
300/2015 ΑΠ ( 651378)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Διεκδικητική αγωγή επί ακινήτου. Τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Άσκηση νομής
αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτά πράξεις, που..
προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα
να είναι το πράγμα δικό του. Εκείνος που άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι ο
χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο
όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό
του νομέα, δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της
έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν
και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ. Στη περίπτωση ακινήτου, η νομή δεν
χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που
νεμόταν για λογαριασμό του. Έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αναιρεί την
υπ` αριθμ. 3/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Παραπέμπει.
Αριθμός 300/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/7/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 14/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά την πρώτη και τρίτη από τις αιτιάσεις του, καθώς και ο δεύτερος λόγος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, από δε τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως κυριότητας, επί ακινήτου, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ`αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Ασκηση νομής (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία) αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ`αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ. ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κλπ), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου, η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αμφίβολο και να δημιουργεί αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ`ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσίβλητου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ`αριθμ. ...../16.8.1985 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 6-5-1991 πατρός των διαδίκων Γ. Χ. του Α., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα υπ` αριθμ. 309/30Δ/11-2-1993 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο ενάγων απέκτησε λόγω κληρονομικής διαδοχής ένα οικόπεδο, εκτάσεως 581,14 τμ, που βρίσκεται εντός του οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος Αλαγονίας του Δήμου Καλαμάτας στη θέση Μαχαλάς, το οποίο συνορεύει τριγύρω, όπως εμφαίνεται στο από Ιουνίου του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λ. Α., με ιδιοκτησίες, βόρεια και δυτικά με Ξ. Μ., νότια με Π. Α. και ανατολικά με κοινοτική οδό, η οποία συνδέει την Αλαγονία με την Νέδουσα. Ο κληρονομούμενος, η κυριότητα του οποίου επί του επιδίκου δεν αμφισβητείται από καμία διάδικη πλευρά, είχε αποκτήσει το ακίνητο νεμόμενος αυτό μετά από παραχώρηση το έτος 1940 του πατέρα του Α. Χ., με καλή πίστη και αδιαλείπτως, με πράξεις νομής, όπως καθαρισμό αυτού και κατασκευή εντός του δυο κτισμάτων-αποθηκών, εμβαδού 46 και 38 τμ, τις οποίες και χρησιμοποιούσε τη μία ως ταβέρνα ο εναγόμενος. Ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του, δυνάμει της υπ` αριθμ. .../23-7-2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας, με έδρα την Αλαγονία Καλαμάτας, ............. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλαγονίας (τόμος 67, αριθμός …), νεμόμενος αυτό αδιαλείπτως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, επιβλέποντας αυτό, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του εναγομένου αδελφού του (βοηθού νομής), στον οποίο επέτρεψε να χρησιμοποιεί το ακίνητο, το οποίο είχαν κατασκευάσει από κοινού ο εναγόμενος, με τον πατέρα του και το οποίο λειτουργούσε ως ταβέρνα, όπως ακριβώς ανέφερε ο ίδιος ο ενάγων στην ανώμοτη κατάθεση του. Ο ενάγων θέλοντας να βοηθήσει οικονομικά τον αδελφό του, επέτρεψε σε αυτόν τη λειτουργία της ταβέρνας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Ιούνιο του 2008, κατά την επίσκεψη του ενάγοντος στον οικισμό, ο εναγόμενος τον απέβαλε από εδαφικό τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, εκτάσεως 222 τμ και τα εντός αυτού προαναφερθέντα κτίσματα. Το άνω εδαφικό τμήμα περιγράφεται στο διάγραμμα με τα στοιχεία Γ, Δ, Ε,Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Γ και συνορεύει βόρεια με πλευρά ΗΘΙ μήκους 6,70, δυτικά επί πλευράς ΙΚΛΜΝ, μήκους 28,00 με ιδιοκτησία Ξ. Μ., νότια με πλευρά ΝΓ μήκους 11,17 με το υπόλοιπο ακίνητο του ενάγοντος και ανατολικά επί πλευράς Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, μήκους 33,00 με κοινοτικό δρόμο Αλαγονίας- Νέδουσας. Το επίδικο αυτό τμήμα, το οποίο ο εναγόμενος συνεχίζει να νέμεται μετά την κατάληψη του και παρά το γεγονός ότι ο ενάγων του κοινοποίησε την με ημερομηνία 29-9-2008 εξώδικη όχλησή του, που του κοινοποίησε στις 17-10-2008, αποτελεί τμήμα του ευρύτερου ακινήτου των 581,14 τμ, το οποίο του άφησε ο διαθέτης πατέρας του με την άνω διαθήκη, καθώς κατά τη ρητή και σαφή δήλωση βουλήσεως του ο διαθέτης άφησε στον ενάγοντα "ολόκληρο" το τμήμα οικοπέδου, όσης εκτάσεως και αν είναι, το οποίο βρίσκεται εντός του χωρίου Αλαγονίας, το οποίο ήταν συνεχόμενο τη διωρόφου οικίας του και απεχωρίσθη αυτής υπό της διανοιγείσης οδού Αλαγονίας-Νέδουσας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επανέφερε και με τον σχετικό λόγο της έφεσής του, ότι το επίδικο τμήμα των 222 τμ αποτελεί άλλο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, για το λόγο ότι ο διαθέτης δεν είχε άλλο ακίνητο εντός του χωρίου Αλαγονίας, συνεχόμενο της διώροφης οικίας του, το οποίο να αποχωρίσθηκε από αυτή με την διάνοιξη της οδού Αλαγονίας - Νέδουσας. Εάν υπήρχε άλλο ακίνητο, το οποίο ήθελε να περιέλθει στον εναγόμενο θα το είχε ορίσει. Πιο συγκεκριμένα στην υπ` αριθμ. ... Δημόσια Διαθήκη του ο δικαιοπάροχος των διαδίκων είχε αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "Εγκαθιστώ κληρονόμους μου τα τέκνα μου Ι., Δ., Α. και Π.. Εις τον υιόν μου Ι. αφήνω το πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο της διωρόφου οικίας μου, μετά δικαιώματος χρήσεως του κλιβάνου και των αποθηκών του ισογείου, κειμένης εντός του χωρίου Αλαγονία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της (50/100) εξ αδιαιρέτου {και για αυτόν ακριβώς τον λόγο ο εναγόμενος χρησιμοποίησε τα κτίσματα κλίβανο και αποθήκες ως ταβέρνα, δηλαδή επί αυτών είχε μόνο δικαίωμα χρήσεως, προβλεπόμενο στην διαθήκη του πατέρα του}. Συνεχίζει ο διαθέτης. Εις τον υιόν μου Δ. αφήνω τα κάτωθι ακίνητα: 1) τον ισόγειο όροφο της ανωτέρω διώροφης οικίας μου με ποσοστόν συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της (50/100) εξ αδιαιρέτου, 2) ένα πατατοχώραφο, εκτάσεως (2000) τμ περίπου, κείμενο στη θέση "Αγριόκαρος" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Αλαγονίας, 3) ένα πατατοχώραφο, εκτάσεως (2500) τμ, κείμενο στη θέση "Σομπορία" των ορίων της Κοινότητας Αλαγονίας. Εις τον υιόν μου Α. αφήνω ένα ελαιοπερίβολο, εκτάσεως 6000 τμ περίπου, κείμενο στη θέση "Σπάρτα" των ορίων της Κοινότητας Αλαγονίας. Εις τον υιόν μου Π. αφήνω ολόκληρον το τμήμα οικοπέδου, όσης εκτάσεως και εάν είναι, κείμενον εντός του χωρίου Αλαγονία, το οποίο ήτο συνεχόμενον της διωρόφου οικίας μου και απεχωρίσθη αυτής υπό της διανοιγείσης οδού Αλαγονίας- Νεδούσης". Ετσι αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι το τμήμα των 222 τμ του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του το έτος 1983, το οποίο έκτοτε νέμεται, ασκώντας όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, διότι δεν προκύπτει τέτοια βούληση του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, ενώ εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο ο διαθέτης θα το ανέφερε στη συνταγείσα από αυτόν διαθήκη του, το έτος 1985. Η δε διακατοχική πράξη της λειτουργίας της ταβέρνας εκ μέρους του εναγομένου έλαβε χώρα κατόπιν αδείας του ενάγοντος και όχι διανοία κυρίου, ενώ εξάλλου και η ίδια η διαθήκη προέβλεπε παραχώρηση της χρήσης των αποθηκών και του κλιβάνου, όπως προαναφέρθηκε. Ο εναγόμενος λοιπόν κατέχοντας το τμήμα αυτό του ακινήτου, ιδίω ονόματι και αρνούμενος να το αποδώσει στον ενάγοντα, προσβάλλει το επ` αυτού δικαίωμα κυριότητας, το οποίο ο τελευταίος απέκτησε, αναδρομικώς από το θάνατο του διαθέτη με τη μεταγραφή της ανωτέρω αποδοχής κληρονομιάς". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι ανεπαρκή και αντιφατικά και δημιουργούν αμφιβολίες για το αν ο εναγόμενος προσέβαλε την επί του επιδίκου κυριότητα του ενάγοντα, καθόσον το επίμαχο και χρησιμοποιούμενο από τον εναγόμενο, ως ταβέρνα κτίσμα, κατά άλλες παραδοχές βρίσκεται στο ισόγειο της διόροφης οικίας που είναι κτισμένη σε παρακείμενο οικόπεδο, που διαχωρίζεται από το επίδικο με τη διανοιγείσα οδό Αλαγονίας - Νέδουσας, ενώ η παραχώρηση της χρήσεως του κτίσματος στο οποίο λειτουργεί η ταβέρνα άλλοτε γίνεται από τον κύριο του κτίσματος ενάγοντα στον εναγόμενο αδελφό του και άλλοτε στη χρήση αυτή και σε κτίσμα που δεν ταυτίζεται με το επί του επιδίκου έχει εγκατασταθεί ο εναγόμενος από κληρονομιά του πατέρα του, οπότε ως επικαρπωτής το κατέχει δικαιωματικά και δεν προβάλλει την κυριότητα τρίτου. Ενόψει τούτων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή των οικείων περί προσβολής της κυριότητας διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά την πρώτη και τρίτη από τις αιτιάσεις του πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Κατ`ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλήν του πρότερον δικάσαντος (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔικ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔικ).
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ`αριθμ. 3/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα, του κατατεθέντος, από αυτόν, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/7/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 14/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά την πρώτη και τρίτη από τις αιτιάσεις του, καθώς και ο δεύτερος λόγος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, από δε τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως κυριότητας, επί ακινήτου, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ`αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Ασκηση νομής (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία) αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ`αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ. ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κλπ), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου, η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αμφίβολο και να δημιουργεί αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ`ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσίβλητου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ`αριθμ. ...../16.8.1985 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 6-5-1991 πατρός των διαδίκων Γ. Χ. του Α., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα υπ` αριθμ. 309/30Δ/11-2-1993 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο ενάγων απέκτησε λόγω κληρονομικής διαδοχής ένα οικόπεδο, εκτάσεως 581,14 τμ, που βρίσκεται εντός του οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος Αλαγονίας του Δήμου Καλαμάτας στη θέση Μαχαλάς, το οποίο συνορεύει τριγύρω, όπως εμφαίνεται στο από Ιουνίου του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λ. Α., με ιδιοκτησίες, βόρεια και δυτικά με Ξ. Μ., νότια με Π. Α. και ανατολικά με κοινοτική οδό, η οποία συνδέει την Αλαγονία με την Νέδουσα. Ο κληρονομούμενος, η κυριότητα του οποίου επί του επιδίκου δεν αμφισβητείται από καμία διάδικη πλευρά, είχε αποκτήσει το ακίνητο νεμόμενος αυτό μετά από παραχώρηση το έτος 1940 του πατέρα του Α. Χ., με καλή πίστη και αδιαλείπτως, με πράξεις νομής, όπως καθαρισμό αυτού και κατασκευή εντός του δυο κτισμάτων-αποθηκών, εμβαδού 46 και 38 τμ, τις οποίες και χρησιμοποιούσε τη μία ως ταβέρνα ο εναγόμενος. Ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του, δυνάμει της υπ` αριθμ. .../23-7-2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας, με έδρα την Αλαγονία Καλαμάτας, ............. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλαγονίας (τόμος 67, αριθμός …), νεμόμενος αυτό αδιαλείπτως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, επιβλέποντας αυτό, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του εναγομένου αδελφού του (βοηθού νομής), στον οποίο επέτρεψε να χρησιμοποιεί το ακίνητο, το οποίο είχαν κατασκευάσει από κοινού ο εναγόμενος, με τον πατέρα του και το οποίο λειτουργούσε ως ταβέρνα, όπως ακριβώς ανέφερε ο ίδιος ο ενάγων στην ανώμοτη κατάθεση του. Ο ενάγων θέλοντας να βοηθήσει οικονομικά τον αδελφό του, επέτρεψε σε αυτόν τη λειτουργία της ταβέρνας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Ιούνιο του 2008, κατά την επίσκεψη του ενάγοντος στον οικισμό, ο εναγόμενος τον απέβαλε από εδαφικό τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, εκτάσεως 222 τμ και τα εντός αυτού προαναφερθέντα κτίσματα. Το άνω εδαφικό τμήμα περιγράφεται στο διάγραμμα με τα στοιχεία Γ, Δ, Ε,Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Γ και συνορεύει βόρεια με πλευρά ΗΘΙ μήκους 6,70, δυτικά επί πλευράς ΙΚΛΜΝ, μήκους 28,00 με ιδιοκτησία Ξ. Μ., νότια με πλευρά ΝΓ μήκους 11,17 με το υπόλοιπο ακίνητο του ενάγοντος και ανατολικά επί πλευράς Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, μήκους 33,00 με κοινοτικό δρόμο Αλαγονίας- Νέδουσας. Το επίδικο αυτό τμήμα, το οποίο ο εναγόμενος συνεχίζει να νέμεται μετά την κατάληψη του και παρά το γεγονός ότι ο ενάγων του κοινοποίησε την με ημερομηνία 29-9-2008 εξώδικη όχλησή του, που του κοινοποίησε στις 17-10-2008, αποτελεί τμήμα του ευρύτερου ακινήτου των 581,14 τμ, το οποίο του άφησε ο διαθέτης πατέρας του με την άνω διαθήκη, καθώς κατά τη ρητή και σαφή δήλωση βουλήσεως του ο διαθέτης άφησε στον ενάγοντα "ολόκληρο" το τμήμα οικοπέδου, όσης εκτάσεως και αν είναι, το οποίο βρίσκεται εντός του χωρίου Αλαγονίας, το οποίο ήταν συνεχόμενο τη διωρόφου οικίας του και απεχωρίσθη αυτής υπό της διανοιγείσης οδού Αλαγονίας-Νέδουσας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επανέφερε και με τον σχετικό λόγο της έφεσής του, ότι το επίδικο τμήμα των 222 τμ αποτελεί άλλο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, για το λόγο ότι ο διαθέτης δεν είχε άλλο ακίνητο εντός του χωρίου Αλαγονίας, συνεχόμενο της διώροφης οικίας του, το οποίο να αποχωρίσθηκε από αυτή με την διάνοιξη της οδού Αλαγονίας - Νέδουσας. Εάν υπήρχε άλλο ακίνητο, το οποίο ήθελε να περιέλθει στον εναγόμενο θα το είχε ορίσει. Πιο συγκεκριμένα στην υπ` αριθμ. ... Δημόσια Διαθήκη του ο δικαιοπάροχος των διαδίκων είχε αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "Εγκαθιστώ κληρονόμους μου τα τέκνα μου Ι., Δ., Α. και Π.. Εις τον υιόν μου Ι. αφήνω το πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο της διωρόφου οικίας μου, μετά δικαιώματος χρήσεως του κλιβάνου και των αποθηκών του ισογείου, κειμένης εντός του χωρίου Αλαγονία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της (50/100) εξ αδιαιρέτου {και για αυτόν ακριβώς τον λόγο ο εναγόμενος χρησιμοποίησε τα κτίσματα κλίβανο και αποθήκες ως ταβέρνα, δηλαδή επί αυτών είχε μόνο δικαίωμα χρήσεως, προβλεπόμενο στην διαθήκη του πατέρα του}. Συνεχίζει ο διαθέτης. Εις τον υιόν μου Δ. αφήνω τα κάτωθι ακίνητα: 1) τον ισόγειο όροφο της ανωτέρω διώροφης οικίας μου με ποσοστόν συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της (50/100) εξ αδιαιρέτου, 2) ένα πατατοχώραφο, εκτάσεως (2000) τμ περίπου, κείμενο στη θέση "Αγριόκαρος" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Αλαγονίας, 3) ένα πατατοχώραφο, εκτάσεως (2500) τμ, κείμενο στη θέση "Σομπορία" των ορίων της Κοινότητας Αλαγονίας. Εις τον υιόν μου Α. αφήνω ένα ελαιοπερίβολο, εκτάσεως 6000 τμ περίπου, κείμενο στη θέση "Σπάρτα" των ορίων της Κοινότητας Αλαγονίας. Εις τον υιόν μου Π. αφήνω ολόκληρον το τμήμα οικοπέδου, όσης εκτάσεως και εάν είναι, κείμενον εντός του χωρίου Αλαγονία, το οποίο ήτο συνεχόμενον της διωρόφου οικίας μου και απεχωρίσθη αυτής υπό της διανοιγείσης οδού Αλαγονίας- Νεδούσης". Ετσι αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι το τμήμα των 222 τμ του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του το έτος 1983, το οποίο έκτοτε νέμεται, ασκώντας όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, διότι δεν προκύπτει τέτοια βούληση του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, ενώ εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο ο διαθέτης θα το ανέφερε στη συνταγείσα από αυτόν διαθήκη του, το έτος 1985. Η δε διακατοχική πράξη της λειτουργίας της ταβέρνας εκ μέρους του εναγομένου έλαβε χώρα κατόπιν αδείας του ενάγοντος και όχι διανοία κυρίου, ενώ εξάλλου και η ίδια η διαθήκη προέβλεπε παραχώρηση της χρήσης των αποθηκών και του κλιβάνου, όπως προαναφέρθηκε. Ο εναγόμενος λοιπόν κατέχοντας το τμήμα αυτό του ακινήτου, ιδίω ονόματι και αρνούμενος να το αποδώσει στον ενάγοντα, προσβάλλει το επ` αυτού δικαίωμα κυριότητας, το οποίο ο τελευταίος απέκτησε, αναδρομικώς από το θάνατο του διαθέτη με τη μεταγραφή της ανωτέρω αποδοχής κληρονομιάς". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι ανεπαρκή και αντιφατικά και δημιουργούν αμφιβολίες για το αν ο εναγόμενος προσέβαλε την επί του επιδίκου κυριότητα του ενάγοντα, καθόσον το επίμαχο και χρησιμοποιούμενο από τον εναγόμενο, ως ταβέρνα κτίσμα, κατά άλλες παραδοχές βρίσκεται στο ισόγειο της διόροφης οικίας που είναι κτισμένη σε παρακείμενο οικόπεδο, που διαχωρίζεται από το επίδικο με τη διανοιγείσα οδό Αλαγονίας - Νέδουσας, ενώ η παραχώρηση της χρήσεως του κτίσματος στο οποίο λειτουργεί η ταβέρνα άλλοτε γίνεται από τον κύριο του κτίσματος ενάγοντα στον εναγόμενο αδελφό του και άλλοτε στη χρήση αυτή και σε κτίσμα που δεν ταυτίζεται με το επί του επιδίκου έχει εγκατασταθεί ο εναγόμενος από κληρονομιά του πατέρα του, οπότε ως επικαρπωτής το κατέχει δικαιωματικά και δεν προβάλλει την κυριότητα τρίτου. Ενόψει τούτων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή των οικείων περί προσβολής της κυριότητας διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά την πρώτη και τρίτη από τις αιτιάσεις του πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Κατ`ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλήν του πρότερον δικάσαντος (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔικ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔικ).
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ`αριθμ. 3/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα, του κατατεθέντος, από αυτόν, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου