288/2014 ΑΠ - Διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός εκ των ομοδίκων. Επέλευση της διακοπής από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή η σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής. Η παράλειψη της τελευταίας δήλωσης δεν καλύπτει τον αντίδικο, εφόσον είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο

98/2015 ΕΙΡ ΘΗΒΩΝ - Πολιτική δικονομία. Δωσιδικία συναφείας. Προσδιορισμός του καθ’ ύλην αρμοδίου δικαστηρίου. Εννοια του όρου «το πρώτον επιληφθέν δικαστήριο». Αν το Δικαστήριο που έχει επιληφθεί πρώτο είναι κατώτερο από εκείνο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα για να δικάσει την άλλη κύρια δίκη, το ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση των συναφών κύριων δικών, με την έννοια ότι υποχρεούται το κατώτερο Δικαστήριο είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από ένσταση, να παραπέμψει, κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ, την υπόθεση στο ανώτερο Δικαστήριο
288/2014 ΑΠ ( 639488)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2014/688) Διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός εκ των ομοδίκων. Επέλευση της διακοπής από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή η σιωπηρή..
δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής. Η παράλειψη της τελευταίας δήλωσης δεν καλύπτει τον αντίδικο, εφόσον είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεστεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη ότι έχει διακοπεί, να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας δικόγραφο περί επανάληψης στον υπερ ου η διακοπή διάδικο, ο οποίος, σε περίπτωση διακοπής, συνεπεία θανάτου διαδίκου, είναι ο καθολικός διάδοχός του, οπότε η δίκη επαναλαμβάνεται μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Λύση ΟΕ. Δυνατότητα των εταίρων εκκαθαριστών να αποκλίνουν ως προς τον τρόπο εκκαθάρισης, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα των ειδικότερων για την εκκαθάριση των εταιριών διατάξεων των άρθρων 777 επ. ΑΚ. Η εις ολόκληρον ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων δεν μεταβάλλεται, αφού η ευθύνη τους αυτή διατηρείται εφόσον υφίσταται εταιρική οφειλή. Αίτηση αναίρεση. Το έννομο συμφέρον ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της. Περιεχόμενο αυτού. Απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ΄αριθ. 180/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

  Αριθμός 288/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Λ. Γ. του Π., κατοίκου ..... , o oποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Σ. χήρας Κ. Κ., 2) Α. Κ. του Κ. και 3) Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους α...

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) της ομορρύθμου τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "…." που έχει έδρα στην …, βρίσκεται σε εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Π. Π., κάτοικο ..., 2) Σ. Π. χήρας Η., κατοίκου ... 3) Γ. Π. του Η., κατοίκου ... και 4) Π. Π. του Η., κατοίκου ... Οι 2η, 3ος και 4η ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Η. Π. του Α. που απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 19/6/2012 κλήση, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Κ. και την από 10/6/2003 κύρια παρέμβαση του αρχικού διαδίκου Η. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 180/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30/9/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 108/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 7/2/2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι καλούντες-τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290 και 291 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο ενός των ομοδίκων. Επέρχεται δε η διακοπή από της γνωστοποίησης του λόγου τούτου προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, από τον ίδιο δε, με ρητή η σιωπηρή δήλωση, μπορεί να γίνει εκουσίως και η επανάληψη αυτής. Η παράλειψη της τελευταίας δήλωσης δεν καλύπτει τον αντίδικο, εφόσον είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεστεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη ότι έχει διακοπεί, να επισπεύσει την επανάληψή της, τηρώντας όμως τη διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 291 ΚΠολΔ, δηλαδή κοινοποιώντας δικόγραφο περί επανάληψης στον υπερ ου η διακοπή διάδικο, ο οποίος, σε περίπτωση διακοπής, συνεπεία θανάτου διαδίκου, είναι ο καθολικός διάδοχός του (κληρονόμος του), οπότε η δίκη επαναλαμβάνεται μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ (άρθρο 292 ΚΠολΔ), δηλαδή αφότου περάσουν τέσσερις μήνες από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν της από 7.2.2013 αίτησης - κλήσης των εκ των αναιρεσιβλήτων, 1) Σ. χας Κ. Κ., 2) Α. Κ. του Κ. και 3) Σ. Κ. του Κ. - πρώτης, δεύτερου και τρίτου από αυτούς - εισάγεται για συζήτηση η από 30.9.2007 αίτηση για αναίρεση της 180/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, η συζήτηση της οποίας είχε αρχικά ορισθεί κατά τη δικάσιμο της 6.4.2011. οπότε δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεώργιο Αντωνόπουλο, και με αίτησή τους η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9.5.2012, κατά την οποία - η συζήτησή της - ματαιώθηκε. Κατόπιν της από 19.6.2012 αίτησης - κλήσης των ίδιων ως άνω αναιρεσιβλήτων εισήχθη για συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεση κατά τη δικάσιμο της 5.12.2012, κατά την οποία, 1) η καθ`ης η κλήση ομόρρυθμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "…" - τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους - και 2) οι καθ` ων η κλήση α) Σ. Π. του Γ. χα Η. Π. του Α., β) Γ. Π. του Η. και ) Π. Π. του Η., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού πέμπτου από τους αναιρεσίβλητους, Η. Π. του Ηλία (βλ. την …/2008 Ληξιαρχική Πράξη του Ληξίαρχου του Δήμου Αριστομένους, το με αριθμό πρωτ. 7813/2.3.2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Μεσσήνης, το με αριθμό πρωτ. 7813/2.3.2012 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Μεσσήνης και τα με αριθμούς 773 και 794/6.3.2012 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καλαμάτας), δεν εμφανίστηκαν. Αλλά και ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 280 παρ. 3 ΚΠολΔ, θεωρήθηκε ότι δεν εμφανίστηκε, εφόσον εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο, ο οποίος, όμως, παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από αυτό. Ωστόσο, με την προεκδοθείσα 108/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γιατί οι εκ των αναιρεσιβλήτων που κατά τα άνω επέσπευσαν - αλλά και τώρα επισπεύδουν - τη συζήτηση, ούτε επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν εκθέσεις επίδοσης στους πιο πάνω μη εμφανισθέντες αναιρεσιβλήτους της αίτησης αναίρεσης, ούτε ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους ότι επιδόθηκε σ` αυτούς η αίτηση αναίρεσης, αλλά ισχυρίστηκαν ότι επιδόθηκε σ` αυτούς η πιο πάνω αίτηση - κλήση για συζήτηση αυτής, που, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκούσε μόνη της για το νόμιμο της κλήτευσής τους, αλλά απαιτείτο να τους επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, και κατά τη νέα προσδιορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 20.11.2013) δεν εμφανίσθηκαν, 1) ο αναιρεσείων και 2) οι προαναφερθέντες καθ` ων η κλήση αναιρεσίβλητοι - τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους ομόρρυθμη πιο πάνω εταιρία και οι άνω υπό στοιχεία 2α, 2β και 2γ καθ` ων η κλήση, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού πέμπτου από τους αναιρεσιβλήτους, Η. Π. του Ηλία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως, όμως, προκύπτει από τις εκθέσεις επίδοσης .../26.8.2013, .../28.8.2013, ...`/28.8.2013, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας …, στην τελευταία των οποίων προσαρτώνται η από 29.8.2013 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η από ίδια ημερομηνία βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 γ` ΚΠολΔ, .../2.9.2013, ...`/8.3.2012 τού δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και .../2.3.2012, .../5.3.2012, .../5.3.2012, .../2.3.2012 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας …, στην τελευταία των οποίων προσαρτώνται η από 5.3.2012 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η υπό ίδια ημερομηνία βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 γ`ΚΠολΔ ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ακριβές αντίγραφο της από 7.2.2013 αίτησης - κλήσης, στο τέλος της οποίας είναι καταχωρημένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για την επισπευδόμενη με την κλήση αυτή συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμος (της 20.11.2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους ανωτέρω μη εμφανισθέντες αναιρεσείοντα και καθ` ων η κλήση αναιρεσιβλήτους, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή και πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και εκείνη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, η δίκη να επαναληφθεί και να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία τους. II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, η έλλειψη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό (προσωπικό) και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υπέστη βλάβη από την απόφαση. Η βλάβη αυτή προκαλείται από την απώλεια της δίκης για τον παραπονούμενο διάδικο και προκύπτει από τη σύγκριση των αιτημάτων με το διατακτικό της απόφασης.

Συνεπώς, απαιτείται να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ηττηθείς δε θεωρείται ο διάδικος, όταν απορρίφθηκαν ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του, ανεξάρτητα αν η απόρριψη έγινε για ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους ή έγιναν, έστω και μερικώς δεκτές οι αιτήσεις του αντιδίκου του (ΑΠ 111/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της, αναφέρει ότι ο αρχικός ενάγων, Κ. Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν λόγω του θανάτου του οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του - πρώτη αναιρεσίβλητη - και τα τέκνα του - δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, άσκησε κατά του αναιρεσείοντος και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία " …" την από 6.3.2004 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η προαναφερόμενη ομόρρυθμη τεχνική εταιρία συνεστήθη νόμιμα δυνάμει του από 17-9-1969 ιδιωτικού συμφωνητικού, με μοναδικούς ομόρρυθμους εταίρους του αναιρεσείοντα και του αρχικού ενάγοντα Κ. Κ. με ποσοστό συμμετοχής 1/2 ο καθένας. Ότι η ομόρρυθμη αυτή εταιρία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση και οι εταίροι της διορίστηκαν εκκαθαριστές, δυνάμει της .../4-9- 1973 πράξης του συμβολαιογράφου Καλαμάτας ....................... , που καταχωρίσθηκε νόμιμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και από τη λύση της, ήτοι από 4.9.1973, οι εταίροι συμφώνησαν και προχώρησαν και σε άμεση διανομή της εταιρικής περιουσίας, στο πλαίσιο της οποίας διένειμαν όλα τα ακίνητα της εταιρίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα. Ότι γνωστοποιήθηκε στην εταιρία αυτομάτων η έναρξη νομής τους επί των άνω ακινήτων, λόγω της ιδιότητάς τους ως μοναδικών εταίρων, συνδιαχειριστών και συνεκκαθαριστών αυτής και ότι, κατόπιν αυτών, ο ενάγων, ως νεμηθείς από 4-9-1973 τα ένδικα ακίνητα αδιακόπως μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έγινε κύριος αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο και ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος αυτών. Στη δίκη παρενέβη ο πέμπτος αναιρεσίβλητος, με την από 10-6-2003 κύρια παρέμβασή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η κυριότητα των επίδικων ακινήτων - 18 οριζόντιων ιδιοκτησιών - ανήκει στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη τεχνική εταιρία. Επί της ανωτέρω αγωγής και κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η 114/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκαν ως αόριστες και η αγωγή και η κύρια παρέμβαση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους και εκδόθηκε επ` αυτής η 180/2007 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε η έφεση δεκτή ως προς τον αναιρεσείοντα και την τέταρτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη τεχνική εταιρία και απορρίφθηκε ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο (Η. Π.) ως απαράδεκτη - διότι δεν περιείχε κάποιο λόγο έφεσης που να στρέφεται εναντίον του - έγινε δε εν τέλει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ο αρχικώς ενάγων - στη θέση του οποίου, όπως προεκτέθηκε, λόγω του θανάτου του υπεισήλθαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, σύζυγος και τέκνα του - κύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων - οριζόντιων ιδιοκτησιών - τα οποία φέρονταν ότι άνηκαν στην τέταρτη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα ομόρρυθμη τεχνική εταιρία. Από τα ανωτέρω που δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) έχει ηττηθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή του (των) αντιδίκου (αντιδίκων) του, και, συνεπώς, ως υποστάς βλάβη από την απώλεια της δίκης, έχει έννομο συμφέρον για τη άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και, πρέπει, επομένως, η ένσταση των αντιδίκων του αναιρεσίβλητων περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, η οποία προβάλλεται παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις τους, που έχουν κατατεθεί στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, και εξετάζεται άλλωστε και αυτεπαγγέλτως, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

III. Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Η διάταξη αυτή, με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της παροχής έννομης προστασίας είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου. Το έννομο συμφέρον αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, που πρέπει να υφίσταται (βάσει ελεύθερης απόδειξης) κατά το χρόνο συζήτησης, (αλλά και σε κάθε στάση της δίκης), και να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, ν` αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο μέσον, για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ 640/2003 ΕλΔνη 45.1347). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης αγωγής και δέχτηκε, άλλωστε, και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σ` αυτήν - αγωγή - "ότι η ύπαρξη της έννομης σχέσης (κυριότητας), την αναγνώριση της οποίας επιδιώκει ο ενάγων, είναι αβέβαιη και αμφίβολη", δηλαδή περιστατικά που δικαιολογούν - θεμελιώνουν - το έννομο συμφέρον του ενάγοντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής, και, συνεπώς, όχι παρά το νόμο - το Εφετείο - παρέλειψε να κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη για έλλειψη, τάχα, έννομου συμφέροντος και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

IV. Η διάταξη του άρθρου 72 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία το νομικό πρόσωπο μόλις διαλυθεί βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες και το σκοπό της εκκαθάρισης, που έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών και στη συνέχεια στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων, έχει εφαρμογή κατ` άρθρο 18 ΕΝ και στην ομόρρυθμη εμπορική εταιρία. Όπως δε προκύπτει κατά τρόπο σαφή από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 72 ΑΚ, στην περίπτωση λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας το στάδιο της εκκαθάρισης ακολουθεί αυτοδικαίως και υποχρεωτικά με την έννοια ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων. Μπορούν όμως οι εταίροι εκκαθαριστές να αποκλίνουν ως προς τον τρόπο εκκαθάρισης, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα των ειδικότερων για την εκκαθάριση των εταιριών διατάξεων των άρθρων 777 επ. ΑΚ. Έτσι, εφόσον οι εκκαθαριστές εταίροι συμφωνούν, μπορούν να αποσπάσουν λ.χ. την εταιρική περιουσία από το νομικό πρόσωπο και να την αποδώσουν στους εαυτούς τους, διανέμοντας την με όποιο τρόπο επιθυμούν, είτε παραμένοντας συγκύριοι όλοι, είτε μεταβιβάζοντάς την σε κάποιον από αυτούς ή τρίτο που θα αναλάβει τις υποχρεώσεις, είτε πουλώντάς την ως ενιαία εταιρική επιχείρηση, χωρίς προηγούμενη ικανοποίηση του παθητικού της εταιρίας (ΑΠ 120/1998, ΑΠ 412/1990). Τούτο μάλιστα και διότι η εις ολόκληρον ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων δεν επηρεάζεται, αφού η ευθύνη τους αυτή διατηρείται εφόσον υφίσταται εταιρική οφειλή (ΑΠ 467/1991). Εξάλλου, για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για τη ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για στέρηση της απόφασης από τη νόμιμη βάση της, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δε εφαρμόσθηκε. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ` αριθμ. .../73 πράξη του συμβολαιογράφου Καλαμάτας ................ ............ , που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη τεχνική εταιρία λύθηκε κατόπιν συμφωνίας των ενάγοντος και δεύτερου εναγομένου, που ήταν τα μόνα ομόρρυθμα μέλη της, με συμμετοχή του καθενός στα κέρδη και τις ζημίες εξ ίσου, ήτοι κατά το ήμισυ. Με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη οι εταίροι συμφώνησαν ότι η εταιρία τελεί έκτοτε σε εκκαθάριση και θα εξακολουθήσει να υφίσταται για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, διόρισαν δε τους εαυτούς τους ως εκκαθαριστές. Κατά τον παραπάνω χρόνο (1973) η πρώτη εναγομένη ήταν αποκλειστική κυρία 18 ακινήτων (διαμερισμάτων γραφείων, διαμερίσματος κατοικίας και αποθηκών)...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω ομόρρυθμοι εταίροι, ήτοι ο ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος, απέσπασαν κατά το έτος 1973, δηλαδή κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, την εταιρική περιουσία της πρώτης εναγομένης, αποτελουμένη, όπως ήδη εκτέθηκε, από τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα και τα ιδιοποιήθηκαν ατύπως, ενεργώντας συνεχώς για λογαριασμό τους και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους τις ακόλουθες πράξεις νομής έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2002)". Στη συνέχεια, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένες πράξεις νομής και ακολούθως το Εφετείο καταλήγει στην κρίση ότι ο ενάγων έγινε συγκύριος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου των επίδικων πιο πάνω ακινήτων, ως νεμηθείς αυτά με διάνοια συγκυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ΑΚ 1045) και εν τέλει δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα συγκύριο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου των άνω επίδικων ακινήτων. Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 72-75 και 778-783 ΑΚ, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 46 του ν. 3190/1955, η οποία, ως αφορώσα στην εκκαθάριση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν και, συνεπώς, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

V. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, ανέσταση) μέσο, όχι δε και τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που προτείνονται ως άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 469/1984), εκτός αν έχουν προταθεί με λόγο έφεσης, αλλ` όχι ως επιχειρήματα, που στηρίζουν τον ίδιο ή τον άλλο λόγο έφεσης (ΑΠ 783/2001). Εξάλλου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 777 επ. ΑΚ που διαλαμβάνουν περί του τρόπου εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία είτε στην εταιρική σύμβαση είτε μεταγενέστερα μεταξύ των εταίρων και ακόμη και μετά τη λύση της εταιρίας (ΑΠ 412/1990).

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν - τα οποία και δέχτηκε ως αβάσιμα και κατ` ουσίαν - και συγκεκριμένα, ότι "οι παραπάνω ομόρρυθμοι εταίροι, ήτοι ο ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος, απέσπασαν κατά το έτος 1973, δηλαδή κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, την εταιρική περιουσία της πρώτης εναγομένης", αν και στην αγωγή ο ενάγων επικαλέστηκε, ότι η συμφωνία περί άμεσης διανομής της εταιρικής περιουσίας συνήφθη (όχι κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, αλλά) συγχρόνως με τη συμφωνία να τεθεί η εταιρία σε εκκαθάριση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί αφορά όχι αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι δηλαδή "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.9.2007 αίτηση του Λ. Γ. του Π. για αναίρεση της 180/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων πρώτης, δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια