
138/2015 ΑΠ ( 646881)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Άσκηση αναγνωριστικής αγωγή συγκυριότητας επί ακινήτου από συγκύριο. Αναγκαίο περιεχόμενο αυτής. Δεν απαιτείται η αναφορά των πλευρικών διαστάσεων του επίδικου ακινήτου, ο προσανατολισμός και το σχήμα του, ούτε οι όμοροι...
ιδιοκτήτες. Κτήση της συγκυριότητας από
τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους επί του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας όλες τις
προσδιάζουσες στη φύση τους εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, όπως και ο δικαιοπάροχος
αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρούμενου και του χρόνου
νομής
του δικαιοπαρόχου τους, μέχρι τότε που ο εναγόμενος αμφισβήτησε με τις ενέργειες του το
δικαίωμα συγκυριότητας τους στο κοινό ακίνητο. Ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου -
αναιρεσείοντα είχε αποκτήσει τη κυριότητα, όχι ολόκληρου του επίδικου ακινήτου παρά μόνο
ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί αυτού, τη νομή του οποίου μεταβίβασε στη συνέχεια στον
αναιρεσείοντα κατά το ίδιο ποσοστό. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2275/2012
απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. 4/2011 απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Άσκηση αναγνωριστικής αγωγή συγκυριότητας επί ακινήτου από συγκύριο. Αναγκαίο περιεχόμενο αυτής. Δεν απαιτείται η αναφορά των πλευρικών διαστάσεων του επίδικου ακινήτου, ο προσανατολισμός και το σχήμα του, ούτε οι όμοροι...
Αριθμός 138/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: A. Ρ. του Χ., κατοίκου ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Β)Του αναιρεσείοντος: Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 2)Ε. Κ. συζ. Ε., το γένος Π. Ρ., και 3)Κ. Ρ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος A. Ρ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2275/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Α. Ρ. με την από 3/4/2013 αίτησή του και την αναίρεση της εφετειακής και της πρωτόδικης απόφασης ζητεί ο Δ. Ρ. με την με ίδια ημερομηνία αίτησή του και τους από 29/12/2013 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε τις από 31/1/2014 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε ν` απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου: 1) η από 3/4/2013 αίτηση και οι από 29/12/2013 πρόσθετοι λόγοι του Δ. Ρ. κατά των Γ. Ρ., Ε. Κ. και Κ. Ρ. για αναίρεση της 2275/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 4/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, 2) η από 3/4/2013 αίτηση του Α. Ρ. κατά των ίδιων πιο πάνω αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι εν λόγω αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ενόψει του ότι εκκρεμούν στο ίδιο δικαστήριο μεταξύ των ίδιων διαδίκων και στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Από το άρθρο 576 παρ. 1,2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Αρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ` και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ.β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από` τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση των κρινόμενων αιτήσεων και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 5/2/2014, κατά την οποία οι μεν αναιρεσίβλητοι παρέστησαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ιωάννη Φιλιώτη, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι δε αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, με αίτημα του οποίου η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17/9/2014). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως στο ακροατήριο από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 249 παρ.2 ΚΠολΔ (χωρίς να κατατεθούν έγγραφες προτάσεις), ενώ οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ` αναβολή δικάσιμο της 17/9/2014 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση, η οποία διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνον η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ολ ΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 2275/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. κατά της συμπροσβαλλόμενης 4/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, η από 3/4/2013 αίτηση αναίρεσης του Δ. Ρ. είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στη απόφαση του Εφετείου.
Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά από τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 70, 118 εδ.4, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 787, 974, 980-984, 994, 1045, 1051, 1113 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής επί κοινού ακινήτου, η οποία ασκείται από συγκύριο κατ` άλλου συγκυρίου και η οποία θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία είναι, μεταξύ άλλων: α) η συγκυριότητα του ενάγοντος, κατά την ιδανική μερίδα του, στο κοινό ακίνητο, που αποκτήθηκε με την επί εικοσαετία άσκηση νομής του σε αυτό, κατά την πιο πάνω ιδανική μερίδα, με εμφανείς υλικές πράξεις δηλωτικές της βούλησης του να νέμεται το ακίνητο ως συγκύριος (συννομέας), προσμετρουμένου και του χρόνου σύννομης που άσκησε με τα ίδια προσόντα ο δικαιοπάροχός του, β) η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει, εκτός από την έκταση του επίδικου τμήματος, να προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Δεν απαιτείται να αναφέρονται για το ορισμένο της αγωγής οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ο προσανατολισμός και το σχήμα του ούτε οι όμοροι ιδιοκτήτες, γ) η αμφισβήτηση του δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντος, κατά την ιδανική μερίδα του, στο κοινό ακίνητο από τον εναγόμενο συγκύριο και δ) αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντος, κατά την ιδανική μερίδα του, στο κοινό ακίνητο. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο των πρόσθετων λόγων μπορεί να γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ.1, 2 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απευθυνόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών από 26/11/2007 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Ρ., Ε. Κ. και Κ. Ρ. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. (κατά τη συζήτηση της οποίας άσκησε την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση ο επίσης αναιρεσείων Α. Ρ.) εκτίθενται τα εξής: "Με τη μεταγραφή του αναφερομένου σ` αυτή συμβολαίου ο πάππος των εναγόντων Χ. Ρ., ο πατέρας του Π. Ρ. και ο θείος τους Α. Ρ. κατέστησαν συγκύριοι κατ` ισομοιρία του υπ` αριθ. 192 αγρού, εμβαδού 2.425 τμ., που κείται στη θέση "πάρκο" στην πόλη των Γιαννιτσών και περιγράφεται επίσης στην αγωγή. Ότι το έτος 1963 ο Χ. Ρ. μεταβίβασε κατ` ισομοιρία στα πιο πάνω τέκνα του το ανήκον στην κυριότητα του 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και, έτσι, το καθένα τους είχε έκτοτε στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου τα 3/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου και ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ειδικότερα δε, ο μεν πατέρας των εναγόντων Π. Ρ. ανήγειρε οικία στο νοτιοδυτικό τμήμα αυτού οικία, ο δε πατέρας του εναγομένου Α. Ρ. ανήγειρε οικία στο βορειοανατολικό τμήμα αυτού. Ότι το έτος 1994 ο Π. Ρ. μεταβίβασε στους ενάγοντες τη νομή των 3/6 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, το οποίο στο μεταξύ εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Γιαννιτσών και με την ένταξη του προέκυψαν δύο οικόπεδα, ήτοι το υπ` αριθ. 26 εμβαδού 2002,23 τμ. και το υπ` αριθ. 28 εμβαδού 262,28 τμ., που περιγράφονται στην αγωγή. Οτι οι ενάγοντες ασκούν επί του άνω ακινήτου υπερεικοσαετή φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να γίνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 3/6 ή 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που προέκυψαν από την ένταξη του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Γιαννιτσών, πλην όμως ο εναγόμενος αμφισβητεί το δικαίωμα τους αυτό. Με βάση αυτά τα περιστατικά ζήτησαν οι ενάγοντες, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθούν συγκύριοι των ως άνω υπ` αριθ. 26 και 28 ακινήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την αναγνώριση της κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά τις αναλογούσες μερίδες τους με έκτακτη χρησικτησία στα επίδικα ακίνητα, που προήλθαν από τη ρυμοτόμηση του μεγαλύτερου κοινού ακινήτου. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ορισμένη την αγωγή αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση, και απέρριψε (σιωπηρά) τον προταθέντα με τους πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμό του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. για αοριστία της αγωγής, αναφορικά με την άσκηση πράξεων συννομής (νομής κατ` ιδανικά μέρη) των αναιρεσιβλήτων στο κοινό (επίδικο) ακίνητο και την περιγραφή αυτού, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 (όχι και από τους αρ.1 και 19 που αναφέρονται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι` αυτό και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πιο πάνω αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω και ο έτερος των αναιρεσειόντων Α. Ρ. με τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους, κατά σειρά επίκλησης, της συνεκδικαζόμενης αίτησης του από τους αρ.1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 1041, 1045 ΑΚ, με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπόψη, χωρίς αιτιολογία, τους προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμούς του: α) περί αοριστίας της πιο πάνω αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος γιου του Δ. Ρ., η οποία (αοριστία) συνίσταται στην μη επίκληση στην αγωγή των πράξεων αποκλειστικής νομής των αναιρεσιβλήτων, άλλως συννομής τους με τον αναιρεσείοντα (Α. Ρ.) στα πιο πάνω ακίνητα, καθώς και στη μη περιγραφή της θέσης των ευρισκόμενων σε αυτά κτισμάτων, β) περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος γιου του στη δίκη αυτή. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ του περιεχομένου της από 1/3/2011 έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων Α. Ρ., ως ηττηθείς κυρίως παρεμβαίνων, κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την από 26/11/2007 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση του (αναιρεσείοντος), αυτός δεν προέβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς (οι οποίοι δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως), με τους λόγους της έφεσης του, στην οποία ρητώς διαλαμβάνεται αίτημα εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, με σκοπό την παραδοχή της κύριας παρέμβασης, ενώ δεν συντρέχει καμία περίπτωση εξαίρεσης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης του Α. Ρ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ` αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεως τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Εξάλλου από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 974, 980, 981, 982, 994, 1045, 1113 ΑΚ, προκύπτει ότι η συγκυριότητα περισσοτέρων εξ αδιαιρέτου κατ` ιδανικά μέρη σε κοινό ακίνητο, επί της οποίας εφαρμόζονται παράλληλα και οι διατάξεις περί κοινωνίας, ως προς τις σχέσεις των συγκυρίων μεταξύ τους και τη νομική θέση αυτών (δικαιώματα, υποχρεώσεις κλπ.), αποκτάται, εκτός των άλλων, και με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), ο χρόνος, όμως, της οποίας δεν αρχίζει, αν ο αντιποιούμενος τη συννομή των άλλων συγκυρίων δεν τους καταστήσει γνωστό ότι στο εξής νέμεται το κοινό ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομές να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε. όταν στην ελάσσονα πρόταση το νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την από 26/11/2007 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Α. Ρ., δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν από τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθ. .... συμβολαίου, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Γιαννιτσών ... .. ... ...... .. , ο πάππος των διαδίκων από την πατρική γραμμή Χ. Ρ., ο πατέρας των εναγόντων Π. Ρ. και ο πατέρας του εναγομένου και κυρίως παρεμβαίνων στην εκκρεμή δίκη Α. Ρ. έγιναν κύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αγοράς παρά του Θ. Α. ενός αγρού εμβαδού δύο δεκαδικών στρεμμάτων κειμένου στη θέση "Πάρκο" της περιφέρειας της πόλης των Γιαννιτσών που συνόρευε, κατά τον τίτλο κτήσεως,με αγρούς Κ. Κ., Χ. Χ., Δ. Τ. και δρόμο. Ο προπεριγραφόμενος αγρός εμφαίνεται στον σχετικό χάρτη της αποτύπωσης του έτους 1948 του Δήμου Γιαννιτσών με αριθ. 192, εμδαδόν 2.425 τ.μ. και συνορευόμενος γύρωθεν με οδό ... σε πλευρά 45 γ.μ., με τους υπ` αριθ. 193 και 194 αγρούς σε πλευρά 46 γ.μ., με τον υπ` αριθ.- 191 αγρό σε πλευρά 66 γ.μ. και με τον υπ` αριθ. 183 αγρό σε πλευρά 43 γ.μ. Στην συνέχεια με την υπ` αριθ. 6/1998 πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης Επέκτασης του Δήμου Γιαννιτσών ,που κυρώθηκε με την υπ` αριθ. 861/1998 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα, το προπεριγραφόμενο ακίνητο εντάχθηκε στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως των Γιαννιτσών, και συγκεκριμένα, στο υπ` αριθ. 555 Ο.Τ. από την ένταξη του δε αυτή προέκυψαν δύο οικόπεδα ήτοι : 1) το υπ` αριθ. 26 οικόπεδο με αριθ. κτηματογράφησης 070426,με εμβαδόν 2.002,03 τ.μ. που συνορεύει ΒΔ σε πλευρά 41,9 γ.μ. με το υπ` αριθ. 23 οικόπεδο, ΒΑ σε τεθλασμένη πλευρά 32,14 τ.μ και 21,85 γ.μ. με τα υπ` αριθ. 27 και 28 οικόπεδα, ΝΑ σε πλευρά 28,21 γ.μ. με την οδό ... και ΝΔ σε πλευρά 62,09 γ.μ. με το υπ` αριθ. 44 οικόπεδο, και 2) το υπ` αριθ. 28 οικόπεδο με αριθ. κτηματογράφησης 070428, εμβαδού 262,68 τ.μ., που συνορεύει ΒΔ σε πλευρά 12,36 τ.μ. με το υπ` αριθ. .. οικόπεδο, ΒΑ σε πλευρά 15,53 γ.μ. με τα υπ` αριθ. 27 και 218 οικόπεδα και ΝΑ σε πλευρά 14,68 γ.μ. με την οδό ... και ΝΔ σε πλευρά 20,21 γ.μ. με το υπ` αριθ. 26 οικόπεδο. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από το έτος 1950 περίπου τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Ρ., όσο και ο δικαιοπάροχος του εναγομένου και κυρίως παρεμβαίνων Α. Ρ. ανήγειραν επί του άνω ακινήτου οικίες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία των ιδίων και της οικογενείας τους. Συγκεκριμένα ο Π. Ρ. ανήγειρε στο βορειοανατολικό τμήμα του άνω αγρού μικρή μονώροφη πλινθόκτιστη οικία, ο δε Α. Ρ. ανήγειρε στο νοτιοδυτικό τμήμα του ακινήτου επίσης μονώροφη οικία. Το έτος 1963 περίπου ο πατέρας τους Χ. Ρ. και συγκύριος του άνω αγρού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μεταβίβασε στα πιο πάνω τέκνα του Π. και Α. την νομή του εν λόγω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του και έκτοτε έκαστος των τελευταίων είχε στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου ακινήτου. Στην πιο πάνω οικία ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Ρ. διέμεινε με την οικογένεια του για μικρό χρονικό διάστημα, γιατί αυτός από το έτος 1951 περίπου εγκαταστάθηκε και κατοικούσε έκτοτε μόνιμα στην ... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε αποξενώθηκε από την περιελθούσα σ` αυτόν νομή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου, όπως επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός επισκεπτόταν, επιτηρούσε και επισκεύαζε την επί του ακινήτου τούτου υφισταμένη πλινθόκτιστη παλαιά οικία. Την νομή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου είχε συνεπώς στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου ο Π. Ρ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στην συνέχεια δε αυτός το έτος 1994 μεταβίβασε την νομή του άνω εξ αδιαίρετου ποσοστού κατ` ισομοιρία στα τέκνα του, δηλαδή στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής. Έκτοτε οι τελευταίοι είχαν στη φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, το οποίο επισκεπτόταν και επιτηρούσαν, μετά δε την μεταγραφή της άνω πράξεως εφαρμογής οι ενάγοντες είχαν πλέον στην φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου τα προκύψαντα από την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου ως άνω υπ` αριθ. 26 και 28 οικόπεδα, αφού ο δικαιοπάροχος τους είχε ήδη καταστεί κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου που αποτέλεσε τη βάση της διαμόρφωσης τους. Το γεγονός ότι τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων όσο και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν στην φυσική τους εξουσία τον άνω αγρό κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, και στην συνέχεια, κατά το αυτό ποσοστό τα προκύψαντα από την ένταξη του στην επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου οικόπεδα αποδεικνύεται και από την τελεσίδικη υπ` αριθ. 342/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών, η οποία εκδόθηκε επί της υπ` αριθ. κατ. 521/2004 αγωγής που άσκησε ο εναγόμενος της κυρίας αγωγής Δ. Ρ. κατά των εναγόντων αυτής και του κυρίως παρεμβαίνοντος πατέρα του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ως άνω ακινήτου, στη δίκη δε αυτή δεν παραστάθηκε ο τελευταίος. Με την άνω απόφαση έγινε δεκτό, με δύναμη δεδικασμένου για τους διαδίκους της κυρίας αγωγής, ότι ο τότε ενάγων και νυν εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του άνω επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθώς και ότι οι νυν ενάγοντες έχουν στη φυσική τους εξουσία το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού από το έτος 1994, όταν το δικαίωμα αυτό τους το μεταβίβασε ο μέχρι τότε κύριος του εν λόγω ποσοστού πατέρας τους Π. Ρ.. Αλλωστε στη δίκη αυτή εξετάσθηκε ως μάρτυς αποδείξεως η Ε. Γ. η οποία κατά λέξη καταθέτει ".... Γνωρίζω το Θ. Ρ. (κυρίως παρεμβαίνοντα), εκεί μένει στη γειτονιά. Ποτέ δεν αρνήθηκε ότι το μισό οικόπεδο είναι δικό του και το άλλο μισό του αδελφού του. Από το 1960 βλέπω τον Α. Ρ. έλεγε συνέχεια το μισό είναι του Π.υ και το άλλο μισό δικό μου". Επίσης ο εξετασθείς ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυς αποδείξεως ...... καταθέτει ότι ο Π. Ρ. κατά τα έτη 1992, 1993 και 1994 του είχε παραδώσει τα κλειδιά του άνω οικίσκου για να χρησιμοποιήσει αυτόν για την αποθήκευση φυτών κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Από τα ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου των άνω υπ` αριθ. 26 και 28 οικοπέδων, που προέκυψαν από την ένταξη στην επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου του προαναφερόμενου μείζονος εκτάσεως ακινήτου, αν στη δική τους νομή προσμετρήσουν και τη νομή του δικαιοπαρόχου τους, ενώ αντίθετα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κυρίως παρεμβαίνων απέκτησε την κυριότητα ολόκληρου του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά μόνο του 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, την νομή του οποίου μεταβίβασε, στην συνέχεια, στον εναγόμενο της κυρίας αγωγής". Περαιτέρω, αναφορικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό του εναγόμενου της κύριας αγωγής ότι η άσκηση του άνω δικαιώματος των εναγόντων παρίσταται καταχρηστική, γιατί οι τελευταίοι γνώριζαν πως τόσο ο δικαιοπάροχος του όσο και ο ίδιος είχαν στη φυσική τους εξουσία ολόκληρο το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχος τους ουδέποτε άσκησαν υλικές εμφανείς πράξεις νομής επί του ακινήτου αυτού, την δε ως άνω πλινθόκτιστη οικία κατασκεύασε ο δικαιοπάροχός του κυρίως παρεμβαίνων το Εφετείο δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούν το αγωγικό τους δικαίωμα καθ` υπέρβαση των ορίων που τάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής οφείλεται στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος της κυριότητάς τους επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου, δικαίωμα το οποίο αμφισβητεί με τις ενέργειες του ο εναγόμενος και χρήζει συνεπώς δικαστικής προστασίας. Κατ` ακολουθία η ένδικη αγωγή ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμη, αφού οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και το δικαίωμα αυτό της κυριότητος τους δεν έχει καταλυθεί από την υπερεικοσαετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ μέρους του εναγομένου". Επίσης το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου της κυρίας αγωγής Δ. Ρ. που επανέφερε με την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ότι η άσκηση του άνω δικαιώματος των εναγόντων παρίσταται καταχρηστική, γιατί οι τελευταίοι γνώριζαν πως τόσο ο δικαιοπάροχος του όσο και ο ίδιος είχαν στη φυσική τους εξουσία ολόκληρο το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχός τους ουδέποτε άσκησαν υλικές εμφανείς πράξεις νομής επί του ακινήτου αυτού την δε ως άνω πλινθόκτιστη οικία κατασκεύασε ο δικαιοπάροχός του κυρίως παρεμβαίνων, δέχθηκε τα εξής: "Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούν το αγωγικό τους δικαίωμα καθ` υπέρβαση των ορίων που τάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά η άσκηση της ένδικης αγωγής οφείλεται στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος της κυριότητος τους επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου δικαίωμα το οποίο αμφισβητεί με τις ενέργειες του ο εναγόμενος και χρήζει συνεπώς δικαστικής προστασίας. Κατ` ακολουθία η ένδικη αγωγή ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμη, αφού οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και το δικαίωμα αυτό της κυριότητος τους δεν έχει καταλυθεί από την υπερεικοσαετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ μέρους του εναγομένου ή του κυρίου παρεμβαίνοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι τελευταίοι".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίδικου, αρχικά μεγαλύτερου, ακινήτου (αγρού), από το οποίο προήλθαν, μετά την ένταξη του στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως των Γιαννιτσών, τα δύο μικρότερα τμήματα (οικόπεδα) αυτού, δηλαδή τα με αριθ.26 και 28, εμβαδού 2000,03 τμ. και 262,68 τμ. αντίστοιχα, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη) χρησικτησία, ασκώντας όλες τις προσδιάζουσες στη φύση τους εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, όπως και ο δικαιοπάροχος (πατέρας) τους, κατά τα προαναφερθέντα ιδανικά τους μερίδια, τόσο στο αρχικά μεγαλύτερο ακίνητο όσο και στα μικρότερα τμήματα που προήλθαν από αυτό, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, μέχρι τότε που ο εναγόμενος αμφισβήτησε με τις ενέργειες του το δικαίωμα συγκυριότητας τους στο κοινό ακίνητο και ότι ο δικαιοπάροχος του (κυρίως παρεμβαίνων και ήδη αναιρεσείων Α. Ρ.) απέκτησε την κυριότητα, όχι ολόκληρου παρά μόνο ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ακινήτου, τη νομή του οποίου μεταβίβασε στη συνέχεια στον αναιρεσείοντα Δ. Ρ. κατά το ίδιο ποσοστό. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αφού απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του Δ. Ρ., επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο ακίνητο (τόσο στο αρχικό όσο και στα επιμέρους οικόπεδα που προήλθαν από τη ρυμοτόμηση του) και της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειόντων σε ολόκληρο το ακίνητο αυτό με τα ίδια ποσοστά χρησικτησίας. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, κατά σειρά επίκλησης, λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες ως προς την απάντηση ή μη του αναιρεσείοντος στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης το Εφετείο περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, αναφορικά με όλους τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης (άρθρο 68 ΚΠολΔ) αρκεί κατ` αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ολ ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, το άρθρο 70 ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τους δεύτερο και τρίτο λόγους του πρόσθετου αναιρετηρίου του Δ. Ρ., προσάπτονται στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, οι αιτιάσεις από τους αρ.1 (και όχι από τον αρ. 14), 8 περ.β` και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, διότι δεν έλαβε υπόψη ούτε περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε αιτιολογία, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος δεν αμφισβητεί ούτε αντιποιείται το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο ούτε διεκδίκησε την πλήρη κυριότητα του σε αυτό. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων (ως εκκαλών-ηττηθείς εναγόμενος) κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας την εξαφάνιση της και την απόρριψη της ένδικης αγωγής, αυτός δεν πρότεινε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας τους πιο πάνω αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ), οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επίσης απορριπτέος είναι και ο έβδομος, κατά σειρά επίκλησης, λόγος των αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β` ΚΠολΔ: α) ως αβάσιμος, κατά το μέρος που προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον επικουρικά προβληθέντα και ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "το όποιο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων έχει αποδυναμωθεί και ασκείται καταχρηστικά", καθόσον όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός (από το άρθρο 281 ΑΚ) λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και β) ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "η υπό κρίση αγωγή είναι παραγεγραμμένη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί", καθόσον από την επισκόπηση των δικογράφων των από 1/3/2011 και από 24/11/2011 εφέσεων των αναιρεσειόντων και των από 19/4/2012 πρόσθετων λόγων έφεσης του Δ. Ρ. κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν προκύπτει η προβολή στο δικαστήριο της ουσίας του πιο πάνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (αρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η περαιτέρω αιτίαση που αποδίδεται στο Εφετείο με τον ένατο κατά σειρά επίκλησης λόγο του κύριου αναιρετηρίου του Δ. Ρ. ότι δεν έλαβε υπόψη τους από 19/4/2012 πρόσθετους λόγους της έφεσης του κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης οι πιο πάνω πρόσθετοι λόγοι, αφού κρίθηκαν παραδεκτοί και συνεκδικάσθηκαν με τις πιο πάνω εφέσεις του αναιρεσείοντος και του Α. Ρ., στη συνέχεια, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω παραβίαση της πιο πάνω διάταξης συνιστά και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δικαστικής ομολογίας, η οποία συντελείται με μονομερή, σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή απευθυνόμενη στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξης του. Για να ιδρυθεί δε ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δε δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που προκύπτει από τη δικαστική ομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά σειρά επίκλησης λόγο των αιτήσεων αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ` ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες), διότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας με τις εφέσεις τους, η οποία (δικαστική ομολογία) περιέρχεται στην από 14/11/2008 προσθήκη- αντίκρουση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο και συνίσταται στο ότι "ο Α. Ρ. (πατέρας αναιρεσείοντος Δ. Ρ.) κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο εδώ και 20 χρόνια, δηλ. το υπ` αριθ. 28 οικόπεδο, έκτασης 262,68 τμ... στο οποίο ασκεί ουσιαστικά όλες τις διακατοχικές του πράξεις". Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή μνεία ότι λήφθηκαν, μεταξύ άλλων, υπόψη και οι ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την επικαλούμενη ομολογία των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο έκτος λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη με το μέσο αυτό του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης αποδεικτικής ισχύος από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο, κατά σειρά επίκλησης, λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, καταλογίζεται στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 12 (και όχι από τον αρ. 13 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις της Ε. Γ. και Α. Ρ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών στο πλαίσιο άλλης δίκης, στις οποίες (καταθέσεις) προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, αντί να τις λάβει υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την ειδική αναφορά που γίνεται σε αυτή (σελ. 13), αναφορικά με τα συγκεκριμένα (342/2006) πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών (όπου περιέχονται οι πιο πάνω καταθέσεις), αυτά λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι προς άμεση απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης μεταξύ αιτιολογικού διατακτικού ή μόνο στο αιτιολογικό αυτής (ΑΠ 1376/2000 ΕλλΔνη 2001.676). Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, από την πιο πάνω διάταξη, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως αβάσιμοι και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των κατατεθέντων παραβόλων (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 3/4/2013 αιτήσεις των Δ. Ρ. και Α. Ρ. με τους από 29/12/2013 πρόσθετους λόγους του Δ. Ρ. για αναίρεση της 2275/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 4/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Απορρίπτει τις πιο πάνω αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: A. Ρ. του Χ., κατοίκου ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Β)Του αναιρεσείοντος: Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 2)Ε. Κ. συζ. Ε., το γένος Π. Ρ., και 3)Κ. Ρ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος A. Ρ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2275/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Α. Ρ. με την από 3/4/2013 αίτησή του και την αναίρεση της εφετειακής και της πρωτόδικης απόφασης ζητεί ο Δ. Ρ. με την με ίδια ημερομηνία αίτησή του και τους από 29/12/2013 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε τις από 31/1/2014 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε ν` απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου: 1) η από 3/4/2013 αίτηση και οι από 29/12/2013 πρόσθετοι λόγοι του Δ. Ρ. κατά των Γ. Ρ., Ε. Κ. και Κ. Ρ. για αναίρεση της 2275/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 4/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, 2) η από 3/4/2013 αίτηση του Α. Ρ. κατά των ίδιων πιο πάνω αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι εν λόγω αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ενόψει του ότι εκκρεμούν στο ίδιο δικαστήριο μεταξύ των ίδιων διαδίκων και στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Από το άρθρο 576 παρ. 1,2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Αρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ` και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ.β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από` τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση των κρινόμενων αιτήσεων και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 5/2/2014, κατά την οποία οι μεν αναιρεσίβλητοι παρέστησαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ιωάννη Φιλιώτη, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι δε αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, με αίτημα του οποίου η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17/9/2014). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως στο ακροατήριο από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 249 παρ.2 ΚΠολΔ (χωρίς να κατατεθούν έγγραφες προτάσεις), ενώ οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ` αναβολή δικάσιμο της 17/9/2014 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση, η οποία διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνον η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ολ ΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 2275/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. κατά της συμπροσβαλλόμενης 4/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, η από 3/4/2013 αίτηση αναίρεσης του Δ. Ρ. είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στη απόφαση του Εφετείου.
Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά από τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 70, 118 εδ.4, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 787, 974, 980-984, 994, 1045, 1051, 1113 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής επί κοινού ακινήτου, η οποία ασκείται από συγκύριο κατ` άλλου συγκυρίου και η οποία θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία είναι, μεταξύ άλλων: α) η συγκυριότητα του ενάγοντος, κατά την ιδανική μερίδα του, στο κοινό ακίνητο, που αποκτήθηκε με την επί εικοσαετία άσκηση νομής του σε αυτό, κατά την πιο πάνω ιδανική μερίδα, με εμφανείς υλικές πράξεις δηλωτικές της βούλησης του να νέμεται το ακίνητο ως συγκύριος (συννομέας), προσμετρουμένου και του χρόνου σύννομης που άσκησε με τα ίδια προσόντα ο δικαιοπάροχός του, β) η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει, εκτός από την έκταση του επίδικου τμήματος, να προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Δεν απαιτείται να αναφέρονται για το ορισμένο της αγωγής οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ο προσανατολισμός και το σχήμα του ούτε οι όμοροι ιδιοκτήτες, γ) η αμφισβήτηση του δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντος, κατά την ιδανική μερίδα του, στο κοινό ακίνητο από τον εναγόμενο συγκύριο και δ) αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντος, κατά την ιδανική μερίδα του, στο κοινό ακίνητο. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο των πρόσθετων λόγων μπορεί να γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ.1, 2 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απευθυνόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών από 26/11/2007 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Ρ., Ε. Κ. και Κ. Ρ. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. (κατά τη συζήτηση της οποίας άσκησε την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση ο επίσης αναιρεσείων Α. Ρ.) εκτίθενται τα εξής: "Με τη μεταγραφή του αναφερομένου σ` αυτή συμβολαίου ο πάππος των εναγόντων Χ. Ρ., ο πατέρας του Π. Ρ. και ο θείος τους Α. Ρ. κατέστησαν συγκύριοι κατ` ισομοιρία του υπ` αριθ. 192 αγρού, εμβαδού 2.425 τμ., που κείται στη θέση "πάρκο" στην πόλη των Γιαννιτσών και περιγράφεται επίσης στην αγωγή. Ότι το έτος 1963 ο Χ. Ρ. μεταβίβασε κατ` ισομοιρία στα πιο πάνω τέκνα του το ανήκον στην κυριότητα του 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και, έτσι, το καθένα τους είχε έκτοτε στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου τα 3/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου και ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ειδικότερα δε, ο μεν πατέρας των εναγόντων Π. Ρ. ανήγειρε οικία στο νοτιοδυτικό τμήμα αυτού οικία, ο δε πατέρας του εναγομένου Α. Ρ. ανήγειρε οικία στο βορειοανατολικό τμήμα αυτού. Ότι το έτος 1994 ο Π. Ρ. μεταβίβασε στους ενάγοντες τη νομή των 3/6 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, το οποίο στο μεταξύ εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Γιαννιτσών και με την ένταξη του προέκυψαν δύο οικόπεδα, ήτοι το υπ` αριθ. 26 εμβαδού 2002,23 τμ. και το υπ` αριθ. 28 εμβαδού 262,28 τμ., που περιγράφονται στην αγωγή. Οτι οι ενάγοντες ασκούν επί του άνω ακινήτου υπερεικοσαετή φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να γίνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 3/6 ή 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που προέκυψαν από την ένταξη του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Γιαννιτσών, πλην όμως ο εναγόμενος αμφισβητεί το δικαίωμα τους αυτό. Με βάση αυτά τα περιστατικά ζήτησαν οι ενάγοντες, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθούν συγκύριοι των ως άνω υπ` αριθ. 26 και 28 ακινήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την αναγνώριση της κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά τις αναλογούσες μερίδες τους με έκτακτη χρησικτησία στα επίδικα ακίνητα, που προήλθαν από τη ρυμοτόμηση του μεγαλύτερου κοινού ακινήτου. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ορισμένη την αγωγή αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση, και απέρριψε (σιωπηρά) τον προταθέντα με τους πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμό του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ρ. για αοριστία της αγωγής, αναφορικά με την άσκηση πράξεων συννομής (νομής κατ` ιδανικά μέρη) των αναιρεσιβλήτων στο κοινό (επίδικο) ακίνητο και την περιγραφή αυτού, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 (όχι και από τους αρ.1 και 19 που αναφέρονται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι` αυτό και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πιο πάνω αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω και ο έτερος των αναιρεσειόντων Α. Ρ. με τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους, κατά σειρά επίκλησης, της συνεκδικαζόμενης αίτησης του από τους αρ.1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 1041, 1045 ΑΚ, με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη και να μη λάβει υπόψη, χωρίς αιτιολογία, τους προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμούς του: α) περί αοριστίας της πιο πάνω αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος γιου του Δ. Ρ., η οποία (αοριστία) συνίσταται στην μη επίκληση στην αγωγή των πράξεων αποκλειστικής νομής των αναιρεσιβλήτων, άλλως συννομής τους με τον αναιρεσείοντα (Α. Ρ.) στα πιο πάνω ακίνητα, καθώς και στη μη περιγραφή της θέσης των ευρισκόμενων σε αυτά κτισμάτων, β) περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος γιου του στη δίκη αυτή. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ του περιεχομένου της από 1/3/2011 έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων Α. Ρ., ως ηττηθείς κυρίως παρεμβαίνων, κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την από 26/11/2007 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση του (αναιρεσείοντος), αυτός δεν προέβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς (οι οποίοι δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως), με τους λόγους της έφεσης του, στην οποία ρητώς διαλαμβάνεται αίτημα εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, με σκοπό την παραδοχή της κύριας παρέμβασης, ενώ δεν συντρέχει καμία περίπτωση εξαίρεσης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης του Α. Ρ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ` αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεως τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Εξάλλου από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 974, 980, 981, 982, 994, 1045, 1113 ΑΚ, προκύπτει ότι η συγκυριότητα περισσοτέρων εξ αδιαιρέτου κατ` ιδανικά μέρη σε κοινό ακίνητο, επί της οποίας εφαρμόζονται παράλληλα και οι διατάξεις περί κοινωνίας, ως προς τις σχέσεις των συγκυρίων μεταξύ τους και τη νομική θέση αυτών (δικαιώματα, υποχρεώσεις κλπ.), αποκτάται, εκτός των άλλων, και με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), ο χρόνος, όμως, της οποίας δεν αρχίζει, αν ο αντιποιούμενος τη συννομή των άλλων συγκυρίων δεν τους καταστήσει γνωστό ότι στο εξής νέμεται το κοινό ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομές να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε. όταν στην ελάσσονα πρόταση το νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την από 26/11/2007 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και την από 5/3/2008 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Α. Ρ., δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν από τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθ. .... συμβολαίου, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Γιαννιτσών ... .. ... ...... .. , ο πάππος των διαδίκων από την πατρική γραμμή Χ. Ρ., ο πατέρας των εναγόντων Π. Ρ. και ο πατέρας του εναγομένου και κυρίως παρεμβαίνων στην εκκρεμή δίκη Α. Ρ. έγιναν κύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αγοράς παρά του Θ. Α. ενός αγρού εμβαδού δύο δεκαδικών στρεμμάτων κειμένου στη θέση "Πάρκο" της περιφέρειας της πόλης των Γιαννιτσών που συνόρευε, κατά τον τίτλο κτήσεως,με αγρούς Κ. Κ., Χ. Χ., Δ. Τ. και δρόμο. Ο προπεριγραφόμενος αγρός εμφαίνεται στον σχετικό χάρτη της αποτύπωσης του έτους 1948 του Δήμου Γιαννιτσών με αριθ. 192, εμδαδόν 2.425 τ.μ. και συνορευόμενος γύρωθεν με οδό ... σε πλευρά 45 γ.μ., με τους υπ` αριθ. 193 και 194 αγρούς σε πλευρά 46 γ.μ., με τον υπ` αριθ.- 191 αγρό σε πλευρά 66 γ.μ. και με τον υπ` αριθ. 183 αγρό σε πλευρά 43 γ.μ. Στην συνέχεια με την υπ` αριθ. 6/1998 πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης Επέκτασης του Δήμου Γιαννιτσών ,που κυρώθηκε με την υπ` αριθ. 861/1998 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα, το προπεριγραφόμενο ακίνητο εντάχθηκε στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως των Γιαννιτσών, και συγκεκριμένα, στο υπ` αριθ. 555 Ο.Τ. από την ένταξη του δε αυτή προέκυψαν δύο οικόπεδα ήτοι : 1) το υπ` αριθ. 26 οικόπεδο με αριθ. κτηματογράφησης 070426,με εμβαδόν 2.002,03 τ.μ. που συνορεύει ΒΔ σε πλευρά 41,9 γ.μ. με το υπ` αριθ. 23 οικόπεδο, ΒΑ σε τεθλασμένη πλευρά 32,14 τ.μ και 21,85 γ.μ. με τα υπ` αριθ. 27 και 28 οικόπεδα, ΝΑ σε πλευρά 28,21 γ.μ. με την οδό ... και ΝΔ σε πλευρά 62,09 γ.μ. με το υπ` αριθ. 44 οικόπεδο, και 2) το υπ` αριθ. 28 οικόπεδο με αριθ. κτηματογράφησης 070428, εμβαδού 262,68 τ.μ., που συνορεύει ΒΔ σε πλευρά 12,36 τ.μ. με το υπ` αριθ. .. οικόπεδο, ΒΑ σε πλευρά 15,53 γ.μ. με τα υπ` αριθ. 27 και 218 οικόπεδα και ΝΑ σε πλευρά 14,68 γ.μ. με την οδό ... και ΝΔ σε πλευρά 20,21 γ.μ. με το υπ` αριθ. 26 οικόπεδο. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από το έτος 1950 περίπου τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Ρ., όσο και ο δικαιοπάροχος του εναγομένου και κυρίως παρεμβαίνων Α. Ρ. ανήγειραν επί του άνω ακινήτου οικίες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία των ιδίων και της οικογενείας τους. Συγκεκριμένα ο Π. Ρ. ανήγειρε στο βορειοανατολικό τμήμα του άνω αγρού μικρή μονώροφη πλινθόκτιστη οικία, ο δε Α. Ρ. ανήγειρε στο νοτιοδυτικό τμήμα του ακινήτου επίσης μονώροφη οικία. Το έτος 1963 περίπου ο πατέρας τους Χ. Ρ. και συγκύριος του άνω αγρού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μεταβίβασε στα πιο πάνω τέκνα του Π. και Α. την νομή του εν λόγω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του και έκτοτε έκαστος των τελευταίων είχε στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου ακινήτου. Στην πιο πάνω οικία ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Ρ. διέμεινε με την οικογένεια του για μικρό χρονικό διάστημα, γιατί αυτός από το έτος 1951 περίπου εγκαταστάθηκε και κατοικούσε έκτοτε μόνιμα στην ... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε αποξενώθηκε από την περιελθούσα σ` αυτόν νομή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου, όπως επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός επισκεπτόταν, επιτηρούσε και επισκεύαζε την επί του ακινήτου τούτου υφισταμένη πλινθόκτιστη παλαιά οικία. Την νομή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου είχε συνεπώς στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου ο Π. Ρ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στην συνέχεια δε αυτός το έτος 1994 μεταβίβασε την νομή του άνω εξ αδιαίρετου ποσοστού κατ` ισομοιρία στα τέκνα του, δηλαδή στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής. Έκτοτε οι τελευταίοι είχαν στη φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, το οποίο επισκεπτόταν και επιτηρούσαν, μετά δε την μεταγραφή της άνω πράξεως εφαρμογής οι ενάγοντες είχαν πλέον στην φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου τα προκύψαντα από την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου ως άνω υπ` αριθ. 26 και 28 οικόπεδα, αφού ο δικαιοπάροχος τους είχε ήδη καταστεί κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου που αποτέλεσε τη βάση της διαμόρφωσης τους. Το γεγονός ότι τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων όσο και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν στην φυσική τους εξουσία τον άνω αγρό κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, και στην συνέχεια, κατά το αυτό ποσοστό τα προκύψαντα από την ένταξη του στην επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου οικόπεδα αποδεικνύεται και από την τελεσίδικη υπ` αριθ. 342/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών, η οποία εκδόθηκε επί της υπ` αριθ. κατ. 521/2004 αγωγής που άσκησε ο εναγόμενος της κυρίας αγωγής Δ. Ρ. κατά των εναγόντων αυτής και του κυρίως παρεμβαίνοντος πατέρα του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ως άνω ακινήτου, στη δίκη δε αυτή δεν παραστάθηκε ο τελευταίος. Με την άνω απόφαση έγινε δεκτό, με δύναμη δεδικασμένου για τους διαδίκους της κυρίας αγωγής, ότι ο τότε ενάγων και νυν εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του άνω επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθώς και ότι οι νυν ενάγοντες έχουν στη φυσική τους εξουσία το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού από το έτος 1994, όταν το δικαίωμα αυτό τους το μεταβίβασε ο μέχρι τότε κύριος του εν λόγω ποσοστού πατέρας τους Π. Ρ.. Αλλωστε στη δίκη αυτή εξετάσθηκε ως μάρτυς αποδείξεως η Ε. Γ. η οποία κατά λέξη καταθέτει ".... Γνωρίζω το Θ. Ρ. (κυρίως παρεμβαίνοντα), εκεί μένει στη γειτονιά. Ποτέ δεν αρνήθηκε ότι το μισό οικόπεδο είναι δικό του και το άλλο μισό του αδελφού του. Από το 1960 βλέπω τον Α. Ρ. έλεγε συνέχεια το μισό είναι του Π.υ και το άλλο μισό δικό μου". Επίσης ο εξετασθείς ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυς αποδείξεως ...... καταθέτει ότι ο Π. Ρ. κατά τα έτη 1992, 1993 και 1994 του είχε παραδώσει τα κλειδιά του άνω οικίσκου για να χρησιμοποιήσει αυτόν για την αποθήκευση φυτών κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Από τα ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου των άνω υπ` αριθ. 26 και 28 οικοπέδων, που προέκυψαν από την ένταξη στην επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου του προαναφερόμενου μείζονος εκτάσεως ακινήτου, αν στη δική τους νομή προσμετρήσουν και τη νομή του δικαιοπαρόχου τους, ενώ αντίθετα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κυρίως παρεμβαίνων απέκτησε την κυριότητα ολόκληρου του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά μόνο του 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, την νομή του οποίου μεταβίβασε, στην συνέχεια, στον εναγόμενο της κυρίας αγωγής". Περαιτέρω, αναφορικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό του εναγόμενου της κύριας αγωγής ότι η άσκηση του άνω δικαιώματος των εναγόντων παρίσταται καταχρηστική, γιατί οι τελευταίοι γνώριζαν πως τόσο ο δικαιοπάροχος του όσο και ο ίδιος είχαν στη φυσική τους εξουσία ολόκληρο το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχος τους ουδέποτε άσκησαν υλικές εμφανείς πράξεις νομής επί του ακινήτου αυτού, την δε ως άνω πλινθόκτιστη οικία κατασκεύασε ο δικαιοπάροχός του κυρίως παρεμβαίνων το Εφετείο δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούν το αγωγικό τους δικαίωμα καθ` υπέρβαση των ορίων που τάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής οφείλεται στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος της κυριότητάς τους επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου, δικαίωμα το οποίο αμφισβητεί με τις ενέργειες του ο εναγόμενος και χρήζει συνεπώς δικαστικής προστασίας. Κατ` ακολουθία η ένδικη αγωγή ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμη, αφού οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και το δικαίωμα αυτό της κυριότητος τους δεν έχει καταλυθεί από την υπερεικοσαετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ μέρους του εναγομένου". Επίσης το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου της κυρίας αγωγής Δ. Ρ. που επανέφερε με την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ότι η άσκηση του άνω δικαιώματος των εναγόντων παρίσταται καταχρηστική, γιατί οι τελευταίοι γνώριζαν πως τόσο ο δικαιοπάροχος του όσο και ο ίδιος είχαν στη φυσική τους εξουσία ολόκληρο το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχός τους ουδέποτε άσκησαν υλικές εμφανείς πράξεις νομής επί του ακινήτου αυτού την δε ως άνω πλινθόκτιστη οικία κατασκεύασε ο δικαιοπάροχός του κυρίως παρεμβαίνων, δέχθηκε τα εξής: "Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούν το αγωγικό τους δικαίωμα καθ` υπέρβαση των ορίων που τάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά η άσκηση της ένδικης αγωγής οφείλεται στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος της κυριότητος τους επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου δικαίωμα το οποίο αμφισβητεί με τις ενέργειες του ο εναγόμενος και χρήζει συνεπώς δικαστικής προστασίας. Κατ` ακολουθία η ένδικη αγωγή ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμη, αφού οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και το δικαίωμα αυτό της κυριότητος τους δεν έχει καταλυθεί από την υπερεικοσαετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ μέρους του εναγομένου ή του κυρίου παρεμβαίνοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι τελευταίοι".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίδικου, αρχικά μεγαλύτερου, ακινήτου (αγρού), από το οποίο προήλθαν, μετά την ένταξη του στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως των Γιαννιτσών, τα δύο μικρότερα τμήματα (οικόπεδα) αυτού, δηλαδή τα με αριθ.26 και 28, εμβαδού 2000,03 τμ. και 262,68 τμ. αντίστοιχα, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη) χρησικτησία, ασκώντας όλες τις προσδιάζουσες στη φύση τους εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, όπως και ο δικαιοπάροχος (πατέρας) τους, κατά τα προαναφερθέντα ιδανικά τους μερίδια, τόσο στο αρχικά μεγαλύτερο ακίνητο όσο και στα μικρότερα τμήματα που προήλθαν από αυτό, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, μέχρι τότε που ο εναγόμενος αμφισβήτησε με τις ενέργειες του το δικαίωμα συγκυριότητας τους στο κοινό ακίνητο και ότι ο δικαιοπάροχος του (κυρίως παρεμβαίνων και ήδη αναιρεσείων Α. Ρ.) απέκτησε την κυριότητα, όχι ολόκληρου παρά μόνο ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ακινήτου, τη νομή του οποίου μεταβίβασε στη συνέχεια στον αναιρεσείοντα Δ. Ρ. κατά το ίδιο ποσοστό. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αφού απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του Δ. Ρ., επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο ακίνητο (τόσο στο αρχικό όσο και στα επιμέρους οικόπεδα που προήλθαν από τη ρυμοτόμηση του) και της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειόντων σε ολόκληρο το ακίνητο αυτό με τα ίδια ποσοστά χρησικτησίας. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, κατά σειρά επίκλησης, λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες ως προς την απάντηση ή μη του αναιρεσείοντος στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης το Εφετείο περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, αναφορικά με όλους τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης (άρθρο 68 ΚΠολΔ) αρκεί κατ` αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ολ ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, το άρθρο 70 ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τους δεύτερο και τρίτο λόγους του πρόσθετου αναιρετηρίου του Δ. Ρ., προσάπτονται στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, οι αιτιάσεις από τους αρ.1 (και όχι από τον αρ. 14), 8 περ.β` και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, διότι δεν έλαβε υπόψη ούτε περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε αιτιολογία, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος δεν αμφισβητεί ούτε αντιποιείται το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο ούτε διεκδίκησε την πλήρη κυριότητα του σε αυτό. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων (ως εκκαλών-ηττηθείς εναγόμενος) κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας την εξαφάνιση της και την απόρριψη της ένδικης αγωγής, αυτός δεν πρότεινε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας τους πιο πάνω αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ), οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επίσης απορριπτέος είναι και ο έβδομος, κατά σειρά επίκλησης, λόγος των αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β` ΚΠολΔ: α) ως αβάσιμος, κατά το μέρος που προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον επικουρικά προβληθέντα και ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "το όποιο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων έχει αποδυναμωθεί και ασκείται καταχρηστικά", καθόσον όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός (από το άρθρο 281 ΑΚ) λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και β) ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "η υπό κρίση αγωγή είναι παραγεγραμμένη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί", καθόσον από την επισκόπηση των δικογράφων των από 1/3/2011 και από 24/11/2011 εφέσεων των αναιρεσειόντων και των από 19/4/2012 πρόσθετων λόγων έφεσης του Δ. Ρ. κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν προκύπτει η προβολή στο δικαστήριο της ουσίας του πιο πάνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (αρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η περαιτέρω αιτίαση που αποδίδεται στο Εφετείο με τον ένατο κατά σειρά επίκλησης λόγο του κύριου αναιρετηρίου του Δ. Ρ. ότι δεν έλαβε υπόψη τους από 19/4/2012 πρόσθετους λόγους της έφεσης του κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης οι πιο πάνω πρόσθετοι λόγοι, αφού κρίθηκαν παραδεκτοί και συνεκδικάσθηκαν με τις πιο πάνω εφέσεις του αναιρεσείοντος και του Α. Ρ., στη συνέχεια, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω παραβίαση της πιο πάνω διάταξης συνιστά και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δικαστικής ομολογίας, η οποία συντελείται με μονομερή, σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή απευθυνόμενη στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξης του. Για να ιδρυθεί δε ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δε δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που προκύπτει από τη δικαστική ομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά σειρά επίκλησης λόγο των αιτήσεων αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ` ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες), διότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας με τις εφέσεις τους, η οποία (δικαστική ομολογία) περιέρχεται στην από 14/11/2008 προσθήκη- αντίκρουση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο και συνίσταται στο ότι "ο Α. Ρ. (πατέρας αναιρεσείοντος Δ. Ρ.) κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο εδώ και 20 χρόνια, δηλ. το υπ` αριθ. 28 οικόπεδο, έκτασης 262,68 τμ... στο οποίο ασκεί ουσιαστικά όλες τις διακατοχικές του πράξεις". Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή μνεία ότι λήφθηκαν, μεταξύ άλλων, υπόψη και οι ομολογίες των διαδίκων, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την επικαλούμενη ομολογία των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο έκτος λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη με το μέσο αυτό του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης αποδεικτικής ισχύος από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο, κατά σειρά επίκλησης, λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, καταλογίζεται στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 12 (και όχι από τον αρ. 13 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις της Ε. Γ. και Α. Ρ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών στο πλαίσιο άλλης δίκης, στις οποίες (καταθέσεις) προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, αντί να τις λάβει υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την ειδική αναφορά που γίνεται σε αυτή (σελ. 13), αναφορικά με τα συγκεκριμένα (342/2006) πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών (όπου περιέχονται οι πιο πάνω καταθέσεις), αυτά λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι προς άμεση απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης μεταξύ αιτιολογικού διατακτικού ή μόνο στο αιτιολογικό αυτής (ΑΠ 1376/2000 ΕλλΔνη 2001.676). Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, από την πιο πάνω διάταξη, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως αβάσιμοι και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των κατατεθέντων παραβόλων (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 3/4/2013 αιτήσεις των Δ. Ρ. και Α. Ρ. με τους από 29/12/2013 πρόσθετους λόγους του Δ. Ρ. για αναίρεση της 2275/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 4/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Απορρίπτει τις πιο πάνω αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου