
227/2015 ΑΠ ( 651370)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Δημόσια κτήματα. Δημόσια δάση. Κτήση κυριότητας επί αυτών από ιδιώτη με έκτακτη
χρησικτησία
κατά το προϊσχύσαν δίκαιο. Εφόσον η χρησικτησία επί δημόσιας δασικής έκτασης, συμπληρώθηκε
πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή..
οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών
κωδίκων κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν
ενεργήσει πράξεις νομής, καθώς και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση,
υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για
την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη
χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων
ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις περί ιδιωτικών δασών. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ.
2641/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 227/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. - Γ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., 2) Α. συζ. Γ. Γ., το γένος Δ. Ι., κατοίκου ..., 3) Μ. χήρας Δ. Ι., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ...... .., και 4) Β. Α., το γένος Π. Κ.. Οι 1η, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ..., η οποία δήλωσε ότι η 4η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α) Δ. Α. του Σ. και β) Α. Α. του Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1870/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2641/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 3/8/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη. Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν. δτος της 22-4/16-5- 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005, 1249/2013). Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής, και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, 1249/2013). Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι εδαφική έκταση εμβαδού 6625,75 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Γεροτσακούλι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, με τα αναφερόμενα όρια, αποτελεί το υπ` αριθμ. 3α "οικοδομικό τετράγωνο" κατά το υπ` αριθμ. .../1964 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .......... , τμήμα δε μείζονος ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 742440 τ.μ., που είχε μεταβιβασθεί, ως τμήμα και αυτό πολύ μεγαλύτερης έκτασης, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ......... από την Ι.Μ. ..στον εδρεύοντα στον ... συνεταιρισμό με την επωνυμία "........................." που μετατράπηκε σε Οικοδομικό ............με την επωνυμία ".........." και ενεργούσε για λογαριασμό των μελών του, ότι το επίδικο ως άνω ακίνητο περιήλθε στους αναιρεσιβλήτους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα με τους επίσης αναφερόμενους, νομίμως δε μεταγεγραμμένους, τίτλους (αποδοχή κληρονομίας και αγοραπωλητήρια συμβόλαια), ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης, στον άμεσο δικαιοπάροχο των δεύτερης και τρίτης και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη, ως αρχικά μέλη του ειρημένου οικοδομικού συνεταιρισμού και συνιδιοκτήτες της αγορασθείσης από αυτόν ως άνω εκτάσεως των 742440 τ.μ., είχε περιέλθει το επίδικο τμήμα με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. .../1964 συμβόλαιο διανομής που προαναφέρθηκε, στο οποίο και έλαβε, ως ανωτέρω, τον αριθμό "οικοδομικού τετραγώνου" 3α, ότι στη δικαιοπάροχο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "..............", Ι.Μ. ..., που ιδρύθηκε το έτος 1550, περιήλθε το μείζον ακίνητο από κάποιον Οθωμανό, ονόματι Κ., το έτος 1600 περίπου με αγορά που καταρτίστηκε εγγράφως, ήτοι με κατάρτιση τίτλων αγοραπωλησίας, που όμως καταστράφηκαν από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στον τόπο φυλάξεώς τους, σε Ιερό Ναό που βρισκόταν στην οδό ..., ότι η Ι. Μ. .. ασκούσε από την αγορά αυτή (1600) μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της ρηθείσης εκτάσεως των 742440 τ.μ. αδιάκοπα και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, σε ολόκληρη τη μείζονα έκταση και στο μεταβιβασθέν ως άνω τμήμα της (742440 τ.μ.), φυσική εξουσία με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, με τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην απόφαση του Εφετείου πράξεις νομής, και έγινε έτσι κυρία της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, δια της προρρηθείσης υπερτριακονταετούς και με καλή πίστη νομής της εν λόγω έκτασης μέχρι την 11-9-1915, την οποία και συνέχισε ομοίως μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946) και έκτοτε μέχρι την μεταβίβασή της στον συνεταιρισμό (1954), χωρίς να απαιτείται για το τελευταίο αυτό διάστημα και καλή πίστη για την έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα δε αυτή, ουδέποτε και καθ` οιονδήποτε τρόπο απολεσθείσα, μεταβίβασε ως ανωτέρω στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό επί του ειρημένου τμήματος των 742440 τ.μ., μέρος του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το ήδη επίδικο ακίνητο, εμβαδού 6625,75 τ.μ., στο οποίο, συνεχίζει το Εφετείο, ασκούσαν τις λεπτομερώς επίσης αναφερόμενες πράξεις νομής όλοι οι δικαιοπάροχοι, άμεσος και απώτεροι, των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως και οι τελευταίοι, καθώς και η τέταρτη αναιρεσίβλητη, νέμονταν το επίδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και με καλή πίστη, δυνάμει των προειρημένων τίτλων, και έγιναν έτσι κύριοι του επιδίκου, η πρώτη κατά τα 1323,70/6625,75, οι δεύτερη και τρίτη κατά τα 1331,44/6625,75 και η τέταρτη κατά τα 1312,92/6625,75 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη Χρησικτησία). Ειδικότερα ως προς την νομή που η απώτατη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ. ... ασκούσε στην ρηθείσα μεγαλύτερη έκταση και στο επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της έκτασης εκείνης, από της κατά το έτος 1600 περίπου περιέλευση της έκτασης αυτής στην ίδια (Ι.Μ. ...) μέχρι την 11-9-1915 και εν συνεχεία μέχρι την ως ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της έκτασης των 742440 τ.μ., το Εφετείο δέχεται ότι η Ι.Μ. .. με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε το (μείζον) ακίνητο, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασοτόπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κυρίως σε αμπέλια, εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές, αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση νομής του ακινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το ακίνητο δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί του ακινήτου, ακόμη και του ελληνικού δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ` αυτό, ολόκληρο ή μέρος του (αναφέρεται εκτός των άλλων αριθμός μισθωτηρίων συμβολαίων από την Ι.Μ. .. προς τους αναφερόμενους μισθωτές για ρητινοσυλλογή, χορτονομή, βοσκή, παραγωγή καυσοξύλων κ.λ.π. από το έτος 1867 και εφεξής μέχρι το έτος 1915 και εντεύθεν μέχρι το έτος 1942), και το οποίο Ελληνικό δημόσιο, αντιθέτως, θεωρώντας την ειρημένη έκταση ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ι.Μ. Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια, της έκτασης αυτής, εγκρίνοντας και τη μεταβίβαση και κατάτμηση της εκτάσεως των 742440 τ.μ. στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό με την έκδοση των υπ` αριθμ. πρωτ. 115711/8-8-1952, 63455/11-4-1953, 104122/1876/21-1-1961 του Υπουργού Γεωργίας και 26725/23-3-1953 του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αποφάσεων, ενώ στη συνέχεια, μετά τη διανομή της τελευταίας αυτής έκτασης στα μέλη του Συναιτερισμού, οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες χορήγησαν τις νόμιμες οικοδομικές άδειες για την ανέγερση των υπαρχόντων ήδη στην ανωτέρω, διαμορφωμένη πλέον οικιστικά έκταση, κτισμάτων. Και βάση των παραδοχών αυτών το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους του επιδίκου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου τον καθένα, (συγ-) κυριότητα την οποία αμφισβητεί τελευταία το αναιρεσείον- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ανήκει σ` αυτό, ως δημόσια δασική έκταση διακατεχόμενη από ιδιώτες. Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας, όπως προαναφέρθηκε, λεπτομερώς τις πράξεις νομής τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους, μέχρι και την αρχική δικαιοπάροχο Ι.Μ. ...., ασκούσαν επί του επιδίκου, η τελευταία δε (Ι.Μ....) επί του όλου μείζονος ακινήτου και επί του επιδίκου τμήματός του, με τους αναφερόμενους νόμιμους τίτλους και με καλή πίστη, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προειρημένων οικείων διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με εκείνες του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει του νόμου αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 51 και 64-65 του Εισ ΝΑΚ και 974, 976, 1033, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε το Εφετείο, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του, ιδίως ως προς τη νομή (χρησικτησία) της απώτατης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ. ... .
ΙΙ. Η τυχόν αοριστία της αγωγής, ποιοτική ή ποσοτική, αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το βάσει των περιστατικών αυτών προβαλλόμενο αίτημα, ώστε τούτο να είναι, ως λογικό τους επακόλουθο, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, από τους προβλεπόμενους δηλαδή από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι α) περιγράφουν σ` αυτήν το επίδικο ακίνητο κατά θέση, όρια και έκταση, προσδιορίζοντας σαφώς την ταυτότητά του, ως αντικείμενο της διαφοράς, ενώ, β) αναφέρουν στην αγωγή τις πράξεις νομής που οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούταν στο επίδικο και τις οποίες δέχθηκε, ως, ανωτέρω (υπό Ι), το Εφετείο, επομένως δε η αγωγή ήταν ορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, του ουσιαστικού δικαίου, και το Εφετείο, που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, όπως ζητούσε το αναιρεσείον με την έφεσή του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς του.
ΙΙΙ. Λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Εξάλλου αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγμα"), όπως είναι και ο λόγος εφέσεως, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συγκροτούν τον προταθέντα ισχυρισμό. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρθηκε ήδη στην πρώτη (Ι) παράγραφο της παρούσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες είναι συγκύριες εξ αδιαιρέτου η μεν πρώτη κατά τα 1323,70, οι δεύτερη και τρίτη κατά τα 1331,44 και η τέταρτη κατά τα 1312,92/6625,75 του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 6625,75 τ.μ., ήτοι μεγαλύτερου των τεσσάρων στρεμμάτων (4000 τ.μ.), τμήματος δε του μείζονος ακινήτου των 742400 τ.μ. που περιήλθε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό και του οποίου επετράπη η κατάτμηση σε τμήματα (τεμάχια) άνω των 4000 τ.μ. έκαστο με τις ειρημένες (ανωτ. υπό Ι) αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας. Επομένως ο τρίτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητες είναι συγκυρίες σε διακριτά τμήματα, εμβαδού, αντίστοιχα, 1323,70 τ.μ., 1331,44 τ.μ. και 1312/92 τ.μ., του επιδίκου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969 και 216 παρ. 1 του ν.δ. 4173/1929, με τις οποίες απαγορεύεται η κατάτμηση των δασικών εκτάσεων χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, είναι (ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως) αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, σε μη πραγματική δηλαδή παραδοχή του δικαστηρίου. Τέλος, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε και τους υπό στοιχεία ΙΙα και ΙΙβ λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού δημοσίου με τους οποίους το τελευταίο ισχυριζόταν ότι η ευρύτερη έκταση που φέρεται ως ανήκουσα στην Ι.Μ. ... και στην οποία ανήκει το επίδικο αποτελεί διακατεχόμενη δημόσια δασική έκταση, γεγονός που γνώριζαν οι εκπρόσωποι της Ιεράς Μονής και το οποίο αποκλείει το στοιχείο της καλής πίστης στην νομή της επί της εκτάσεως αυτής και του επιδίκου, λόγους (εφέσεως) τους οποίους και απέρριψε ως αβάσιμους το Εφετείο. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα.
IV. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-8-2011 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2641/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. - Γ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., 2) Α. συζ. Γ. Γ., το γένος Δ. Ι., κατοίκου ..., 3) Μ. χήρας Δ. Ι., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ...... .., και 4) Β. Α., το γένος Π. Κ.. Οι 1η, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ..., η οποία δήλωσε ότι η 4η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α) Δ. Α. του Σ. και β) Α. Α. του Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1870/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2641/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 3/8/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη. Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν. δτος της 22-4/16-5- 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005, 1249/2013). Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής, και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, 1249/2013). Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι εδαφική έκταση εμβαδού 6625,75 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Γεροτσακούλι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, με τα αναφερόμενα όρια, αποτελεί το υπ` αριθμ. 3α "οικοδομικό τετράγωνο" κατά το υπ` αριθμ. .../1964 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .......... , τμήμα δε μείζονος ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 742440 τ.μ., που είχε μεταβιβασθεί, ως τμήμα και αυτό πολύ μεγαλύτερης έκτασης, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ......... από την Ι.Μ. ..στον εδρεύοντα στον ... συνεταιρισμό με την επωνυμία "........................." που μετατράπηκε σε Οικοδομικό ............με την επωνυμία ".........." και ενεργούσε για λογαριασμό των μελών του, ότι το επίδικο ως άνω ακίνητο περιήλθε στους αναιρεσιβλήτους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα με τους επίσης αναφερόμενους, νομίμως δε μεταγεγραμμένους, τίτλους (αποδοχή κληρονομίας και αγοραπωλητήρια συμβόλαια), ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης, στον άμεσο δικαιοπάροχο των δεύτερης και τρίτης και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη, ως αρχικά μέλη του ειρημένου οικοδομικού συνεταιρισμού και συνιδιοκτήτες της αγορασθείσης από αυτόν ως άνω εκτάσεως των 742440 τ.μ., είχε περιέλθει το επίδικο τμήμα με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. .../1964 συμβόλαιο διανομής που προαναφέρθηκε, στο οποίο και έλαβε, ως ανωτέρω, τον αριθμό "οικοδομικού τετραγώνου" 3α, ότι στη δικαιοπάροχο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "..............", Ι.Μ. ..., που ιδρύθηκε το έτος 1550, περιήλθε το μείζον ακίνητο από κάποιον Οθωμανό, ονόματι Κ., το έτος 1600 περίπου με αγορά που καταρτίστηκε εγγράφως, ήτοι με κατάρτιση τίτλων αγοραπωλησίας, που όμως καταστράφηκαν από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στον τόπο φυλάξεώς τους, σε Ιερό Ναό που βρισκόταν στην οδό ..., ότι η Ι. Μ. .. ασκούσε από την αγορά αυτή (1600) μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της ρηθείσης εκτάσεως των 742440 τ.μ. αδιάκοπα και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, σε ολόκληρη τη μείζονα έκταση και στο μεταβιβασθέν ως άνω τμήμα της (742440 τ.μ.), φυσική εξουσία με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, με τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην απόφαση του Εφετείου πράξεις νομής, και έγινε έτσι κυρία της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, δια της προρρηθείσης υπερτριακονταετούς και με καλή πίστη νομής της εν λόγω έκτασης μέχρι την 11-9-1915, την οποία και συνέχισε ομοίως μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946) και έκτοτε μέχρι την μεταβίβασή της στον συνεταιρισμό (1954), χωρίς να απαιτείται για το τελευταίο αυτό διάστημα και καλή πίστη για την έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα δε αυτή, ουδέποτε και καθ` οιονδήποτε τρόπο απολεσθείσα, μεταβίβασε ως ανωτέρω στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό επί του ειρημένου τμήματος των 742440 τ.μ., μέρος του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το ήδη επίδικο ακίνητο, εμβαδού 6625,75 τ.μ., στο οποίο, συνεχίζει το Εφετείο, ασκούσαν τις λεπτομερώς επίσης αναφερόμενες πράξεις νομής όλοι οι δικαιοπάροχοι, άμεσος και απώτεροι, των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως και οι τελευταίοι, καθώς και η τέταρτη αναιρεσίβλητη, νέμονταν το επίδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και με καλή πίστη, δυνάμει των προειρημένων τίτλων, και έγιναν έτσι κύριοι του επιδίκου, η πρώτη κατά τα 1323,70/6625,75, οι δεύτερη και τρίτη κατά τα 1331,44/6625,75 και η τέταρτη κατά τα 1312,92/6625,75 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη Χρησικτησία). Ειδικότερα ως προς την νομή που η απώτατη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ. ... ασκούσε στην ρηθείσα μεγαλύτερη έκταση και στο επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της έκτασης εκείνης, από της κατά το έτος 1600 περίπου περιέλευση της έκτασης αυτής στην ίδια (Ι.Μ. ...) μέχρι την 11-9-1915 και εν συνεχεία μέχρι την ως ανωτέρω μεταβίβαση στον Συνεταιρισμό (1954) της έκτασης των 742440 τ.μ., το Εφετείο δέχεται ότι η Ι.Μ. .. με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε το (μείζον) ακίνητο, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασοτόπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κυρίως σε αμπέλια, εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές, αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση νομής του ακινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το ακίνητο δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί του ακινήτου, ακόμη και του ελληνικού δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ` αυτό, ολόκληρο ή μέρος του (αναφέρεται εκτός των άλλων αριθμός μισθωτηρίων συμβολαίων από την Ι.Μ. .. προς τους αναφερόμενους μισθωτές για ρητινοσυλλογή, χορτονομή, βοσκή, παραγωγή καυσοξύλων κ.λ.π. από το έτος 1867 και εφεξής μέχρι το έτος 1915 και εντεύθεν μέχρι το έτος 1942), και το οποίο Ελληνικό δημόσιο, αντιθέτως, θεωρώντας την ειρημένη έκταση ιδιωτική, αντιμετώπιζε και αναγνώριζε ρητώς ή σιωπηρώς την Ι.Μ. Πεντέλης ως ιδιοκτήτρια, της έκτασης αυτής, εγκρίνοντας και τη μεταβίβαση και κατάτμηση της εκτάσεως των 742440 τ.μ. στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό με την έκδοση των υπ` αριθμ. πρωτ. 115711/8-8-1952, 63455/11-4-1953, 104122/1876/21-1-1961 του Υπουργού Γεωργίας και 26725/23-3-1953 του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αποφάσεων, ενώ στη συνέχεια, μετά τη διανομή της τελευταίας αυτής έκτασης στα μέλη του Συναιτερισμού, οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες χορήγησαν τις νόμιμες οικοδομικές άδειες για την ανέγερση των υπαρχόντων ήδη στην ανωτέρω, διαμορφωμένη πλέον οικιστικά έκταση, κτισμάτων. Και βάση των παραδοχών αυτών το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους του επιδίκου κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου τον καθένα, (συγ-) κυριότητα την οποία αμφισβητεί τελευταία το αναιρεσείον- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ανήκει σ` αυτό, ως δημόσια δασική έκταση διακατεχόμενη από ιδιώτες. Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας, όπως προαναφέρθηκε, λεπτομερώς τις πράξεις νομής τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους, μέχρι και την αρχική δικαιοπάροχο Ι.Μ. ...., ασκούσαν επί του επιδίκου, η τελευταία δε (Ι.Μ....) επί του όλου μείζονος ακινήτου και επί του επιδίκου τμήματός του, με τους αναφερόμενους νόμιμους τίτλους και με καλή πίστη, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προειρημένων οικείων διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με εκείνες του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει του νόμου αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 51 και 64-65 του Εισ ΝΑΚ και 974, 976, 1033, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε το Εφετείο, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του, ιδίως ως προς τη νομή (χρησικτησία) της απώτατης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ι.Μ. ... .
ΙΙ. Η τυχόν αοριστία της αγωγής, ποιοτική ή ποσοτική, αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το βάσει των περιστατικών αυτών προβαλλόμενο αίτημα, ώστε τούτο να είναι, ως λογικό τους επακόλουθο, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, από τους προβλεπόμενους δηλαδή από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι α) περιγράφουν σ` αυτήν το επίδικο ακίνητο κατά θέση, όρια και έκταση, προσδιορίζοντας σαφώς την ταυτότητά του, ως αντικείμενο της διαφοράς, ενώ, β) αναφέρουν στην αγωγή τις πράξεις νομής που οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούταν στο επίδικο και τις οποίες δέχθηκε, ως, ανωτέρω (υπό Ι), το Εφετείο, επομένως δε η αγωγή ήταν ορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, του ουσιαστικού δικαίου, και το Εφετείο, που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, όπως ζητούσε το αναιρεσείον με την έφεσή του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς του.
ΙΙΙ. Λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Εξάλλου αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγμα"), όπως είναι και ο λόγος εφέσεως, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συγκροτούν τον προταθέντα ισχυρισμό. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρθηκε ήδη στην πρώτη (Ι) παράγραφο της παρούσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες είναι συγκύριες εξ αδιαιρέτου η μεν πρώτη κατά τα 1323,70, οι δεύτερη και τρίτη κατά τα 1331,44 και η τέταρτη κατά τα 1312,92/6625,75 του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 6625,75 τ.μ., ήτοι μεγαλύτερου των τεσσάρων στρεμμάτων (4000 τ.μ.), τμήματος δε του μείζονος ακινήτου των 742400 τ.μ. που περιήλθε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Συνεταιρισμό και του οποίου επετράπη η κατάτμηση σε τμήματα (τεμάχια) άνω των 4000 τ.μ. έκαστο με τις ειρημένες (ανωτ. υπό Ι) αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας. Επομένως ο τρίτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητες είναι συγκυρίες σε διακριτά τμήματα, εμβαδού, αντίστοιχα, 1323,70 τ.μ., 1331,44 τ.μ. και 1312/92 τ.μ., του επιδίκου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969 και 216 παρ. 1 του ν.δ. 4173/1929, με τις οποίες απαγορεύεται η κατάτμηση των δασικών εκτάσεων χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, είναι (ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως) αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, σε μη πραγματική δηλαδή παραδοχή του δικαστηρίου. Τέλος, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε και τους υπό στοιχεία ΙΙα και ΙΙβ λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού δημοσίου με τους οποίους το τελευταίο ισχυριζόταν ότι η ευρύτερη έκταση που φέρεται ως ανήκουσα στην Ι.Μ. ... και στην οποία ανήκει το επίδικο αποτελεί διακατεχόμενη δημόσια δασική έκταση, γεγονός που γνώριζαν οι εκπρόσωποι της Ιεράς Μονής και το οποίο αποκλείει το στοιχείο της καλής πίστης στην νομή της επί της εκτάσεως αυτής και του επιδίκου, λόγους (εφέσεως) τους οποίους και απέρριψε ως αβάσιμους το Εφετείο. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα.
IV. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-8-2011 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2641/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου