296/2011 ΑΠ - Χρησικτησία. Κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Προϋποθέσεις. Ειδικότερα οι πράξεις που συνιστούν άσκηση της νομής επί ακινήτου. Κρίση ότι στην επίδικη υπόθεση αποκτήθηκε η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 3016/2006 ΕφΘεσ/κης)

ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]
296/2011 ΑΠ ( 549407)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Χρησικτησία. Κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Προϋποθέσεις. Ειδικότερα οι πράξεις που συνιστούν άσκηση της νομής επί ακινήτου. Κρίση ότι στην επίδικη υπόθεση αποκτήθηκε η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 3016/2006 ΕφΘεσ/κης). ...


  
Αριθμός 296/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τ......

Του αναιρεσίβλητου: Λ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του Ι. Κ. και με την από 22-2-2001 αγωγή του Λ. Κ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1058/2002 μη οριστική, 245/204.15/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3016/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 18-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ` ακόλουθα: Δυνάμει του .../3-2-1964 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Γλύκας Πισμίση-Χρυσομέρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 13 Οκτωβρίου 1967 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών, (στον τόμο … και αριθμό 58), ο πατέρας των διαδίκων Θ. Κ. του Ι. απέκτησε την κυριότητα ενός μείζονος οικοπέδου έκτασης 430 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται επί της οδού ... στα … και συνορεύει νότια με δρόμο, ανατολικά με οικόπεδο Α. Κ. και δυτικά με οικόπεδο Μ. Χ.. Στη συνέχεια, επειδή το ως άνω οικόπεδο δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, δυνάμει του …/13- 10-1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Παναγιώτη Κοντού, που μεταγράφηκε στις 13 Απριλίου 1970 στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών, (στον τόμο … και αριθμό 37), ο πατέρας των διαδίκων συμφώνησε με τον Α. Κ., ιδιοκτήτη όμορης ιδιοκτησίας, και προέβησαν σε ανταλλαγή τμημάτων των οικοπέδων τους. Ειδικότερα, ο Α. Κ. μεταβίβασε στο Θ. Κ. την κυριότητα ενός διαιρετού και αυτοτελούς τμήματος έκτασης 12,70 τετραγωνικών μέτρων και ο τελευταίος μεταβίβασε στον πρώτο την κυριότητα ενός τμήματος έκτασης 11 τετραγωνικών μέτρων από την νότια πλευρά του οικοπέδου του, με πρόσοψη επί της οδού ... και ένα τμήμα έκτασης 1,70 τετραγωνικών μέτρων από τη δυτική πλευρά αυτού. Μετά την ανταλλαγή αυτή, το οικόπεδο του Θ. Κ. εξακολούθησε να έχει εμβαδόν 430 τετραγωνικών μέτρων και συνόρευε βόρεια και ανατολικά με το ακίνητο της Μ. χήρας Μ. Χ., νότια με την οδό ... και δυτικά με την ιδιοκτησία του Α. Κ., όπως αυτό εμφαίνεται υπό στοιχεία Β.Λ.Μ.Ν.Ξ.Ο.Π.Θ.Ι.Δ.Γ.Β. στο επισυναπτόμενο στο τελευταίο συμβόλαιο από 28-9-1967 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Σ.. Σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία πριν από το έτος 1970, ο Θ. Κ., αποφάσισε να διανείμει το ακίνητο αυτό ανάμεσα σε δύο από τα τέκνα του, τους διαδίκους. Γι` αυτό, παρέδωσε εκουσίως το έτος 1970 στον Λ. Κ. τη νομή χωριστού τμήματος 270,80 τετραγωνικών μέτρων, που συνορεύει βορειοδυτικά και σε πλευρά μήκους 6,59 μέτρων με το υπόλοιπο ακίνητο και σε πλευρά 3,58 μέτρων με το οικόπεδο του Α. Κ., νοτιοανατολικά και σε πλευρά μήκους 22,36 μέτρων με το οικόπεδο του Α. Κ., νοτιοδυτικά και σε πλευρά μήκους 14,02 μέτρων με την πάροδο ... και βορειοδυτικά και σε πλευρά μήκους 22,25 μέτρων με το οικόπεδο της Μ. Χ.. Στον Ι. Κ. παρέδωσε τη νομή του υπόλοιπου χωριστού τμήματος. Το έτος 1970 ο πατέρας των διαδίκων αποφάσισε να ολοκληρώσει τη μεταβίβαση με σύνταξη σχετικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας των παραπάνω εδαφικών τμημάτων στους διαδίκους, πλην όμως, επειδή δεν ήταν δυνατόν να προκύψουν άρτια διαιρετά τμήματα του μείζονος οικοπέδου, αποφάσισε να προβεί στη σύνταξη ενός μόνου συμβολαίου, με το οποίο να εμφαίνεται τυπικά ότι μεταβιβάζει την κυριότητα στον Ι. Κ.. Σε εκτέλεση της απόφασής του αυτής, συντάχθηκε το …/13-4-1970 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Παναγιώτη Κοντού, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 16 Ιουνίου 1970 στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών, (στον τόμο … και αριθμό 90). Με το συμβόλαιο αυτό μεταβίβασε στον Ι. Κ., λόγω δωρεάς, την κυριότητα του ως άνω ακινήτου. Όμως, πέραν της τυπικής σύνταξης του δωρητηρίου συμβολαίου, σκοπώντας να διασφαλίσει και κατ` ουσίαν τα δικαιώματα κυριότητας που ήθελε να παραχωρήσει και στον άλλο υιό του Λ. Κ., επέβαλε στον φερόμενο ως δωρεοδόχο Ι. Κ. να προβεί, την ίδια ημέρα (13- 4-1970) και μετά τη σύνταξη του συμβολαίου αυτού, στη σύνταξη του από 13 Απριλίου1970 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο Ι. Κ. συμφώνησε να μεταβιβάσει στον Λ. Κ. και ήδη αντίδικό του, λόγω δωρεάς, την κυριότητα χωριστού τμήματος, εμβαδού 120 τετραγωνικών μέτρων, από τη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, το οποίο συνορεύει βορειοδυτικά και σε πλευρά μήκους 21,20 μέτρων με το οικόπεδο της Μ. Χ., δυτικά και σε πλευρά μήκους 10,70 μέτρων με το οικόπεδο της ιδίας, νότια και σε πλευρά μήκους 17,80 μέτρων με ανώνυμη δημοτική οδό και ανατολικά και σε πλευρά μήκους 11,70 μέτρων με το υπόλοιπο τμήμα του ως άνω οικοπέδου. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό δεν συμπεριλήφθηκε η υπόλοιπη έκταση των 150,80 μέτρων, τη νομή της οποίας είχε ήδη παραδώσει στον Λ. Κ., διότι τόσο οι διάδικοι όσο και ο πατέρας αυτών πίστευαν ότι συμπεριλαμβάνεται στη ρυμοτόμηση του έτους 1932. Μετά από αυτό, ο Λ. Κ. άσκησε κατά του Ι. Κ. και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας την από 14 Οκτωβρίου 1980 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί της έκτασης αυτής των 120 τετραγωνικών μέτρων. Επί της αγωγής αυτής, η οποία έγινε δεκτή, εκδόθηκε η 68/1981 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία κατέστη τελεσίδικη και μεταγράφηκε νόμιμα στις 19 Αυγούστου 1981 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών, (στον τόμο … και αριθμό 81). Αφότου ο Λ. Κ. παρέλαβε το έτος 1970 τη νομή του παραχωρηθέντος από τον πατέρα του σ` αυτόν τμήματος του οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 270,80 τετραγωνικών μέτρων, έκτοτε μέχρι το χρόνο που ασκήθηκε η κρινόμενη 240.39/2001 αναγνωριστική αγωγή (22-2-2001), χωρίς να επεκταθεί στο γειτονικό οικόπεδο του αντίδικου αδελφού του και χωρίς να καταλάβει αυθαίρετα οποιοδήποτε τμήμα του οικοπέδου εκείνου, κατείχε ολόκληρο το τμήμα αυτό του οικοπέδου, που του παραχώρησε εκουσίως ο πατέρας του το έτος 1970, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 143,80 τετραγωνικών μέτρων, με τη βούληση να το έχει ως αποκλειστικά δικό του καθ` όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Το έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Το χρησιμοποιούσε με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ως οικοπέδου, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέως Λ. Κ.. Ειδικότερα, αφού οριοθέτησε και περιέφραξε το τμήμα αυτό του οικοπέδου, ακολούθως το είχε υπό την εποπτεία του και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1970 ανήγειρε μέσα σ` αυτό ισόγεια κατοικία 127 τετραγωνικών μέτρων μαζί με το προστέγασμα, την οποία έκτοτε και μέχρι το χρόνο των κρινόμενων αγωγών τη χρησιμοποιούσε αδιάκοπα ως κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του. Η υπόλοιπη εδαφική έκταση, που παρέμεινε ανοικοδόμητη, χρησιμοποιείτο κατά ένα μέρος ως πλακόστρωτος προαύλιος χώρος της οικίας και ένα τμήμα χρησιμοποιείτο από τον Λ. Κ. ως λαχανόκηπος. Όλες οι ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης νομής εκ μέρους του Λ. Κ. για λογαριασμό του, δηλαδή με τη θέληση εξουσίασης του ακινήτου με διάνοια κυρίου. Η πρόθεσή του για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, εκδηλώθηκε με τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις και τη μεταχείριση οικοπέδου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειρισθεί αυτό ο ιδιοκτήτης. Η παραπάνω νομή του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκεσε μέχρι την άσκηση της υπ` αριθ. έκθ. κατ. 185/2001 διεκδικητικής αγωγής (9-1-2001), αλλά και μέχρι την άσκηση της. συνεκδικαζόμενης 24039/2001 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας (22-2-2001), χωρίς να προβληθεί αμφισβήτηση από οποιοδήποτε τρίτο. Κατ` ακολουθίαν, ο ενάγων με την αναγνωριστική αγωγή Λ. Κ., ο οποίος νεμήθηκε αδιάκοπα ολόκληρο τον παραπάνω οικόπεδο από το έτος 1970 μέχρι την άσκηση της καθεμίας από τις παραπάνω αγωγές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και, συνακόλουθα, κατέστη κύριος και του επίδικου επιμέρους εδαφικού τμήματός του, εμβαδού 143,80 τετραγωνικών μέτρων. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν νεμήθηκε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το ίδιο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ιδιαίτερα ο Ι. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος. Ο εναγόμενος με την ως άνω αναγνωριστική αγωγή και ενάγων με τη συνεκδικασθείσα διεκδικητική αγωγή Ι. Κ. αμφισβητεί την κτηθείσα κυριότητα του Λ. Κ. στο επίδικο οικόπεδο με τον παραπάνω τρόπο. Ισχυρίζεται ότι τμήμα εμβαδού 143,80 τετραγωνικών μέτρων από την παραπάνω εδαφική έκταση, που κατέχει ο Λ. Κ. και συνορεύει βορειοανατολικά και σε πλευρά μήκους 1,29 μέτρων και νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 22,35 μέτρων με το οικόπεδο του Α. Κ., νοτιοδυτικά και σε πλευρά μήκους 14,02 μέτρων με την πάροδο ... (πεζόδρομο), βορειοδυτικά και σε πλευρά μήκους 8,80 μέτρων με το οικόπεδο της Μ. Χ., βορειοανατολικά και σε πλευρά μήκους 7 μέτρων, βορειοδυτικά σε πλευρά μήκους 14 μέτρων και νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 5 μέτρων με την ισόγεια οικία του, αποτελεί τμήμα του δικού του γειτονικού οικοπέδου, το οποίο κατέλαβε αυθαίρετα. Όμως, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρθηκαν, η συνολική έκταση που κατέχει ο εναγόμενος (Λ. Κ.), παραχωρήθηκε εκουσίως σ` αυτόν από τον πατέρα του το έτος 1970 και δεν έγινε κατάληψη του επίδικου εδαφικού τμήματος από αυτόν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αντίδικος του. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι κατ` ουσίαν βάσιμη, ενώ η αντίθετη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος είναι κατ`ουσίαν αβάσιμη, και στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ` αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και με βάση τα οποία ο ενάγων-αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 143,80 τ.μ, με έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που, παρά τη ρητή αναφορά του στον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται, ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο είναι αβάσιμος. Ας σημειωθεί ότι δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ασάφεια ως προς το εμβαδόν του επίδικου ακινήτου, αφού αυτό προσδιορίζεται με σαφήνεια σε 143, 80 τ.μ, εκ του λόγου δε ότι σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται ότι "στο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν συμπεριελήφθη η υπόλοιπη έκταση των 150,80 τ.μ, τη νομή της οποίας είχε παραδώσει στον Λ. Κ." δεν προκύπτει κάποια αντίφαση, αφού επίδικο εν προκειμένω είναι το αιτούμενο με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, δηλαδή εκείνο των 143,80 τ.μ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν αιτιολογείται σ` αυτήν "γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν συμπεριέλαβε στην από 14-10-1980 αναγνωριστική αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, εκτός από την έκταση των 120 τ.μ και την προαναφερόμενη υπόλοιπη έκταση των 150, 80 τ.μ", σε αντίθεση με τη μνεία του από 13-4-1970 ιδιωτικού συμφωνητικού για το συναφές περιεχόμενο του οποίου υπάρχει σχετική αιτιολογία, είναι απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά ζήτημα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 2.- Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 690/1948, 2, 3 και 7 του Ν.Δ της Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923, 28 του ν. 1337/1983, 966, 967, 968 και 1054 ΑΚ, "διότι η επίδικη έκταση από τη δημοσίευση του εγκριτικού σχεδίου της πόλης …, ήτοι από το 1932 κατέστη κοινόχρηστη και περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Δήμου … και ως τοιαύτη κατέστη ανεπίδεκτη χρησικτησίας για το χρονικό διάστημα που είχε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, ήτοι από το 1932 έως την 2-6-1989, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό ΕΠΑ 81/18-5-1989 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, που δημοσιεύθηκε στις 2-6-1989 ΦΕΚ 344 Δ, με την οποία έγινε αναθεώρηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Δήμου …, καταργήθηκε δε η μέχρι τότε (2-6-1989) προβλεπόμενη από το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του Δήμου … του έτους 1932 και μη διανοιχθείσα δημοτική οδός από τη νοτιοδυτική πλευρά του όλου οικοπέδου". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στον οποίο αυτός στηρίζεται, προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Ο περιεχόμενος δε στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι εν προκειμένω συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του εδ. β` της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 562 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει το επικαλούμενο σφάλμα, αναφορικά με την παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 23/2008). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, (των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και λήφθηκαν υπόψη) και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του έγγραφα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία αυτός δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, ενώ η αναφορά σ` αυτές (προτάσεις), στις οποίες ενσωματώνονται και οι προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της φράσης "προσάγω και επικαλούμαι όλα τα πρωτοδίκως προσαγόμενα με επίκληση έγγραφα" δεν συνιστά νόμιμη επίκληση εγγράφων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη χωρίς (νόμιμη) επίκληση. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ. 11περ.β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη το από 28-9-1967 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Σ., που επισυνάπτεται στο αναφερόμενο συμβόλαιο, στο οποίο εμφαίνεται το οικόπεδο (του δικαιοπαρόχου των διαδίκων) έκτασης 430 τ.μ με τα στοιχεία Β.Λ.Μ.Ν.Ξ.Ο.Π.Θ.Ι.Δ.Γ.Β, μολονότι ο αναιρεσίβλητος δεν το επικαλέστηκε νομίμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις από 7-4-2006 προτάσεις του αναιρεσείοντoς στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.σελ.8 αριθ.5), το ως άνω έγγραφο το επικαλέστηκε και το προσκόμισε ο τελευταίος, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο του. Και κατά συνέπεια ορθώς σύμφωνα με το άρθρο 346 ΚΠολΔ, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, αφού κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο.

4.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο επί τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) Το ......../13-6-2002 πιστοποιητικό του Δήμου Γιαννιτσών-Τεχνική Υπηρεσία-μετά του συνημμένου από 13-6-2002 τοπογραφικού διαγράμματος αποτύπωσης των οικοπέδων της πόλης Γιαννιτσών του έτους 1948, 2) το 344/2-6-1989 τεύχος Δ` Φ.Ε.Κ. μετά του συνημμένου Τοπογραφικού Διαγράμματος, στο οποίο δημοσιεύθηκε η 81/1989 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας περί αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Γιαννιτσών, 3) την ....../1996 Ο.Α. του Πολεοδομικού Γραφείου Γιαννιτσών μετά του συνημμένου Τοπογραφικού Διαγράμματος που εκδόθηκε από το Πολεοδομικό Γραφείο Γιαννιτσών, 4) το ....../6-2-2006 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Γιαννιτσών, 5) την ....../29-5-2000 Ο.Α. του Πολεοδομικού Γραφείου Γιαννιτσών μετά του συνημμένου Τοπογραφικού Διαγράμματος, 6) το από 8-1-2001 Τοπογραφικό Διάγραμμα των Πολιτικών Μηχανικών, Χ. Α., και Ε. Π., μετά του επ` αυτού Υπομνήματος, 7) την από 19-5-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Θ. Α. με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύεται, και 8) την από 3-4-2006 Τεχνική Έκθεση της αγρονόμου-τοπογράφου Μηχανικού Ε. Ζ., με το συνημμένο σ` αυτή από μηνός Μαρτίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να απαιτείται η ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Όσον δε αφορά την από 19-5-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Θ. Α. ρητά μνημονεύεται σ` αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) ότι λήφθηκε υπόψη. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-5-2009 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της 3016/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 

Σχόλια