
88/2015 ΑΠ ( 643711)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αμφισβήτηση συγκυριότητας επί ακινήτου. Θεμελίωση των προϋποθέσεων κτήσης της
συγκυριότητας επί του επίδικου από τους αναιρεσίβλητους τόσο με τον παράγωγο τρόπο της
μεταβίβασης λόγω προικός στην πρώτη εξ’ αυτών από τον κύριο του..
ακινήτου πατέρα της και
γονικής παροχής από την ίδια προς τα τέκνα της - λοιπούς αναιρεσίβλητους, όσο και με έκτακτη
χρησικτησία. Δεδικασμένο. Έκταση αυτού και επί του κριθέντος δικονομικού ζητήματος όπως είναι
και αυτό της απόρριψης της αγωγής λόγω αοριστίας. Εάν όμως ο ενάγων βελτιώσει την αγωγή ως
προς την ανωτέρω δικονομική έλλειψη, ασκώντας νέα, αλλά ορισμένη, αγωγή με την ίδια ιστορική
και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και η άσκηση της νέας αυτής
αγωγής είναι παραδεκτή. Εκκρεμοδικία. Επέλευση αυτής και από άσκηση τριτανακοπής κατά
απόφασης με την οποία αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος του επίδικου πράγματος, ως προς το
δικαίωμα της κυριότητας και τον τρόπο της κτήσεώς της. Διάρκεια εκκρεμοδικίας μέχρι την
έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής. Αναβίωση αυτής με την άσκηση εφέσεως και μέσα
στα
όρια του ένδικου αυτού μέσου και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εφέσεως ή τη
κατάργηση της δίκης. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 557/2011 απόφασης του Εφετείου
Θεσσαλονίκης.
Αριθμός 88/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Δ., και 2) Ε. χήρας Σ. Λ., κατοίκων ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. συζ. Δ. Μ., το γένος Ν. Κ., 2) Ν. Μ. του Δ. και 3) Λ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/3/2006 και από 6/6/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6/7/2005 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδεσσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2007 μη οριστική, 94/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1/3/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ`αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή", κατά δε το άρθρο 1045 του ΑΚ "Εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία)". Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί αντίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν δημιουργείται, επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν η απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 περ. γ` του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν δημιουργείται επίσης όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με το υπ`αριθμ. .../24-10-1972 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............... που μεταγράφηκε νόμιμα ο πατέρας της πρώτης αναιρεσίβλητης - ενάγουσας Ν. Κ., που είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, σε μείζονα έκταση, με παράγωγο τρόπο, ήτοι εν μέρει με το υπ`αριθμ. .../1-10-1934 νομίμως μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και εν μέρει με την υπ`αριθμ. .../31-5-1935 νομίμως μεταγραφείσα περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, αλλά και με πρωτότυπο, έχοντας στη νομή του το επίδικο επί χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μεταβίβασε λόγω προικός το επίδικο αυτό ακίνητο, αληθούς εκτάσεως 1964,52 τ.μ. κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη αναιρεσίβλητη - κόρη του Ι. Μ., παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία μέχρι και τον θάνατό του, που επήλθε την 3-12-1978, οπότε η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και έτσι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο σε ποσοστό 100% (και όχι μόνον σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, όπως είχε γίνει δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση, που δεν προσβλήθηκε με έφεση από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα). Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη, μετά την κατά τα άνω μεταβίβαση του επιδίκου σ` αυτήν, έλαβε τη νομή και κατοχή του και συνέχισε να ασκεί επ` αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του κατωτέρω διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας, για το χρονικό διάστημα από το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα της (1978) μέχρι και τη μεταβίβαση των παρακάτω ποσοστών εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα στους λοιπούς ενάγοντες-τέκνα της (1997), αλλά και στη συνέχεια ασκώντας τη νομή σε ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου και οιονεί νομή ως ίδιον δικαίωμα και νομή ως αντιπρόσωπος των ψιλών κυρίων σε ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου, ενώ για το χρονικό διάστημα που επικαρπωτής ήταν ο πατέρας της (1972-1978), ο τελευταίος ασκούσε οιονεί νομή ως ίδιον δικαίωμα και νομή ως αντιπρόσωπος της ψιλής κυρίας-πρώτης ενάγουσας-εφεσίβλητης.. Και συγκεκριμένα, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, το χρονικό διάστημα από το έτος 1974, που σταμάτησε να στεγάζεται στο επίδικο το νηπιοτροφείο Αριδαίας, μέχρι και το θάνατο του Ν. Κ., ο τελευταίος ασκούσε οιονεί νομή ως ίδιον δικαίωμα και νεμόταν το επίδικο ως αντιπρόσωπος της ψιλής κυρίας-πρώτης ενάγουσας, επιβλέποντάς το από καταπατήσεις τρίτων. Στη συνέχεια το έτος 1980 η τελευταία εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο με τα επ` αυτού κτίσματα, στον Ι. Δ., ο οποίος διατηρούσε σ` αυτό επιχείρηση επεξεργασίας σιδήρου, μέχρι και το έτος 1997 περίπου, και κατέβαλε τα μισθώματα στον Π. Ν., για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας. Ο ανωτέρω μισθωτής χρησιμοποιούσε ολόκληρη την έκταση του επιδίκου ακινήτου με τα υπάρχοντα κτίσματα, ήτοι το κυρίως κτίσμα του "παράδεισου" (πρώην ξενοδοχείο), καθώς και τα δύο βοηθητικά κτίσματα, ήτοι την αποθήκη πίσω από το κυρίως κτίσμα και το μαγειρείο που βρισκόταν σε επαφή με την ιδιοκτησία Σ., το οποίο ειδικότερα χρησιμοποιούσε ως αποθήκη. Μάλιστα, με ενέργειες του εν λόγω μισθωτή και για τις ανάγκες της ασκούμενης στο επίδικο επιχείρησής του, ηλεκτροδοτήθηκε αυτό από τη ΔΕΗ με βιομηχανικό ρεύμα το έτος 1981 και ο νέος μετρητής τοποθετήθηκε στο παλιό μαγειρείο, που βρισκόταν κατά τα άνω σε επαφή με την ιδιοκτησία Σ. και χρησιμοποιείτο από τον μισθωτή ως αποθήκη. Η πρώτη ενάγουσα και ο σύζυγός της Δ. Μ. δήλωναν στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 1996 και 1998 και τις αντίστοιχες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9) το επίδικο ακίνητο και τα μισθώματα που εισέπρατταν και επίσης κατέβαλαν γι` αυτό δημοτικά τέλη για τα έτη 1991-1996. Ετσι, η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη, Ι. συζ. Δ. Μ., απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου (...) σε ποσοστό 100% και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας υπό την ισχύ του ΑΚ, ήτοι από την ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ (1946) μέχρι και το έτος 1997, που μεταβίβασε κατά τα κατωτέρω το επίδικο στους λοιπούς ενάγοντες-τέκνα της, νεμόταν αυτό, ενεργώντας όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας και χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και τον παραπάνω χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου-πατέρα της Ν. Κ.. Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα, κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά τα ανωτέρω (...), με το υπ` αριθμ. .../11-6-1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αλμωπίας ............... , που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία στον τόμο 503 και αριθμό 50389, μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στα τέκνα της, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων - εφεσιβλήτων ..................... , κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 35% εξ` αδιαιρέτου στον καθένα, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία κατά το αντίστοιχο ποσοστό του 70% εξ` αδιαιρέτου, εφ` όρου ζωής της, ενώ παρέμεινε πλήρης κυρία αυτού σε ποσοστό 30% εξ` αδιαιρέτου. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων-εφεσιβλήτων με το εν λόγω συμβόλαιο απέκτησαν μαζί την ψιλή κυριότητα με παράγωγο τρόπο, όχι μόνον σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του μεταβιβασθέντος 70%, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (η οποία κατά το κεφάλαιό της αυτό δεν πλήττεται με έφεση εκ μέρους των εναγόντων), αλλά σε ποσοστό 70%, αφού η δικαιοπάροχος μητέρα τους, κατά τα προαναφερθέντα, κατά το χρόνο της προς αυτούς μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας, ήταν και κυρία ολόκληρου του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, μετά την κατά τα άνω μεταβίβαση του επιδίκου σ` αυτούς κατά ψιλή κυριότητα, έλαβαν τη νομή και κατοχή του και συνέχισαν να ασκούν επ` αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του κατωτέρω διακατοχικές πράξεις, αντιπροσωπευόμενοι στην άσκηση της νομής από την επικαρπώτρια μητέρα τους-πρώτη εναγομένη, η δε τελευταία συνέχισε να ασκεί επ` αυτού κατά τα προαναφερόμενα οιονεί νομή ως ίδιο δικαίωμα και νομή ως αντιπρόσωπος των ψιλών κυρίων- τέκνων της, με διάνοια δικαιούχου και κυρίας αντίστοιχα, για το χρονικό διάστημα από τη σύνταξη του παραπάνω μεταβιβαστικού συμβολαίου και εντεύθεν. Και συγκεκριμένα, μετά τη λήξη της μίσθωσης του ακινήτου στον Ι. Δ. το έτος 1997, οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι νέμονταν αυτό υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, το επέβλεπαν από καταπατήσεις τρίτων και ασκούσαν εποπτεία επ` αυτού, έχοντάς το στη σφαίρα της εξουσίασής τους με διάνοια δικαιούχων και κυρίων, αντίστοιχα, ενώ το έτος 1999 με δαπάνες της πρώτης ενάγουσας κατεδαφίστηκαν τα υφιστάμενα εντός αυτού παραπάνω κτίσματα, και έκτοτε παρέμεινε ακάλυπτο υπό την επίβλεψη και εποπτεία των εναγόντων. Ετσι, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων-εφεσιβλήτων Ν. και Λ. Μ., απέκτησαν την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά τα άνω με παράγωγο τρόπο τουλάχιστον σε ποσοστό 3/4 εξ` αδιαιρέτου του 70%, ως δέχεται η κατά τούτο μη προσβαλλομένη υπ` αυτών εκκαλουμένη απόφαση, αλλά και σε ποσοστό 70% και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας υπό την ισχύ του ΑΚ, ήτοι από την ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ (1946) μέχρι και την κατωτέρω κατάληψή του από τον εναγόμενο, νέμονται αυτό, αντιπροσωπευόμενοι στη νομή από την επικαρπώτρια μητέρα τους, ενεργώντας όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων και χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και τον παραπάνω χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους (ήτοι της μητέρας τους και του παππού τους)". Εν συνεχεία δέχεται το Εφετείο ότι ο πρώτος αναιρεσείων - εναγόμενος, ο οποίος το έτος 2002, ενεργώντας αυθαίρετα, κατέλαβε και περιέφραξε τμήμα του επίδικου ακινήτου των εναγόντων, ευρισκόμενο στην ανατολική πλευρά του όλου οικοπέδου, εμβαδού (του τμήματος) 790,62 τμ., ουδέποτε είχε στην κατοχή του το καταληφθέν αυτό τμήμα και ουδέποτε άσκησε σ`αυτό πράξεις νομής μέχρι τον κατά τα ανωτέρω χρόνο της καταλήψεώς του (2002), ενώ το ίδιο αυτό τμήμα, δέχεται το Εφετείο, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως κυριότητος που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων και δη στο υπ`αριθμ. .../11-1-1926 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε αποκτήσει το επίδικο ο πατέρας του (αναιρεσείοντος), ο οποίος, κατά τον τελευταίο, το μεταβίβασε ατύπως σ`αυτόν το έτος 1953, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι πρόκειται για άλλο τμήμα ακινήτου, με διαφορετικά όρια. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους, ψιλούς κυρίους και επικαρπώτρια την πρώτη, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, του επιδίκου, εμβαδού 1964,52 τ.μ., και υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσείοντα - εναγόμενο να αποδώσει στους αναιρεσιβλήτους το καταληφθέν από αυτόν ως άνω τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 790,62 τ.μ., απορρίπτοντας (το Εφετείο) και την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει ο αναιρεσείων. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου και δή τόσον με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (μεταβίβαση λόγω προικός στην πρώτη από τον κύριο του ακινήτου πατέρα της - γονική παροχή από την ίδια προς τα τέκνα της, λοιπούς αναιρεσιβλήτους, με τα αναφερόμενα και νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια), όσον και με τον επίσης αναφερόμενο πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία, με υπερεικοσαετή νομή επί του επιδίκου), αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω διατάξεων των άρθρων 1033 και 1045 του ΑΚ, που αποτελούν και τη νόμιμη βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους τρίτον και πέμπτον, από τον αριθμό 19 (όχι και 9 ως προς τον τελευταίο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα, απαραδέκτως κατά τα λοιπά, ιδίως με τον πέμπτο λόγο, στρεφόμενοι κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) εκ μέρους του Εφετείου (άρθρ. 561 § 1 του ΚΠολΔ). Τέλος, από τη διαβεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα κατ`είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (...), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", και το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου έγγραφα (κυρίως συμβόλαια που αφορούν τους απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων), τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων (αλλά και οι αναιρεσίβλητοι) και τα οποία άλλωστε αναφέρονται εν πολλοίς στην απόφαση, τα δε αντίθετα τα οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, από τον αρ. 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 § 1, 324 και 325 του ΚΠολΔ προκύπτει εκτός των άλλων ότι το δεδικασμένο που παράγεται από τις τελεσίδικες αποφάσεις μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, ως τέτοιο δε ζήτημα νοείται και η απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας. Στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, υπό την έννοια ότι αν ασκηθεί νέα, όμοια με την προηγούμενη, αγωγή, ήτοι αγωγή με την ίδια δικονομική έλλειψη (αοριστία), το δικαστήριο θα απορρίψει τη νέα αυτή αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Εάν όμως ο ενάγων, καθώς έχει τη δυνατότητα, βελτιώσει την αγωγή ως προς την ανωτέρω δικονομική έλλειψη, ασκώντας νέα, αλλά ορισμένη, αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και η άσκηση της νέας αυτής αγωγής είναι παραδεκτή (ΑΠ 30/2010, 213/2008, 190/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 221 § 1α`, 222, 308 § 1, 522, 583 επ. 586 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκκρεμοδικία, η οποία εμποδίζει τη διεξαγωγή νέας δίκης σε οποιοδήποτε δικαστήριο για την ίδια διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα, και διαρκεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε με την άσκηση εφέσεως και μέσα στα όρια του ένδικου αυτού μέσου, δημιουργεί και η άσκηση τριτανακοπής στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος του επίδικου πράγματος, ως προς το δικαίωμα της κυριότητας και τον τρόπο της κτήσεώς της (ΑΠ 1335/2010). Η εκκρεμοδικία αυτή στον δεύτερο βαθμό διαρκεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως ή να επέλθει κατάργηση της δίκης κατ`άλλον νόμιμο τρόπο, όπως με την παραίτηση από το δικόγραφο της εφέσεως ή από το δικαίωμα κ.λ.π. (ΑΠ 240/1998). Τέλος, η παρά τον νόμο παραδοχή του δικαστηρίου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία της φερόμενης ενώπιόν του δίκης εφόσον υπάρχει εκκρεμοδικία κατά τις διατάξεις του άρθρου 222 του ΚΠολΔ και το εντεύθεν απαράδεκτο της εκδικάσεως της υποθέσεως ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 716/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα. Με την υπ`αριθμ. 170/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας έγινε δεκτή αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης αναιρεσείουσας - πενθεράς του και αναγνωρίστηκε ο πρώτος κύριος τμήματος, εμβαδού 800 τ.μ., του και νυν επίδικου ακινήτου (του καταληφθέντος, ως ανωτέρω υπό Ι, τμήματος), που έγινε με έκτακτη χρησικτησία, κατά της αποφάσεως δε αυτής οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν τριτανακοπή, επικαλούμενοι δική τους κυριότητα στο τότε (και τώρα) επίδικο τμήμα, η οποία όμως (τριτανακοπή) απορρίφθηκε ως αόριστη επειδή οι τριτανακόπτοντες δεν συμπλήρωσαν την τριτανακοπή ως προς το στοιχείο της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, την οποία είχε αμφισβητήσει ο τότε διάδικος πρώτος αναιρεσείων (ενάγων). Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης οι τριτανακόπτοντες άσκησαν την από 19-4-2006 έφεσή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδέσσης, από το δικόγραφο όμως της έφεσης αυτής οι τελευταίοι παραιτήθηκαν νομίμως, ήτοι με την από 4-12-2006 εξώδικη δήλωσή τους που επέδωσαν στον πρώτο αναιρεσείοντα (ενάγοντα) την 11-12-2006, προ της πρώτης συζητήσεως της παρούσης υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έλαβε χώραν την 19-12- 2006. Με την παραίτηση αυτή, δέχεται το Εφετείο, αφ`ενός μεν καταργήθηκε η εκκρεμοδικία που είχε δημιουργηθεί με την άσκηση της τριτανακοπής ενώπιον του Ειρηνοδικείου και είχε αναβιώσει με την έφεση των τριτανακοπτόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, από το δικόγραφο της οποίας (εφέσεως) οι τελευταίοι παραιτήθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, αφ`ετέρου δε και επειδή το δικαστήριο μετά την ανωτέρω παραίτηση δεν εισήλθε στην κατ`ουσίαν εξέταση της τριτανακοπής, που είχε απορριφθεί ως αόριστη, δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο με την προρρηθείσα, τελεσίδικη δε, απόφαση του Ειρηνοδικείου ως προς το δικαίωμα της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου το οποίο οι τελευταίοι είχαν προβάλει με την τριτανακοπή τους, το εκ της οποίας (αποφάσεως) δεδικασμένο ισχύει μόνον μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ήδη πρώτου και δεύτερης αναιρεσειόντων, όχι δε και έναντι των αναιρεσιβλήτων, εναγόντων με την ένδικη στην παρούσα υπόθεση αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, βάσει των οποίων και απέρριψε τους ισχυρισμούς - λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ασκηθέν με αυτήν δικαίωμα κυριότητας των αναιρεσιβλήτων που προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ`αριθμ. 170/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, αλλά και περί απαραδέκτου της εκδικάσεώς της λόγω της υπάρχουσας εκκρεμοδικίας από την ασκηθείσα ως άνω έφεση κατά της ειρηνοδικειακής αυτής απόφασης, δεν υπέπεσε στις προαναφερθείσες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 16 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού ενόψει των κατά τα ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη δεν συνέτρεχε περίπτωση δεδικασμένου ως προς ουσιαστικό δικαίωμα που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, το δικαίωμα δηλαδή της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, που να δεσμεύει το δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ή μη του ουσιαστικού αυτού δικαιώματος, ούτε εκκρεμοδικία που να εμποδίζει την άσκηση της αγωγής αυτής και να επιβάλλει την αναστολή της εκδικάσεώς της αφού ασκήθηκε (άρθρ. 222 § 2 ΚΠολΔ), τα δε αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτον και δεύτερον, αντιστοίχως, λόγους της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων που περιέχεται στον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ότι η προρρηθείσα παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από την έφεσή τους κατά της υπ`αριθμ. 170/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας δεν ήταν νόμιμη και δεν επέφερε την κατάργηση της προαναφερθείσης εκκρεμοδικίας επειδή έλαβε χώραν μετά την έναρξη της συζήτησης της ένδικης αγωγής της κατά την 7-12-2006, κατά την οποία η συζήτηση διακόπηκε σύμφωνα με το άρθρο 270 § 5 του ΚΠολΔ για τη διεξαγωγή των αποδείξεων για τη δικάσιμο της 19-12-2006, είναι (ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την έφεση των αναιρεσειόντων, ούτε συντρέχει καμμία από τις αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις εν προκειμένω.
ΙΙΙ. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2011 αίτηση των Α. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ`αριθμ. 557/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Δ., και 2) Ε. χήρας Σ. Λ., κατοίκων ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. συζ. Δ. Μ., το γένος Ν. Κ., 2) Ν. Μ. του Δ. και 3) Λ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/3/2006 και από 6/6/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6/7/2005 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδεσσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2007 μη οριστική, 94/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1/3/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ`αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή", κατά δε το άρθρο 1045 του ΑΚ "Εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία)". Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί αντίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν δημιουργείται, επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν η απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 περ. γ` του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν δημιουργείται επίσης όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με το υπ`αριθμ. .../24-10-1972 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............... που μεταγράφηκε νόμιμα ο πατέρας της πρώτης αναιρεσίβλητης - ενάγουσας Ν. Κ., που είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, σε μείζονα έκταση, με παράγωγο τρόπο, ήτοι εν μέρει με το υπ`αριθμ. .../1-10-1934 νομίμως μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και εν μέρει με την υπ`αριθμ. .../31-5-1935 νομίμως μεταγραφείσα περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, αλλά και με πρωτότυπο, έχοντας στη νομή του το επίδικο επί χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μεταβίβασε λόγω προικός το επίδικο αυτό ακίνητο, αληθούς εκτάσεως 1964,52 τ.μ. κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη αναιρεσίβλητη - κόρη του Ι. Μ., παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία μέχρι και τον θάνατό του, που επήλθε την 3-12-1978, οπότε η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και έτσι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο σε ποσοστό 100% (και όχι μόνον σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, όπως είχε γίνει δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση, που δεν προσβλήθηκε με έφεση από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα). Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη, μετά την κατά τα άνω μεταβίβαση του επιδίκου σ` αυτήν, έλαβε τη νομή και κατοχή του και συνέχισε να ασκεί επ` αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του κατωτέρω διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας, για το χρονικό διάστημα από το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα της (1978) μέχρι και τη μεταβίβαση των παρακάτω ποσοστών εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα στους λοιπούς ενάγοντες-τέκνα της (1997), αλλά και στη συνέχεια ασκώντας τη νομή σε ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου και οιονεί νομή ως ίδιον δικαίωμα και νομή ως αντιπρόσωπος των ψιλών κυρίων σε ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου, ενώ για το χρονικό διάστημα που επικαρπωτής ήταν ο πατέρας της (1972-1978), ο τελευταίος ασκούσε οιονεί νομή ως ίδιον δικαίωμα και νομή ως αντιπρόσωπος της ψιλής κυρίας-πρώτης ενάγουσας-εφεσίβλητης.. Και συγκεκριμένα, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, το χρονικό διάστημα από το έτος 1974, που σταμάτησε να στεγάζεται στο επίδικο το νηπιοτροφείο Αριδαίας, μέχρι και το θάνατο του Ν. Κ., ο τελευταίος ασκούσε οιονεί νομή ως ίδιον δικαίωμα και νεμόταν το επίδικο ως αντιπρόσωπος της ψιλής κυρίας-πρώτης ενάγουσας, επιβλέποντάς το από καταπατήσεις τρίτων. Στη συνέχεια το έτος 1980 η τελευταία εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο με τα επ` αυτού κτίσματα, στον Ι. Δ., ο οποίος διατηρούσε σ` αυτό επιχείρηση επεξεργασίας σιδήρου, μέχρι και το έτος 1997 περίπου, και κατέβαλε τα μισθώματα στον Π. Ν., για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας. Ο ανωτέρω μισθωτής χρησιμοποιούσε ολόκληρη την έκταση του επιδίκου ακινήτου με τα υπάρχοντα κτίσματα, ήτοι το κυρίως κτίσμα του "παράδεισου" (πρώην ξενοδοχείο), καθώς και τα δύο βοηθητικά κτίσματα, ήτοι την αποθήκη πίσω από το κυρίως κτίσμα και το μαγειρείο που βρισκόταν σε επαφή με την ιδιοκτησία Σ., το οποίο ειδικότερα χρησιμοποιούσε ως αποθήκη. Μάλιστα, με ενέργειες του εν λόγω μισθωτή και για τις ανάγκες της ασκούμενης στο επίδικο επιχείρησής του, ηλεκτροδοτήθηκε αυτό από τη ΔΕΗ με βιομηχανικό ρεύμα το έτος 1981 και ο νέος μετρητής τοποθετήθηκε στο παλιό μαγειρείο, που βρισκόταν κατά τα άνω σε επαφή με την ιδιοκτησία Σ. και χρησιμοποιείτο από τον μισθωτή ως αποθήκη. Η πρώτη ενάγουσα και ο σύζυγός της Δ. Μ. δήλωναν στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 1996 και 1998 και τις αντίστοιχες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9) το επίδικο ακίνητο και τα μισθώματα που εισέπρατταν και επίσης κατέβαλαν γι` αυτό δημοτικά τέλη για τα έτη 1991-1996. Ετσι, η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη, Ι. συζ. Δ. Μ., απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου (...) σε ποσοστό 100% και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας υπό την ισχύ του ΑΚ, ήτοι από την ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ (1946) μέχρι και το έτος 1997, που μεταβίβασε κατά τα κατωτέρω το επίδικο στους λοιπούς ενάγοντες-τέκνα της, νεμόταν αυτό, ενεργώντας όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας και χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και τον παραπάνω χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου-πατέρα της Ν. Κ.. Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα, κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά τα ανωτέρω (...), με το υπ` αριθμ. .../11-6-1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αλμωπίας ............... , που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία στον τόμο 503 και αριθμό 50389, μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στα τέκνα της, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων - εφεσιβλήτων ..................... , κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 35% εξ` αδιαιρέτου στον καθένα, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία κατά το αντίστοιχο ποσοστό του 70% εξ` αδιαιρέτου, εφ` όρου ζωής της, ενώ παρέμεινε πλήρης κυρία αυτού σε ποσοστό 30% εξ` αδιαιρέτου. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων-εφεσιβλήτων με το εν λόγω συμβόλαιο απέκτησαν μαζί την ψιλή κυριότητα με παράγωγο τρόπο, όχι μόνον σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του μεταβιβασθέντος 70%, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (η οποία κατά το κεφάλαιό της αυτό δεν πλήττεται με έφεση εκ μέρους των εναγόντων), αλλά σε ποσοστό 70%, αφού η δικαιοπάροχος μητέρα τους, κατά τα προαναφερθέντα, κατά το χρόνο της προς αυτούς μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας, ήταν και κυρία ολόκληρου του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, μετά την κατά τα άνω μεταβίβαση του επιδίκου σ` αυτούς κατά ψιλή κυριότητα, έλαβαν τη νομή και κατοχή του και συνέχισαν να ασκούν επ` αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του κατωτέρω διακατοχικές πράξεις, αντιπροσωπευόμενοι στην άσκηση της νομής από την επικαρπώτρια μητέρα τους-πρώτη εναγομένη, η δε τελευταία συνέχισε να ασκεί επ` αυτού κατά τα προαναφερόμενα οιονεί νομή ως ίδιο δικαίωμα και νομή ως αντιπρόσωπος των ψιλών κυρίων- τέκνων της, με διάνοια δικαιούχου και κυρίας αντίστοιχα, για το χρονικό διάστημα από τη σύνταξη του παραπάνω μεταβιβαστικού συμβολαίου και εντεύθεν. Και συγκεκριμένα, μετά τη λήξη της μίσθωσης του ακινήτου στον Ι. Δ. το έτος 1997, οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι νέμονταν αυτό υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, το επέβλεπαν από καταπατήσεις τρίτων και ασκούσαν εποπτεία επ` αυτού, έχοντάς το στη σφαίρα της εξουσίασής τους με διάνοια δικαιούχων και κυρίων, αντίστοιχα, ενώ το έτος 1999 με δαπάνες της πρώτης ενάγουσας κατεδαφίστηκαν τα υφιστάμενα εντός αυτού παραπάνω κτίσματα, και έκτοτε παρέμεινε ακάλυπτο υπό την επίβλεψη και εποπτεία των εναγόντων. Ετσι, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων-εφεσιβλήτων Ν. και Λ. Μ., απέκτησαν την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά τα άνω με παράγωγο τρόπο τουλάχιστον σε ποσοστό 3/4 εξ` αδιαιρέτου του 70%, ως δέχεται η κατά τούτο μη προσβαλλομένη υπ` αυτών εκκαλουμένη απόφαση, αλλά και σε ποσοστό 70% και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας υπό την ισχύ του ΑΚ, ήτοι από την ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ (1946) μέχρι και την κατωτέρω κατάληψή του από τον εναγόμενο, νέμονται αυτό, αντιπροσωπευόμενοι στη νομή από την επικαρπώτρια μητέρα τους, ενεργώντας όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων και χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και τον παραπάνω χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους (ήτοι της μητέρας τους και του παππού τους)". Εν συνεχεία δέχεται το Εφετείο ότι ο πρώτος αναιρεσείων - εναγόμενος, ο οποίος το έτος 2002, ενεργώντας αυθαίρετα, κατέλαβε και περιέφραξε τμήμα του επίδικου ακινήτου των εναγόντων, ευρισκόμενο στην ανατολική πλευρά του όλου οικοπέδου, εμβαδού (του τμήματος) 790,62 τμ., ουδέποτε είχε στην κατοχή του το καταληφθέν αυτό τμήμα και ουδέποτε άσκησε σ`αυτό πράξεις νομής μέχρι τον κατά τα ανωτέρω χρόνο της καταλήψεώς του (2002), ενώ το ίδιο αυτό τμήμα, δέχεται το Εφετείο, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως κυριότητος που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων και δη στο υπ`αριθμ. .../11-1-1926 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε αποκτήσει το επίδικο ο πατέρας του (αναιρεσείοντος), ο οποίος, κατά τον τελευταίο, το μεταβίβασε ατύπως σ`αυτόν το έτος 1953, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι πρόκειται για άλλο τμήμα ακινήτου, με διαφορετικά όρια. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους, ψιλούς κυρίους και επικαρπώτρια την πρώτη, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, του επιδίκου, εμβαδού 1964,52 τ.μ., και υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσείοντα - εναγόμενο να αποδώσει στους αναιρεσιβλήτους το καταληφθέν από αυτόν ως άνω τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 790,62 τ.μ., απορρίπτοντας (το Εφετείο) και την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει ο αναιρεσείων. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου και δή τόσον με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (μεταβίβαση λόγω προικός στην πρώτη από τον κύριο του ακινήτου πατέρα της - γονική παροχή από την ίδια προς τα τέκνα της, λοιπούς αναιρεσιβλήτους, με τα αναφερόμενα και νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια), όσον και με τον επίσης αναφερόμενο πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία, με υπερεικοσαετή νομή επί του επιδίκου), αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω διατάξεων των άρθρων 1033 και 1045 του ΑΚ, που αποτελούν και τη νόμιμη βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους τρίτον και πέμπτον, από τον αριθμό 19 (όχι και 9 ως προς τον τελευταίο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα, απαραδέκτως κατά τα λοιπά, ιδίως με τον πέμπτο λόγο, στρεφόμενοι κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) εκ μέρους του Εφετείου (άρθρ. 561 § 1 του ΚΠολΔ). Τέλος, από τη διαβεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα κατ`είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (...), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", και το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου έγγραφα (κυρίως συμβόλαια που αφορούν τους απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων), τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων (αλλά και οι αναιρεσίβλητοι) και τα οποία άλλωστε αναφέρονται εν πολλοίς στην απόφαση, τα δε αντίθετα τα οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, από τον αρ. 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 § 1, 324 και 325 του ΚΠολΔ προκύπτει εκτός των άλλων ότι το δεδικασμένο που παράγεται από τις τελεσίδικες αποφάσεις μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, ως τέτοιο δε ζήτημα νοείται και η απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας. Στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, υπό την έννοια ότι αν ασκηθεί νέα, όμοια με την προηγούμενη, αγωγή, ήτοι αγωγή με την ίδια δικονομική έλλειψη (αοριστία), το δικαστήριο θα απορρίψει τη νέα αυτή αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Εάν όμως ο ενάγων, καθώς έχει τη δυνατότητα, βελτιώσει την αγωγή ως προς την ανωτέρω δικονομική έλλειψη, ασκώντας νέα, αλλά ορισμένη, αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και η άσκηση της νέας αυτής αγωγής είναι παραδεκτή (ΑΠ 30/2010, 213/2008, 190/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 221 § 1α`, 222, 308 § 1, 522, 583 επ. 586 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκκρεμοδικία, η οποία εμποδίζει τη διεξαγωγή νέας δίκης σε οποιοδήποτε δικαστήριο για την ίδια διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα, και διαρκεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε με την άσκηση εφέσεως και μέσα στα όρια του ένδικου αυτού μέσου, δημιουργεί και η άσκηση τριτανακοπής στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος του επίδικου πράγματος, ως προς το δικαίωμα της κυριότητας και τον τρόπο της κτήσεώς της (ΑΠ 1335/2010). Η εκκρεμοδικία αυτή στον δεύτερο βαθμό διαρκεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως ή να επέλθει κατάργηση της δίκης κατ`άλλον νόμιμο τρόπο, όπως με την παραίτηση από το δικόγραφο της εφέσεως ή από το δικαίωμα κ.λ.π. (ΑΠ 240/1998). Τέλος, η παρά τον νόμο παραδοχή του δικαστηρίου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία της φερόμενης ενώπιόν του δίκης εφόσον υπάρχει εκκρεμοδικία κατά τις διατάξεις του άρθρου 222 του ΚΠολΔ και το εντεύθεν απαράδεκτο της εκδικάσεως της υποθέσεως ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 716/2009).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα. Με την υπ`αριθμ. 170/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας έγινε δεκτή αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης αναιρεσείουσας - πενθεράς του και αναγνωρίστηκε ο πρώτος κύριος τμήματος, εμβαδού 800 τ.μ., του και νυν επίδικου ακινήτου (του καταληφθέντος, ως ανωτέρω υπό Ι, τμήματος), που έγινε με έκτακτη χρησικτησία, κατά της αποφάσεως δε αυτής οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν τριτανακοπή, επικαλούμενοι δική τους κυριότητα στο τότε (και τώρα) επίδικο τμήμα, η οποία όμως (τριτανακοπή) απορρίφθηκε ως αόριστη επειδή οι τριτανακόπτοντες δεν συμπλήρωσαν την τριτανακοπή ως προς το στοιχείο της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, την οποία είχε αμφισβητήσει ο τότε διάδικος πρώτος αναιρεσείων (ενάγων). Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης οι τριτανακόπτοντες άσκησαν την από 19-4-2006 έφεσή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδέσσης, από το δικόγραφο όμως της έφεσης αυτής οι τελευταίοι παραιτήθηκαν νομίμως, ήτοι με την από 4-12-2006 εξώδικη δήλωσή τους που επέδωσαν στον πρώτο αναιρεσείοντα (ενάγοντα) την 11-12-2006, προ της πρώτης συζητήσεως της παρούσης υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έλαβε χώραν την 19-12- 2006. Με την παραίτηση αυτή, δέχεται το Εφετείο, αφ`ενός μεν καταργήθηκε η εκκρεμοδικία που είχε δημιουργηθεί με την άσκηση της τριτανακοπής ενώπιον του Ειρηνοδικείου και είχε αναβιώσει με την έφεση των τριτανακοπτόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, από το δικόγραφο της οποίας (εφέσεως) οι τελευταίοι παραιτήθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, αφ`ετέρου δε και επειδή το δικαστήριο μετά την ανωτέρω παραίτηση δεν εισήλθε στην κατ`ουσίαν εξέταση της τριτανακοπής, που είχε απορριφθεί ως αόριστη, δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο με την προρρηθείσα, τελεσίδικη δε, απόφαση του Ειρηνοδικείου ως προς το δικαίωμα της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου το οποίο οι τελευταίοι είχαν προβάλει με την τριτανακοπή τους, το εκ της οποίας (αποφάσεως) δεδικασμένο ισχύει μόνον μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ήδη πρώτου και δεύτερης αναιρεσειόντων, όχι δε και έναντι των αναιρεσιβλήτων, εναγόντων με την ένδικη στην παρούσα υπόθεση αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, βάσει των οποίων και απέρριψε τους ισχυρισμούς - λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ασκηθέν με αυτήν δικαίωμα κυριότητας των αναιρεσιβλήτων που προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ`αριθμ. 170/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, αλλά και περί απαραδέκτου της εκδικάσεώς της λόγω της υπάρχουσας εκκρεμοδικίας από την ασκηθείσα ως άνω έφεση κατά της ειρηνοδικειακής αυτής απόφασης, δεν υπέπεσε στις προαναφερθείσες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 16 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού ενόψει των κατά τα ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη δεν συνέτρεχε περίπτωση δεδικασμένου ως προς ουσιαστικό δικαίωμα που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, το δικαίωμα δηλαδή της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, που να δεσμεύει το δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ή μη του ουσιαστικού αυτού δικαιώματος, ούτε εκκρεμοδικία που να εμποδίζει την άσκηση της αγωγής αυτής και να επιβάλλει την αναστολή της εκδικάσεώς της αφού ασκήθηκε (άρθρ. 222 § 2 ΚΠολΔ), τα δε αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτον και δεύτερον, αντιστοίχως, λόγους της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων που περιέχεται στον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ότι η προρρηθείσα παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από την έφεσή τους κατά της υπ`αριθμ. 170/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας δεν ήταν νόμιμη και δεν επέφερε την κατάργηση της προαναφερθείσης εκκρεμοδικίας επειδή έλαβε χώραν μετά την έναρξη της συζήτησης της ένδικης αγωγής της κατά την 7-12-2006, κατά την οποία η συζήτηση διακόπηκε σύμφωνα με το άρθρο 270 § 5 του ΚΠολΔ για τη διεξαγωγή των αποδείξεων για τη δικάσιμο της 19-12-2006, είναι (ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την έφεση των αναιρεσειόντων, ούτε συντρέχει καμμία από τις αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις εν προκειμένω.
ΙΙΙ. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2011 αίτηση των Α. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ`αριθμ. 557/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου