
305/2015 ΑΠ ( 651381)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Κτήση κυριότητας ακινήτου. Δωδεκάνησος. Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου (Κ.Κ.Δ.).
Διαχρονικό δίκαιο. Μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί για τη
κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, κατά..
των εγγεγραμμένων ως τιτλούχων στα
κτηματολογικά βιβλία του Κ.Κ.Δ., επί ακινήτων «μούλκ», η επί πλήρη 15ετία άσκηση νομής με
διάνοια κυρίου, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή
με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του
δικαιοπαρόχου του. Παράδοση νομής με αντιφώνηση με βάση ορισμένη έννομη σχέση. Η έννομη
αυτή σχέση μπορεί να συνομολογηθεί και σιωπηρά, ενώ για τις re καταρτιζόμενες έννομες σχέσεις
δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, η δε νομή στις περιπτώσεις αυτές ασκείται μέσω άλλου, δηλαδή
δια
του κατόχου μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα, κατά παράκληση του λαβόντος.
Πληρεξουσιότητα. Υποκατάσταση του πληρεξούσιου από άλλο πρόσωπο. Προϋποθέσεις. Μορφές
της καθ’υποκατάσταση πληρεξουσιότητας. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 128/2012
αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Αριθμός 305/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Μ. - Κ. Μ., το γένος Ο. Τ., 2) Ν. συζ. Α. - Σ. Κ., το γένος Ο. Τ., 3) Χ. ή Σ. συζ. Τ. Μ. το γένος Ο. Τ., 4) Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Ε., 5) Ο. Τ. του Α., και 6) Σ. Ε., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Θ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2003 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ο. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-8-2012 αίτησή τους και με τους από 19-12-2014 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 4-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ` αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ`αυτή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του Κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συντελέστηκε. Εξάλλου κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση, που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν, αντιστοίχως, τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και τη διάδοχη αυτού μεταβολή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι καθιερώνεται ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεως έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνήσια, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας, που ίσχυε κατά τη θέσπισή τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά. Συνεπώς ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις, που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό, εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", είναι σαφές ότι από 30.12.1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ.α του πιο πάνω ν.510/1947 ο Α.Κ., ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ.7/10.3.1946 "περί αποκαταστήσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού Α.Κ., που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής. Επομένως μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974-979, 1045 και 10151 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, κατά των εγγεγραμμένων ως τιτλούχων στα κτηματολογικά βιβλία του ΚΚΔ, επί ακινήτων μούλκ η επί πλήρη 15ετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (Ολ.ΑΠ 188/1980). Περαιτέρω κατά το άρθρο 977 εδ.α ΑΚ, παράδοση της νομής υπάρχει και επί αντιφωνήσεως της νομής (constitutum possessorinum), όταν δηλαδή συμφωνηθεί ανάμεσα σε αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή και εκείνου που την αποκτά, ότι ο πρώτος θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη, συγχρόνως συνομολογούμενη έννομη σχέση, όπως μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη, κατά παράκληση δόση - παραχώρηση. Η έννομη αυτή σχέση μπορεί να συνομολογηθεί και έμμεσα, δηλαδή σιωπηρά, ενώ για τις προαναφερθείσες re καταρτιζόμενες έννομες σχέσεις δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (αρθρ.810, 574, 822, 361 ΑΚ), η δε νομή στις περιπτώσεις αυτές ασκείται κατά το άρθρο 980 ΑΚ μέσω άλλου, δηλαδή δια του κατόχου μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα, κατά παράκληση λαβόντος. Εξάλλου κατά το άρθρο 211 ΑΚ η εξουσία προς αντιπροσώπευση είναι εξουσία που αναγνωρίζεται από το δίκαιο σε ορισμένο πρόσωπο, τον αντιπρόσωπο, να ενεργεί στο όνομα ετέρου προσώπου, του αντιπροσωπευομένου όπως ακριβώς θα συνέβαινε, αν τούτο ενεργούσε αυτοπροσώπως. Ο χαρακτήρας της πληρεξουσιότητας ως εξουσίας εμπιστευομένης στον πληρεξούσιο για την διάπλαση των εννόμων σχέσεων του αντιπροσωπευομένου, αποκλείει κατ`αρχήν την υποκατάσταση του πληρεξουσίου δι`ετέρου προσώπου. Απόκλιση από της αρχής αυτής επιτρέπεται μόνο για όσους λόγους προβλέπεται στο νόμο και επί εντολής, κατ`ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 715, ήτοι αν επέτρεψε την υποκατάσταση ο αντιπροσωπευόμενος, αν αυτή επιβάλλεται από τις περιστάσεις ή τέλος αν συνηθίζεται η υποκατάσταση, όπως όταν ο αντιπροσωπευόμενος δεν έχει συμφέρον να ζητήσει αυτοπρόσωπη ενέργεια του από αυτόν διορισθέντος πληρεξουσίου. Η εν λόγω καθ`υποκατάσταση πληρεξουσιότητα μπορεί να εμφανισθεί με δύο μορφές, είτε ως γνήσια καθ`υποκατάσταση πληρεξουσιότητα είτε ως απλή μεταπληρεξουσιότητα του αρχικού πληρεξουσίου (μερική ή ολική). Στην πρώτη περίπτωση η υποκατάσταση ενεργεί ευθέως στο όνομα του κυρίου των υποθέσεων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ναι μεν αυτός και πάλι ενεργεί στο όνομα του κυρίου των υποθέσεων, πλην όμως ως πληρεξούσιος (μεταπληρεξούσιος) του αρχικού πληρεξουσίου. Εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει την υποκατάσταση και στις δύο αυτές μορφές, είναι ότι η προς αντιπροσώπευση εξουσία του υποκαταστάτου στηρίζεται σε δύο ομοίου, εν μέρει τουλάχιστον, περιεχομένου διαδοχικές πράξεις παροχής πληρεξουσιότητας. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ`ανέλεγκτη κρίση ως προς τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος από έκτακτη, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου χρησικτησία, κατά του ως τιτλούχου εγγεγραμμένου εναγομένου - αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ` αριθμ..../4.11.1980 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ρόδου ........................ - .............. , που συντάχθηκε παρουσία διερμηνέως της τουρκικής και της ελληνικής γλώσσας, ο ενάγων διόρισε ως ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του το .......... , κάτοικο Ρόδου, προκειμένου να πωλήσει προς οιονδήποτε τον αγρό, ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην Ιξιά της Ρόδου, εκτάσεως 13.415 τμ., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 1, φύλλο 39, φάκελος 43, μερίδα 154, νομικής φύσεως αρχικώς βακούφ και ήδη μουλκ, που συνορεύει ανατολικά με αμαξιτή οδό .................. , νότια με μερίδες 153 και 154Α, δυτικά με μερίδα 164Α και βόρεια με μερίδες 154 και 155Α. Στη συνέχεια, με το υπ` αριθμ. .../18.11.1980 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ρόδου ......................................... , ο κατά τα ανωτέρω ειδικός πληρεξούσιος του ενάγοντος ................ διόρισε ως ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του τον εναγόμενο, προκειμένου να πωλήσει προς οιονδήποτε ή προς τον εαυτό του το προαναφερόμενο ακίνητο. Τελικώς, με το υπ`αριθμ. .../7.11.1983 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου .......................................... , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (υπ` αριθμ. .../8.11.1983 κτηματολογική εγγραφή), ο εναγόμενος, ενεργώντας ως αγοραστής και ως ειδικός πληρεξούσιος του πωλητή, δυνάμει των προαναφερθέντων πληρεξουσίων συμβολαίων, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ανωτέρω ακίνητο στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση. Το επίδικο, εκτάσεως 905 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία γωνιών 5-6-7-8-9-10-18-19-20-21-22-23-5 στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουαρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ. Μ., που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι νέμεται και ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο νόμιμος χρόνος, κατ` άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, της 15ετούς κτητικής παραγραφής αποτελεί το ανατολικό τμήμα του ως άνω πωληθέντος από αυτόν στον εναγόμενο, εκτάσεως 13.415 τ.μ., ακινήτου και αποτελεί την πρόσοψη της μερίδας αυτής προς την εφαπτόμενη οδό Γ.Σεφέρη. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι πώλησε το έτος 1983 το όλο ακίνητο στον εναγόμενο, συνέχισε να νέμεται ως κύριος το επίδικο, που αποτελεί τμήμα του, χρησιμοποιώντας τα εντός αυτού ευρισκόμενα κτίσματα, δηλαδή ένα σταύλο για το σταυλισμό των ζώων του, τρεις αποθήκες για τη φύλαξη ζωοτροφών και δύο ορνιθώνες. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος διέμενε σε ιδιόκτητη κατοικία, που βρίσκεται στο όμορο με το επίδικο ακίνητο με KM 165, μετά την πώληση του ανωτέρω ακίνητου του στον εναγόμενο, με την ανοχή και κατά παραχώρηση του τελευταίου, συνέχισε να κατέχει το επίδικο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου και να το χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του σταυλισμού των ζώων του, γνώριζε όμως ότι αυτό ανήκε πλέον στην ιδιοκτησία του εναγομένου. Το στοιχείο της διάνοιας κυρίου δεν αποδείχθηκε από κανένα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε από τα έντυπα Ε9 της Δ.Ο.Υ. Ρόδου των ετών 1995 και 1997, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποδεικνύουν το στοιχείο της διάνοιας, στα οποία έντυπα, σημειωτέον, κανένα από τα δηλωθέντα ακίνητα δεν συμπίπτει ως προς την έκταση ή τα όρια με το επίδικο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από το έτος 1983, με την αγορά του εν λόγω ακινήτου του, νέμεται το όλο ακίνητο ως κύριος, ασκώντας εποπτεία επ` αυτού και καλλιεργώντας εντός αυτού ελαιόδενδρα και άλλα καρποφόρα δένδρα, καθώς και κηπευτικά είδη. Κατά παραχώρηση δε του εναγομένου συνέχισε ο ενάγων, και μετά την ως άνω πώληση, να χρησιμοποιεί το σταύλο, τις τρεις αποθήκες και τους δύο ορνιθώνες, με αντάλλαγμα την κοπριά που προσέφερε στον εναγόμενο, για την καλλιέργεια των δένδρων και κηπευτικών του στο εν λόγω ακίνητο. Άλλωστε, αν ο ενάγων χρησιμοποιούσε το επίδικο ως κύριος και όχι ως κάτοχος, αυτό θα είχε γίνει αμέσως αντιληπτό από τον ιδιοκτήτη - εναγόμενο, ο οποίος κατοικώντας πλησίον του αγορασθέντος ακινήτου του και ως εκ τούτου έχοντας πλήρη εποπτεία αυτού, θα ήταν λογικό να είχε διαμαρτυρηθεί και προσφύγει στα δικαστήρια για την προστασία της ιδιοκτησίας του, δηλαδή του επιδίκου τμήματος, που αποτελεί μάλιστα και την πρόσοψη του ακινήτου του προς την οδό Γ. Σεφέρη, όπως προεκτέθηκε. Τέτοια προγενέστερη δικαστική ή εξωδικαστική αντιδικία, με αντικείμενο το επίδικο, δεν προέκυψε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, ενώ με την άσκηση της ένδικης αγωγής (2003) διαφαίνεται για πρώτη φορά η διεκδίκηση του επιδίκου από τον ενάγοντα και συνακόλουθα η αρχή της δικαστικής διαμάχης των διαδίκων.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε η με διάνοια κυρίου δεκαπενταετής, πριν από την άσκηση της αγωγής, νομή επί του επιδίκου, εκ μέρους του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού είχε εξαφανισθεί η ερήμην εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση λόγω τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής της εφέσεως, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ το Εφετείο, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 361 ΑΚ περί σιωπηρής καταρτίσεως της συμβάσεως του άρθρου 977 εδ.α ΑΚ, ενώ προσέτι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ`αυτήν συνοπτικές, πλήν όμως σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αρχικού ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων των προϋποθέσεων της 15ετούς διανοία κυρίου νομής του επιδίκου και της από το λόγο αυτό αποκτήσεως της κυριότητας του, κατά τις μνημονευόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και των περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεων του ΑΚ (974, 980, 1041 1045 ΑΚ) καθόσον αυτός (αρχικός ενάγων) μετά την καταρτισθείσα από τον καθ`υποκατάσταση πληρεξούσιό του εναγόμενο πώληση στον ίδιο με αυτοσύμβαση, του επιφανείας 13415 τμ μεγαλυτέρου και περιλαμβάνοντος και το επίδικο ακινήτου του, με αριθμό Κτηματολογικής Μερίδας 154, παρέμεινε στην κατοχή του επιφανείας 905 τ.μ. επιδίκου, κατά σιωπηρή παραχώρηση και με την ανοχή του αποκτήσαντος τη νομή εναγομένου, ήτοι με καταρτισθείσα σιωπηρή συμφωνία, που δεν απαιτούσε έγγραφο και πανηγυρικό τύπο, κάνοντας χρήση των εντός του επιδίκου κτισμάτων (σταύλου, τριών αποθηκών και δύο ορνιθώνων) ως κάτοχος ήτοι με διάνοια δικαιούχου και όχι με διάνοια κυρίου, την οποία (διάνοια κυρίου) από του χρόνου αγοράς του περιλαμβάνοντος και το επίδικο μεγαλυτέρου ακινήτου, την ασκούσε ο κατοικών σε όμορο ακίνητο, με κτηματολογικά στοιχεία ΚΜ 165 εναγόμενος - αναιρεσίβλητος και μάλιστα ως προς το επίδικο δια του κατά παράκληση λαβόντος - αρχικού ενάγοντος, αντίθετη συμπεριφορά του οποίου (αρχικού ενάγοντος) πριν από την άσκηση της αγωγής δεν αποδείχθηκε. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων του ΚΚ Δωδεκ. και του ΑΚ, εις βάρος του κατά το άρθρο 41 του ΚΚ εγγεγραμμένου ως τιτλούχου στα Κτηματολογικά βιβλία. Ενόψει τούτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και οι από τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου πρώτος και τρίτος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις των ίδιων λόγων, κατά τις οποίες από τα προσκομισθέντα με επίκληση, αποδεικτικά μέσα, προέκυπτε διαφορετικό πόρισμα ως προς την διάνοια κατοχής του επιδίκου (διάνοια κυρίου και όχι διάνοια δικαιούχου) και την ως προς την κατοχή αυτή σχέση του αρχικού ενάγοντα με τον εναγόμενο, καθώς και ως προς το περιεχόμενο των εντύπων Ε-9, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό το πρόσχημα της, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων, πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ ετέρου οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες ο εναγόμενος συνεβλήθη ως μεταπληρεξούσιος με αυτοσύμβαση κατά την αγορά του περιλαμβάνοντος και το επίδικο μεγαλυτέρου ακινήτου και ότι ως εκ τούτου συνεβλήθη με τον πληρεξούσιο για την κατάρτιση του μεταπληρεξουσίου και καμμία σχέση και επαφή δεν είχε με τον ενάγοντα - πωλητή, ώστε να καταρτισθεί η κατά το άρθρο 977 εδ. α ΑΚ σύμβαση παραχωρήσεως της κατοχής του επιδίκου, είναι απαράδεκτες ως αφορώσες στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και ως αναιρούσες τις εξουσίες του καθ`υποκατάσταση πληρεξουσίου - εναγομένου να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου αρχικού ενάγοντος (κατά τις παραδοχές της αποφάσεως υπήρξε γνησία καθ`υποκατάσταση πληρεξουσιότητα και όχι απλή μεταπληρεξουσιότητα). Επίσης οι αιτιάσεις του πρώτου και τρίτου λόγου κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογεί ανεπαρκώς τη σχέση με βάση την οποία ο αρχικώς ενάγων παρέμεινε στην κατοχή του επιδίκου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι λόγοι (τρείς της αναιρέσεως και δεύτερος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δηλώσεως του εντύπου Ε-9 της Δ.Ο.Υ. Ρόδου του έτους 1995, με το να δεχθεί ότι κανένα από τα δηλούμενα και δη επτά χρόνια πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, ακίνητα, δεν συμπίπτει ως προς την έκταση και τα όρια με το επίδικο, ενώ από την ορθή ανάγνωση του εγγράφου, που αναφερόταν σε παλαιά ισόγειο οικία 90 τ.μ. και οικόπεδο 500 τ.μ., προέκυπτε ότι δηλωνόταν το επίδικο, ενώ η διαφορά ως προς την επιφάνεια του οικοπέδου σε 500 τ.μ. αντί 904 τ.μ. εξηγείται από την ανεπάρκεια του αρχικού και τουρκικής υπηκοότητας ενάγοντα, ως αγράμματου και μη έχοντος ως μητρική γλώσσα την ελληνική, να εκτιμήσει το ακριβές εμβαδόν. Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο, ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε ότι το δηλούμενο ακίνητο και το επίδικο δεν ταυτίζονται, ήτοι σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που αυτοί (αναιρεσείοντες) θεωρούν ορθό. Δηλαδή η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου, ενώ προσέτι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως, το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα της κατοχής του επιδίκου από τον αρχικό ενάγοντα διανοία δικαιούχου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά απλώς το δικάσαν Εφετείο, το συνεκτίμησε, χωρίς να το εξαίρει, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τη μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα ανταποδείξεως και τις επικαλούμενες φωτογραφίες και ένορκες βεβαιώσεις. Ενόψει τούτων δεν υφίσταται παραμόρφωση εγγράφου και ο λόγος αυτός (πρώτος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή με τον τρίτο πρόσθετο λόγο και κατ`εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δέχθηκε, χωρίς προς τούτο να έχει προσκομισθεί κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι μεταξύ του αρχικού ενάγοντος και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου είχε καταρτισθεί σύμβαση παραχωρήσεως της κατοχής ενώ τούτο δεν μπορεί να έγινε αφού τα δύο αυτά πρόσωπα ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε προσωπική επικοινωνία και επαφή, καθόσον ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος απέκτησε με αγορά το περιλαμβάνον και το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο με αυτοσύμβαση και δυνάμει μεταπληρεξουσίου που είχε καταρτίσει με τον πληρεξούσιο του αρχικού ενάγοντος και πωλητή. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του υπάγεται στο πραγματικό του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι του επικαλουμένου 11 εδ. β και είναι απαράδεκτος, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα από τη συνεκτίμηση των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς τη σιωπηρή κατάρτιση μεταξύ των προαναφερθέντων σύμβασης παραχωρήσεως της νομής και παραμονής κατ`ανοχή σ`αυτή και μάλιστα με αντάλλαγμα την κοπριά που ο ενάγων προσέφερε στον εναγόμενο, για την καλλιέργεια των δένδρων και κηπευτικών στο μεγαλύτερο ακίνητο. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, αφορά σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση, αξιολόγηση και συσχέτιση των αποδείξεων, ενώ προσέτι η ανέλεγκτη παραδοχή "περί ανταλλάγματος" προϋποθέτει επικοινωνία και επαφή μεταξύ κατόχου και νομέα. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.8.2012 αίτηση και των από 19.12.2014 προσθέτων λόγων των Α. συζ. Μ. - Κ. Μ., το γένος Ο. Τ., Ν. συζ. Α. - Σ. Κ., το γένος Ο. Τ. κ.λπ. κατά του Σ. Θ. του Π. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 128/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Μ. - Κ. Μ., το γένος Ο. Τ., 2) Ν. συζ. Α. - Σ. Κ., το γένος Ο. Τ., 3) Χ. ή Σ. συζ. Τ. Μ. το γένος Ο. Τ., 4) Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Ε., 5) Ο. Τ. του Α., και 6) Σ. Ε., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Θ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2003 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ο. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-8-2012 αίτησή τους και με τους από 19-12-2014 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 4-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ` αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ`αυτή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του Κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συντελέστηκε. Εξάλλου κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση, που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν, αντιστοίχως, τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και τη διάδοχη αυτού μεταβολή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι καθιερώνεται ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεως έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνήσια, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας, που ίσχυε κατά τη θέσπισή τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά. Συνεπώς ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις, που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό, εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", είναι σαφές ότι από 30.12.1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ.α του πιο πάνω ν.510/1947 ο Α.Κ., ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ.7/10.3.1946 "περί αποκαταστήσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού Α.Κ., που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή, που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής. Επομένως μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974-979, 1045 και 10151 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, κατά των εγγεγραμμένων ως τιτλούχων στα κτηματολογικά βιβλία του ΚΚΔ, επί ακινήτων μούλκ η επί πλήρη 15ετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (Ολ.ΑΠ 188/1980). Περαιτέρω κατά το άρθρο 977 εδ.α ΑΚ, παράδοση της νομής υπάρχει και επί αντιφωνήσεως της νομής (constitutum possessorinum), όταν δηλαδή συμφωνηθεί ανάμεσα σε αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή και εκείνου που την αποκτά, ότι ο πρώτος θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη, συγχρόνως συνομολογούμενη έννομη σχέση, όπως μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη, κατά παράκληση δόση - παραχώρηση. Η έννομη αυτή σχέση μπορεί να συνομολογηθεί και έμμεσα, δηλαδή σιωπηρά, ενώ για τις προαναφερθείσες re καταρτιζόμενες έννομες σχέσεις δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (αρθρ.810, 574, 822, 361 ΑΚ), η δε νομή στις περιπτώσεις αυτές ασκείται κατά το άρθρο 980 ΑΚ μέσω άλλου, δηλαδή δια του κατόχου μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα, κατά παράκληση λαβόντος. Εξάλλου κατά το άρθρο 211 ΑΚ η εξουσία προς αντιπροσώπευση είναι εξουσία που αναγνωρίζεται από το δίκαιο σε ορισμένο πρόσωπο, τον αντιπρόσωπο, να ενεργεί στο όνομα ετέρου προσώπου, του αντιπροσωπευομένου όπως ακριβώς θα συνέβαινε, αν τούτο ενεργούσε αυτοπροσώπως. Ο χαρακτήρας της πληρεξουσιότητας ως εξουσίας εμπιστευομένης στον πληρεξούσιο για την διάπλαση των εννόμων σχέσεων του αντιπροσωπευομένου, αποκλείει κατ`αρχήν την υποκατάσταση του πληρεξουσίου δι`ετέρου προσώπου. Απόκλιση από της αρχής αυτής επιτρέπεται μόνο για όσους λόγους προβλέπεται στο νόμο και επί εντολής, κατ`ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 715, ήτοι αν επέτρεψε την υποκατάσταση ο αντιπροσωπευόμενος, αν αυτή επιβάλλεται από τις περιστάσεις ή τέλος αν συνηθίζεται η υποκατάσταση, όπως όταν ο αντιπροσωπευόμενος δεν έχει συμφέρον να ζητήσει αυτοπρόσωπη ενέργεια του από αυτόν διορισθέντος πληρεξουσίου. Η εν λόγω καθ`υποκατάσταση πληρεξουσιότητα μπορεί να εμφανισθεί με δύο μορφές, είτε ως γνήσια καθ`υποκατάσταση πληρεξουσιότητα είτε ως απλή μεταπληρεξουσιότητα του αρχικού πληρεξουσίου (μερική ή ολική). Στην πρώτη περίπτωση η υποκατάσταση ενεργεί ευθέως στο όνομα του κυρίου των υποθέσεων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ναι μεν αυτός και πάλι ενεργεί στο όνομα του κυρίου των υποθέσεων, πλην όμως ως πληρεξούσιος (μεταπληρεξούσιος) του αρχικού πληρεξουσίου. Εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει την υποκατάσταση και στις δύο αυτές μορφές, είναι ότι η προς αντιπροσώπευση εξουσία του υποκαταστάτου στηρίζεται σε δύο ομοίου, εν μέρει τουλάχιστον, περιεχομένου διαδοχικές πράξεις παροχής πληρεξουσιότητας. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ`ανέλεγκτη κρίση ως προς τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος από έκτακτη, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου χρησικτησία, κατά του ως τιτλούχου εγγεγραμμένου εναγομένου - αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ` αριθμ..../4.11.1980 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ρόδου ........................ - .............. , που συντάχθηκε παρουσία διερμηνέως της τουρκικής και της ελληνικής γλώσσας, ο ενάγων διόρισε ως ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του το .......... , κάτοικο Ρόδου, προκειμένου να πωλήσει προς οιονδήποτε τον αγρό, ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην Ιξιά της Ρόδου, εκτάσεως 13.415 τμ., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 1, φύλλο 39, φάκελος 43, μερίδα 154, νομικής φύσεως αρχικώς βακούφ και ήδη μουλκ, που συνορεύει ανατολικά με αμαξιτή οδό .................. , νότια με μερίδες 153 και 154Α, δυτικά με μερίδα 164Α και βόρεια με μερίδες 154 και 155Α. Στη συνέχεια, με το υπ` αριθμ. .../18.11.1980 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ρόδου ......................................... , ο κατά τα ανωτέρω ειδικός πληρεξούσιος του ενάγοντος ................ διόρισε ως ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του τον εναγόμενο, προκειμένου να πωλήσει προς οιονδήποτε ή προς τον εαυτό του το προαναφερόμενο ακίνητο. Τελικώς, με το υπ`αριθμ. .../7.11.1983 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου .......................................... , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (υπ` αριθμ. .../8.11.1983 κτηματολογική εγγραφή), ο εναγόμενος, ενεργώντας ως αγοραστής και ως ειδικός πληρεξούσιος του πωλητή, δυνάμει των προαναφερθέντων πληρεξουσίων συμβολαίων, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ανωτέρω ακίνητο στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση. Το επίδικο, εκτάσεως 905 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία γωνιών 5-6-7-8-9-10-18-19-20-21-22-23-5 στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουαρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ. Μ., που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι νέμεται και ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο νόμιμος χρόνος, κατ` άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, της 15ετούς κτητικής παραγραφής αποτελεί το ανατολικό τμήμα του ως άνω πωληθέντος από αυτόν στον εναγόμενο, εκτάσεως 13.415 τ.μ., ακινήτου και αποτελεί την πρόσοψη της μερίδας αυτής προς την εφαπτόμενη οδό Γ.Σεφέρη. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι πώλησε το έτος 1983 το όλο ακίνητο στον εναγόμενο, συνέχισε να νέμεται ως κύριος το επίδικο, που αποτελεί τμήμα του, χρησιμοποιώντας τα εντός αυτού ευρισκόμενα κτίσματα, δηλαδή ένα σταύλο για το σταυλισμό των ζώων του, τρεις αποθήκες για τη φύλαξη ζωοτροφών και δύο ορνιθώνες. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος διέμενε σε ιδιόκτητη κατοικία, που βρίσκεται στο όμορο με το επίδικο ακίνητο με KM 165, μετά την πώληση του ανωτέρω ακίνητου του στον εναγόμενο, με την ανοχή και κατά παραχώρηση του τελευταίου, συνέχισε να κατέχει το επίδικο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου και να το χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του σταυλισμού των ζώων του, γνώριζε όμως ότι αυτό ανήκε πλέον στην ιδιοκτησία του εναγομένου. Το στοιχείο της διάνοιας κυρίου δεν αποδείχθηκε από κανένα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε από τα έντυπα Ε9 της Δ.Ο.Υ. Ρόδου των ετών 1995 και 1997, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποδεικνύουν το στοιχείο της διάνοιας, στα οποία έντυπα, σημειωτέον, κανένα από τα δηλωθέντα ακίνητα δεν συμπίπτει ως προς την έκταση ή τα όρια με το επίδικο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από το έτος 1983, με την αγορά του εν λόγω ακινήτου του, νέμεται το όλο ακίνητο ως κύριος, ασκώντας εποπτεία επ` αυτού και καλλιεργώντας εντός αυτού ελαιόδενδρα και άλλα καρποφόρα δένδρα, καθώς και κηπευτικά είδη. Κατά παραχώρηση δε του εναγομένου συνέχισε ο ενάγων, και μετά την ως άνω πώληση, να χρησιμοποιεί το σταύλο, τις τρεις αποθήκες και τους δύο ορνιθώνες, με αντάλλαγμα την κοπριά που προσέφερε στον εναγόμενο, για την καλλιέργεια των δένδρων και κηπευτικών του στο εν λόγω ακίνητο. Άλλωστε, αν ο ενάγων χρησιμοποιούσε το επίδικο ως κύριος και όχι ως κάτοχος, αυτό θα είχε γίνει αμέσως αντιληπτό από τον ιδιοκτήτη - εναγόμενο, ο οποίος κατοικώντας πλησίον του αγορασθέντος ακινήτου του και ως εκ τούτου έχοντας πλήρη εποπτεία αυτού, θα ήταν λογικό να είχε διαμαρτυρηθεί και προσφύγει στα δικαστήρια για την προστασία της ιδιοκτησίας του, δηλαδή του επιδίκου τμήματος, που αποτελεί μάλιστα και την πρόσοψη του ακινήτου του προς την οδό Γ. Σεφέρη, όπως προεκτέθηκε. Τέτοια προγενέστερη δικαστική ή εξωδικαστική αντιδικία, με αντικείμενο το επίδικο, δεν προέκυψε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, ενώ με την άσκηση της ένδικης αγωγής (2003) διαφαίνεται για πρώτη φορά η διεκδίκηση του επιδίκου από τον ενάγοντα και συνακόλουθα η αρχή της δικαστικής διαμάχης των διαδίκων.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε η με διάνοια κυρίου δεκαπενταετής, πριν από την άσκηση της αγωγής, νομή επί του επιδίκου, εκ μέρους του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού είχε εξαφανισθεί η ερήμην εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση λόγω τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής της εφέσεως, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ το Εφετείο, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 361 ΑΚ περί σιωπηρής καταρτίσεως της συμβάσεως του άρθρου 977 εδ.α ΑΚ, ενώ προσέτι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ`αυτήν συνοπτικές, πλήν όμως σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αρχικού ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων των προϋποθέσεων της 15ετούς διανοία κυρίου νομής του επιδίκου και της από το λόγο αυτό αποκτήσεως της κυριότητας του, κατά τις μνημονευόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και των περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεων του ΑΚ (974, 980, 1041 1045 ΑΚ) καθόσον αυτός (αρχικός ενάγων) μετά την καταρτισθείσα από τον καθ`υποκατάσταση πληρεξούσιό του εναγόμενο πώληση στον ίδιο με αυτοσύμβαση, του επιφανείας 13415 τμ μεγαλυτέρου και περιλαμβάνοντος και το επίδικο ακινήτου του, με αριθμό Κτηματολογικής Μερίδας 154, παρέμεινε στην κατοχή του επιφανείας 905 τ.μ. επιδίκου, κατά σιωπηρή παραχώρηση και με την ανοχή του αποκτήσαντος τη νομή εναγομένου, ήτοι με καταρτισθείσα σιωπηρή συμφωνία, που δεν απαιτούσε έγγραφο και πανηγυρικό τύπο, κάνοντας χρήση των εντός του επιδίκου κτισμάτων (σταύλου, τριών αποθηκών και δύο ορνιθώνων) ως κάτοχος ήτοι με διάνοια δικαιούχου και όχι με διάνοια κυρίου, την οποία (διάνοια κυρίου) από του χρόνου αγοράς του περιλαμβάνοντος και το επίδικο μεγαλυτέρου ακινήτου, την ασκούσε ο κατοικών σε όμορο ακίνητο, με κτηματολογικά στοιχεία ΚΜ 165 εναγόμενος - αναιρεσίβλητος και μάλιστα ως προς το επίδικο δια του κατά παράκληση λαβόντος - αρχικού ενάγοντος, αντίθετη συμπεριφορά του οποίου (αρχικού ενάγοντος) πριν από την άσκηση της αγωγής δεν αποδείχθηκε. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων του ΚΚ Δωδεκ. και του ΑΚ, εις βάρος του κατά το άρθρο 41 του ΚΚ εγγεγραμμένου ως τιτλούχου στα Κτηματολογικά βιβλία. Ενόψει τούτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και οι από τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου πρώτος και τρίτος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις των ίδιων λόγων, κατά τις οποίες από τα προσκομισθέντα με επίκληση, αποδεικτικά μέσα, προέκυπτε διαφορετικό πόρισμα ως προς την διάνοια κατοχής του επιδίκου (διάνοια κυρίου και όχι διάνοια δικαιούχου) και την ως προς την κατοχή αυτή σχέση του αρχικού ενάγοντα με τον εναγόμενο, καθώς και ως προς το περιεχόμενο των εντύπων Ε-9, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό το πρόσχημα της, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων, πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ ετέρου οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες ο εναγόμενος συνεβλήθη ως μεταπληρεξούσιος με αυτοσύμβαση κατά την αγορά του περιλαμβάνοντος και το επίδικο μεγαλυτέρου ακινήτου και ότι ως εκ τούτου συνεβλήθη με τον πληρεξούσιο για την κατάρτιση του μεταπληρεξουσίου και καμμία σχέση και επαφή δεν είχε με τον ενάγοντα - πωλητή, ώστε να καταρτισθεί η κατά το άρθρο 977 εδ. α ΑΚ σύμβαση παραχωρήσεως της κατοχής του επιδίκου, είναι απαράδεκτες ως αφορώσες στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και ως αναιρούσες τις εξουσίες του καθ`υποκατάσταση πληρεξουσίου - εναγομένου να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου αρχικού ενάγοντος (κατά τις παραδοχές της αποφάσεως υπήρξε γνησία καθ`υποκατάσταση πληρεξουσιότητα και όχι απλή μεταπληρεξουσιότητα). Επίσης οι αιτιάσεις του πρώτου και τρίτου λόγου κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογεί ανεπαρκώς τη σχέση με βάση την οποία ο αρχικώς ενάγων παρέμεινε στην κατοχή του επιδίκου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι λόγοι (τρείς της αναιρέσεως και δεύτερος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δηλώσεως του εντύπου Ε-9 της Δ.Ο.Υ. Ρόδου του έτους 1995, με το να δεχθεί ότι κανένα από τα δηλούμενα και δη επτά χρόνια πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, ακίνητα, δεν συμπίπτει ως προς την έκταση και τα όρια με το επίδικο, ενώ από την ορθή ανάγνωση του εγγράφου, που αναφερόταν σε παλαιά ισόγειο οικία 90 τ.μ. και οικόπεδο 500 τ.μ., προέκυπτε ότι δηλωνόταν το επίδικο, ενώ η διαφορά ως προς την επιφάνεια του οικοπέδου σε 500 τ.μ. αντί 904 τ.μ. εξηγείται από την ανεπάρκεια του αρχικού και τουρκικής υπηκοότητας ενάγοντα, ως αγράμματου και μη έχοντος ως μητρική γλώσσα την ελληνική, να εκτιμήσει το ακριβές εμβαδόν. Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο, ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε ότι το δηλούμενο ακίνητο και το επίδικο δεν ταυτίζονται, ήτοι σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που αυτοί (αναιρεσείοντες) θεωρούν ορθό. Δηλαδή η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου, ενώ προσέτι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως, το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα της κατοχής του επιδίκου από τον αρχικό ενάγοντα διανοία δικαιούχου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά απλώς το δικάσαν Εφετείο, το συνεκτίμησε, χωρίς να το εξαίρει, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τη μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα ανταποδείξεως και τις επικαλούμενες φωτογραφίες και ένορκες βεβαιώσεις. Ενόψει τούτων δεν υφίσταται παραμόρφωση εγγράφου και ο λόγος αυτός (πρώτος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή με τον τρίτο πρόσθετο λόγο και κατ`εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δέχθηκε, χωρίς προς τούτο να έχει προσκομισθεί κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι μεταξύ του αρχικού ενάγοντος και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου είχε καταρτισθεί σύμβαση παραχωρήσεως της κατοχής ενώ τούτο δεν μπορεί να έγινε αφού τα δύο αυτά πρόσωπα ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε προσωπική επικοινωνία και επαφή, καθόσον ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος απέκτησε με αγορά το περιλαμβάνον και το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο με αυτοσύμβαση και δυνάμει μεταπληρεξουσίου που είχε καταρτίσει με τον πληρεξούσιο του αρχικού ενάγοντος και πωλητή. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του υπάγεται στο πραγματικό του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι του επικαλουμένου 11 εδ. β και είναι απαράδεκτος, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα από τη συνεκτίμηση των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς τη σιωπηρή κατάρτιση μεταξύ των προαναφερθέντων σύμβασης παραχωρήσεως της νομής και παραμονής κατ`ανοχή σ`αυτή και μάλιστα με αντάλλαγμα την κοπριά που ο ενάγων προσέφερε στον εναγόμενο, για την καλλιέργεια των δένδρων και κηπευτικών στο μεγαλύτερο ακίνητο. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, αφορά σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση, αξιολόγηση και συσχέτιση των αποδείξεων, ενώ προσέτι η ανέλεγκτη παραδοχή "περί ανταλλάγματος" προϋποθέτει επικοινωνία και επαφή μεταξύ κατόχου και νομέα. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.8.2012 αίτηση και των από 19.12.2014 προσθέτων λόγων των Α. συζ. Μ. - Κ. Μ., το γένος Ο. Τ., Ν. συζ. Α. - Σ. Κ., το γένος Ο. Τ. κ.λπ. κατά του Σ. Θ. του Π. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 128/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου