
116/2016 ΑΠ ( 671942)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αμφισβήτηση κυριότητας επί ακινήτου. Πώληση και μεταβίβαση αγροτεμάχιου υπό τη διαλυτική
αίρεση της πλήρους και ολοσχερούς καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος. Συνομολόγηση όρου
ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής δύο..
τουλάχιστον δόσεων η σύμβαση θα καθίστατο
αυτοδικαίως άκυρη και ανίσχυρη. Παράλειψη του ενάγοντα αγοραστή να προβεί στην εξόφληση
των συναλλαγματικών. Κτήση από τον ενάγοντα τΑης κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη
χρησικτησία, λόγω της από αυτόν αδιάκοπης φυσικής εξουσίας διανοία κυρίου. Η μετέπειτα
πώληση και μεταβίβαση του ίδιου ακινήτου στους εναγόμενους από την αρχική πωλήτρια του
επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα, έγινε από δικαιοπάροχο της οποίας η κυριότητα είχε ήδη
καταλυθεί λόγω της συμπληρώσεως του χρόνου της χρησικτησίας στο πρόσωπο του ενάγοντα.
Ένδικα μέσα. Θεμελίωση αναιρετικής πλημμέλειας από τη παραβίαση των διατάξεων της
παράλειψης καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄ αριθ.
6329/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 116/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Παρασκευή Καλαϊτζή,Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου.. .
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4704/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 6329/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 9-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη, Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2) σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι’ αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των σχετικών διατάξεων δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως παρά μόνον αυτός που προβλέπεται απ’ το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ’ αντιμωλία.
ΙΙ. Συμφώνως προς το άρθρο 216 ΚΠολΔ "1. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. 2. Στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου". Η έλλειψη των αναφερομένων στην παρ. 2 στοιχείων της αγωγής, τα οποία χαρακτηρίζονται ως προαιρετικά, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβεν όπως βεβαιώνεται στην εκκληθείσα απόφαση ανελέγκτως, ότι καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου. Οι δε περαιτέρω επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση τής ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (οι εναγόμενοι και ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν εξέτασαν μάρτυρα), των υπ’ αριθμ. .../2008 και .../2008 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Ν. Μάκρης .................................... και Αθηνών .................... αντίστοιχα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων η πρώτη (ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν είχε ασκήσει μέχρι τότε την παρέμβαση του), όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ... /28-1-2008 και ... /28-1-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ε. Τ. και των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος η δεύτερη, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ... /7-5-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Δ. και ... /7-5- 2008 και ... /7-5-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ε. Τ., των υπ’ αριθμ. .../2008 και .../2011 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Χαλανδρίου .................................... και Κρωπίας .......................... αντίστοιχα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος η πρώτη (ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν είχε ασκήσει μέχρι τότε την παρέμβαση του), όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../25-1-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Λ. και του ενάγοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος η δεύτερη, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ... και .../10-10-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Λ., της υπ’ αριθμ. .../2011 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου .......................... που επικαλείται και προσκομίζει ο προσθέτως παρεμβαίνων, η οποία λήφθηκε νομότυπα μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος - -καθού η προσθετή παρέμβαση - εφεσίβλητου, όπως πρόκυπτε από τη με αριθμό ... /7-10-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ. (ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. γ’ , 529 § 1) και από όλα τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών) που με επίκληση προσκομίζουν νομότυπα οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, συνολικής έκτασης 1.828,16 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", ήδη ονομαζόμενη "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και ήδη Δήμου ... Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και επί αγροτικών δρόμων. Το αγροτεμάχιο αυτό εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... στο από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ., το οποίο προσαρτάται στο με αριθμό .../28-7-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου .............. και συνορεύει, βόρεια επί πλευράς μήκους 29 μ. με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά επί πλευράς μήκους 63 μ. με αγροτική οδό πλάτους 3 μ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Α. Λ. (..), νότια επί πλευράς μήκους 29 μ. με αγροτική οδό (ασφαλτοστρωμένη) πλάτους 6 μ. και δυτικά επί πλευράς μήκους 63,08 μ. με αγροτική οδό πλάτους 6 μ. Με το υπ’ αριθμ. .../18-6-1968 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών ........................ , ο ενάγων αγόρασε το ακίνητο αυτό από την πωλήτρια και αληθή (μέχρι τότε) κυρία αυτού (δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους) Κ. σύζυγο Ν. Γ. το γένος Ι. Μ., μητέρα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, με την οποία και ιδίως με τον σύζυγο της, ο ενάγων διατηρούσε θερμές φιλικές σχέσεις και οικονομικές δοσοληψίες. Κατά τους όρους του συμβολαίου, η Κ. Γ. (ως πληρεξούσιος της οποίας συνεβλήθη ο σύζυγος της Ν. Γ.), πωλεί το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 48.000 δραχμών, το οποίο πιστώθηκε. Συγκεκριμένα, η πωλήτρια δέχτηκε να λάβει και ο ...αγοραστής υποσχέθηκε να καταβάλει 8 άτοκες δόσεις των 6.000 δραχμών εκάστη, πληρωτέες στην πωλήτρια, η πρώτη δόση την 30-12-1968, η δεύτερη την 30-5-1969, η τρίτη την 30-10-1969, η τέταρτη την 30-3-1970, η πέμπτη την 30-8-1970, η έκτη την 30-1-1971, η έβδομη την 30-6-1971 και η όγδοη την 30-11-1971. Συμφωνήθηκε ότι η πληρωμή κάθε δόσης θα αποδεικνύεται με έγγραφη απόδειξη της πωλήτριας, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου. Για τις δόσεις δε αυτές του πιστωθέντος τιμήματος, η πωλήτρια εξέδωσε και ο αγοραστής αποδέχθηκε αυθημερόν, ισάριθμες, ισόποσες και αντίστοιχες προς τις ως άνω δόσεις συναλλαγματικές και συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση κάθε συναλλαγματικής συνεπάγεται και την εξόφληση της αντίστοιχης δόσης. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η γενόμενη πώληση και μεταβίβαση του αγροτεμαχίου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους και ολοσχερούς καταβολής του πίστωθέντος τιμήματος, ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής δύο τουλάχιστον δόσεων καθίσταται αυτοδικαίως άκυρη και ανίσχυρη η παρούσα πώληση και μεταβίβαση μετά την παρέλευση 8 πλήρων ημερών από την κοινοποίηση στον αγοραστή της σχετικής επιταγής προς πληρωμή των καθυστερούμενων δόσεων και τέλος ότι δια της πληρωμής και της τελευταίας δόσεως στις 30-11-1971, η παρούσα πώληση γίνεται οριστική και αμετάκλητη και εάν, κατά την ημέρα αυτή (30-11-1971), κατά την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξεως εξοφλήσεως δεν προσέλθει η πωλήτρια, ο αγοραστής προσκομίζοντας τις εξοφλητικές αποδείξεις όλων των δόσεων, δικαιούται στη σύνταξη της πράξεως αυτής με αυτοσύμβαση. Ο ενάγων δεν εξόφλησε τις συγκεκριμένες συναλλαγματικές, ούτε και εμφανίστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου κατά την ορισθείσα ημέρα σύνταξης της εξοφλητικής απόδειξης, το συμβόλαιο δε αυτό δεν μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου και επομένως δεν αποτελεί νόμιμο παράγωγο τίτλο ιδιοκτησίας. Πράγματι όμως πλήρωσε για το ακίνητο αυτό το σύζυγο της πωλήτριας (εν γνώσει της τελευταίας), καταβάλλοντάς του για μεγάλο χρονικό διάστημα διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικά πολύ μεγαλύτερα της αξίας αυτού, προς εξόφληση των μεγάλων χρεών που είχε ο τελευταίος σε τρίτους και σε Τράπεζες. Από την ημέρα δε σύνταξης του άνω αγοραπωλητήριου συμβολαίου (18-6-1968), η άνω πωλήτρια και ο σύζυγος αυτής, αποξενώθηκαν πλήρως από το ακίνητο και ο ενάγων ασκούσε επ’ αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως, τη νομή και κατοχή με διάνοια κυρίου, ενεργώντας σε αυτό όλες τις υλικές και φανερές πράξεις φυσικής εξουσίασης που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση του κυρίου για εξουσίασή του. Συγκεκριμένα, ο ενάγων, αμέσως μετά την άνω αγορά του επίδικου ακινήτου, ενεργώντας με διάνοια κυρίου, έδωσε εντολή στον άνω σύζυγο της πωλήτριας, που τότε περιέφραζε την υπόλοιπη περιουσία αυτού και της συζύγου του στην περιοχή (μη θεωρώντας το επίδικο δικό τους), να περιφράξει και αυτό, με δικές του δαπάνες (του ενάγοντος) και ο τελευταίος το έπραξε, λαμβάνοντας τα χρήματα της περίφραξης εκ δραχμών 10.370 από τον ενάγοντα, αναγνωρίζοντας τον έτσι ως ιδιοκτήτη αυτού. Επίσης (ο ενάγων), το επισκεπτόταν τακτικά, φροντίζοντας για τη διατήρηση του αγροτεμαχίου σε καλή κατάσταση, για την αποψίλωση του από άγρια χόρτα και θάμνους, τη συντήρηση και διατήρηση της περίφραξης του, το καλλιεργούσε δε περιστασιακά με εποχιακά οπωροκηπευτικά είδη. Ακόμη ο ενάγων, κατέβαλε σε δόσεις από το έτος 1977 έως το έτος 1982, το φόρο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου πλέον προσαυξήσεων, δήλωσε δε τούτο ως στοιχείο της ακίνητης περιουσίας του προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ... το έτος 1997, κατά την πρώτη φορολογική δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9). Μάλιστα, κλήθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ να υποβάλει δήλωση μεγάλης ακίνητης περιουσίας, διότι θεωρήθηκε ότι το δηλωθέν επίδικο ακίνητο είναι εντός σχεδίου, πλην όμως, απαλλάχτηκε από την υποχρέωση αυτή, υποβάλλοντας στη ΔΟΥ το από Μαρτίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Κ., στο οποίο εμφαίνεται ότι το επίδικο αγροτεμάχιο είναι εκτός σχεδίου και το με αρ. πρωτοκ. .../8-4-1999 έγγραφο της "Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, που εκδόθηκε κατόπιν της από 7-4-1999 .αίτησης του ενάγοντος, το οποίο βεβαιώνει ότι το επίδικο ακίνητο είναι εκτός σχεδίου. Η φυσική δε αυτή εξουσία του ενάγοντος στο ακίνητο, που ασκούσε με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1968, συνεχίστηκε αδιάκοπα και ανεμπόδιστα μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2004. Επομένως, ήδη αυτός, κατά το έτος τούτο ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και μάλιστα από το έτος 1988, αφού μέχρι τότε ασκούσε τη νομή σ’ αυτό επί συνεχή εικοσαετία, από το έτος 1968 και συνέχιζε να την ασκεί αδιάκοπα. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το Φεβρουάριο του έτους 2004, που ο ενάγων επισκέφτηκε το ακίνητο, διαπίστωσε ότι άγνωστοι είχαν αφαιρέσει τη δική του περίφραξη και την είχαν αντικαταστήσει με άλλη και έσπευσε να προβεί σε σχετική έγγραφη καταγγελία στο Αστυνομικό Τμήμα .... Κατά την έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι με το υπ’ αριθμ. .../12-6-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ................ , που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί κατά κυριότητα και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από την Κ. Γ. στους εναγόμενους. Στη συνέχεια δε, με το υπ’ αριθμ. .../28-7-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου ...................... , που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το ίδιο ακίνητο είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί κατά το έτερο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους εναγόμενους από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γιό της κατά την 29-12- 2002 αποβιωσάσης Κ. Γ. και μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Ωστόσο, κατά το χρόνο σύνταξης και μεταγραφής (2000 και 2003) των εν λόγω τίτλων κτήσης των εναγομένων, οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, Κ. Γ. και προσθέτως παρεμβαίνων, δεν ήταν κύριοι του επίδικου αγροτεμαχίου αφού η κυριότητα της αρχικής δικαιοπαρόχου Κ. Γ., σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, είχε ήδη καταλυθεί, λόγω της συμπληρωθείσας στο πρόσωπο του ενάγοντος συνεχούς και αδιάλειπτης εικοσαετούς νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου από το έτος 1988 (εικοσαετία 1968 - 1988) και μέχρι το έτος 2004, οπότε το επίδικο ακίνητο κατέλαβαν οι εναγόμενοι. Συνακόλουθα και οι εναγόμενοι, με τους εν λόγω δύο τίτλους ιδιοκτησίας, δεν καθίστανται κύριοι αυτού, μη αρκούντος νομικά του επικαλούμενου παραγώγου τούτου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, αφού αυτή δεν φτάνει σε πρωτότυπη κτήση, ήτοι νομή από τους δικαιοπαρόχους τους κατά την τελευταία εικοσαετία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ουδόλως αναιρείται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος Α. Δ., Μ. Κ. και Β. Κ., οι οποίες είναι ασαφείς και ουδέν συγκεκριμένο αναφέρουν για πράξεις άσκησης νομής από τους ίδιους και τη δικαιοπάροχο τους πριν το έτος 2004. Ούτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο νομής προσκομίζεται, πλην των προπαρασκευαστικών της πώλησης του ακινήτου εγγράφων (τοπογραφικό διάγραμμα, δήλωση φόρου κληρονομίας του παρεμβαίνοντος".
IV. Μετά ταύτα, ανωτέρω δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείον, απαραδέκτως, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη, προσάπτει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγον αναιρέσεως, Α’ μέρος, δεύτερο λόγον αναιρέσεως Α’ μέρος και τρίτο λόγον αναιρέσεως, ότι "φάσκει και αντιφάσκει ως προς το ζήτημα της καταβολής των προσηκόντων τελών δικαστικού ενσήμου και υπέπεσε αντιστοίχως στις πλημμέλειες του ΚΠολΔ άρθρο 559 αρ. 19, 14 (όπου γίνεται μνεία ότι έπρεπε κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων εφέσεώς του να απορρίπτετο η αγωγή του αναιρεσιβλήτου μετ’ εξαφάνιση της εκκληθείσας αποφάσεως) και 20, εκτιθεμένου ειδικότερα, ότι: Τα φερόμενα σφάλματα υπ’ αρ. 19 (ανεπάρκειας - αντιφατικότητος αιτιολογιών) και 20 (παραμορφώσεως εγγράφου, περίπτωση την οποία ο αναιρεσείων εστιάζει στην ανακρίβεια του ποσού, το οποίον εν σχέσει προς το δικαστικό ένσημο αναγράφεται στο διπλότυπο εισπράξεως της ΔΟΥ), αφορούν εν τούτοις στις αιτιολογίες και τα έγγραφα της δικανικής διελκυστίνδος κατά την ανάπτυξη του πορίσματος της ουσιαστικής διερευνήσεως της διαφοράς. Προσέτι, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος Β’ , με τον οποίον ο αναιρεσείων καταλογίζει ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών του αποδεικτικού ιστού της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει απ’ τα ανωτέρω επιτρεπτώς επισκοπηθέντα, χωρίς παλινδρομήσεις, αλλά με ειρμό ιστορικότητας και συνέχειας δια της αναδρομής των δεδομένων, διατύπωσε το καταληκτικό του πόρισμα, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Έτι περαιτέρω, αβασίμως με το Β’ μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται, ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν απερρίφθη ως αόριστη, αν και στο δικόγραφό της δεν ανεφέρετο η αξία του επιδίκου ακινήτου, ότι δε, έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην υπ’ αρ. 14 πλημμέλεια.
Εν προκειμένω εμφιλοχωρεί η αβασιμότης, δοθέντος ότι η αναφορά της αξίας του επιδίκου, ούσα προαιρετική, δεν συνεπάγεται την αοριστία του αγωγικού δικογράφου η παράλειψη της μνείας αυτής, συμφώνως προς την προειπωθείσα νομική σκέψη. Ωσαύτως, αβασιμότητα, ενέχουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον αφορά στα παρατιθέμενα στον τέταρτο λόγον αναιρέσεως, με τον οποίον αυτός (αναιρεσείων)προσάπτει στο Εφετείο, ότι δεν καθίσταται "αδιστάκτως βέβαιον" ότι τω όντι έλαβε υπόψιν του (και) τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Συμβολαιογράφου .../17-10-2011 και .../14-10-2011 των μαρτύρων Β. Κ. και Μ. Κ., αντιστοίχως. Όπως, όμως, εκτίθεται κατά τα άνω επισκοπηθέντα, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις(συν-) ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθησαν μετά των υπολοίπων αποδεικτικών μέσων κατά την εκπεφρασμένη στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δικανική συνείδηση. Ακόμη, απαραδέκτως ο αναιρεσείων βάλλει κατά της (εφετειακής αυτής) αποφάσεως, ανασύρων με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγον αναιρέσεως την υπ’ αρ. 8 πλημμέλεια, δεδομένου ότι, (υπό την προμετωπίδα της υπό του Εφετείου απορρίψεως ως μη νομίμου του κατ’ αρθρ. 281 ΑΚ ισχυρισμού των μη εν προκειμένω διαδίκων Σ. και Χ. Π., εναγομένων - εκκαλούντων της δευτεροβάθμιας δίκης), πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
V. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα.
VI. Τέλος, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και κατά παραδοχήν του αιτήματος του αναιρεσιβλήτου να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη αυτού στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (αρθρ. 176, 183. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2014 αίτηση του Κ. Γ. περί αναιρέσεως της 6329/2013 αποφάσεως του (Πολυμελούς) Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700). Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Παρασκευή Καλαϊτζή,Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου.. .
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4704/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 6329/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 9-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη, Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2) σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι’ αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των σχετικών διατάξεων δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως παρά μόνον αυτός που προβλέπεται απ’ το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ’ αντιμωλία.
ΙΙ. Συμφώνως προς το άρθρο 216 ΚΠολΔ "1. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. 2. Στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου". Η έλλειψη των αναφερομένων στην παρ. 2 στοιχείων της αγωγής, τα οποία χαρακτηρίζονται ως προαιρετικά, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβεν όπως βεβαιώνεται στην εκκληθείσα απόφαση ανελέγκτως, ότι καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου. Οι δε περαιτέρω επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση τής ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (οι εναγόμενοι και ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν εξέτασαν μάρτυρα), των υπ’ αριθμ. .../2008 και .../2008 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Ν. Μάκρης .................................... και Αθηνών .................... αντίστοιχα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων η πρώτη (ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν είχε ασκήσει μέχρι τότε την παρέμβαση του), όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ... /28-1-2008 και ... /28-1-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ε. Τ. και των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος η δεύτερη, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ... /7-5-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Δ. και ... /7-5- 2008 και ... /7-5-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ε. Τ., των υπ’ αριθμ. .../2008 και .../2011 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Χαλανδρίου .................................... και Κρωπίας .......................... αντίστοιχα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος η πρώτη (ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν είχε ασκήσει μέχρι τότε την παρέμβαση του), όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../25-1-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Λ. και του ενάγοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος η δεύτερη, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ... και .../10-10-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Λ., της υπ’ αριθμ. .../2011 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου .......................... που επικαλείται και προσκομίζει ο προσθέτως παρεμβαίνων, η οποία λήφθηκε νομότυπα μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος - -καθού η προσθετή παρέμβαση - εφεσίβλητου, όπως πρόκυπτε από τη με αριθμό ... /7-10-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ. (ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. γ’ , 529 § 1) και από όλα τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών) που με επίκληση προσκομίζουν νομότυπα οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, συνολικής έκτασης 1.828,16 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", ήδη ονομαζόμενη "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και ήδη Δήμου ... Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και επί αγροτικών δρόμων. Το αγροτεμάχιο αυτό εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... στο από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ., το οποίο προσαρτάται στο με αριθμό .../28-7-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου .............. και συνορεύει, βόρεια επί πλευράς μήκους 29 μ. με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά επί πλευράς μήκους 63 μ. με αγροτική οδό πλάτους 3 μ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Α. Λ. (..), νότια επί πλευράς μήκους 29 μ. με αγροτική οδό (ασφαλτοστρωμένη) πλάτους 6 μ. και δυτικά επί πλευράς μήκους 63,08 μ. με αγροτική οδό πλάτους 6 μ. Με το υπ’ αριθμ. .../18-6-1968 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών ........................ , ο ενάγων αγόρασε το ακίνητο αυτό από την πωλήτρια και αληθή (μέχρι τότε) κυρία αυτού (δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους) Κ. σύζυγο Ν. Γ. το γένος Ι. Μ., μητέρα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, με την οποία και ιδίως με τον σύζυγο της, ο ενάγων διατηρούσε θερμές φιλικές σχέσεις και οικονομικές δοσοληψίες. Κατά τους όρους του συμβολαίου, η Κ. Γ. (ως πληρεξούσιος της οποίας συνεβλήθη ο σύζυγος της Ν. Γ.), πωλεί το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 48.000 δραχμών, το οποίο πιστώθηκε. Συγκεκριμένα, η πωλήτρια δέχτηκε να λάβει και ο ...αγοραστής υποσχέθηκε να καταβάλει 8 άτοκες δόσεις των 6.000 δραχμών εκάστη, πληρωτέες στην πωλήτρια, η πρώτη δόση την 30-12-1968, η δεύτερη την 30-5-1969, η τρίτη την 30-10-1969, η τέταρτη την 30-3-1970, η πέμπτη την 30-8-1970, η έκτη την 30-1-1971, η έβδομη την 30-6-1971 και η όγδοη την 30-11-1971. Συμφωνήθηκε ότι η πληρωμή κάθε δόσης θα αποδεικνύεται με έγγραφη απόδειξη της πωλήτριας, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου. Για τις δόσεις δε αυτές του πιστωθέντος τιμήματος, η πωλήτρια εξέδωσε και ο αγοραστής αποδέχθηκε αυθημερόν, ισάριθμες, ισόποσες και αντίστοιχες προς τις ως άνω δόσεις συναλλαγματικές και συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση κάθε συναλλαγματικής συνεπάγεται και την εξόφληση της αντίστοιχης δόσης. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η γενόμενη πώληση και μεταβίβαση του αγροτεμαχίου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους και ολοσχερούς καταβολής του πίστωθέντος τιμήματος, ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής δύο τουλάχιστον δόσεων καθίσταται αυτοδικαίως άκυρη και ανίσχυρη η παρούσα πώληση και μεταβίβαση μετά την παρέλευση 8 πλήρων ημερών από την κοινοποίηση στον αγοραστή της σχετικής επιταγής προς πληρωμή των καθυστερούμενων δόσεων και τέλος ότι δια της πληρωμής και της τελευταίας δόσεως στις 30-11-1971, η παρούσα πώληση γίνεται οριστική και αμετάκλητη και εάν, κατά την ημέρα αυτή (30-11-1971), κατά την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξεως εξοφλήσεως δεν προσέλθει η πωλήτρια, ο αγοραστής προσκομίζοντας τις εξοφλητικές αποδείξεις όλων των δόσεων, δικαιούται στη σύνταξη της πράξεως αυτής με αυτοσύμβαση. Ο ενάγων δεν εξόφλησε τις συγκεκριμένες συναλλαγματικές, ούτε και εμφανίστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου κατά την ορισθείσα ημέρα σύνταξης της εξοφλητικής απόδειξης, το συμβόλαιο δε αυτό δεν μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου και επομένως δεν αποτελεί νόμιμο παράγωγο τίτλο ιδιοκτησίας. Πράγματι όμως πλήρωσε για το ακίνητο αυτό το σύζυγο της πωλήτριας (εν γνώσει της τελευταίας), καταβάλλοντάς του για μεγάλο χρονικό διάστημα διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικά πολύ μεγαλύτερα της αξίας αυτού, προς εξόφληση των μεγάλων χρεών που είχε ο τελευταίος σε τρίτους και σε Τράπεζες. Από την ημέρα δε σύνταξης του άνω αγοραπωλητήριου συμβολαίου (18-6-1968), η άνω πωλήτρια και ο σύζυγος αυτής, αποξενώθηκαν πλήρως από το ακίνητο και ο ενάγων ασκούσε επ’ αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως, τη νομή και κατοχή με διάνοια κυρίου, ενεργώντας σε αυτό όλες τις υλικές και φανερές πράξεις φυσικής εξουσίασης που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση του κυρίου για εξουσίασή του. Συγκεκριμένα, ο ενάγων, αμέσως μετά την άνω αγορά του επίδικου ακινήτου, ενεργώντας με διάνοια κυρίου, έδωσε εντολή στον άνω σύζυγο της πωλήτριας, που τότε περιέφραζε την υπόλοιπη περιουσία αυτού και της συζύγου του στην περιοχή (μη θεωρώντας το επίδικο δικό τους), να περιφράξει και αυτό, με δικές του δαπάνες (του ενάγοντος) και ο τελευταίος το έπραξε, λαμβάνοντας τα χρήματα της περίφραξης εκ δραχμών 10.370 από τον ενάγοντα, αναγνωρίζοντας τον έτσι ως ιδιοκτήτη αυτού. Επίσης (ο ενάγων), το επισκεπτόταν τακτικά, φροντίζοντας για τη διατήρηση του αγροτεμαχίου σε καλή κατάσταση, για την αποψίλωση του από άγρια χόρτα και θάμνους, τη συντήρηση και διατήρηση της περίφραξης του, το καλλιεργούσε δε περιστασιακά με εποχιακά οπωροκηπευτικά είδη. Ακόμη ο ενάγων, κατέβαλε σε δόσεις από το έτος 1977 έως το έτος 1982, το φόρο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου πλέον προσαυξήσεων, δήλωσε δε τούτο ως στοιχείο της ακίνητης περιουσίας του προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ... το έτος 1997, κατά την πρώτη φορολογική δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9). Μάλιστα, κλήθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ να υποβάλει δήλωση μεγάλης ακίνητης περιουσίας, διότι θεωρήθηκε ότι το δηλωθέν επίδικο ακίνητο είναι εντός σχεδίου, πλην όμως, απαλλάχτηκε από την υποχρέωση αυτή, υποβάλλοντας στη ΔΟΥ το από Μαρτίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Κ., στο οποίο εμφαίνεται ότι το επίδικο αγροτεμάχιο είναι εκτός σχεδίου και το με αρ. πρωτοκ. .../8-4-1999 έγγραφο της "Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, που εκδόθηκε κατόπιν της από 7-4-1999 .αίτησης του ενάγοντος, το οποίο βεβαιώνει ότι το επίδικο ακίνητο είναι εκτός σχεδίου. Η φυσική δε αυτή εξουσία του ενάγοντος στο ακίνητο, που ασκούσε με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1968, συνεχίστηκε αδιάκοπα και ανεμπόδιστα μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2004. Επομένως, ήδη αυτός, κατά το έτος τούτο ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και μάλιστα από το έτος 1988, αφού μέχρι τότε ασκούσε τη νομή σ’ αυτό επί συνεχή εικοσαετία, από το έτος 1968 και συνέχιζε να την ασκεί αδιάκοπα. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το Φεβρουάριο του έτους 2004, που ο ενάγων επισκέφτηκε το ακίνητο, διαπίστωσε ότι άγνωστοι είχαν αφαιρέσει τη δική του περίφραξη και την είχαν αντικαταστήσει με άλλη και έσπευσε να προβεί σε σχετική έγγραφη καταγγελία στο Αστυνομικό Τμήμα .... Κατά την έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι με το υπ’ αριθμ. .../12-6-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ................ , που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί κατά κυριότητα και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από την Κ. Γ. στους εναγόμενους. Στη συνέχεια δε, με το υπ’ αριθμ. .../28-7-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου ...................... , που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το ίδιο ακίνητο είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί κατά το έτερο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους εναγόμενους από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γιό της κατά την 29-12- 2002 αποβιωσάσης Κ. Γ. και μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Ωστόσο, κατά το χρόνο σύνταξης και μεταγραφής (2000 και 2003) των εν λόγω τίτλων κτήσης των εναγομένων, οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, Κ. Γ. και προσθέτως παρεμβαίνων, δεν ήταν κύριοι του επίδικου αγροτεμαχίου αφού η κυριότητα της αρχικής δικαιοπαρόχου Κ. Γ., σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, είχε ήδη καταλυθεί, λόγω της συμπληρωθείσας στο πρόσωπο του ενάγοντος συνεχούς και αδιάλειπτης εικοσαετούς νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου από το έτος 1988 (εικοσαετία 1968 - 1988) και μέχρι το έτος 2004, οπότε το επίδικο ακίνητο κατέλαβαν οι εναγόμενοι. Συνακόλουθα και οι εναγόμενοι, με τους εν λόγω δύο τίτλους ιδιοκτησίας, δεν καθίστανται κύριοι αυτού, μη αρκούντος νομικά του επικαλούμενου παραγώγου τούτου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, αφού αυτή δεν φτάνει σε πρωτότυπη κτήση, ήτοι νομή από τους δικαιοπαρόχους τους κατά την τελευταία εικοσαετία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ουδόλως αναιρείται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος Α. Δ., Μ. Κ. και Β. Κ., οι οποίες είναι ασαφείς και ουδέν συγκεκριμένο αναφέρουν για πράξεις άσκησης νομής από τους ίδιους και τη δικαιοπάροχο τους πριν το έτος 2004. Ούτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο νομής προσκομίζεται, πλην των προπαρασκευαστικών της πώλησης του ακινήτου εγγράφων (τοπογραφικό διάγραμμα, δήλωση φόρου κληρονομίας του παρεμβαίνοντος".
IV. Μετά ταύτα, ανωτέρω δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείον, απαραδέκτως, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη, προσάπτει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγον αναιρέσεως, Α’ μέρος, δεύτερο λόγον αναιρέσεως Α’ μέρος και τρίτο λόγον αναιρέσεως, ότι "φάσκει και αντιφάσκει ως προς το ζήτημα της καταβολής των προσηκόντων τελών δικαστικού ενσήμου και υπέπεσε αντιστοίχως στις πλημμέλειες του ΚΠολΔ άρθρο 559 αρ. 19, 14 (όπου γίνεται μνεία ότι έπρεπε κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων εφέσεώς του να απορρίπτετο η αγωγή του αναιρεσιβλήτου μετ’ εξαφάνιση της εκκληθείσας αποφάσεως) και 20, εκτιθεμένου ειδικότερα, ότι: Τα φερόμενα σφάλματα υπ’ αρ. 19 (ανεπάρκειας - αντιφατικότητος αιτιολογιών) και 20 (παραμορφώσεως εγγράφου, περίπτωση την οποία ο αναιρεσείων εστιάζει στην ανακρίβεια του ποσού, το οποίον εν σχέσει προς το δικαστικό ένσημο αναγράφεται στο διπλότυπο εισπράξεως της ΔΟΥ), αφορούν εν τούτοις στις αιτιολογίες και τα έγγραφα της δικανικής διελκυστίνδος κατά την ανάπτυξη του πορίσματος της ουσιαστικής διερευνήσεως της διαφοράς. Προσέτι, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος Β’ , με τον οποίον ο αναιρεσείων καταλογίζει ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών του αποδεικτικού ιστού της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει απ’ τα ανωτέρω επιτρεπτώς επισκοπηθέντα, χωρίς παλινδρομήσεις, αλλά με ειρμό ιστορικότητας και συνέχειας δια της αναδρομής των δεδομένων, διατύπωσε το καταληκτικό του πόρισμα, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Έτι περαιτέρω, αβασίμως με το Β’ μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται, ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν απερρίφθη ως αόριστη, αν και στο δικόγραφό της δεν ανεφέρετο η αξία του επιδίκου ακινήτου, ότι δε, έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην υπ’ αρ. 14 πλημμέλεια.
Εν προκειμένω εμφιλοχωρεί η αβασιμότης, δοθέντος ότι η αναφορά της αξίας του επιδίκου, ούσα προαιρετική, δεν συνεπάγεται την αοριστία του αγωγικού δικογράφου η παράλειψη της μνείας αυτής, συμφώνως προς την προειπωθείσα νομική σκέψη. Ωσαύτως, αβασιμότητα, ενέχουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον αφορά στα παρατιθέμενα στον τέταρτο λόγον αναιρέσεως, με τον οποίον αυτός (αναιρεσείων)προσάπτει στο Εφετείο, ότι δεν καθίσταται "αδιστάκτως βέβαιον" ότι τω όντι έλαβε υπόψιν του (και) τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Συμβολαιογράφου .../17-10-2011 και .../14-10-2011 των μαρτύρων Β. Κ. και Μ. Κ., αντιστοίχως. Όπως, όμως, εκτίθεται κατά τα άνω επισκοπηθέντα, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις(συν-) ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθησαν μετά των υπολοίπων αποδεικτικών μέσων κατά την εκπεφρασμένη στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δικανική συνείδηση. Ακόμη, απαραδέκτως ο αναιρεσείων βάλλει κατά της (εφετειακής αυτής) αποφάσεως, ανασύρων με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγον αναιρέσεως την υπ’ αρ. 8 πλημμέλεια, δεδομένου ότι, (υπό την προμετωπίδα της υπό του Εφετείου απορρίψεως ως μη νομίμου του κατ’ αρθρ. 281 ΑΚ ισχυρισμού των μη εν προκειμένω διαδίκων Σ. και Χ. Π., εναγομένων - εκκαλούντων της δευτεροβάθμιας δίκης), πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
V. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα.
VI. Τέλος, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και κατά παραδοχήν του αιτήματος του αναιρεσιβλήτου να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη αυτού στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (αρθρ. 176, 183. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2014 αίτηση του Κ. Γ. περί αναιρέσεως της 6329/2013 αποφάσεως του (Πολυμελούς) Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700). Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου