
143/2015 ΑΠ ( 643717)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΧΡΙΔ 2015/423)
Δουλεία διόδου. Για την κτήση αυτής με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί
εικοσαετία,
η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρη του δουλεύοντος και
θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου. Για τη συμπλήρωση
της εικοσαετίας προσμετράται επί ..
καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του
δικαιοπαρόχου. Στέρηση διόδου. Δεν υφίσταται τέτοια, όταν ο ιδιοκτήτης μπορεί να ικανοποιήσει
την ανάγκη επικοινωνίας διαμέσου γειτονικού ακινήτου, του οποίου είναι κύριος, ή όταν η
επικοινωνία μπορεί πράγματι να γίνει από υπάρχουσα αδιαμόρφωτη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική
οδό, έστω και αν αυτό απαιτεί μικρής δαπάνης επέμβαση για την καλύτερη διαμόρφωσή της.
Προσβολή πραγματικής δουλείας. Αξιώσεις του δικαιούχου. Ως προσβολή, νοείται κάθε πράξη
περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου. ΓΟΚ. Από την απαγόρευση της
σύστασης δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται τον περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή
επέκτασης των κτηρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις,
εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο
οικοπέδου ή κτηρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Απορρίπτει την αναίρεση της
υπ’ αριθμ. 61/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο.
Αριθμός 143/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπείται από την προσωρινή του δικαστική συμπαραστάτρια Κ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.... .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 ΑΚ, οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρη του δουλεύοντος και θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται, κατ` άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1132 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον. Ως προσβολή, ειδικότερα, νοείται κάθε πράξη αντιτιθέμενη στην απαιτούμενη, για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή κάθε πράξη περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 25 του Ν. 1577/1985 περί του ισχύοντος Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, συνάγεται ότι με βάση τις αρχές της καλής πίστης, στέρηση διόδου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της δουλείας διόδου, υφίσταται όταν η επικοινωνία με τον κοινόχρηστο χώρο είναι παντελώς αδύνατη από λόγους τεχνικούς ή όταν απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη, την οποία δεν είναι σε θέση να καταβάλει ο ιδιοκτήτης, όχι δε και όταν αυτή μπορεί να επιτευχθεί με κάποιες δυσχέρειες ή με μικρές θυσίες του ιδιοκτήτη. Ετσι, στέρηση διόδου δεν υφίσταται, όταν ο ιδιοκτήτης μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη επικοινωνίας διαμέσου γειτονικού ακινήτου, του οποίου είναι κύριος, ή όταν η επικοινωνία μπορεί πράγματι να γίνει από υπάρχουσα αδιαμόρφωτη οδό (δημόσια, δημοτική ή κοινοτική), έστω και αν αυτό απαιτεί μικρής δαπάνης επέμβαση για την καλύτερη διαμόρφωση της. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτηρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτηρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αρ.1 παρ.2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατ` απόφασης Ειρηνοδικείου δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή δουλείας διόδου του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ` αριθ. .../5-2-1968 συμβολαίου, του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης .......................... που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό 24, ο Δ. Β. του Γ., κύριος εξ αγοράς δυνάμει του υπ` αριθ. …/2-7-1928 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης ............... που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Ειρηνοδικείου Ξάνθης στον τόμο Γ` με αύξοντα αριθμό …, ενός αγρού κείμενου στη θέση "Μερκές Γιανιντά" της κτηματικής περιοχής Τοξοτών Ν. Ξάνθης, εμβαδού 21.606 τ.μ. που συνόρευε ανατολικά με οδό Θαλασσιάς, δυτικά με χαράδρα και λόφο, βόρεια με αμαξιτή οδό και νότια με αγρούς αγνώστων μουσουλμάνων, μεταβίβασε λόγω πώλησης στους αδελφούς Α. και Γ. Π. (ενάγοντα), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την κυριότητα τμήματος του μείζονος αγρού του και ειδικότερα, ενός τμήματος κείμενου στη βόρεια πλευρά του μείζονος αγρού, εμβαδού 3.000 τ.μ. που συνόρευε ανατολικά με φράκτη επί πλευράς μήκους 15 μέτρων, δυτικά με δάσος επί πλευράς μήκους 20 μέτρων, βόρεια με κορυφή των οχθών του Νέστου και δρόμο και νότια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του. Ακολούθως, οι ως άνω συγκύριοι, δυνάμει του υπ` αριθ. .../14-10-1968 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης ............... ............. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο 406 με αύξοντα αριθμό 4, διένειμαν τον αγρό σε δύο τμήματα (ανατολικό και δυτικό) και έλαβαν ο μεν Α. Π. το ανατολικό τμήμα αυτού, εμβαδού 1.500 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 1.774,27 τ.μ., που συνόρευε βόρεια με κορυφή των οχθών του Νέστου, νότια με ιδιοκτησία Δ. Β., ανατολικά με φράκτη αναχώματος και δυτικά με το έτερο διαιρετό τμήμα, ο δε ενάγων το δυτικό τμήμα αυτού, εμβαδού 1.500 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 1.344,09 τ.μ. που συνόρευε βόρεια με κορυφή των οχθών του Νέστου, νότια με ιδιοκτησία Δ. Β., ανατολικά με το έτερο διαιρετό τμήμα και δυτικά με δάσος. Μετά τη διανομή δεν υπήρχε επικοινωνία του τμήματος του ακινήτου που περιήλθε στον ενάγοντα με την κεντρικότερη οδό που κείται ανατολικά των επιδίκων και οδηγεί στον οικισμό της Γ. και επειδή δεν είχε αυτό πρόσβαση σε άλλη οδό, συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο αδελφών η διάνοιξη ιδιωτικού δρόμου μήκους 70 περίπου μέτρων και πλάτους περίπου 4 μέτρων, συνολικού εμβαδού 271,75 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με δημόσιο δρόμο επί πλευράς με στοιχεία 8-9 μήκους 4,15 μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος επί πλευράς με στοιχεία 1-2 μήκους 3,45 μέτρων, βόρεια με κορυφές των οχθών του Νέστου επί πλευρών με στοιχεία 2-3 μήκους 11,36 μέτρων, 3-4 μήκους 3,52 μέτρων, 4-5 μήκους 10,73 μέτρων, 5-6 μήκους 15,82 μέτρων, 6-7 μήκους 6,95 μέτρων, 7-8 μήκους 21,32 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία Α. Π. επί πλευρών με στοιχεία 9-10 μήκους 17,60 μέτρων, 10-11 μήκους 18,21 μέτρων, 11-12 μήκους 19,00 μέτρων και 12-1 μήκους 13,96, όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-1 στο από Οκτώβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Λ.. Η δίοδος αυτή εμφαίνεται στο υπόμνημα της υπ` αριθ. 930/18-11- 1968 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Ξάνθης, με την οποία ο ενάγων προέβη στην ανέγερση ισόγειας κεραμοσκεπούς οικίας επί του ακινήτου του, χαρακτηρίζεται ως αγροτική οδός, καταλαμβάνει όλο το βόρειο τμήμα του ακινήτου του Α. Π. και καταλήγει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Αλλη οδός επικοινωνίας του ακινήτου του ενάγοντος με την κεντρική οδό δεν εμφαίνεται στο παραπάνω υπόμνημα. Στις 21-6-1982 κατόπιν αίτησης του ενάγοντος για προσθήκη κατ` επέκταση κουζίνας και βεράντας επιφάνειας 17,02 τ.μ. εκδόθηκε η υπ` αριθ. 364/1982 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Ξάνθης. Στο τοπογραφικό σκαρίφημα που συνόδευε την εν λόγω άδεια τα συνεχόμενα ακίνητα των αδελφών Π. φέρονται να συνορεύουν προς Βορρά με δρόμο, χαρακτηριζόμενο ως κοινοτικό, ενώ και πάλι άλλη οδός επικοινωνίας του ακινήτου του ενάγοντος με την κεντρική οδό δεν εμφαίνεται. Ακολούθως, ο Α. Π. δυνάμει του υπ` αριθ. 735/8- 10-1987 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης ........................... που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό 72, μεταβίβασε στον. εναγόμενο λόγω πώλησης την κυριότητα του ως άνω ακινήτου του. Στο από 10- 9-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Κ. που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο, το μεταβιβασθέν ακίνητο φέρεται να συνορεύει ανατολικά με κοινόχρηστο χώρο, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος, βόρεια με ποταμό Νέστο και νότια με δρόμο που χαρακτηρίζεται ως κοινοτικός και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ. Ν.. Στο ίδιο συμβόλαιο (…/1987) ο δρόμος αυτός μνημονεύεται ως νότιο όριο του πωλούμενου στον εναγόμενο οικοπέδου. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι τέτοια οδός ουδέποτε υπήρξε. Η μάρτυρας του εναγομένου και αδελφή του, Ε. Π. του Π., κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων που προηγήθηκε, κατά λέξη τα εξής: "Πριν το 1987 και μετά, εκεί που φαίνεται ο δρόμος ήταν μονοπάτι και αυτό χρησιμοποιούσαν για να περάσουν. Όταν έγινε το συμβόλαιο του 1987 για να φαίνονται και τα δύο οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα έπρεπε να παρουσιασθεί ένας δρόμος πλάτους 4 μέτρων και επειδή το μονοπάτι που βρισκόταν νότια του οικοπέδου ήταν στενότερο τότε σχεδιάσθηκε στο τοπογραφικό, το πλάτος που φαίνεται στο τοπογραφικό του συμβολαίου...". Άλλωστε, από κανένα άλλο έγγραφο που συντάχθηκε την επίμαχη περίοδο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη διόδου, έστω με τη μορφή μονοπατιού, νοτίως της ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Αντίθετα, στο υπ` αριθ. .../6-11- 1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης ........................... που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο αρχικός δικαιοπάροχος των διαδίκων Δ. Β. του Γ. μεταβίβασε στον Α. Κ. του Σ. τον νοτίως των επιδίκων κείμενο αγρό εμβαδού 14.343 τ.μ., ο αγρός αυτός μνημονεύεται ότι συνορεύει βορείως με ιδιοκτησίες Γ. και Α. Π.. Το ίδιο αναφέρεται και στο υπ` αριθ. .../12-8-1978 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο Α. Κ. του Σ. δώρησε στη θυγατέρα του Α. και το γαμπρό του Γ. Ν. τμήμα του παραπάνω αγρού, εμβαδού 6.031 τ.μ.. Ακόμη στο υπ` αριθ. …/17-9- 2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ξάνθης ....... .... .......... .... που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο Γ. Ν., η σύζυγος του Α. και Γ. Κ. σύζυγος Α. μεταβίβασαν στον Α. Χ. του Ι. τον ίδιο, νοτίως των επιδίκων κείμενο αγρό, ο αγρός αυτός μνημονεύεται ότι συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 28,49 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Π., ενώ στο από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ. που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο, αφενός δεν εμφαίνεται καμία δίοδος νοτίως του ακινήτου του ενάγοντος, αφετέρου εμφαίνεται η προαναφερθείσα δίοδος που είχαν συμφωνήσει οι αδελφοί Π., διατρέχουσα το βόρειο τμήμα του ακινήτου του εναγομένου και έχουσα πλάτος, λαμβανομένης υπόψη της κλίμακας 1:500, περίπου 4 μέτρων. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, όλα αυτά τα χρόνια, ήτοι από τις 14-10-1968 όταν έλαβε χώρα η διανομή μεταξύ των αδελφών Α. και Γ. Π., μέχρι τις 8-10-1987 όταν ο Α. Π. μεταβίβασε το μερίδιο του στον εναγόμενο, ασκούσε οιονεί νομή δουλείας διόδου στην προαναφερθείσα εδαφική λωρίδα εμβαδού 271,75 τ.μ. του γειτονικού ακινήτου ιδιοκτησίας του αδελφού του, αφού αυτήν χρησιμοποιούσαν ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειας του για να προσεγγίσουν την οικία τους. Το ίδιο συνέχισε να πράττει και μετά την αγορά του ακινήτου από τον εναγόμενο, οπότε ο τελευταίος όχι μόνο ανέχθηκε την επικοινωνία του ακινήτου του ενάγοντος μέσω της διόδου που διέτρεχε το βόρειο τμήμα του ακινήτου του με τον ίδιο τρόπο όπως ακριβώς γινόταν πριν από την πώληση σ` αυτόν του ακινήτου, αλλά ούτε διαμαρτυρήθηκε όταν το έτος 1992 η τότε Κοινότητα Τοξοτών προέβη σε ασφαλτόστρωση της διόδου (όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π. του Α.). Επίσης, το έτος 1997, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ` αριθ. 259/1997 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ξάνθης για αλλαγή χρήσης αποθήκης σε κατάστημα, τη μελέτη δε του σχετικού έργου ανέλαβε η αδελφή του εναγομένου Ε. Π.. Στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευσε τη σχετική μελέτη, όπως ακριβώς και στο προμνησθέν τοπογραφικό σκαρίφημα της υπ` αριθ. 930/18-11-1968 αδείας και αυτό της υπ` αριθ. 364/1982 αδείας, αποτυπώνεται κοινοτικός δρόμος, βόρεια των συνεχόμενων ιδιοκτησιών των διαδίκων, εκτεινόμενος από τα ανατολικά και από την κεντρική κοινοτική οδό που οδηγεί προς Γαλάνη, προς τα δυτικά και προς το ευρισκόμενο δυτικά της ιδιοκτησίας του ενάγοντος δάσος. Ο δρόμος αυτός, όπως αποτυπώνεται και στο τελευταίο αυτό σκαρίφημα, παρεμβάλλεται ανάμεσα στις ιδιοκτησίες των διαδίκων και στις όχθες του Νέστου. Δρόμος ή μονοπάτι νοτίως των ιδιοκτησιών των διαδίκων και πάλι δεν αποτυπώνεται. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων το έτος 1997, δυνάμει της ως άνω οικοδομικής αδείας, μετέτρεψε την υπάρχουσα στο ακίνητο του παλαιά αποθήκη σε κατάστημα, τη χρήση του οποίου παραχώρησε στον υιό του, ο οποίος ίδρυσε επιχείρηση αναψυκτηρίου με την επωνυμία "....". Έκτοτε χρήση της επίδικης διόδου εμβαδού 271,75 τ.μ. έκαναν ακώλυτα και οι πελάτες της επιχείρησης του υιού του ενάγοντος, πεζοί και με τα οχήματα τους. Ακόμη, από το έτος 1997 μέχρι το 2000, ο υιός του ενάγοντος χρησιμοποιούσε και το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου του εναγομένου, ως χώρο στάθμευσης για τους πελάτες της επιχείρησης του, καταβάλλοντος στον εναγόμενο ετησίως το ποσό των 20.000 δρχ. που αφορούσε τη χρήση του οικοπέδου για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των πελατών του αναψυκτηρίου και όχι τη χρήση της διόδου. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από τις 14-10-1968, όταν έλαβε χώρα η διανομή μεταξύ των αδελφών Α. και Γ. Π., μέχρι τις 24-9-2009, ασκούσε οιονεί νομή δουλείας διόδου στην προαναφερθείσα εδαφική λωρίδα εμβαδού 271,75 τ.μ. του γειτονικού ακινήτου ιδιοκτησίας αρχικά του αδελφού του και μετά τις 8-10-1987 του εναγομένου, εν γνώσει αυτών. Έτσι, απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία (κατόπιν υπερεικοσαετούς οιονεί νομής) εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου σε βάρος του γειτονικού εξ ανατολών ακινήτου που περιήλθε στον εναγόμενο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης αδιαμόρφωτης οδού νοτίως του ακινήτου του ενάγοντος μέσω της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η ανάγκη επικοινωνίας του εν λόγω ακινήτου με την κεντρική οδό, έστω και με την υποβολή του ενάγοντος σε μικρής δαπάνης επέμβαση για την καλύτερη διαμόρφωση της, αφού αποδείχθηκε ότι νοτίως των ακινήτων των διαδίκων υπάρχει ιδιοκτησία, σήμερα Α. Χ. του Ι.. Ο εναγόμενος στις 24-9-2009 με τη χρήση εκσκαπτικού μηχανήματος προέβη σε εκσκαφή και καταστροφή τμήματος της επίδικης ασφαλτοστρωμένης διόδου και προσπάθησε τοποθετώντας πασσάλους περίφραξης στο σημείο που ενώνεται η δίοδος αυτή με την κεντρική οδό, να αποκλείσει τη διέλευση του ενάγοντος. Ο τελευταίος προέβη άμεσα σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Ευλάλου και κάλεσε τον εναγόμενο να αποκαταστήσει το καταστραφέν τμήμα της διόδου και να άρει την τοποθετηθείσα περίφραξη στο σημείο που αυτή ενώνεται με την κεντρική οδό, ο εναγόμενος όμως δεν συμμορφώθηκε.
Συνεπώς, δεκτού γενομένου ως κατ`ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προβάλλει ο εναγόμενος, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης πρόσβασης στο ακίνητο του ενάγοντος και να αναγνωρισθεί το δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου του ενάγοντος κυρίου του περιγραφόμενου παραπάνω δεσπόζοντος ακινήτου μέσω του γειτονικού δουλεύοντος ακινήτου Ιδιοκτησίας του εναγομένου, η οποία (δίοδος) εμβαδού 271,75 τ.μ. συνορεύει ανατολικά με δημόσιο δρόμο επί πλευράς με στοιχεία 8-9 μήκους 4,15 μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος επί πλευράς με στοιχεία 1-2 μήκους 3,45 μέτρων, βόρεια με κορυφές των οχθών του Νέστου επί πλευρών με στοιχεία 2-3 μήκους 11,36 μέτρων, 3-4 μήκους 3,52 μέτρων, 4-5 μήκους 10,73 μέτρων, 5-6 μήκους 15,82 μέτρων, 6-7 μήκους 6,95 μέτρων, 7-8 μήκους 21,32 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία εναγομένου επί πλευρών με στοιχεία 9-10 μήκους 17,60 μέτρων, 10-11 μήκους 18,21 μέτρων, 11-12 μήκους 19,00 μέτρων και 12-1 μήκους 13,96, όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-1 στο από Οκτώβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Λ.. Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει την άνω δίοδο στην πρότερα κατάσταση, αποκαθιστώντας το καταστραφέν την 24η- 9-2009 τμήμα της άνω διόδου και αίροντας την τοποθετηθείσα περίφραξη στο σημείο που αυτή ενώνεται με την κεντρική οδό, και σε περίπτωση άρνησης του εναγομένου, να επιτραπεί στον ενάγοντα να το πράξει ο ίδιος με δαπάνες του εναγομένου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το δίκασαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) χρησιμοποιούσε την επίδικη δίοδο με διάνοια δικαιούχου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1968-2009) κι έτσι απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του και σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος (εναγομένου). Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ) και δέχθηκε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 974, 975, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 560 παρ.Ια` ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προσάπτει ο αναιρεσείων στο Μονομελές Πρωτοδικείο: α) με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 560 παρ. 1 β` ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "κανένας λογικά σκεπτόμενος και συνετός άνθρωπος δεν θα παρείχε δουλεία διόδου η οποία θα κατέστρεφε το ακίνητο του, διαχωρίζοντας το σε δύο τμήματα, μη συγκοινωνούντα μεταξύ τους... ενώ υπήρχε η δυνατότητα παροχής άλλης προσφορότερης διόδου με μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων, και, ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε μια εφαπτόμενη με τη νότια πλευρά του οικοπέδου του (αναιρεσείοντος) και άλλη εφαπτόμενη με τη βόρεια πλευρά αυτού..", β) με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 560 παρ.1α` ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1, 2 ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), "με το να αναγνωρίσει με την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαίωμα δουλείας διόδου του αναιρεσιβλήτου στην επίδικη εδαφική λωρίδα και έτσι κατέστη αδύνατη η δόμηση του βόρειου τμήματος του ακινήτου του λόγω των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων και περιορίστηκαν οι επιλογές διαμόρφωσης του εναπομείνοντος νότιου τμήματος του οικοπέδου του, ενώ υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας του δεσπόζοντος ακινήτου με την κεντρική οδό προς Γαλάνη μέσω αδιαμόρφωτης οδού στα νότια όρια των γειτονικών ακινήτων καθώς και στα βόρεια όρια αυτών, με πολύ μικρή δαπάνη", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους, πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο των πραγματικών γεγονότων και, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφενός της δυνατότητας πρόσβασης του ακινήτου του αναιρεσείοντος με την κεντρική οδό προς Γαλάνη μέσω άλλης διόδου και αφετέρου του περιορισμού της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου αυτού, εξαιτίας της κατάτμησης του με την αναγνώριση της ένδικης δουλείας διόδου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης του δεσπόζοντος ακινήτου με την πιο πάνω κεντρική οδό άλλη, πλην της επίδικης διόδου ούτε θίγεται η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του δουλεύοντος ακινήτου με την αναγνώριση σε βάρος του δικαιώματος πραγματικής δουλείας του αναιρεσείοντος επί της μοναδικής διόδου του ακινήτου του προς την προαναφερθείσα κεντρική οδό.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/10/2013 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 61/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπείται από την προσωρινή του δικαστική συμπαραστάτρια Κ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.... .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 ΑΚ, οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρη του δουλεύοντος και θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται, κατ` άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1132 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον. Ως προσβολή, ειδικότερα, νοείται κάθε πράξη αντιτιθέμενη στην απαιτούμενη, για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή κάθε πράξη περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 25 του Ν. 1577/1985 περί του ισχύοντος Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, συνάγεται ότι με βάση τις αρχές της καλής πίστης, στέρηση διόδου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της δουλείας διόδου, υφίσταται όταν η επικοινωνία με τον κοινόχρηστο χώρο είναι παντελώς αδύνατη από λόγους τεχνικούς ή όταν απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη, την οποία δεν είναι σε θέση να καταβάλει ο ιδιοκτήτης, όχι δε και όταν αυτή μπορεί να επιτευχθεί με κάποιες δυσχέρειες ή με μικρές θυσίες του ιδιοκτήτη. Ετσι, στέρηση διόδου δεν υφίσταται, όταν ο ιδιοκτήτης μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη επικοινωνίας διαμέσου γειτονικού ακινήτου, του οποίου είναι κύριος, ή όταν η επικοινωνία μπορεί πράγματι να γίνει από υπάρχουσα αδιαμόρφωτη οδό (δημόσια, δημοτική ή κοινοτική), έστω και αν αυτό απαιτεί μικρής δαπάνης επέμβαση για την καλύτερη διαμόρφωση της. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτηρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτηρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αρ.1 παρ.2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατ` απόφασης Ειρηνοδικείου δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή δουλείας διόδου του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ` αριθ. .../5-2-1968 συμβολαίου, του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης .......................... που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό 24, ο Δ. Β. του Γ., κύριος εξ αγοράς δυνάμει του υπ` αριθ. …/2-7-1928 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης ............... που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Ειρηνοδικείου Ξάνθης στον τόμο Γ` με αύξοντα αριθμό …, ενός αγρού κείμενου στη θέση "Μερκές Γιανιντά" της κτηματικής περιοχής Τοξοτών Ν. Ξάνθης, εμβαδού 21.606 τ.μ. που συνόρευε ανατολικά με οδό Θαλασσιάς, δυτικά με χαράδρα και λόφο, βόρεια με αμαξιτή οδό και νότια με αγρούς αγνώστων μουσουλμάνων, μεταβίβασε λόγω πώλησης στους αδελφούς Α. και Γ. Π. (ενάγοντα), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την κυριότητα τμήματος του μείζονος αγρού του και ειδικότερα, ενός τμήματος κείμενου στη βόρεια πλευρά του μείζονος αγρού, εμβαδού 3.000 τ.μ. που συνόρευε ανατολικά με φράκτη επί πλευράς μήκους 15 μέτρων, δυτικά με δάσος επί πλευράς μήκους 20 μέτρων, βόρεια με κορυφή των οχθών του Νέστου και δρόμο και νότια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του. Ακολούθως, οι ως άνω συγκύριοι, δυνάμει του υπ` αριθ. .../14-10-1968 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης ............... ............. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο 406 με αύξοντα αριθμό 4, διένειμαν τον αγρό σε δύο τμήματα (ανατολικό και δυτικό) και έλαβαν ο μεν Α. Π. το ανατολικό τμήμα αυτού, εμβαδού 1.500 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 1.774,27 τ.μ., που συνόρευε βόρεια με κορυφή των οχθών του Νέστου, νότια με ιδιοκτησία Δ. Β., ανατολικά με φράκτη αναχώματος και δυτικά με το έτερο διαιρετό τμήμα, ο δε ενάγων το δυτικό τμήμα αυτού, εμβαδού 1.500 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 1.344,09 τ.μ. που συνόρευε βόρεια με κορυφή των οχθών του Νέστου, νότια με ιδιοκτησία Δ. Β., ανατολικά με το έτερο διαιρετό τμήμα και δυτικά με δάσος. Μετά τη διανομή δεν υπήρχε επικοινωνία του τμήματος του ακινήτου που περιήλθε στον ενάγοντα με την κεντρικότερη οδό που κείται ανατολικά των επιδίκων και οδηγεί στον οικισμό της Γ. και επειδή δεν είχε αυτό πρόσβαση σε άλλη οδό, συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο αδελφών η διάνοιξη ιδιωτικού δρόμου μήκους 70 περίπου μέτρων και πλάτους περίπου 4 μέτρων, συνολικού εμβαδού 271,75 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με δημόσιο δρόμο επί πλευράς με στοιχεία 8-9 μήκους 4,15 μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος επί πλευράς με στοιχεία 1-2 μήκους 3,45 μέτρων, βόρεια με κορυφές των οχθών του Νέστου επί πλευρών με στοιχεία 2-3 μήκους 11,36 μέτρων, 3-4 μήκους 3,52 μέτρων, 4-5 μήκους 10,73 μέτρων, 5-6 μήκους 15,82 μέτρων, 6-7 μήκους 6,95 μέτρων, 7-8 μήκους 21,32 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία Α. Π. επί πλευρών με στοιχεία 9-10 μήκους 17,60 μέτρων, 10-11 μήκους 18,21 μέτρων, 11-12 μήκους 19,00 μέτρων και 12-1 μήκους 13,96, όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-1 στο από Οκτώβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Λ.. Η δίοδος αυτή εμφαίνεται στο υπόμνημα της υπ` αριθ. 930/18-11- 1968 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Ξάνθης, με την οποία ο ενάγων προέβη στην ανέγερση ισόγειας κεραμοσκεπούς οικίας επί του ακινήτου του, χαρακτηρίζεται ως αγροτική οδός, καταλαμβάνει όλο το βόρειο τμήμα του ακινήτου του Α. Π. και καταλήγει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Αλλη οδός επικοινωνίας του ακινήτου του ενάγοντος με την κεντρική οδό δεν εμφαίνεται στο παραπάνω υπόμνημα. Στις 21-6-1982 κατόπιν αίτησης του ενάγοντος για προσθήκη κατ` επέκταση κουζίνας και βεράντας επιφάνειας 17,02 τ.μ. εκδόθηκε η υπ` αριθ. 364/1982 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Ξάνθης. Στο τοπογραφικό σκαρίφημα που συνόδευε την εν λόγω άδεια τα συνεχόμενα ακίνητα των αδελφών Π. φέρονται να συνορεύουν προς Βορρά με δρόμο, χαρακτηριζόμενο ως κοινοτικό, ενώ και πάλι άλλη οδός επικοινωνίας του ακινήτου του ενάγοντος με την κεντρική οδό δεν εμφαίνεται. Ακολούθως, ο Α. Π. δυνάμει του υπ` αριθ. 735/8- 10-1987 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης ........................... που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό 72, μεταβίβασε στον. εναγόμενο λόγω πώλησης την κυριότητα του ως άνω ακινήτου του. Στο από 10- 9-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Κ. που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο, το μεταβιβασθέν ακίνητο φέρεται να συνορεύει ανατολικά με κοινόχρηστο χώρο, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος, βόρεια με ποταμό Νέστο και νότια με δρόμο που χαρακτηρίζεται ως κοινοτικός και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ. Ν.. Στο ίδιο συμβόλαιο (…/1987) ο δρόμος αυτός μνημονεύεται ως νότιο όριο του πωλούμενου στον εναγόμενο οικοπέδου. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι τέτοια οδός ουδέποτε υπήρξε. Η μάρτυρας του εναγομένου και αδελφή του, Ε. Π. του Π., κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων που προηγήθηκε, κατά λέξη τα εξής: "Πριν το 1987 και μετά, εκεί που φαίνεται ο δρόμος ήταν μονοπάτι και αυτό χρησιμοποιούσαν για να περάσουν. Όταν έγινε το συμβόλαιο του 1987 για να φαίνονται και τα δύο οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα έπρεπε να παρουσιασθεί ένας δρόμος πλάτους 4 μέτρων και επειδή το μονοπάτι που βρισκόταν νότια του οικοπέδου ήταν στενότερο τότε σχεδιάσθηκε στο τοπογραφικό, το πλάτος που φαίνεται στο τοπογραφικό του συμβολαίου...". Άλλωστε, από κανένα άλλο έγγραφο που συντάχθηκε την επίμαχη περίοδο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη διόδου, έστω με τη μορφή μονοπατιού, νοτίως της ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Αντίθετα, στο υπ` αριθ. .../6-11- 1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Ξάνθης ........................... που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο αρχικός δικαιοπάροχος των διαδίκων Δ. Β. του Γ. μεταβίβασε στον Α. Κ. του Σ. τον νοτίως των επιδίκων κείμενο αγρό εμβαδού 14.343 τ.μ., ο αγρός αυτός μνημονεύεται ότι συνορεύει βορείως με ιδιοκτησίες Γ. και Α. Π.. Το ίδιο αναφέρεται και στο υπ` αριθ. .../12-8-1978 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο Α. Κ. του Σ. δώρησε στη θυγατέρα του Α. και το γαμπρό του Γ. Ν. τμήμα του παραπάνω αγρού, εμβαδού 6.031 τ.μ.. Ακόμη στο υπ` αριθ. …/17-9- 2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ξάνθης ....... .... .......... .... που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο Γ. Ν., η σύζυγος του Α. και Γ. Κ. σύζυγος Α. μεταβίβασαν στον Α. Χ. του Ι. τον ίδιο, νοτίως των επιδίκων κείμενο αγρό, ο αγρός αυτός μνημονεύεται ότι συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 28,49 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Π., ενώ στο από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ. που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο, αφενός δεν εμφαίνεται καμία δίοδος νοτίως του ακινήτου του ενάγοντος, αφετέρου εμφαίνεται η προαναφερθείσα δίοδος που είχαν συμφωνήσει οι αδελφοί Π., διατρέχουσα το βόρειο τμήμα του ακινήτου του εναγομένου και έχουσα πλάτος, λαμβανομένης υπόψη της κλίμακας 1:500, περίπου 4 μέτρων. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, όλα αυτά τα χρόνια, ήτοι από τις 14-10-1968 όταν έλαβε χώρα η διανομή μεταξύ των αδελφών Α. και Γ. Π., μέχρι τις 8-10-1987 όταν ο Α. Π. μεταβίβασε το μερίδιο του στον εναγόμενο, ασκούσε οιονεί νομή δουλείας διόδου στην προαναφερθείσα εδαφική λωρίδα εμβαδού 271,75 τ.μ. του γειτονικού ακινήτου ιδιοκτησίας του αδελφού του, αφού αυτήν χρησιμοποιούσαν ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειας του για να προσεγγίσουν την οικία τους. Το ίδιο συνέχισε να πράττει και μετά την αγορά του ακινήτου από τον εναγόμενο, οπότε ο τελευταίος όχι μόνο ανέχθηκε την επικοινωνία του ακινήτου του ενάγοντος μέσω της διόδου που διέτρεχε το βόρειο τμήμα του ακινήτου του με τον ίδιο τρόπο όπως ακριβώς γινόταν πριν από την πώληση σ` αυτόν του ακινήτου, αλλά ούτε διαμαρτυρήθηκε όταν το έτος 1992 η τότε Κοινότητα Τοξοτών προέβη σε ασφαλτόστρωση της διόδου (όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π. του Α.). Επίσης, το έτος 1997, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ` αριθ. 259/1997 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ξάνθης για αλλαγή χρήσης αποθήκης σε κατάστημα, τη μελέτη δε του σχετικού έργου ανέλαβε η αδελφή του εναγομένου Ε. Π.. Στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευσε τη σχετική μελέτη, όπως ακριβώς και στο προμνησθέν τοπογραφικό σκαρίφημα της υπ` αριθ. 930/18-11-1968 αδείας και αυτό της υπ` αριθ. 364/1982 αδείας, αποτυπώνεται κοινοτικός δρόμος, βόρεια των συνεχόμενων ιδιοκτησιών των διαδίκων, εκτεινόμενος από τα ανατολικά και από την κεντρική κοινοτική οδό που οδηγεί προς Γαλάνη, προς τα δυτικά και προς το ευρισκόμενο δυτικά της ιδιοκτησίας του ενάγοντος δάσος. Ο δρόμος αυτός, όπως αποτυπώνεται και στο τελευταίο αυτό σκαρίφημα, παρεμβάλλεται ανάμεσα στις ιδιοκτησίες των διαδίκων και στις όχθες του Νέστου. Δρόμος ή μονοπάτι νοτίως των ιδιοκτησιών των διαδίκων και πάλι δεν αποτυπώνεται. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων το έτος 1997, δυνάμει της ως άνω οικοδομικής αδείας, μετέτρεψε την υπάρχουσα στο ακίνητο του παλαιά αποθήκη σε κατάστημα, τη χρήση του οποίου παραχώρησε στον υιό του, ο οποίος ίδρυσε επιχείρηση αναψυκτηρίου με την επωνυμία "....". Έκτοτε χρήση της επίδικης διόδου εμβαδού 271,75 τ.μ. έκαναν ακώλυτα και οι πελάτες της επιχείρησης του υιού του ενάγοντος, πεζοί και με τα οχήματα τους. Ακόμη, από το έτος 1997 μέχρι το 2000, ο υιός του ενάγοντος χρησιμοποιούσε και το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου του εναγομένου, ως χώρο στάθμευσης για τους πελάτες της επιχείρησης του, καταβάλλοντος στον εναγόμενο ετησίως το ποσό των 20.000 δρχ. που αφορούσε τη χρήση του οικοπέδου για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των πελατών του αναψυκτηρίου και όχι τη χρήση της διόδου. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από τις 14-10-1968, όταν έλαβε χώρα η διανομή μεταξύ των αδελφών Α. και Γ. Π., μέχρι τις 24-9-2009, ασκούσε οιονεί νομή δουλείας διόδου στην προαναφερθείσα εδαφική λωρίδα εμβαδού 271,75 τ.μ. του γειτονικού ακινήτου ιδιοκτησίας αρχικά του αδελφού του και μετά τις 8-10-1987 του εναγομένου, εν γνώσει αυτών. Έτσι, απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία (κατόπιν υπερεικοσαετούς οιονεί νομής) εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου σε βάρος του γειτονικού εξ ανατολών ακινήτου που περιήλθε στον εναγόμενο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης αδιαμόρφωτης οδού νοτίως του ακινήτου του ενάγοντος μέσω της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η ανάγκη επικοινωνίας του εν λόγω ακινήτου με την κεντρική οδό, έστω και με την υποβολή του ενάγοντος σε μικρής δαπάνης επέμβαση για την καλύτερη διαμόρφωση της, αφού αποδείχθηκε ότι νοτίως των ακινήτων των διαδίκων υπάρχει ιδιοκτησία, σήμερα Α. Χ. του Ι.. Ο εναγόμενος στις 24-9-2009 με τη χρήση εκσκαπτικού μηχανήματος προέβη σε εκσκαφή και καταστροφή τμήματος της επίδικης ασφαλτοστρωμένης διόδου και προσπάθησε τοποθετώντας πασσάλους περίφραξης στο σημείο που ενώνεται η δίοδος αυτή με την κεντρική οδό, να αποκλείσει τη διέλευση του ενάγοντος. Ο τελευταίος προέβη άμεσα σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Ευλάλου και κάλεσε τον εναγόμενο να αποκαταστήσει το καταστραφέν τμήμα της διόδου και να άρει την τοποθετηθείσα περίφραξη στο σημείο που αυτή ενώνεται με την κεντρική οδό, ο εναγόμενος όμως δεν συμμορφώθηκε.
Συνεπώς, δεκτού γενομένου ως κατ`ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προβάλλει ο εναγόμενος, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης πρόσβασης στο ακίνητο του ενάγοντος και να αναγνωρισθεί το δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου του ενάγοντος κυρίου του περιγραφόμενου παραπάνω δεσπόζοντος ακινήτου μέσω του γειτονικού δουλεύοντος ακινήτου Ιδιοκτησίας του εναγομένου, η οποία (δίοδος) εμβαδού 271,75 τ.μ. συνορεύει ανατολικά με δημόσιο δρόμο επί πλευράς με στοιχεία 8-9 μήκους 4,15 μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος επί πλευράς με στοιχεία 1-2 μήκους 3,45 μέτρων, βόρεια με κορυφές των οχθών του Νέστου επί πλευρών με στοιχεία 2-3 μήκους 11,36 μέτρων, 3-4 μήκους 3,52 μέτρων, 4-5 μήκους 10,73 μέτρων, 5-6 μήκους 15,82 μέτρων, 6-7 μήκους 6,95 μέτρων, 7-8 μήκους 21,32 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία εναγομένου επί πλευρών με στοιχεία 9-10 μήκους 17,60 μέτρων, 10-11 μήκους 18,21 μέτρων, 11-12 μήκους 19,00 μέτρων και 12-1 μήκους 13,96, όπως η έκταση αυτή εμφαίνεται υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-1 στο από Οκτώβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Λ.. Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει την άνω δίοδο στην πρότερα κατάσταση, αποκαθιστώντας το καταστραφέν την 24η- 9-2009 τμήμα της άνω διόδου και αίροντας την τοποθετηθείσα περίφραξη στο σημείο που αυτή ενώνεται με την κεντρική οδό, και σε περίπτωση άρνησης του εναγομένου, να επιτραπεί στον ενάγοντα να το πράξει ο ίδιος με δαπάνες του εναγομένου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το δίκασαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) χρησιμοποιούσε την επίδικη δίοδο με διάνοια δικαιούχου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1968-2009) κι έτσι απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του και σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος (εναγομένου). Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ) και δέχθηκε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 974, 975, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 560 παρ.Ια` ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προσάπτει ο αναιρεσείων στο Μονομελές Πρωτοδικείο: α) με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 560 παρ. 1 β` ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "κανένας λογικά σκεπτόμενος και συνετός άνθρωπος δεν θα παρείχε δουλεία διόδου η οποία θα κατέστρεφε το ακίνητο του, διαχωρίζοντας το σε δύο τμήματα, μη συγκοινωνούντα μεταξύ τους... ενώ υπήρχε η δυνατότητα παροχής άλλης προσφορότερης διόδου με μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων, και, ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε μια εφαπτόμενη με τη νότια πλευρά του οικοπέδου του (αναιρεσείοντος) και άλλη εφαπτόμενη με τη βόρεια πλευρά αυτού..", β) με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 560 παρ.1α` ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1, 2 ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), "με το να αναγνωρίσει με την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαίωμα δουλείας διόδου του αναιρεσιβλήτου στην επίδικη εδαφική λωρίδα και έτσι κατέστη αδύνατη η δόμηση του βόρειου τμήματος του ακινήτου του λόγω των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων και περιορίστηκαν οι επιλογές διαμόρφωσης του εναπομείνοντος νότιου τμήματος του οικοπέδου του, ενώ υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας του δεσπόζοντος ακινήτου με την κεντρική οδό προς Γαλάνη μέσω αδιαμόρφωτης οδού στα νότια όρια των γειτονικών ακινήτων καθώς και στα βόρεια όρια αυτών, με πολύ μικρή δαπάνη", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους, πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο των πραγματικών γεγονότων και, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφενός της δυνατότητας πρόσβασης του ακινήτου του αναιρεσείοντος με την κεντρική οδό προς Γαλάνη μέσω άλλης διόδου και αφετέρου του περιορισμού της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου αυτού, εξαιτίας της κατάτμησης του με την αναγνώριση της ένδικης δουλείας διόδου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης του δεσπόζοντος ακινήτου με την πιο πάνω κεντρική οδό άλλη, πλην της επίδικης διόδου ούτε θίγεται η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του δουλεύοντος ακινήτου με την αναγνώριση σε βάρος του δικαιώματος πραγματικής δουλείας του αναιρεσείοντος επί της μοναδικής διόδου του ακινήτου του προς την προαναφερθείσα κεντρική οδό.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/10/2013 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 61/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου