
225/2016 ΑΠ ( 671950)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Ανταλλάξιμα μουσουλμανικά κτήματα. Καθιέρωση βραχυπρόθεσμης αποκλειστικής προθεσμίας,
βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των
ανταλλάξιμων κτημάτων, με δύο..
τρόπους, είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης
προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής
αγωγής. Έναρξη της προθεσμίας αυτής. Αφετηρία του χρόνου της αποτελεί πάντοτε η γνώση από
μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλάξιμων. Κτήση
κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή
δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι,
εφόσον συμπληρωθεί απ’ αυτόν τον συνυπολογισμό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία,
να γίνει κύριος του πράγματος. Αναίρεση. Λόγοι. Ανεπάρκεια αιτιολογιών. Τα επιχειρήματα του
δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση
τις
οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της
απόφασης. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄ αριθ. 136/2001 απόφασης του Εφετείου
Θεσσαλονίκης.
Αριθμός 225/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι: 695/1990 πράξη η οποία διέτασσε αποδείξεις και πραγματογνωμοσύνη, 4803/1989 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 136/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 6-4-2001 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../16-7-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι το τελευταίο επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η 4η Νοεμβρίου 2015 με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όμως, χωρίς να εμφανιστεί ο αναιρεσίβλητος, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-2-2016, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔικ.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 136/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσία η από 13-8-1999 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4803/1998 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 11-12-1989 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωριστεί ο τελευταίος κύριος του ακινήτου που εκεί περιγράφεται. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔικ 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1949 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους δια μέσου της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, για απαιτήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας. Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η εν λόγω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή παραγράφονται". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.930/1943 ορίστηκε ότι "η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως κλπ" είναι ότι αι υπ’ αυτού προβλεπόμεναι προθεσμίαι γνωστοποιήσεως δικαιωμάτων τρίτων, προσφυγής εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, εγέρσεως αγωγών και συνεχίσεως εκκρεμών δικών μετά την παρέλευσιν των οποίων κηρύσσονται παραγεγραμμένα τα σχετικά δικαιώματα και απαιτήσεις αυτών, αποτελούν αποκλειστικάς προθεσμίας και όχι παραγραφάς". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίστηκε βραχυπρόθεσμη αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία, βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των ανταλλαξίμων κτισμάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (αποκλειστική προθεσμία) αρχίζει, στην μεν πρώτη περίπτωση από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ στη δεύτερη από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και μέχρι την έκδοση της άνω αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών αναστέλλεται κάθε σχετική παραγραφή και προθεσμία". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, αφετηρία του χρόνου της ετήσιας αποσβεστικής, κατά τα άνω προθεσμίας των αξιώσεων επί των παραπάνω κτημάτων, αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της προθεσμίας η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενομένης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου ή της παρόδου των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Β.Δ. προθεσμιών, για την έκδοση της γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και της λήψης της απόφασης του Υπουργού, που ορίζεται μέσα σε έξι μήνες από της υποβολής της σχετικής αίτησης ως προς τη γνωμοδότηση και σε δύο μήνες από την έκδοση της γνωμοδότησης προς τη λήψη της Υπουργικής απόφασης. Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας προθεσμίας, δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με τον ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του, ο χρόνος άσκησης της αγωγής και στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ.4 του ΝΔ.Δ. 547/1970 για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, η οποία ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις. Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24.10.1940 Β.Δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Β.Δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των κτημάτων αυτών να υποβάλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελόμενες όμως κυρώσεις της αποσβεστικής προθεσμίας του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 1723/2013, ΑΠ 1354/2010). Tέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 833/2013, ΑΠ 835/2013, ΑΠ 846/2013, ΑΠ 481/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον-εναγόμενο με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 3 παρ.1 του ΒΔ 24.10/31.10.1940, απέρριψε την ένστασή του, για απόσβεση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου προς άσκηση της ένδικης αγωγής, για την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, για το οποίο, μετά την κατά το άρθρο 1 παρ. 5 του ίδιου ΒΔ οριστικοποίηση του Πρωτοκόλλου Καταλήψεώς του ως ανταλλαξίμου και της υποβολής της από 22.4.1986 αίτησης προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, παρήλθαν οι οριζόμενες στο άρθρο 6 παρ. 3 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 προθεσμίες των έξι και δύο μηνών αντίστοιχα, προς έκδοση γνωμοδότησης και απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και ότι εφόσον οι πράξεις αυτές της διοίκησης δεν έλαβαν χώρα, διακόπηκε η οριζόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 6 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939 αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας και άρχισε από το τέλος του 8μήνου της υποβολής της αιτήσεως, η ενιαύσια προθεσμία προς άσκηση της ένδικης από 11-12-1989 [αριθ. Κατ. 27077/ΤΟ/4211/14-12-1989] αγωγής, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο της άσκησής της, με συνέπεια την έκπτωση από του οικείου δικαιώματος της άσκησής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι μη νόμιμος και ορθώς απερρίφθη με την εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με άλλη αιτιολογία [αόριστη], διότι, εφόσον το εναγόμενο Δημόσιο ισχυρίζεται ότι επί της ενστάσεως του εναγομένου- εφεσιβλήτου δεν εξεδόθη η σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου ή η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και επομένως δεν επεδόθησαν τέτοιες στον ενάγοντα, δεν άρχισε να τρέχει η προβλεπομένη από το ως άνω άρθρο 8 παρ. 1 γ του β.δ. της 24/31-10-1940 ετήσια παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος-εφεσιβλήτου να ζητήσει με την ένδικη αγωγή την αναγνώριση της κυριότητός του στο επίδικο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ/τος και 6 παρ. 3 και 4 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η οριζόμενη το άρθρο 6 παρ. 4 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939 αναστολή προθεσμίας, διακόπτεται με την κοινοποίηση της κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου (6 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939) Υπουργικής απόφασης, η μη λήψη και, η μη κοινοποίηση της οποίας δεν κινεί την ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 3 παρ. 1 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ/τος, προς άσκηση της περί διεκδίκησης εμπραγμάτου δικαιώματος τακτικής αγωγής και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. Ορθά συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις και ορθά υπήγαγε σ’ αυτές τα προκύψαντα, ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι και αν ακόμη είχε παρέλθει η ενιαύσια αυτή προθεσμία, η αναιρεσίβλητη δεν θα είχε εκπέσει από το δικαίωμά της προς άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1γ του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1940, με την οποία απαγγέλλεται η εν λόγω κύρωση, σε περίπτωση παραμέλησης της ετήσιας προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι ανίσχυρη, γιατί κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ’ όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000). Εξ άλλου, ο όρος δημόσια τάξη υποδηλώνει τον κανόνα αναγκαστικού δικαίου, που τέθηκε για εξυπηρέτηση γενικού σκοπού ή του συμφέροντος της κοινωνίας, η εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (ΟλΑΠ 274/1971, ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 183/2014]. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 του από 29/9- 4/10/1939 β.δ., στην οποία ορίζεται αγωγαί εγειρόμεναι προ των τακτικών Δικαστηρίων επί υποθέσεων υπαγομένων εις την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου ως και αιτήσεις περί συνεχίσεως των εκκρεμών δικών υποβαλλόμεναι προ της εξαντλήσεως αυτής, απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι και δέχθηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ότι προβλήθηκε στο Δικαστήριο, που δίκασε κατ’ έφεση, άσχετα προς το αν λαμβάνεται υπ’ όψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, με την ανωτέρω έννοια, αλλά (αφορά) στις (ιδιωτικού δικαίου) σχέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου, "Περί Γαιών" της ...., του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει το Δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ). Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "Περί γαιών", σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της ..., συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσίασης αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που εξουσιάζει αυτόν για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση επ’ ονόματι αυτού τίτλου (ταπίου), ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο. Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσίασης με δεκαετή κατοχή του αγρού αναγνώρισε και το υπ’ αριθ. 2468 διάταγμα της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και ο ν. 2052/1920 (άρθρο 50 αυτού) εφόσον η δεκαετία είχε συμπληρωθεί μέχρι την 20ή Μαΐου 1917. Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 2052/1920 σ’ αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα πλήρους κυριότητας στους αγρούς αυτούς, ενώ και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, που με την ίδια διάταξη είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, περιήλθε από την 20ή-5-1917 αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά τα άνω κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου συγκυρίους αυτών, δυνάμει των άρθρων 101-104 του κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 εκδοθέντος διατάγματος της 11/12-11-1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης για μια δεκαετία μέχρι την 20ή-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθ` ολοκληρίαν κύριοι των εν λόγω αγρών. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει το πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί απ’ αυτόν τον συνυπολογισμό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος. Κατά τη διάταξη, τέλος, του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ολΑΠ 1/1999, ολΑΠ 24/1992].
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το έτος 1963 ο ενάγων αγόρασε ατύπως από τον Ε. Χ. Α. και άλλους συγκυρίους το επίδικο, το οποίο είναι οικόπεδο κείμενο στο Δήμο Τριανδρίας και επί της οδού ... , έχει εμβαδόν 288τμ. και συνορεύει με την οδό ... και με ακίνητα των Π. Π., Α. Μ. και Φ.. Οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και οι δικαιοπάροχοι αυτών κατείχαν το επίδικο και μαζί με αυτό πολύ μεγαλύτερη έκταση κειμένην πέριξ του επίδικου από την εποχή της τουρκοκρατίας και το καλλιεργούσαν με σιτηρά συνεχώς χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί μίαν τουλάχιστο δεκαετία μέχρι της 20-5-1917, οπότε το δικαίωμα εξουσιάσεως το οποίο απέκτησαν σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί της ..., μετετράπη σε δικαίωμα πλήρους κυριότητος, αρχικώς επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου βάσει του Δ/τος 2468/1017, στην συνέχεια δε και επί του υπόλοιπου 1/5 βάσει των διατάξεων των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929. Μετά ταύτα εξηκολούθησαν να κατέχουν την μείζονα έκταση μαζί με το επίδικο και να νέμονται αυτήν με διάνοια κυρίου, άλλοτε καλλιεργούντες και άλλοτε εκμισθώνοντες αυτήν σε τρίτους προς βόσκηση των ζώων των. Κατά το έτος 1960 εμοίρασαν την όλη έκταση σε οικόπεδα, δημιουργήσαντες και τους απαραίτητους δρόμους και άρχισαν να πωλούν αυτά σε διάφορους τρίτους, όπως δε ανεφέρθη στην αρχή, το επίδικο οικόπεδο το επώλησαν στον ενάγοντα ατύπως κατά το έτος 1963. Από τότε και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή επί χρόνον μεγαλύτερον των 20 ετών, ο ενάγων κατέχει και νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες αποδείξεως, ο ενάγων από του έτους 1963 περίφραξε το επίδικο και ανήγειρε εντός αυτού την οικία του, στην οποία διαμένει έκτοτε μαζί με την οικογένειά του. Σημειωτέον, ότι η οικία αυτή είναι συνδεδεμένη με παροχές ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, κατά το έτος 1985 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος, καθόσον, ειδικότερον, υπολαμβάνον εσφαλμένως ότι το επίδικο ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ. προέβη στην σύνταξη του υπ` αριθ. .../1985 πρωτοκόλλου καταλήψεως. Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και μάλιστα από τους εξετασθέντες με φροντίδα του Δημοσίου μάρτυρες και από την ως άνω μνημονευθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν πρόκυψε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον εν λόγω ανταλλαγέντα μουσουλμάνο. Ειδικότερα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Από έρευνα τόσο στο Μακεδονικό Αρχείο, όσο και στο αρχείο της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, δεν ανευρέθη Τουρκικός Τίτλος εξουσιάσεως [ταπί], ούτε εγγραφή στα φορολογικά βιβλία που να αντιστοιχεί στην συγκεκριμένη θέση, δηλαδή στην εδαφική λωρίδα μεταξύ των δύο κλάδων του ρέματος Σ.-Ν. [όπου κείται το επίδικο], με αρχικό ιδιοκτήτη τον Μουσουλάνο Ι. Χ. ή άλλο ιδιοκτήτη. Η ιδιοκτησία του Μουσουλμάνου Ι. Χ. σύμφωνα με τις περιγραφές των εκδοθέντων τίτλων επ` ονόματί του, τοποθετείται στην Δυτική όχθη του βορειοδυτικού κλάδου του ρέματος Σ.-Ν., σήμερα μεταξύ του Υποσταθμού της ΔΕΗ και του ρέματος και αποτελείται από δύο ανταλλάξιμα ακίνητα το ΑΚ ... και το ΑΚ ... [διαφορετικά από το επίδικο].... Ο δε μάρτυς του Ελληνικού Δημοσίου Κ. Κ., μεταξύ των άλλων, κατέθεσε τα εξής: Από τα στοιχεία που υπάρχουν στην υπηρεσία δεν βρήκα τίτλο κυριότητας του Ι. Χ.. Εδώ αναφέρω ότι ούτε για τα δύο προηγούμενα κτήματα που ανέφερα ως ανήκοντα εις τον αυτόν Ι. Χ. [διαφορετικά από το επίδικο] βρέθηκε τίτλος στο όνομα αυτού. Εν τούτοις η υπηρεσία προχώρησε στην διαχείρισή τους ως ανταλλαξίμων... τουρκικός τίτλος για το κτήμα αυτό δεν ανευρέθη... το όνομα του Ι. Χ. βρέθηκε σε παραδιπλανά κτήματα και θεωρήσαμε ότι και το επίδικο είναι επέκταση ιδιοκτησίας του ιδίου. Μεταξύ του κτήματος Ι. Χ. και του επιδίκου παρεμβάλλεται ένα σκέλος του μεγάλου ρέματος ... Ενόψει της καταστάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε ένσταση αρχικώς κατά του ως άνω πρωτοκόλλου καταλήψεως, η οποία απερρίφθη με την από 12-2-1986 απόφαση του Οικον. Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, ακολούθως δε προσέφυγε στο κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ. Συμβούλιο χωρίς μέχρι σήμερα, όπως ομολογεί και το εναγόμενο, να έχει εκδοθεί και να έχει κοινοποιηθεί στον ενάγοντα σχετική απόφαση του Συμβουλίου ή του αρμοδίου Υπουργού Οικονομικών. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη 4803/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, δεχόμενο ότι α) περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1963, που το αγόρασε άτυπα από τον Ε. Χ. Α., ο οποίος του παρέδωσε τη νομή του, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής του τελευταίου τουλάχιστον από τον χρόνο εισαγωγής του Α.Κ. [26-2-1946], μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, για χρονικό διάστημα, κατά πολύ, μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Δέχθηκε δε συμπλήρωση του χρόνου αυτοτελούς έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, β) ασκούσε τις αναφερόμενες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, γ) ο Ε. Χ. Α. απέκτησε την εξουσίαση αυτού, σε μεγαλύτερη έκταση και το καλλιεργούσε συνεχώς δέκα έτη, τουλάχιστον, πριν από τις 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και ότι το εν λόγω δικαίωμα μετατράπηκε σε πλήρη κυριότητα κατ` εφαρμογή των αναφερόμενων ως άνω διατάξεων, ενώ ως αληθής πλέον κύριος εξακολουθούσε να το κατέχει και να το καλλιεργεί μέχρι το έτος 1963, που μεταβίβασε το επίδικο τμήμα του στον αναιρεσίβλητο και δ) δεν αποδείχθηκε κυριότητα του αναιρεσείοντος στη μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, αφού δεν ανήκε στην περιουσία του ανταλλεγέντος μουσουλμάνου Ι. Χ.. Η έκτακτη δε αυτή χρησικτησία, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προσκρούει στο απαράγραπτο του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, διότι αυτό αφορά στα κτήματα του Δημοσίου, ενώ το επίδικο και η μείζων έκταση ήταν ήδη αγρός, που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος βάσει του Δ/τος 2468/1017 και των διατάξεων των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12-11- 1929. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 15/2005, ΑΠ 168/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την από 12-12-1978 αίτηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος προς το Γραφείο της Δ.Α.Π. Θεσσαλονίκης για εξαγορά του επίδικου ακινήτου, στην οποία ο ίδιος δηλώνει ότι κατέλαβε και κατέχει το επίδικο ακίνητο από το έτος 1976 και δεν το αγόρασε άτυπα, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, το έτος 1963 όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι και το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λοιπά έγγραφα). Το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, σε κάθε περίπτωση, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει της από το έτος 1970 συμπλήρωσης του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του ενάγοντος με τον συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του. Ενόψει τούτων και ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2001 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 136/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι: 695/1990 πράξη η οποία διέτασσε αποδείξεις και πραγματογνωμοσύνη, 4803/1989 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 136/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 6-4-2001 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../16-7-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι το τελευταίο επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η 4η Νοεμβρίου 2015 με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όμως, χωρίς να εμφανιστεί ο αναιρεσίβλητος, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-2-2016, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔικ.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 136/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσία η από 13-8-1999 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4803/1998 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 11-12-1989 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωριστεί ο τελευταίος κύριος του ακινήτου που εκεί περιγράφεται. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔικ 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1949 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους δια μέσου της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, για απαιτήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας. Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η εν λόγω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή παραγράφονται". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.930/1943 ορίστηκε ότι "η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως κλπ" είναι ότι αι υπ’ αυτού προβλεπόμεναι προθεσμίαι γνωστοποιήσεως δικαιωμάτων τρίτων, προσφυγής εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, εγέρσεως αγωγών και συνεχίσεως εκκρεμών δικών μετά την παρέλευσιν των οποίων κηρύσσονται παραγεγραμμένα τα σχετικά δικαιώματα και απαιτήσεις αυτών, αποτελούν αποκλειστικάς προθεσμίας και όχι παραγραφάς". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίστηκε βραχυπρόθεσμη αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία, βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των ανταλλαξίμων κτισμάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (αποκλειστική προθεσμία) αρχίζει, στην μεν πρώτη περίπτωση από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ στη δεύτερη από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και μέχρι την έκδοση της άνω αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών αναστέλλεται κάθε σχετική παραγραφή και προθεσμία". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, αφετηρία του χρόνου της ετήσιας αποσβεστικής, κατά τα άνω προθεσμίας των αξιώσεων επί των παραπάνω κτημάτων, αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της προθεσμίας η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενομένης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου ή της παρόδου των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Β.Δ. προθεσμιών, για την έκδοση της γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και της λήψης της απόφασης του Υπουργού, που ορίζεται μέσα σε έξι μήνες από της υποβολής της σχετικής αίτησης ως προς τη γνωμοδότηση και σε δύο μήνες από την έκδοση της γνωμοδότησης προς τη λήψη της Υπουργικής απόφασης. Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας προθεσμίας, δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με τον ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του, ο χρόνος άσκησης της αγωγής και στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ.4 του ΝΔ.Δ. 547/1970 για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, η οποία ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις. Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24.10.1940 Β.Δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Β.Δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των κτημάτων αυτών να υποβάλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελόμενες όμως κυρώσεις της αποσβεστικής προθεσμίας του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 1723/2013, ΑΠ 1354/2010). Tέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 833/2013, ΑΠ 835/2013, ΑΠ 846/2013, ΑΠ 481/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον-εναγόμενο με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 3 παρ.1 του ΒΔ 24.10/31.10.1940, απέρριψε την ένστασή του, για απόσβεση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου προς άσκηση της ένδικης αγωγής, για την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, για το οποίο, μετά την κατά το άρθρο 1 παρ. 5 του ίδιου ΒΔ οριστικοποίηση του Πρωτοκόλλου Καταλήψεώς του ως ανταλλαξίμου και της υποβολής της από 22.4.1986 αίτησης προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, παρήλθαν οι οριζόμενες στο άρθρο 6 παρ. 3 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 προθεσμίες των έξι και δύο μηνών αντίστοιχα, προς έκδοση γνωμοδότησης και απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και ότι εφόσον οι πράξεις αυτές της διοίκησης δεν έλαβαν χώρα, διακόπηκε η οριζόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 6 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939 αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας και άρχισε από το τέλος του 8μήνου της υποβολής της αιτήσεως, η ενιαύσια προθεσμία προς άσκηση της ένδικης από 11-12-1989 [αριθ. Κατ. 27077/ΤΟ/4211/14-12-1989] αγωγής, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο της άσκησής της, με συνέπεια την έκπτωση από του οικείου δικαιώματος της άσκησής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι μη νόμιμος και ορθώς απερρίφθη με την εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με άλλη αιτιολογία [αόριστη], διότι, εφόσον το εναγόμενο Δημόσιο ισχυρίζεται ότι επί της ενστάσεως του εναγομένου- εφεσιβλήτου δεν εξεδόθη η σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου ή η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και επομένως δεν επεδόθησαν τέτοιες στον ενάγοντα, δεν άρχισε να τρέχει η προβλεπομένη από το ως άνω άρθρο 8 παρ. 1 γ του β.δ. της 24/31-10-1940 ετήσια παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος-εφεσιβλήτου να ζητήσει με την ένδικη αγωγή την αναγνώριση της κυριότητός του στο επίδικο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ/τος και 6 παρ. 3 και 4 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η οριζόμενη το άρθρο 6 παρ. 4 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939 αναστολή προθεσμίας, διακόπτεται με την κοινοποίηση της κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου (6 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939) Υπουργικής απόφασης, η μη λήψη και, η μη κοινοποίηση της οποίας δεν κινεί την ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 3 παρ. 1 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ/τος, προς άσκηση της περί διεκδίκησης εμπραγμάτου δικαιώματος τακτικής αγωγής και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. Ορθά συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις και ορθά υπήγαγε σ’ αυτές τα προκύψαντα, ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι και αν ακόμη είχε παρέλθει η ενιαύσια αυτή προθεσμία, η αναιρεσίβλητη δεν θα είχε εκπέσει από το δικαίωμά της προς άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1γ του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1940, με την οποία απαγγέλλεται η εν λόγω κύρωση, σε περίπτωση παραμέλησης της ετήσιας προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι ανίσχυρη, γιατί κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ’ όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000). Εξ άλλου, ο όρος δημόσια τάξη υποδηλώνει τον κανόνα αναγκαστικού δικαίου, που τέθηκε για εξυπηρέτηση γενικού σκοπού ή του συμφέροντος της κοινωνίας, η εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (ΟλΑΠ 274/1971, ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 183/2014]. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 του από 29/9- 4/10/1939 β.δ., στην οποία ορίζεται αγωγαί εγειρόμεναι προ των τακτικών Δικαστηρίων επί υποθέσεων υπαγομένων εις την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου ως και αιτήσεις περί συνεχίσεως των εκκρεμών δικών υποβαλλόμεναι προ της εξαντλήσεως αυτής, απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι και δέχθηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ότι προβλήθηκε στο Δικαστήριο, που δίκασε κατ’ έφεση, άσχετα προς το αν λαμβάνεται υπ’ όψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, με την ανωτέρω έννοια, αλλά (αφορά) στις (ιδιωτικού δικαίου) σχέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου, "Περί Γαιών" της ...., του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει το Δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ). Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "Περί γαιών", σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της ..., συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσίασης αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που εξουσιάζει αυτόν για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση επ’ ονόματι αυτού τίτλου (ταπίου), ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο. Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσίασης με δεκαετή κατοχή του αγρού αναγνώρισε και το υπ’ αριθ. 2468 διάταγμα της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και ο ν. 2052/1920 (άρθρο 50 αυτού) εφόσον η δεκαετία είχε συμπληρωθεί μέχρι την 20ή Μαΐου 1917. Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 2052/1920 σ’ αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης, παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα πλήρους κυριότητας στους αγρούς αυτούς, ενώ και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, που με την ίδια διάταξη είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, περιήλθε από την 20ή-5-1917 αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά τα άνω κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου συγκυρίους αυτών, δυνάμει των άρθρων 101-104 του κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 εκδοθέντος διατάγματος της 11/12-11-1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσίασης για μια δεκαετία μέχρι την 20ή-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθ` ολοκληρίαν κύριοι των εν λόγω αγρών. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει το πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί απ’ αυτόν τον συνυπολογισμό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος. Κατά τη διάταξη, τέλος, του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ολΑΠ 1/1999, ολΑΠ 24/1992].
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το έτος 1963 ο ενάγων αγόρασε ατύπως από τον Ε. Χ. Α. και άλλους συγκυρίους το επίδικο, το οποίο είναι οικόπεδο κείμενο στο Δήμο Τριανδρίας και επί της οδού ... , έχει εμβαδόν 288τμ. και συνορεύει με την οδό ... και με ακίνητα των Π. Π., Α. Μ. και Φ.. Οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και οι δικαιοπάροχοι αυτών κατείχαν το επίδικο και μαζί με αυτό πολύ μεγαλύτερη έκταση κειμένην πέριξ του επίδικου από την εποχή της τουρκοκρατίας και το καλλιεργούσαν με σιτηρά συνεχώς χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί μίαν τουλάχιστο δεκαετία μέχρι της 20-5-1917, οπότε το δικαίωμα εξουσιάσεως το οποίο απέκτησαν σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί της ..., μετετράπη σε δικαίωμα πλήρους κυριότητος, αρχικώς επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου βάσει του Δ/τος 2468/1017, στην συνέχεια δε και επί του υπόλοιπου 1/5 βάσει των διατάξεων των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929. Μετά ταύτα εξηκολούθησαν να κατέχουν την μείζονα έκταση μαζί με το επίδικο και να νέμονται αυτήν με διάνοια κυρίου, άλλοτε καλλιεργούντες και άλλοτε εκμισθώνοντες αυτήν σε τρίτους προς βόσκηση των ζώων των. Κατά το έτος 1960 εμοίρασαν την όλη έκταση σε οικόπεδα, δημιουργήσαντες και τους απαραίτητους δρόμους και άρχισαν να πωλούν αυτά σε διάφορους τρίτους, όπως δε ανεφέρθη στην αρχή, το επίδικο οικόπεδο το επώλησαν στον ενάγοντα ατύπως κατά το έτος 1963. Από τότε και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή επί χρόνον μεγαλύτερον των 20 ετών, ο ενάγων κατέχει και νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες αποδείξεως, ο ενάγων από του έτους 1963 περίφραξε το επίδικο και ανήγειρε εντός αυτού την οικία του, στην οποία διαμένει έκτοτε μαζί με την οικογένειά του. Σημειωτέον, ότι η οικία αυτή είναι συνδεδεμένη με παροχές ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, κατά το έτος 1985 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος, καθόσον, ειδικότερον, υπολαμβάνον εσφαλμένως ότι το επίδικο ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ. προέβη στην σύνταξη του υπ` αριθ. .../1985 πρωτοκόλλου καταλήψεως. Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και μάλιστα από τους εξετασθέντες με φροντίδα του Δημοσίου μάρτυρες και από την ως άνω μνημονευθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν πρόκυψε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον εν λόγω ανταλλαγέντα μουσουλμάνο. Ειδικότερα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Από έρευνα τόσο στο Μακεδονικό Αρχείο, όσο και στο αρχείο της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, δεν ανευρέθη Τουρκικός Τίτλος εξουσιάσεως [ταπί], ούτε εγγραφή στα φορολογικά βιβλία που να αντιστοιχεί στην συγκεκριμένη θέση, δηλαδή στην εδαφική λωρίδα μεταξύ των δύο κλάδων του ρέματος Σ.-Ν. [όπου κείται το επίδικο], με αρχικό ιδιοκτήτη τον Μουσουλάνο Ι. Χ. ή άλλο ιδιοκτήτη. Η ιδιοκτησία του Μουσουλμάνου Ι. Χ. σύμφωνα με τις περιγραφές των εκδοθέντων τίτλων επ` ονόματί του, τοποθετείται στην Δυτική όχθη του βορειοδυτικού κλάδου του ρέματος Σ.-Ν., σήμερα μεταξύ του Υποσταθμού της ΔΕΗ και του ρέματος και αποτελείται από δύο ανταλλάξιμα ακίνητα το ΑΚ ... και το ΑΚ ... [διαφορετικά από το επίδικο].... Ο δε μάρτυς του Ελληνικού Δημοσίου Κ. Κ., μεταξύ των άλλων, κατέθεσε τα εξής: Από τα στοιχεία που υπάρχουν στην υπηρεσία δεν βρήκα τίτλο κυριότητας του Ι. Χ.. Εδώ αναφέρω ότι ούτε για τα δύο προηγούμενα κτήματα που ανέφερα ως ανήκοντα εις τον αυτόν Ι. Χ. [διαφορετικά από το επίδικο] βρέθηκε τίτλος στο όνομα αυτού. Εν τούτοις η υπηρεσία προχώρησε στην διαχείρισή τους ως ανταλλαξίμων... τουρκικός τίτλος για το κτήμα αυτό δεν ανευρέθη... το όνομα του Ι. Χ. βρέθηκε σε παραδιπλανά κτήματα και θεωρήσαμε ότι και το επίδικο είναι επέκταση ιδιοκτησίας του ιδίου. Μεταξύ του κτήματος Ι. Χ. και του επιδίκου παρεμβάλλεται ένα σκέλος του μεγάλου ρέματος ... Ενόψει της καταστάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε ένσταση αρχικώς κατά του ως άνω πρωτοκόλλου καταλήψεως, η οποία απερρίφθη με την από 12-2-1986 απόφαση του Οικον. Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, ακολούθως δε προσέφυγε στο κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ. Συμβούλιο χωρίς μέχρι σήμερα, όπως ομολογεί και το εναγόμενο, να έχει εκδοθεί και να έχει κοινοποιηθεί στον ενάγοντα σχετική απόφαση του Συμβουλίου ή του αρμοδίου Υπουργού Οικονομικών. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη 4803/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, δεχόμενο ότι α) περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1963, που το αγόρασε άτυπα από τον Ε. Χ. Α., ο οποίος του παρέδωσε τη νομή του, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής του τελευταίου τουλάχιστον από τον χρόνο εισαγωγής του Α.Κ. [26-2-1946], μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, για χρονικό διάστημα, κατά πολύ, μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Δέχθηκε δε συμπλήρωση του χρόνου αυτοτελούς έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, β) ασκούσε τις αναφερόμενες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, γ) ο Ε. Χ. Α. απέκτησε την εξουσίαση αυτού, σε μεγαλύτερη έκταση και το καλλιεργούσε συνεχώς δέκα έτη, τουλάχιστον, πριν από τις 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και ότι το εν λόγω δικαίωμα μετατράπηκε σε πλήρη κυριότητα κατ` εφαρμογή των αναφερόμενων ως άνω διατάξεων, ενώ ως αληθής πλέον κύριος εξακολουθούσε να το κατέχει και να το καλλιεργεί μέχρι το έτος 1963, που μεταβίβασε το επίδικο τμήμα του στον αναιρεσίβλητο και δ) δεν αποδείχθηκε κυριότητα του αναιρεσείοντος στη μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, αφού δεν ανήκε στην περιουσία του ανταλλεγέντος μουσουλμάνου Ι. Χ.. Η έκτακτη δε αυτή χρησικτησία, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προσκρούει στο απαράγραπτο του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, διότι αυτό αφορά στα κτήματα του Δημοσίου, ενώ το επίδικο και η μείζων έκταση ήταν ήδη αγρός, που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος βάσει του Δ/τος 2468/1017 και των διατάξεων των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12-11- 1929. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 15/2005, ΑΠ 168/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την από 12-12-1978 αίτηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος προς το Γραφείο της Δ.Α.Π. Θεσσαλονίκης για εξαγορά του επίδικου ακινήτου, στην οποία ο ίδιος δηλώνει ότι κατέλαβε και κατέχει το επίδικο ακίνητο από το έτος 1976 και δεν το αγόρασε άτυπα, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, το έτος 1963 όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι και το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λοιπά έγγραφα). Το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, σε κάθε περίπτωση, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει της από το έτος 1970 συμπλήρωσης του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του ενάγοντος με τον συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του. Ενόψει τούτων και ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2001 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 136/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου