
130/2016 ΜΠΡ ΣΠΑΡΤ ( 675762)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αμφισβήτηση της κυριότητας επί ακινήτου από το Δημόσιο. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής της
κυριότητας. Διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.
Ιδιωτικά δάση. Υποχρέωση των ιδιοκτητών των..
δασικών εκτάσεων, για την αναγνώριση αυτών,
μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου
Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να μην θεωρηθούν στην αντίθετη
περίπτωση ως δημόσια δάση. Κτήση της κυριότητας επί ακινήτου του δημοσίου με έκτακτη
χρησικτησία κατά το προϊσχύον δίκαιο. Προϋποθέσεις. Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Aριθμός απόφασης 130/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Παρασκευή Αλτανοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ρουμπινή Καλοπίση.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 20 Νοεμβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ................................ κατοίκου Αγίου Γεωργίου Δήμου Ευρώτα Λακωνίας, τον οποίο εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του .....
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε η Δικαστική Αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτα Αναγνώστου.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-10-2011 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό δικογράφου ΤΜ171/25-10-2011, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 28-9- 2012 και μετά από αναβολή για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
MΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 16.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος (ΑΠ 426/1987, ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34, 76). Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΛΧΝ/1888 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 «περί δασικού κώδικος» και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 (ΑΠ 426/1987, ΑΠ 1894/1986 ΝοΒ 36, 350). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης επ’ αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 431/1990, ΕφΘεσ 1832/1990 ΕλΔνη 31.1031 και 1336). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», του ν. ΔΞΗ΄/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (βλ. Ολ. ΑΠ 75/1987, ΑΠ 191/1997 ΕλΔνη 38.1543, ΑΠ 1404/1998 ΕλΔνη 40.85). Καλή πίστη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, συνιστά η ειλικρινής πεποίθηση του νομέως ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, τη συνδρομή δε αυτής, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα αντικειμενικούς διαπιστώσιμα περιστατικά (ΑΠ 1182/2013, ΑΠ 1281/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ19/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέκτησε την ψιλή κυριότητα, κατά τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, του περιγραφόμενου στο δικόγραφο αγροτικού ακινήτου, έκτασης 5 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση «ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ» του δήμου Ευρώτα Λακωνίας. Ότι το εν λόγω ακίνητο κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διασπάστηκε σε δύο όμορα τμήματα, ήτοι α) στο με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0, έκτασης 5.128 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και β) στο με ΚΑΕΚ 301284707001/0/0, έκτασης 413 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Ότι επιπλέον έχει καταστεί κύριος και έτερου αγροτικού ακινήτου, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο κατά θέση και όρια, έκτασης 2 στρεμμάτων, στην θέση «ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ» του ως άνω δήμου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι το εν λόγω ακίνητο κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διασπάστηκε σε δύο όμορα τμήματα, ήτοι α) στο με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0, έκτασης 563 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και β) στο με ΚΑΕΚ 301284707002/0/0, έκτασης 1.477 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Ότι τέλος έχει περιέλθει σ’ αυτόν η κυριότητα και τρίτου αγροτικού ακινήτου, έκτασης 10,5 στρεμμάτων περίπου, κειμένου στην ίδια ως άνω θέση, όπως τα όρια τούτου προσδιορίζονται ειδικότερα στην αγωγή, με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία. Ότι το ακίνητο αυτό κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διασπάστηκε σε δύο όμορα τμήματα, ήτοι α) στο με ΚΑΕΚ 301284707008/0/0, έκτασης 7.030 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του και β) στο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, έκτασης 1.393 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητεί να αναγνωριστεί η ψιλή κυριότητά του στο με αριθμό ΚΑΕΚ 301284707020/0/0 ακίνητο, καθόσον ο επικαρπωτής επί του γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ο ................... απεβίωσε την 26-1-2006, δηλαδή, μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή (3-1-2005) και, συνεπώς, κατά το προαναφερόμενο χρονικό σημείο, σε συνάρτηση με το οποίο εξετάζεται η ορθότητα των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικό βιβλία, το δικαίωμα επικαρπίας αυτού δεν είχε ήδη αποσβεσθεί υπέρ του ενάγοντος ψιλού κυρίου, να αναγνωρισθεί η πλήρης κυριότητά του επί των λοιπών ακινήτων με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0 και 301284707034/0/0, να γίνει δε η δέουσα κτηματολογική διόρθωση, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησ ης του Ελληνικού Δημοσίου, ως δικαιούχου, να αναγραφεί ο ίδιος (ενάγων) ως αποκλειστικός κύριος, και να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών να προβεί στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο (άρθρα 6 παρ.2 εδ. α` Ν. 2664/1998, 7, 8, 9, 10, 11 αρ. 1, 14 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, καθόσον α) καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα την 1-11-2011 στα τηρούμενα κτηματολογικό φύλλα των επιδίκων (άρθρο 220 ΚΠολΔ, σε συνδ. με 12 παρ.1 στοιχ.ιβ` Ν. 2664/1998), β) ασκήθηκε εντός της προθεσμίας δεκατεσσάρων ετών ορίζει το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 Ν.4361/2016, ΦΕΚ Α 10/1.2.2016, ενόψει του κρίσιμοι την οικεία απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε. ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή της Σκάλας του Δήμου Ευρώτα Λακωνίας, η 3η-1-2005 και γ) προσκομίζονται το οικείο κτηματολογικό φύλλο και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του επίδικου ακινήτου (άρθρο 6 παρ. 3 περίπτωση ε΄ η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 Ν.4164/2013), χωρίς να απαιτείται η τήρηση της κατ’ άρθρο 8 Α.Ν. 1539/1938 προδικασίας με την υποβολή αίτησης θεραπείας προς το Ελληνικό Δημόσιο κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 6 παρ.2 περ.γ εδ.δ` Ν. 2664/1998. Είναι δε ορισμένη, καθόσον τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται πλήρως στο δικόγραφό της με την αναφορά της ακριβούς θέσης, της έκτασης και του ΚΑΕΚ που έχουν λάβει αυτά, καθώς και τα όμορα ακίνητά τους κατά την καταχώρησή τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ώστε να εξατομικεύονται επακριβώς και ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται ως προς την ταυτότητά τους, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως ουσία αβασίμου. Επιπλέον, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 513, 1033, 1509, 1192, 1045, 1000 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ. Είναι όμως απορριπτέο ως αλυσιτελές το ειδικότερο αίτημα να υποχρεωθεί ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου να προβεί στην αιτούμενη διόρθωση, εφόσον η σχετική υποχρέωση αυτού είναι αυτόθροη συνέπεια της τυχόν αποδοχής του αιτήματος για τη διόρθωση. Επομένως, πρέπει η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι αφενός για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το υπ’ αριθ. 14009/2015 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Σπάρτης) και αφετέρου, προσκομίζεται το πιστοποιητικό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 54α παρ. 5 του Ν. 4174/2013.
Το εναγόμενο Δημόσιο, απαντώντας στην υπό κρίση αγωγή, ισχυρίζεται ότι τα επίδικα γεωτεμάχια περιήλθαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του α) με το από 1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου και την από 3-7- 1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως με την οποία αναγνωρίσθηκε η Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος αποκτώντας την κυριότητα των πρώην ιδιοκτησιών του Τουρκικού Δημοσίου, β) άλλως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του 17-11-1836 ΒΔ με το οποίο αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου σε κάθε έκταση που αποτελούσε δάσος, γ) άλλως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833 ΒΔ με το οποίο τα λιβάδια και οι βοσκοτόποι θεωρούνται δημόσια, δ) άλλως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, διότι νέμεται αυτά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα ε) άλλως, ως αδέσποτα. Ωστόσο, η υπό στοιχείο ε` επικουρική βάση περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του β.δ. της 10-7- 1937 περί «διακρίσεως τμημάτων» είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού του ως άνω κανόνα δικαίου, χωρίς να εξειδικεύει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη βάση αυτή, δηλαδή με ποιο ακριβώς τρόπο κατέστησαν τα επίδικα αδέσποτα και χωρίς επιπροσθέτως να επικαλείται, όπως πρέπει, ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής τους και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, ούτε προσδιορίζει ποιο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα (ΠΠΝάξου 62/2004 ΧρΙΔ 2005.825. Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας που προβάλλει το εναγόμενο, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο τούτου του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η υπ’ αριθμ.44927/8-7-1999 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ενάγοντος .................. και ....................., με πρωτοβουλία του οποίου και έγινε, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σπάρτης ...................... γιατί, ενόψει του ότι δεν προκύπτει κλήτευση του αντιδίκου του, στερείται κύρους και θεωρείται ανυπόστατη (ΑΠ 700/1999 ΕλλΔνη 41.366, ΑΠ 1237/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση «ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ» της τοπικής κοινότητας Γραμμούσης, δημοτικής ενότητας Σκάλας του Δήμου Ευρώτα Λακωνίας. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος Α) ενός αγροτικού ακινήτου με ελαιόδεντρα, εκτάσεως περίπου 5 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ 30128ΕΚ00278, νότια με ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 301284707003/0/0, 301284707022/0/0 και 301284707004/0/0, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία του ιδίου (ενάγοντος), που διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο, με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0 και εν μέρει με ιδιοκτησία του ιδίου (ενάγοντος), με ΚΑΕΚ 301284707001/0/0, και δυτικά με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ 30128ΕΚ00278. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό διασπάσθηκε σε δύο όμορα τμήματα, 1) στο με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0, έκτασης 5.128 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί και το πρώτο επίδικο ακίνητο και 2) στο με ΚΑΕΚ 301284707001/0/0, έκτασης 413 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Β) ενός αγροτικού ακινήτου με ελαιόδενδρα, εκτάσεως 2 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ελληνικού δημοσίου με ΚΑΕΚ30128ΕΚ00278, νότια με έκταση ελληνικού δημοσίου και έκταση του ιδίου (ενάγοντος), ανατολικά με έκταση του ιδίου (ενάγοντος) και δυτικά με έκταση ελληνικού δημοσίου. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό διασπάσθηκε σε δύο όμορα τμήματα, 1) στο με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0, έκτασης 563 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί και το δεύτερο επίδικο ακίνητο και 2) στο με ΚΑΕΚ 301284707002/0/0, έκτασης 1.477 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Γ) ενός αγροτικού ακινήτου με ελαιόδενδρα, εκτάσεως 10,5 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ............................., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας ...................... και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας .................................. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό διασπάσθηκε σε δύο όμορα τμήματα, 1) στο με ΚΑΕΚ 301284707008/0/0, έκτασης 7.030 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του και 2) στο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, έκτασης 1.393 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί και το τρίτο επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι νομέας και των τριών παραπάνω ακινήτων, τμήματα των οποίων αποτελούν τα επίδικα. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του ενάγοντος ...............................του μεταβίβασε ατύπως (δια λόγου) το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το τρίτο επίδικο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, και έκτοτε ο ενάγων το νέμεται για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια, δηλαδή από το έτος 1980 περίπου, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής όπως όργωμα του ελαιοπεριβόλου, συλλογή καρπού, ράντισμα, κλάδεμα κλπ. Ο δικαιοπάροχος του ............................... απέκτησε το εν λόγω ακίνητο από τον πατέρα του .......................... από το έτος 1940 περίπου ατύπως (δια λόγου), ασκώντας από της αποκτήσεως του πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια κηπευτικών, λαχανικών, φύτευση ελαιοδένδρων, όργωμα του αγρού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ............................. είχε αποκτήσει ατύπως το ακίνητο αυτό από τον πατέρα του το έτος 1880 περίπου ασκώντας έκτοτε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου πράξεις νομής, καλλιεργώντας λαχανικά χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν, ως τη στιγμή που το μεταβίβασε στον γιό του. Περαιτέρω, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, το Δασαρχείο Μολάων, δυνάμει της υπ’ αριθμ.πρωτ. 1254/23-7-2012 πράξης του, χαρακτήρισε την έκταση συνολικού εμβαδού 1392,67 τμ, όπως αυτή απεικονίζεται στο από Ιούνιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...................., εντός της οποίας βρίσκεται το τρίτο επίδικο ακίνητο, ως μη δασική. Η ως άνω πράξη του Δασαρχείου έχει καταστεί ήδη τελεσίδικη, καθώς κατ’ αυτής δεν υπεβλήθησαν αντιρρήσεις από φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (βλ. το με αριθμ. πρωτ. 198/5-2-2013 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του Δασαρχείου Μολάων). Έτσι, ακόμη και αν το τρίτο επίδικο ανήκε αρχικά στο Δημόσιο με έναν από τους αναφερόμενους στις προτάσεις του τρόπους, η κυριότητα αυτή καταλύθηκε, αφού ο ενάγων απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού, κατόπιν ασκήσεως νομής με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, συνυπολογιζομένου στο χρόνο που ο άμεσος δικαιοπάροχος του το χρησιδέσποζε και το χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων του τελευταίου, συμπληρωθείσας της τριακονταετούς νομής μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η αναγραφή του τρίτου επιδίκου ως κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών είναι ανακριβής και προσβάλλει το προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα του ενάγοντος επ’ αυτού και κατά συνέπεια πρέπει να διορθωθεί. Εξάλλου, το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το πρώτο επίδικο με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0, μεταβιβάστηκε κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα δυνάμει του υπ’ αριθμ.41642/1991 συμβολαίου ..........................., ο οποίος απεβίωσε την 26-1-2006, οπότε απέκτησε την πλήρη κυριότητα. Από το θάνατο του δικαιοπαρόχου του, ο ενάγων ασκεί πράξεις νομής, όπως φύτευση ελαιοπεριβόλου, όργωμα αγρού, λίπανση κλπ. Ο δικαιοπάροχος πατέρας του είχε αγοράσει τον ως άνω αγρό από την ..................., θυγατέρα .................... και της ................. δυνάμει του υπ’ αριθμ. ................/1967 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κροκεών ......................, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόμο ............ και αριθμό ... Στην απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ........................... είχε περιέλθει ο ανωτέρω περιγραφόμενος αγρός ως κληρονομιά του κατά το έτος 1910 αποβιώσαντος πατέρα της .............................., στην οποία αναμίχθηκε νεμόμενη αυτό, καθώς το καλλιεργούσε για περισσότερο από πενήντα χρόνια, ενώ ο ............................... είχε αποκτήσει τον επίδικο αγρό και το υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ατύπως - δια λόγου από τον πατέρα του .................. από το έτος 1885 περίπου, ασκώντας από τότε συνεχείς πράξεις νομής και κατοχής, όπως καλλιέργεια σιταριού και κριθαριού για περισσότερο από 20 χρόνια. Επιπλέον, ο πατέρας του ενάγοντος ...................................................... του μεταβίβασε ατύπως (δια λόγου) το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το δεύτερο επίδικο με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0, και έκτοτε ο ενάγων το νέμεται για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια, δηλαδή από το έτος 1980 περίπου, ασκώντας επ’ αυτού πράξεις νομής όπως όργωμα του ελαιοπεριβόλου, συλλογή καρπού, ράντισμα, κλάδεμα κλπ. Ο δικαιοπάροχος του ................... απέκτησε το εν λόγω ακίνητο από τον πατέρα του ...........................από το έτος 1940 περίπου ατύπως (δια λόγου), ασκώντας από της αποκτήσεως του πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια κηπευτικών, λαχανικών, φύτευση ελαιοδένδρων, όργωμα του αγρού. Ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ....................................... είχε αποκτήσει ατύπως το ακίνητο αυτό από τον πατέρα του το έτος 1880 περίπου ασκώντας έκτοτε πράξεις νομής, καλλιεργώντας λαχανικά χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν, ως τη στιγμή που το μεταβίβασε στον γιό του. Σημειώνεται εδώ ότι τα δύο πρώτα επίδικα ακίνητα (με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0 και 301284707021/0/0, αντίστοιχα) έφεραν το χαρακτήρα δάσους κατά την έννοια του νόμου. Τούτο προκύπτει ύστερα από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1945 και 1998 και αυτοψία των επιδίκων, από τον ανάδοχο μελετητή, ο οποίος, κατά τη διαδικασία σύνταξης της Μελέτης του Κτηματολογίου, τις έκρινε ως δασικές (εντός όμοιας ευρύτερης έκτασης) κατά το έτος 1945 και άλλης μορφής κατά το έτος 1998. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και έπειτα από νέα φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1945 και 1998 και νεότερη αυτοψία το έτος 2002, στο πλαίσιο ελέγχου και θεώρησης του Δασικού Χάρτη, από τη Διεύθυνση Δασών Ν. Λακωνίας, όπου οι δύο επίδικες εκτάσεις ελέγχθηκαν και κρίθηκαν και πάλι ως δασικές εκτάσεις (τμήμα ευρύτερης δασικής) το έτος 1945 και άλλης μορφής έκταση (δενδρώδεις καλλιέργειες) το έτος 1998. Συγκεκριμένα, οι δύο επίδικες εκτάσεις εμφανίζονται με έντονο κόκκινο περίγραμμα στο απόσπασμα Προσωρινού Δασικού Χάρτη έτους λήψης 1998 (Αρ. Φύλλου 380_083_98) ως ευρισκόμενες εντός πολυγώνου με την ένδειξη ΔΑ6332, ήτοι δασική έκταση κατά το έτος 1945 και άλλης μορφής έκταση κατά το έτος 1998. Οι ίδιες εκτάσεις εμφανίζονται επίσης με έντονο κόκκινο περίγραμμα στο απόσπασμα Ο/Φ έτους λήψης 1945 Αρ. Φύλλου 380_083_45) ως καλυπτόμενες από ίδια δασική βλάστηση αειφύλλων - πλατύφυλλων (κυρίως πουρνάρι), με ποσοστό κάλυψης 50% και αποτελούσες τμήματα ευρύτερης δασικής έκτασης με την οποία βρίσκονταν σε απόλυτη οργανική ισορροπία και ενότητα, ενώ ίχνη καλλιέργειας ή άλλης ανθρώπινης δραστηριότητας δεν διαπιστώνονται. Τα παραπάνω βεβαιώνονται και στο με αριθμ. πρωτ.45782/1574/5-6-2015 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Π.Ε. Λακωνίας το οποίο παραπέμπει στο με αριθμ.πρωτ. 107/26-9-2012 έγγραφο του ιδίου ως άνω Τμήματος. Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής για να εγκατασταθεί και να παγιωθεί η προπεριγραφείσα εικόνα που εμφανίζεται το έτος 1945, απαιτούνται τουλάχιστον 30 έτη, γεγονός που σημαίνει ότι τα τμήματα των διεκδικούμενων εκτάσεων έφερε την αυτοφυή δασική βλάστηση τουλάχιστον από το 1915. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τη σαφή κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο τούτου του Δικαστηρίου μάρτυρος του εναγομένου .........................., δασολόγου στη Διεύθυνση Δασών Ν. Λακωνίας, για την αξιοπιστία της οποίας το παρόν δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει, διότι όσα καταθέτει στηρίζονται στις ειδικές γνώσεις τέχνης και επιστήμης που διαθέτει. Συνεπώς, εφόσον τα δύο πρώτα επίδικα έφεραν τον χαρακτήρα δάσους κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους (1880 και 1910) που απέκτησαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος την νομή αυτών, δεν μπορεί να νοηθεί ότι αυτοί βρίσκονταν σε καλή πίστη, ήτοι δεν γνώριζαν κατά τους εν λόγω χρόνους ότι τα επίδικα ως δάσος, ανήκαν στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού δημοσίου, όπως απαιτείται εκ του νόμου, προκειμένου να καταστούν οι ανωτέρω κύριοι δημοσίων κτημάτων, σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, οι επακολουθήσασες μεταβιβάσεις λόγω πώλησης και γονικής παροχής, που περιβλήθηκαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι αφορούν και τα δύο πρώτα επίδικα ακίνητα, ουδόλως προσπόρισαν κυριότητα στον ενάγοντα, ελλείψει κυριότητας των δικαιοπαρόχων του, ενώ ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ήταν δυνατή η επί των επιδίκων απόκτηση δικαιώματος κυριότητας μετά την 11-9-1915, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, η κτηματολογική εγγραφή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα ακίνητα με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0 και 301284707021/0/0, αντίστοιχα, είναι ακριβής, σε αντίθεση με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, για το οποίο η κτηματολογική εγγραφή υπέρ του Δημοσίου είναι εσφαλμένη, όπως προαναφέρθηκε. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος στο αναφερόμενο στο διατακτικό ακίνητο, καθώς και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά γραφεία του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων συμψηφίζονται στο σύνολό τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ.2β Ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων είναι κύριος κατά ποσοστό 100% του αγροτικού ακινήτου με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, εκτάσεως 1.393 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ....................., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας ............... και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας ..................
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, αντί του εσφαλμένου Ελληνικό Δημόσιο να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Σπάρτη, την 23-5-2016, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ν.Σ.
Aριθμός απόφασης 130/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Παρασκευή Αλτανοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ρουμπινή Καλοπίση.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 20 Νοεμβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ................................ κατοίκου Αγίου Γεωργίου Δήμου Ευρώτα Λακωνίας, τον οποίο εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του .....
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε η Δικαστική Αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτα Αναγνώστου.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-10-2011 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό δικογράφου ΤΜ171/25-10-2011, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 28-9- 2012 και μετά από αναβολή για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
MΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 16.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος (ΑΠ 426/1987, ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34, 76). Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΛΧΝ/1888 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 «περί δασικού κώδικος» και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 (ΑΠ 426/1987, ΑΠ 1894/1986 ΝοΒ 36, 350). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης επ’ αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 431/1990, ΕφΘεσ 1832/1990 ΕλΔνη 31.1031 και 1336). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», του ν. ΔΞΗ΄/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (βλ. Ολ. ΑΠ 75/1987, ΑΠ 191/1997 ΕλΔνη 38.1543, ΑΠ 1404/1998 ΕλΔνη 40.85). Καλή πίστη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, συνιστά η ειλικρινής πεποίθηση του νομέως ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, τη συνδρομή δε αυτής, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα αντικειμενικούς διαπιστώσιμα περιστατικά (ΑΠ 1182/2013, ΑΠ 1281/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ19/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέκτησε την ψιλή κυριότητα, κατά τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, του περιγραφόμενου στο δικόγραφο αγροτικού ακινήτου, έκτασης 5 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση «ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ» του δήμου Ευρώτα Λακωνίας. Ότι το εν λόγω ακίνητο κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διασπάστηκε σε δύο όμορα τμήματα, ήτοι α) στο με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0, έκτασης 5.128 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και β) στο με ΚΑΕΚ 301284707001/0/0, έκτασης 413 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Ότι επιπλέον έχει καταστεί κύριος και έτερου αγροτικού ακινήτου, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο κατά θέση και όρια, έκτασης 2 στρεμμάτων, στην θέση «ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ» του ως άνω δήμου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι το εν λόγω ακίνητο κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διασπάστηκε σε δύο όμορα τμήματα, ήτοι α) στο με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0, έκτασης 563 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και β) στο με ΚΑΕΚ 301284707002/0/0, έκτασης 1.477 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Ότι τέλος έχει περιέλθει σ’ αυτόν η κυριότητα και τρίτου αγροτικού ακινήτου, έκτασης 10,5 στρεμμάτων περίπου, κειμένου στην ίδια ως άνω θέση, όπως τα όρια τούτου προσδιορίζονται ειδικότερα στην αγωγή, με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία. Ότι το ακίνητο αυτό κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διασπάστηκε σε δύο όμορα τμήματα, ήτοι α) στο με ΚΑΕΚ 301284707008/0/0, έκτασης 7.030 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του και β) στο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, έκτασης 1.393 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητεί να αναγνωριστεί η ψιλή κυριότητά του στο με αριθμό ΚΑΕΚ 301284707020/0/0 ακίνητο, καθόσον ο επικαρπωτής επί του γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ο ................... απεβίωσε την 26-1-2006, δηλαδή, μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή (3-1-2005) και, συνεπώς, κατά το προαναφερόμενο χρονικό σημείο, σε συνάρτηση με το οποίο εξετάζεται η ορθότητα των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικό βιβλία, το δικαίωμα επικαρπίας αυτού δεν είχε ήδη αποσβεσθεί υπέρ του ενάγοντος ψιλού κυρίου, να αναγνωρισθεί η πλήρης κυριότητά του επί των λοιπών ακινήτων με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0 και 301284707034/0/0, να γίνει δε η δέουσα κτηματολογική διόρθωση, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησ ης του Ελληνικού Δημοσίου, ως δικαιούχου, να αναγραφεί ο ίδιος (ενάγων) ως αποκλειστικός κύριος, και να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών να προβεί στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο (άρθρα 6 παρ.2 εδ. α` Ν. 2664/1998, 7, 8, 9, 10, 11 αρ. 1, 14 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, καθόσον α) καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα την 1-11-2011 στα τηρούμενα κτηματολογικό φύλλα των επιδίκων (άρθρο 220 ΚΠολΔ, σε συνδ. με 12 παρ.1 στοιχ.ιβ` Ν. 2664/1998), β) ασκήθηκε εντός της προθεσμίας δεκατεσσάρων ετών ορίζει το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 Ν.4361/2016, ΦΕΚ Α 10/1.2.2016, ενόψει του κρίσιμοι την οικεία απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε. ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή της Σκάλας του Δήμου Ευρώτα Λακωνίας, η 3η-1-2005 και γ) προσκομίζονται το οικείο κτηματολογικό φύλλο και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του επίδικου ακινήτου (άρθρο 6 παρ. 3 περίπτωση ε΄ η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 Ν.4164/2013), χωρίς να απαιτείται η τήρηση της κατ’ άρθρο 8 Α.Ν. 1539/1938 προδικασίας με την υποβολή αίτησης θεραπείας προς το Ελληνικό Δημόσιο κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 6 παρ.2 περ.γ εδ.δ` Ν. 2664/1998. Είναι δε ορισμένη, καθόσον τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται πλήρως στο δικόγραφό της με την αναφορά της ακριβούς θέσης, της έκτασης και του ΚΑΕΚ που έχουν λάβει αυτά, καθώς και τα όμορα ακίνητά τους κατά την καταχώρησή τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ώστε να εξατομικεύονται επακριβώς και ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται ως προς την ταυτότητά τους, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ως ουσία αβασίμου. Επιπλέον, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 513, 1033, 1509, 1192, 1045, 1000 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ. Είναι όμως απορριπτέο ως αλυσιτελές το ειδικότερο αίτημα να υποχρεωθεί ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου να προβεί στην αιτούμενη διόρθωση, εφόσον η σχετική υποχρέωση αυτού είναι αυτόθροη συνέπεια της τυχόν αποδοχής του αιτήματος για τη διόρθωση. Επομένως, πρέπει η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι αφενός για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το υπ’ αριθ. 14009/2015 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Σπάρτης) και αφετέρου, προσκομίζεται το πιστοποιητικό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 54α παρ. 5 του Ν. 4174/2013.
Το εναγόμενο Δημόσιο, απαντώντας στην υπό κρίση αγωγή, ισχυρίζεται ότι τα επίδικα γεωτεμάχια περιήλθαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του α) με το από 1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου και την από 3-7- 1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως με την οποία αναγνωρίσθηκε η Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος αποκτώντας την κυριότητα των πρώην ιδιοκτησιών του Τουρκικού Δημοσίου, β) άλλως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του 17-11-1836 ΒΔ με το οποίο αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου σε κάθε έκταση που αποτελούσε δάσος, γ) άλλως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833 ΒΔ με το οποίο τα λιβάδια και οι βοσκοτόποι θεωρούνται δημόσια, δ) άλλως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, διότι νέμεται αυτά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα ε) άλλως, ως αδέσποτα. Ωστόσο, η υπό στοιχείο ε` επικουρική βάση περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του β.δ. της 10-7- 1937 περί «διακρίσεως τμημάτων» είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού του ως άνω κανόνα δικαίου, χωρίς να εξειδικεύει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη βάση αυτή, δηλαδή με ποιο ακριβώς τρόπο κατέστησαν τα επίδικα αδέσποτα και χωρίς επιπροσθέτως να επικαλείται, όπως πρέπει, ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής τους και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, ούτε προσδιορίζει ποιο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα (ΠΠΝάξου 62/2004 ΧρΙΔ 2005.825. Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας που προβάλλει το εναγόμενο, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο τούτου του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η υπ’ αριθμ.44927/8-7-1999 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ενάγοντος .................. και ....................., με πρωτοβουλία του οποίου και έγινε, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σπάρτης ...................... γιατί, ενόψει του ότι δεν προκύπτει κλήτευση του αντιδίκου του, στερείται κύρους και θεωρείται ανυπόστατη (ΑΠ 700/1999 ΕλλΔνη 41.366, ΑΠ 1237/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση «ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ» της τοπικής κοινότητας Γραμμούσης, δημοτικής ενότητας Σκάλας του Δήμου Ευρώτα Λακωνίας. Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος Α) ενός αγροτικού ακινήτου με ελαιόδεντρα, εκτάσεως περίπου 5 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ 30128ΕΚ00278, νότια με ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 301284707003/0/0, 301284707022/0/0 και 301284707004/0/0, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία του ιδίου (ενάγοντος), που διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο, με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0 και εν μέρει με ιδιοκτησία του ιδίου (ενάγοντος), με ΚΑΕΚ 301284707001/0/0, και δυτικά με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ 30128ΕΚ00278. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό διασπάσθηκε σε δύο όμορα τμήματα, 1) στο με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0, έκτασης 5.128 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί και το πρώτο επίδικο ακίνητο και 2) στο με ΚΑΕΚ 301284707001/0/0, έκτασης 413 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Β) ενός αγροτικού ακινήτου με ελαιόδενδρα, εκτάσεως 2 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ελληνικού δημοσίου με ΚΑΕΚ30128ΕΚ00278, νότια με έκταση ελληνικού δημοσίου και έκταση του ιδίου (ενάγοντος), ανατολικά με έκταση του ιδίου (ενάγοντος) και δυτικά με έκταση ελληνικού δημοσίου. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό διασπάσθηκε σε δύο όμορα τμήματα, 1) στο με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0, έκτασης 563 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί και το δεύτερο επίδικο ακίνητο και 2) στο με ΚΑΕΚ 301284707002/0/0, έκτασης 1.477 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του. Γ) ενός αγροτικού ακινήτου με ελαιόδενδρα, εκτάσεως 10,5 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ............................., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας ...................... και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας .................................. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό διασπάσθηκε σε δύο όμορα τμήματα, 1) στο με ΚΑΕΚ 301284707008/0/0, έκτασης 7.030 τμ, το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομά του και 2) στο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, έκτασης 1.393 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί και το τρίτο επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι νομέας και των τριών παραπάνω ακινήτων, τμήματα των οποίων αποτελούν τα επίδικα. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του ενάγοντος ...............................του μεταβίβασε ατύπως (δια λόγου) το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το τρίτο επίδικο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, και έκτοτε ο ενάγων το νέμεται για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια, δηλαδή από το έτος 1980 περίπου, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής όπως όργωμα του ελαιοπεριβόλου, συλλογή καρπού, ράντισμα, κλάδεμα κλπ. Ο δικαιοπάροχος του ............................... απέκτησε το εν λόγω ακίνητο από τον πατέρα του .......................... από το έτος 1940 περίπου ατύπως (δια λόγου), ασκώντας από της αποκτήσεως του πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια κηπευτικών, λαχανικών, φύτευση ελαιοδένδρων, όργωμα του αγρού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ............................. είχε αποκτήσει ατύπως το ακίνητο αυτό από τον πατέρα του το έτος 1880 περίπου ασκώντας έκτοτε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου πράξεις νομής, καλλιεργώντας λαχανικά χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν, ως τη στιγμή που το μεταβίβασε στον γιό του. Περαιτέρω, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, το Δασαρχείο Μολάων, δυνάμει της υπ’ αριθμ.πρωτ. 1254/23-7-2012 πράξης του, χαρακτήρισε την έκταση συνολικού εμβαδού 1392,67 τμ, όπως αυτή απεικονίζεται στο από Ιούνιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...................., εντός της οποίας βρίσκεται το τρίτο επίδικο ακίνητο, ως μη δασική. Η ως άνω πράξη του Δασαρχείου έχει καταστεί ήδη τελεσίδικη, καθώς κατ’ αυτής δεν υπεβλήθησαν αντιρρήσεις από φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (βλ. το με αριθμ. πρωτ. 198/5-2-2013 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του Δασαρχείου Μολάων). Έτσι, ακόμη και αν το τρίτο επίδικο ανήκε αρχικά στο Δημόσιο με έναν από τους αναφερόμενους στις προτάσεις του τρόπους, η κυριότητα αυτή καταλύθηκε, αφού ο ενάγων απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού, κατόπιν ασκήσεως νομής με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, συνυπολογιζομένου στο χρόνο που ο άμεσος δικαιοπάροχος του το χρησιδέσποζε και το χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων του τελευταίου, συμπληρωθείσας της τριακονταετούς νομής μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η αναγραφή του τρίτου επιδίκου ως κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών είναι ανακριβής και προσβάλλει το προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα του ενάγοντος επ’ αυτού και κατά συνέπεια πρέπει να διορθωθεί. Εξάλλου, το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το πρώτο επίδικο με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0, μεταβιβάστηκε κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα δυνάμει του υπ’ αριθμ.41642/1991 συμβολαίου ..........................., ο οποίος απεβίωσε την 26-1-2006, οπότε απέκτησε την πλήρη κυριότητα. Από το θάνατο του δικαιοπαρόχου του, ο ενάγων ασκεί πράξεις νομής, όπως φύτευση ελαιοπεριβόλου, όργωμα αγρού, λίπανση κλπ. Ο δικαιοπάροχος πατέρας του είχε αγοράσει τον ως άνω αγρό από την ..................., θυγατέρα .................... και της ................. δυνάμει του υπ’ αριθμ. ................/1967 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κροκεών ......................, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόμο ............ και αριθμό ... Στην απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ........................... είχε περιέλθει ο ανωτέρω περιγραφόμενος αγρός ως κληρονομιά του κατά το έτος 1910 αποβιώσαντος πατέρα της .............................., στην οποία αναμίχθηκε νεμόμενη αυτό, καθώς το καλλιεργούσε για περισσότερο από πενήντα χρόνια, ενώ ο ............................... είχε αποκτήσει τον επίδικο αγρό και το υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ατύπως - δια λόγου από τον πατέρα του .................. από το έτος 1885 περίπου, ασκώντας από τότε συνεχείς πράξεις νομής και κατοχής, όπως καλλιέργεια σιταριού και κριθαριού για περισσότερο από 20 χρόνια. Επιπλέον, ο πατέρας του ενάγοντος ...................................................... του μεταβίβασε ατύπως (δια λόγου) το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το δεύτερο επίδικο με ΚΑΕΚ 301284707021/0/0, και έκτοτε ο ενάγων το νέμεται για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια, δηλαδή από το έτος 1980 περίπου, ασκώντας επ’ αυτού πράξεις νομής όπως όργωμα του ελαιοπεριβόλου, συλλογή καρπού, ράντισμα, κλάδεμα κλπ. Ο δικαιοπάροχος του ................... απέκτησε το εν λόγω ακίνητο από τον πατέρα του ...........................από το έτος 1940 περίπου ατύπως (δια λόγου), ασκώντας από της αποκτήσεως του πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια κηπευτικών, λαχανικών, φύτευση ελαιοδένδρων, όργωμα του αγρού. Ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ....................................... είχε αποκτήσει ατύπως το ακίνητο αυτό από τον πατέρα του το έτος 1880 περίπου ασκώντας έκτοτε πράξεις νομής, καλλιεργώντας λαχανικά χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν, ως τη στιγμή που το μεταβίβασε στον γιό του. Σημειώνεται εδώ ότι τα δύο πρώτα επίδικα ακίνητα (με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0 και 301284707021/0/0, αντίστοιχα) έφεραν το χαρακτήρα δάσους κατά την έννοια του νόμου. Τούτο προκύπτει ύστερα από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1945 και 1998 και αυτοψία των επιδίκων, από τον ανάδοχο μελετητή, ο οποίος, κατά τη διαδικασία σύνταξης της Μελέτης του Κτηματολογίου, τις έκρινε ως δασικές (εντός όμοιας ευρύτερης έκτασης) κατά το έτος 1945 και άλλης μορφής κατά το έτος 1998. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και έπειτα από νέα φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1945 και 1998 και νεότερη αυτοψία το έτος 2002, στο πλαίσιο ελέγχου και θεώρησης του Δασικού Χάρτη, από τη Διεύθυνση Δασών Ν. Λακωνίας, όπου οι δύο επίδικες εκτάσεις ελέγχθηκαν και κρίθηκαν και πάλι ως δασικές εκτάσεις (τμήμα ευρύτερης δασικής) το έτος 1945 και άλλης μορφής έκταση (δενδρώδεις καλλιέργειες) το έτος 1998. Συγκεκριμένα, οι δύο επίδικες εκτάσεις εμφανίζονται με έντονο κόκκινο περίγραμμα στο απόσπασμα Προσωρινού Δασικού Χάρτη έτους λήψης 1998 (Αρ. Φύλλου 380_083_98) ως ευρισκόμενες εντός πολυγώνου με την ένδειξη ΔΑ6332, ήτοι δασική έκταση κατά το έτος 1945 και άλλης μορφής έκταση κατά το έτος 1998. Οι ίδιες εκτάσεις εμφανίζονται επίσης με έντονο κόκκινο περίγραμμα στο απόσπασμα Ο/Φ έτους λήψης 1945 Αρ. Φύλλου 380_083_45) ως καλυπτόμενες από ίδια δασική βλάστηση αειφύλλων - πλατύφυλλων (κυρίως πουρνάρι), με ποσοστό κάλυψης 50% και αποτελούσες τμήματα ευρύτερης δασικής έκτασης με την οποία βρίσκονταν σε απόλυτη οργανική ισορροπία και ενότητα, ενώ ίχνη καλλιέργειας ή άλλης ανθρώπινης δραστηριότητας δεν διαπιστώνονται. Τα παραπάνω βεβαιώνονται και στο με αριθμ. πρωτ.45782/1574/5-6-2015 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Π.Ε. Λακωνίας το οποίο παραπέμπει στο με αριθμ.πρωτ. 107/26-9-2012 έγγραφο του ιδίου ως άνω Τμήματος. Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής για να εγκατασταθεί και να παγιωθεί η προπεριγραφείσα εικόνα που εμφανίζεται το έτος 1945, απαιτούνται τουλάχιστον 30 έτη, γεγονός που σημαίνει ότι τα τμήματα των διεκδικούμενων εκτάσεων έφερε την αυτοφυή δασική βλάστηση τουλάχιστον από το 1915. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τη σαφή κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο τούτου του Δικαστηρίου μάρτυρος του εναγομένου .........................., δασολόγου στη Διεύθυνση Δασών Ν. Λακωνίας, για την αξιοπιστία της οποίας το παρόν δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει, διότι όσα καταθέτει στηρίζονται στις ειδικές γνώσεις τέχνης και επιστήμης που διαθέτει. Συνεπώς, εφόσον τα δύο πρώτα επίδικα έφεραν τον χαρακτήρα δάσους κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους (1880 και 1910) που απέκτησαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος την νομή αυτών, δεν μπορεί να νοηθεί ότι αυτοί βρίσκονταν σε καλή πίστη, ήτοι δεν γνώριζαν κατά τους εν λόγω χρόνους ότι τα επίδικα ως δάσος, ανήκαν στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού δημοσίου, όπως απαιτείται εκ του νόμου, προκειμένου να καταστούν οι ανωτέρω κύριοι δημοσίων κτημάτων, σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, οι επακολουθήσασες μεταβιβάσεις λόγω πώλησης και γονικής παροχής, που περιβλήθηκαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι αφορούν και τα δύο πρώτα επίδικα ακίνητα, ουδόλως προσπόρισαν κυριότητα στον ενάγοντα, ελλείψει κυριότητας των δικαιοπαρόχων του, ενώ ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ήταν δυνατή η επί των επιδίκων απόκτηση δικαιώματος κυριότητας μετά την 11-9-1915, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, η κτηματολογική εγγραφή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα ακίνητα με ΚΑΕΚ 301284707020/0/0 και 301284707021/0/0, αντίστοιχα, είναι ακριβής, σε αντίθεση με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, για το οποίο η κτηματολογική εγγραφή υπέρ του Δημοσίου είναι εσφαλμένη, όπως προαναφέρθηκε. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος στο αναφερόμενο στο διατακτικό ακίνητο, καθώς και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά γραφεία του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων συμψηφίζονται στο σύνολό τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ.2β Ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων είναι κύριος κατά ποσοστό 100% του αγροτικού ακινήτου με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, εκτάσεως 1.393 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ....................., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας ............... και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας ..................
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κροκεών, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ 301284707034/0/0, αντί του εσφαλμένου Ελληνικό Δημόσιο να αναγραφεί ο ενάγων ως κύριος κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Σπάρτη, την 23-5-2016, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ν.Σ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου