αντίθετες συνεκδικασθείσες διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας του ίδιου ακινήτου των δεύτερων κατά της πρώτης και δη με αγοραπωλησία και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας της πρώτης και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας της δεύτερης. "Οι τρείς πρώτοι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητοι και η Μ. Μ. που αποβίωσε στις 3.10.2006 και κληρονομήθηκε από την τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων, κατέστησαν συγκύριοι κατά τα επακριβώς προσδιοριζόμενα ποσοστά και δυνάμει των αναφερομένων νόμιμα μεταγραμμένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων δύο ακινήτων στη θέση "Βιτσιλοχάρακα" ή "Δύο αρόλιθους", επιφανείας 3413,21 και 611,87 τμ, που συνενωθέντα αποτέλεσαν ένα ενιαίο ακίνητο επιφανείας 4025,18 τμ, επί του οποίου μετά από έκδοση οικοδομικής αδείας και άδειας ανεγέρσεως οικοδομής, προέβησαν στην σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και στην ανέγερση ανεξάρτητων, για τον καθένα τους ιδιοκτησιών. Η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα απέκτησε τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου επιφανείας 4027,15 τμ στην ίδια περιοχή, με το επικαλούμενο νόμιμα μεταγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαια, ενώ το υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και δη κατά 51% και 24%, αντίστοιχα, απέκτησαν από την ίδια αιτία η Κ. συζ. Ρ. Λ. και η Α. χα Π. Κ.. Τμήμα του ακινήτου αυτού της ενάγουσας κείμενο, στη νοτιοανατολική πλευρά του, επιφανείας 567,35 τμ. είναι το επίδικο, το οποίο απεικονίζεται στο από Απριλίου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Α. Χ., με στοιχεία Α-Β-Γ-Χ-Φ-Α, το οποίο συνοδεύει την από 10.6.1995 έκθεση πραγ/νης που διατάχθηκε με την υπ` αριθμ. 271/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Για το ίδιο αυτό ακίνητο έχει εκδοθεί επί προγενέστερα ασκηθείσας αγωγής των εναγόντων της δεύτερης αγωγής κατά της εναγομένης και των συνιδιοκτητριών της, η υπ` αριθμ. 128/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έκρινε με ισχύ δεδικασμένου ότι οι ενάγοντες, ως μη αποκτήσαντες παρά κυρίου δεν έχουν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως, αλλά προσέτι ούτε και πρωτοτύπως.
Ειδικότερα έγινε δεκτό αυτολεξεί: Εν προκειμένω, της ανωτέρω υπό κρίση με στοιχείο (Β`) αγωγής των εναγόντων, είχε προηγηθεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, η άσκηση άλλης και δη της από 29-7-1995 (αριθ. εκθ. καταθ. 110/23/11-8-1995) αγωγής τους - εννοεί 1991-, για το ίδιο επίδικο τμήμα, εναντίον της ενάγουσας στην υπό στοιχείο Α` αγωγή και των λοιπών συνιδιοκτητών, αρνητικής αγωγής, η οποία περιλάμβανε και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, η οποία εκδικάσθηκε κατ`αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε επ` αυτής κατ` αρχή, η υπ` αριθμ. 271/1992 μη οριστική απόφαση, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος. Μετά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης και του τοπογραφικού διαγράμματος, ορίσθηκε μετ` απόδειξη συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε και εκδόθηκε επ` αυτής αντιμωλία των διαδίκων, η υπ` αριθμ.128/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των εναγόντων για ουσιαστικούς λόγους. Το επίδικο ακίνητο της αγωγής εκείνης ταυτίζεται, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, με το υπό κρίση επίδικο εδαφικό τμήμα ακινήτου. Ειδικότερα στη απόφαση αυτή αναφέρεται, " ...Με τα υπ` αριθμ..../1980 και .../1982 συμβόλαια της συμβ/φου Αγίου Νικολάου ................................ , τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου, οι ενάγοντες αγόρασαν με το πρώτο συμβόλαιο από την Μ. Μ. -Π. και με το δεύτερο από την Ε. Κ., ένα ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση " Βιτσιλοχάρακα" της περιφέρειας της Κοινότητας Κριτσάς Λασιθίου, εκτάσεως 611,97 τ.μ. και συγκεκριμένα με το αρχικό συμβόλαιο οι τρεις πρώτοι απ` αυτούς αγόρασαν και κατ` ισομοιρία τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου και με το δεύτερο συμβόλαιο η τέταρτη ενάγουσα αγόρασε το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτού. Στη συνέχεια οι ενάγοντες, συνενώνοντας το παραπάνω ακίνητο με όμορο ακίνητο τους 3.413,21 στρεμμάτων, που οι τρεις πρώτοι εξ αυτών είχαν στην κυριότητα τους, προέβησαν σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με το υπ` αριθμ. .../83 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και σε ανοικοδόμηση οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ εξάλλου ασκούσαν πράξεις νομής στο` επίδικο συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο απ` αυτό. Από το χρόνο όμως που οι ενάγοντες απέκτησαν το παραπάνω ακίνητο και μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος (10ετία) που απαιτείται για την απόκτηση ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της νομής σ1 αυτό από τους ενάγοντες με καλή πίστη. Συνακόλουθα πρέπει να εξεταστεί η ύπαρξη ή όχι κυριότητας στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων. Επί του θέματος όμως αυτού τίποτα δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, ο ίδιος δε ο μάρτυρας αποδείξεως σύζυγος της τρίτης ενάγουσας, κατέθεσε ότι οι ενάγοντες συνέλλεγαν τους καρπούς από το επίδικο από της αγοράς του και μετά, ενώ για τον προγενέστερο χρόνο δεν γνώριζε σχετικά.
Συνεπώς, δεν αποδείχτηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Μ. Μ.- Π. και Ε. Κ. ήταν συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου, είτε με τα προσόντα της τακτικής, είτε της έκτακτης χρησικτησίας , αφού δεν αποδείχθηκε παρ` αυτών οποιασδήποτε πράξεως νομής σ` αυτό. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν αποδείχτηκε η συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο, αφού δεν αποδείχτηκε η κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Βάσει των προρρηθέντων και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην αμέσως ανωτέρω παρατεθείσα νομική σκέψη, από την επισκόπηση της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε προκειμένου να αιτιολογήσει την κατ` ουσίαν απόρριψη της βάσεως τούτης της αγωγής (τακτική χρησικτησία) στη μη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου, αλλά ρητά αναφέρεται σε αυτήν ότι κρίθηκε ως μη αποδειχθείσα και η συνδρομή της προϋποθέσεως της υπάρξεως καλόπιστης νομής εκ μέρους των εναγόντων σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Η αυτολεξεί διατύπωση στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, στο κρίσιμο αυτό σημείο ειδικότερα, έχει ως εξής: ".... οι ενάγοντες, συνενώνοντας το παραπάνω ακίνητο με όμορο ακίνητο 3.413,21 στρεμμάτων που οι τρεις πρώτοι εξ αυτών είχαν στην κυριότητα τους, προέβησαν σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με το υπ` αριθμ. .../83 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και σε ανοικοδόμηση οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ εξάλλου ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο απ` αυτό. Από το χρόνο όμως που οι ενάγοντες απέκτησαν το παραπάνω ακίνητο και μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος (10ετία) που απαιτείται για την απόκτηση ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της νομής σ` αυτό από τους ενάγοντες με καλή πίστη ......". Δηλαδή η υπό κρίση αγωγή ταυτίζεται εν μέρει ως προς την ιστορική της αιτία με την ανωτέρω αναφερθείσα από 29-7-1995 και με αρ. εκθ. κατ. 110/23/11-8-1995 - εννοεί 1991 - προηγούμενη αγωγή των εναγόντων, η οποία έχει κριθεί τελεσιδίκως με την υπ` αρ. 128/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Ειδικότερα η υπό κρίση αγωγή καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης για το ουσιαστικό αυτό ζήτημα, της μη συνδρομής δηλαδή των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας μέχρι και το χρόνο συζήτησης της πρώτης αγωγής (5- 2-1992), για το οποίο έχει γίνει πλέον τελεσιδίκως δεκτό, ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της νομής σ` αυτό από τους ενάγοντες με καλή πίστη, δηλαδή ότι νεμόταν τούτο οι ενάγοντες με διάνοια κυρίου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, μη δυναμένου του Δικαστηρίου να επανακρίνει το ζήτημα τούτο, για το οποίο μεταξύ των ίδιων διαδίκων και των δεσμευομένων από το δεδικασμένο διαδόχων τους, έχει εκφέρει με αμετάκλητη πλέον δικαστική απόφαση την ουσιαστική του κρίση του. Επομένως το Δικαστήριο δεν κωλύεται από την ισχύ του δεδικασμένου, να διερευνήσει την αγωγή, μόνο κατά το μέρος αυτής που εκφεύγει των αντικειμενικών του ορίων, ήτοι κατά το μέρος που βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από αυτά που στήριξαν την προηγηθείσα αγωγή, δηλαδή εν προκειμένω, κατά το μέρος που αναφέρεται σε κτήση της κυριότητας δια της ασκήσεως στο ακίνητο πράξεων νομής που αφορούν το διάστημα μετά τη συζήτηση της προηγούμενης αγωγής. Έτσι δεν μπορεί να εκληφθεί ως εναρκτήριο χρονικό σημείο της καλόπιστης νομής των εναγόντων η μεταγραφή των ως άνω συμβολαίων, αφού έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής κρίθηκε δεσμευτικά ότι δεν υπήρξε καλόπιστη νομή των εναγόντων, αλλά μόνον από το χρονικό σημείο μετά την 5-2-1992, από το οποίο μέχρι την άσκηση της αγωγής ναι μεν έχει μεσολαβήσει διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, πλην όμως, ως προς την βάση της τακτικής χρησικτησίας, αφού κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν πράξεις νομής με καλή πίστη σε συνδυασμό με τον τίτλο που επικαλούνται (συμβόλαια έτους 1980 και 1982), αλλά στην καλύτερη για αυτούς περίπτωση θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι αυτοί απέκτησαν νομή με καλή πίστη μεταγενέστερα, ήτοι μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αφού από το χρονικό αυτό σημείο και επέκεινα δεν έχει κριθεί η υπόθεση με την πρώτη απόφαση, η νομή αυτή που μπορεί, κατά τα προαναφερόμενα να ξεκινά από την 2-5-1992, αποσυνδέεται πλήρως χρονικά από την ύπαρξη των νόμιμων τίτλων τους και δεν μπορεί σύμφωνα με το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 1041 ΑΚ να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με τις προϋποθέσεις αυτού του άρθρου.
Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το χρονικό όμως διάστημα, από το έτος 1980 και 1982 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (2006) διέδραμε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και γι` αυτό η ένδικη αγωγή των εναγόντων ασκείται παραδεκτά, όσον αφορά την βάση της έκτακτης χρησικτησίας, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του. Δηλαδή, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο (συλλογή ελαιοκάρπου) από της αγοράς του, απέρριψε όμως την αγωγή σιγή και κατά τη βάση αυτή, δεχόμενο ότι από το χρόνο κτήσης της νομής (1983) μέχρι την πρώτη συζήτηση δεν είχε συμπληρωθεί η εικοσαετία, μη προσμετρούμενης της νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο ως μη αποδειχθείσα.
Επομένως το παραχθέν από την ως άνω απόφαση δεδικασμένο δεν εμποδίζει την συμπλήρωση του αναγκαίου αυτής χρόνου μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αφού συμπληρωμένης της εικοσαετίας από το χρονικό σημείο που το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει την ύπαρξη πράξεων νομής, λόγω μη παρακωλύσεως αυτού να κρίνει για το χρονικό αυτό διάστημα, από το παραχθέν εκ της πρώτης αποφάσεως δεδικασμένο. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα, πρέπει να εξεταστεί ως κρίσιμο γεγονός στην προκείμενη υπόθεση, ποιος χρησιδέσποζε στην επίδικη εδαφική λωρίδα έκτασης 567,35 τ.μ., από το έτος 1980 και μέχρι την άσκηση των υπό κρίση αγωγών, καθόσον η λωρίδα αυτή περιλαμβάνεται τόσο στους τίτλους της ενάγουσας-εφεσίβλητης, όσο και στους τίτλους των εναγομένων -εκκαλούντων, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο πραγματογνώμονας Αρχιτέκτονας-Πολεοδόμος Α. Χ., που διορίστηκε με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην από 10-6-1995 έκθεση του, εκθέτοντας περαιτέρω στην έκθεση του ότι , χωρίς το επίδικο τμήμα, τόσο το ακίνητο της ενάγουσας-εφεσίβλητης, όσο και το ακίνητο των εναγόμενων-εκκαλούντων χάνουν την αρτιότητά τους και συνεπώς ανακαλείται η οικοδομική άδεια που έχει εκδοθεί για το ακίνητο στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το επίδικο.
VI. Προσέτι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μία εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος, απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η νομή δε αποκτάται πρωτοτύπως, είτε με μονομερή πράξη (κατάληψη-occupatio), είτε σύμφωνα με το νόμο (απευθείας βάσει συγκεκριμένου κανόνα) και παραγώγως είτε με μονομερή δικαιοπραξία (διαθήκη) είτε με σύμβαση. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των δύο προαναφερόμενων στοιχείων (βουλητικού animus domini-σωματικού corpus) είναι δημιουργική του προστατευομένου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή απεριόριστη εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Εκδηλώνεται δε (η διάνοια κυρίου) με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς ν` απαιτείται και πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini). To δεύτερο των ως άνω στοιχείων (corpus) εκδηλώνεται με την άσκηση υλικών και εμφανών πράξεων πάνω σ` αυτό (πράγμα), που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και δηλωτικού εξουσιάσεώς του. (ΑΠ 1247/2004 και ΑΠ 262/2007 στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1548/2001 ΕλΔνη 44 σελ. 1650, ΑΠ 242/2000 ΕλΔνη 416 σελ. 1039). Τέτοιες υλικές και εμφανείς πράξεις είναι μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση ακινήτου, η καταμέτρησή του, η κατασκευή κτισμάτων πάνω σ` αυτό, η περίφραξη και η καλλιέργεια του αγρού (ΑΠ 1815/2006 Αρχ Νομ 2007 σε. 706) (ΑΠ 282/1993 ΕλΔνη 35 σελ. 1270, ΑΠ 1151/1986 ΕΕΝ 1987 σελ. 413) και ειδικότερα όταν πρόκειται για ακίνητο που δεν είναι επιδεκτικό καλλιέργειας, πράξεις νομής αποτελούν η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψη του ακινήτου αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, εμφανείς στους κατοίκους της περιοχής.
VII. Στην υπό κρίση υπόθεση, συνακόλουθα και σε συνέχεια των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποδείχτηκε περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ότι, των ανωτέρω υπό κρίση δύο με στοιχεία (Α`) και (Β`) αγωγών των διαδίκων και της άσκησης της από 29-7-1995 (αριθ. εκθ. καταθ. 110/23/11-8-1995) εννοεί 91 αγωγής των εναγόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, είχε προηγηθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και η άσκηση της από 28-2-1990 (αριθ. εκθ. καταθ. 22/1990) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας-εφεσίβλητης, με την οποία ζητούσε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας του επιδίκου κατά το ποσοστό της του 1/4 εξ αδιαιρέτου και να διαταχθεί η αποβολή των τότε καθών και ήδη εναγόντων - εκκαλούντων και να διαταχθεί η απόδοση της νομής του επιδίκου τμήματος σ` αυτήν και τους λοιπούς μη διάδικους συννομείς του, επαναφέροντας τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή να αφαιρέσουν την περίφραξη που είχαν τοποθετήσει στο επίδικο τμήμα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, οι καθών η αίτηση (ήδη ενάγοντες-εκκαλούντες) με προφορική τους δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου, άσκησαν ανταίτηση, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί είναι συννομείς του επίδικου τμήματος, την οποία (συννομή) διατάραξε η αιτούσα, με την τοποθέτηση κατά τον μήνα Νοέμβριο 1989 προϊόντων εκσκαφής (μπάζα), ζητώντας και αυτοί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αναγνωριστούν προσωρινά συννομείς αυτού και υποχρεωθεί η καθής η ανταίτηση να αφαιρέσει τα μπάζα. Η αίτηση αυτή με την ανταίτηση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ`αριθμ. 61/1990 απόφαση του Ειρηνοδίκη Αγίου Νικολάου, την 19 Ιουνίου του 1990, με την οποία απορρίφθηκαν αυτές (αίτηση και ανταίτηση), ως αόριστες. Έκτοτε όμως, η διαμορφωθείσα κατάσταση παρέμεινε όπως ήταν, μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση με στοιχ.(Β`) αγωγής των εκκαλούντων το έτος 2006, δηλαδή το επίδικο παρέμεινε και παραμένει περιφραγμένο από τους ενάγοντες και η νομή επ` αυτού ασκείται από τους τελευταίους, οι οποίοι από το έτος 1984 διαμένουν μόνιμα στην οικοδομή, που κατασκεύασαν με την έκδοση της υπ` αριθμ. 60/1982 οικοδομικής τους άδειας.
Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1989 και έπειτα, οι ενάγοντες-εκκαλούντες ενέμοντο αναντίρρητα το μείζον ακίνητο τους μαζί και το επίδικο τμήμα του, το οποίο και είχαν περιφράξει, νομή την οποία και διατηρήσαν έκτοτε συνεχώς και αδιαμαρτύρητα μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση με στοιχείο (Β`) αγωγής τους (2006). Για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, πριν από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1989 και μέχρι το έτος 1980, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Το επίδικο τμήμα των 567,35 τ.μ., το οποίο όπως προαναφέρθηκε συμπεριλαμβάνεται τόσο στους τίτλους της ενάγουσας -εφεσίβλητης, όσο και στους τίτλους των εναγόντων -εκκαλούντων, πωλήθηκε δύο φορές από την Π. Δ. Π., απασχολούμενη τότε και με την μεσιτεία, ως εντολοδόχος των διαδίκων, ήτοι, πρώτα το πούλησε στους ενάγοντες -εκκαλούντες με τα προαναφερόμενα υπ` αριθμ..../1980 και .../1982 συμβόλαια της τέως συμβ/φου Αγίου Νικολάου ........................., ως εντολοδόχος της Μ. Μ. και κατόπιν το πούλησε και στην εφεσίβλητη-ενάγουσα Α. Α., το 1/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ` αριθμόν .../30- 12-1982 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών .................... , που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου στις 25-1-1983, ως εντολοδόχος της Ε. Π., για να πουληθεί στη συνέχεια κατά τα υπόλοιπα ποσοστά του και στις άλλες δύο συγκύριες αυτού. Μάλιστα το ποσοστό του 51% αδιαίρετα, απέκτησε η Κ. σύζυγος Ρ. Λ. με τα υπ` αριθμούς .../1984 και .../1985 συμβόλαια της τέως Συμβ/φου ....... και η Α. χήρα Π. Κ. απέκτησε το υπόλοιπο ποσοστό αυτού των 24% αδιαίρετα με τα υπ` αριθμούς ... και .../1983 συμβόλαια, της ίδιας συμβ/φου. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου, οι εκκαλούντες πρώτοι, από την ημέρα της αγοράς του δεύτερου ως άνω ακινήτου τους, το οποίο συνένωσαν με το πρώτο ως άνω ακίνητο τους (23-7-1982) και που η πωλήτρια Μ. Μ. τους παρέδωσε την νομή του και η ως άνω αντιπρόσωπος Π. Δ. Π. υπέδειξε στον μηχανικό τους Μ. Α. τα όρια του, άρχισαν έκτοτε να ασκούν όλες τις προσιδιάζουσες σε κύριο πράξεις νομής και κατοχής, όπως επίβλεψη και επιτήρηση αυτού, επισκεπτόμενοι έκτοτε τούτο, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, προβαίνοντας σε εμφανείς προς τρίτους πράξεις νομής, δηλωτικές της βουλήσεως τους να το έχουν ως συγκύριοι, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η συνεχής αυτών παρουσία και εποπτεία του επιδίκου ακινήτου, ο δε ως άνω μηχανικός τους, συνέταξε, τόσο το σχετικό σχεδιάγραμμα του πωλητηρίου συμβολαίου, όσο και αυτό το τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπου περιλαμβάνεται σ` αυτά και το επίδικο τμήμα. Παράλληλα δε οι ενάγοντες άρχισαν να το καλλιεργούν κλαδεύοντας τα εντός αυτού ελαιόδενδρα και αποκομίζοντας τον ελαιόκαρπο τους, συνεχώς, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί κάποιος μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του 1989 που η εφεσίβλητη άσκησε την προαναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον τους. Δηλαδή ασκούσαν εποπτεία επί του παραπάνω επιδίκου ακινήτου, ασκώντας επ` αυτού τις αρμόζουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πιο πάνω εμφανείς πράξεις νομής επί 20 και πλέον έτη, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1982 συνεχώς μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση από 23-03-2006 υπό στοιχείο (Β`) αγωγής τους. Επομένως, οι τελευταίοι έχουν γίνει συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (αρθρ. 1045,1051 ΑΚ).
VIII. Η ενάγουσα -εφεσίβλητη, προς απόκρουση της αγωγής των εναγόντων - εκκαλούντων και προς υπεράσπιση της δικής της υπό στοιχείο (Α`) αγωγής, ισχυρίζεται ότι, το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο της Ε. Π. από κληρονομιά της αποβιωσάσης το 1971 μητέρας της Σ. Κ., το οποίο κατέλειπε σ` αυτήν με μυστική διαθήκη, που συντάχθηκε στις 10-6-1964 από την διαθέτιδα και εγχειρίστηκε στον συμβ/φο Αγίου Νικολάου ......... .... ....... , ο οποίος συνέταξε την υπ`αρ. .../10-6-1964 πράξη του και η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε με το υπ` αρ. 43/1971 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου. Την κληρονομιά αυτή αποδέχτηκε η δικαιοπάροχος της με το υπ`αρ. .../1979 δηλωτικό αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αγίου Νικολάου ... , που έχει μεταγραφεί νόμιμα, προσμετρώντας έτσι στον χρόνο χρησικτησίας της τον χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της, γενόμενη έτσι αποκλειστική συγκυρία, τόσο με την τακτική όσο και με την έκτακτη χρησικτησία, αφού τόσον αυτή , όσον και οι λοιπές συγκύριες του ακινήτου, οι δικαιοπάροχοι τους, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τούτων, ασκούσαν όλες τις αρμόζουσες στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου αδιαφιλονίκητες πράξεις νομής και κατοχής, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, εμφανώς μεν και σύμφωνα με τους παραπάνω τίτλους από το έτος 1964 μέχρι σήμερα, αδιακόπως και αδιαταράκτως, αλλά και προ του έτους 1964, η δικαιοπάροχος της δικαιοπαρόχου της (απώτερα δικαιοπάροχος της), η οποία κατείχε και ενέμετο το ίδιο ακίνητο επί 25 τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου ανεπίληπτα και αδιατάρακτα, ώστε να έχουν καταστεί μετά των λοιπών συγκυρίων μη διαδίκων, αποκλειστικές συγκύριες, συννομείς και συνδιακάτοχοι του επιδίκου, αλλά και του ευρύτερης αυτού έκτασης ακινήτου τους, τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία, αφού διατηρούσε συνεχώς επαφή με αυτό, συντάσσοντας τοπογραφικά διαγράμματα, υπογράφοντας οι δικαιοπάροχοι τους πράξεις μυστικής διαθήκης και αποδοχής κληρονομιάς, προβαίνοντας στην συνέχεια σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και σε έκδοση οικοδομικής αδείας για την ανέγερση ανεξαρτήτων κτισμάτων μέσα σε αυτό. Τα επικαλούμενα όμως αυτά γεγονότα, δεν οδηγούν σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία, διότι δεν συνιστούν πράξεις νομής, καθόσον και αν υποτεθούν αληθινά, έγιναν εκ του μακρόθεν χωρίς άμεση επαφή και χωρίς να είναι εμφανείς στους τρίτους και στους ενάγοντες, αφού η ενάγουσα-εφεσίβλητη, δεν άσκησε στο επίδικο τμήμα συγκεκριμένες πράξεις νομής, υπό την έννοια που αναφέρεται στη σχετική νομική σκέψη (με στοιχ. VI.) της παρούσας, καθόσον οι επικαλούμενες απ` αυτήν πράξεις νομής, δεν μπορεί να θεωρηθούν εμφανείς πράξεις νομής, ικανές να προσπορίσουν στην ενάγουσα το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας, καθόσον όταν πρόκειται για ακίνητο επιδεκτικό καλλιέργειας, όπως το επίδικο εν προκειμένω εδαφικό τμήμα, πράξεις νομής αποτελούν η καλλιέργεια αυτού και η συλλογή των καρπών του, καθώς και η απλή επίσκεψη, η επισκόπηση και η επίβλεψη του ακινήτου αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, που ήταν εμφανείς στους κατοίκους της περιοχής. Οι ανωτέρω όμως πράξεις τις οποίες ισχυρίζεται ότι ασκούσε επ` αυτού η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία είναι κάτοικος Αθηνών, αφενός μεν, δεν αποτελούν εμφανείς πράξεις νομής επ` αυτού, κατά την προαναφερόμενη έννοια και αφετέρου από μόνες τους οι πράξεις αυτές, εφόσον δεν συνδυάζονται και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξ αιτίας των ενεργειών αυτών, η εφεσίβλητη απέκτησε το επίδικο τμήμα ακινήτου. Η δε εντολή εκπόνησης τοπογραφικών διαγραμμάτων από την εναγόμενη και χωρίς μάλιστα και τη σύμπραξη των δύο άλλων συγκυρίων, τα οποία άλλωστε ως ιδιωτικά έγγραφα δεν παρέχουν βεβαιότητα ως προς την έκταση τους και το χρόνο σύνταξης τους και ως ανήκοντα κατά κυριότητα στον εντολέα, δεν αποτελούν από μόνα τους πράξεις νομής, αφού η τοπογράφηση θεωρείται ως μια απλή επίσκεψη στο όλο ακίνητο και δεν φανερώνει βούληση αυτής να έχει το συγκεκριμένο επίδικο εδαφικό τμήμα, σαν δικό της κατά το ποσοστό της, του 1/4 εξ αδιαιρέτου. Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, κατέθεσε με σαφήνεια και εξ ιδίας αντιλήψεως, ο με επιμέλεια των εναγόντων εξετασθείς, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρας Γ. Μ., ο οποίος ηλικίας τότε 71 χρόνων και ως σύζυγος της πωλήτριας του ακινήτου των εναγόντων, γνωρίζει το επίδικο εξ ιδίων αισθήσεων από πριν το έτος 1980, ο οποίος με γνώση, σαφήνεια και κατά κατηγορηματικό τρόπο, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι, "... στο επίδικο ακίνητο ο Κ. (εκκαλών), μάζευε τις ελιές, φύτευε πατάτες, είχε κότες σ`αυτό, το 1986 με 1985 το περιέφραξε και η περίφραξη παραμένει ακόμη, τα μπάζα τα έβαλε η Α. (ενάγουσα) και πήγε και τα έβγαλε αμέσως ο Κ.". Η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα στηρίζεται σ` όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, η οποία, χωρίς να αναιρείται από κατάθεση άλλου μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας -εφεσίβλητης και μάλιστα από την κατάθεση της Δ. Π., μεσίτριας, η οποία ελέγχεται ως ανακριβής, αφού αυτή ήταν που ως πληρεξούσια της πωλήτριας Μ. Μ. πούλησε το επίδικο και στα δύο διάδικα μέρη, υποδεικνύοντας η ίδια τα όρια αυτών. Αντίθετα ενισχύεται, τόσο από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α.Λ., ο οποίος μέτρησε το επίδικο και εξέδωσε την οικοδομική του άδεια, Μ.Κ. και Μ. Μ., οι οποίοι ως όμοροι κάτοικοι της περιοχής και πωλήτρια του επίδικου η τρίτη, καταθέτουν και αυτοί ότι το επίδικο ανήκει στους ενάγοντες -εκκαλούντες, το οποίο καλλιεργούσαν και ότι το σχεδιάγραμμα στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο καταρτίσθηκε με την ταυτόχρονη επιτόπια παρουσία και συνδρομή της Δ. Π., ως πληρεξούσια της πωλήτριας, η οποία επί τόπου υπεδείκνυε τα όρια του πωλουμένου, όσο και από τ` ακόλουθα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, (α) από την από 10-6-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και από Απρίλη 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Α. Χ., με στοιχεία Α-Β-Γ-Χ-Φ- Α, το οποίο συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχτηκε με την υπ`αριθμό 271/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, (β) τα από 27-6-1980 υπ` αριθμ. 10.830, .../1980 συμβόλαια αγοράς και .../83 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, αντίστοιχα, και από τα σχετικά τοπογραφικά σχεδιάγραμμα του Πολ.Μηχανικού Μ. Α., που τα συνοδεύουν και στα οποία το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εκκαλούντων, όπου τα όρια υπεδείχθησαν από την ως άνω Δ.Π. (γ) τις αποφάσεις υπ` αριθμούς, 61/1990 Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου και 46/1998 και 128/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, καθώς και από τα σχετικά δικόγραφα αυτών, (δ) την με αριθμ.60/1982 οικοδομική άδεια των εκκαλούντων και τα σχετικά έγγραφα που τη συνοδεύουν, (ε) την 7325/1976 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της δικαιοπαρόχου πωλήτριας των εκκαλούντων Μ. Μ., (στ`) το με αριθμ..../1979 πληρεξούσιο της ως άνω πωλήτριας Μ. Μ. προς την προαναφερόμενη Δ.Π., και (ζ`) την υπ` αριθ. ΑΡ/ΗΜ/Φ485/50750/1- 9-2011 βεβαίωση της Δ.Ε.Η. Αγίου Νικολάου, από την οποία αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες - ενάγοντες από την 31-7-1984 ηλεκτροδότησαν την κατοικία τους, η οποία ευρίσκεται στο μείζον ακίνητο τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα και στη οποία έκτοτε διαμένουν μόνιμα μέχρι σήμερα.
IX. Με βάση τα όσα αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, με τον προαναφερθέντα πρωτότυπο τρόπο, αφού συνεχώς και αδιαλείπτως ασκούσαν επ` αυτού, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του, ως άνω εμφανείς στους κατοίκους της περιοχής, πράξεις νομής, ήτοι εξουσιάσεως και διακατοχής του, με διάνοια συγκυρίων, για χρονικό διάστημα πλέον της 20ετίας, ήτοι τουλάχιστο από του έτους 1982, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους (2006) και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά τους αδιαίρετα ο καθένας, με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045 και 1051 ΑΚ)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ` ουσίαν τους λόγους της εφέσεως και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε κρίνει αντιθέτως, συνεκδίκασε εκ νέου τις αγωγές και την μεν αγωγή της αναιρεσείουσας την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την δε αγωγή των αναιρεσιβλήτων την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε αυτούς ως συγκυρίους του επιδίκου κατά τα αιτηθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ` αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ως προς την διενέργεια από την αναιρεσείουσα πράξεων νομής επί του επιδίκου πέραν της συντάξεως τοπογραφικών διαγραμμάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και αμφιβολία για το αν συνέτρεχαν στο πρόσωπο των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων και να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα διαλαμβανόμενα σ` αυτήν, άλλοτε δέχεται ως χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων το 1980 και 1982 και άλλοτε το 1983 και το 1989, ενώ ως προς την αναιρεσείουσα αναφέρει ότι μόνο η σύνταξη από αυτήν τοπογραφικών διαγραμμάτων δεν συνιστά πράξη νομής, εφόσον δεν συνδυάζεται με άλλες πράξεις, μολονότι δέχεται ότι αυτή επικαλείται και άλλες πράξεις και δη σύνταξη μυστικής διαθήκης, αποδοχή κληρομιάς και μεταγραφή, σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, έκδοση οικοδομικής αδείας, τις οποίες με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν θεωρεί εμφανείς πράξεις καθώς και ότι διενήργησε επί του επιδίκου την εμφανή πράξη νομής της εναποθέσεως σ` αυτό το 1989 προϊόντων εκσκαφής (μπαζών), χωρίς να διευκρινίζει πόσο διάστημα παρέμεινα στο επίδικο "τα μπάζα", ούτε γιατί η πράξη αυτή δεν συνδυάζεται με τις λοιπές πράξεις νομής. Ενόψει τούτων οι από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Β4 λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και οι δεύτερος και πέμπτος από τους λόγους του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταθέσαντος από αυτήν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου