Εργαζόμενη με STAGE σε υπηρεσία του ΟΑΕΔ. Σύμβαση μαθητείας δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου - 17077/2011 ΜΠρΘεσ


https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
ΑΡΙΘΜΟΣ 17077/2011
                      TO ΜΟΝΟΜΕΑΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
                    Αριθμός κατάθεσης αγωγής: 54293/2009
                     ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
       ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Στεργιανή Μαλιώρα Πρωτοδίκη, η οποία ορίσθηκε από την ....

Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα
Αλκιβιάδη Παυλίδη.
       ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 30 Νοεμβρίου 2010,
για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
      
       ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ……………………………… του ………………………., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε
μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Δωροθέας Κοκοζίδου (AM 7270), η οποία κατέθεσε
προτάσεις. Συμπαραστάθηκε η ασκούμενη δικηγόρος Αθηνά Χατζηαθανασίου.

       ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, που εδρεύει στην Αθήνα,
εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αθηνών Έλενας
Ηλιοπούλου (ΑΜΔΣΑ 11608), η οποία κατέθεσε προτάσεις και την νομιμοποίησε η δικηγόρος
Θεσσαλονίκης Μαρίνα Αθύρου (AM 4947).

       Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν
τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας
συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

                        ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
                        ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

        Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση
εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας οι
συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε
παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και
το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος
να ακολουθεί ακτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου γιο τη διαπίστωση της συμμορφώσεως
του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας. Κύριος σκοπός της
εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ αυτό αποβλέπουν οι
συμβαλλόμενοι.
Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας με την οποία
επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και    ειδίκευση του
μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ' αυτές τις έννομες σχέσεις την
ιδιοτυπία τους. Δεν είναι δε ασυμβίβαστη και στην εκπαιδευτική σχέση η παροχή κατόπιν
συμφωνίας των συμβαλλομένων αμοιβής και ασφαλίσεως του εκπαιδευομένου (ΑΠ 581/2009 ΤΝΠ
Νόμος). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου,
υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της
εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής
μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της  επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και
βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την
επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη,
είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό
της       σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι
ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει
αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΛΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο
συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή    αποζημιώσεως. Ο ορθός
δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν   έργο της δικαιοδοτικής
λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη   δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που
προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η
καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η
σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά το αρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει
τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11  α.ν. 547/1937), οι
διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου
χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός
διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί
υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον
καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει
καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως
με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Η τελευταία αυτή διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται
όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας,
διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της
συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο
μισθωτού νια ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αόριστου χρόνου ακόμη και αν αυτός
χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του
εργοδότη. Κατά το αρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά
πρόσωπα του αρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου, (όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα
επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου
χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις
προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού
η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες
μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για
αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού
ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το
ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή
μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου,
όταν πρόκειται για προσωπικό που προσλήφθηκε για εκτέλεση προγραμμάτων η έργων που
χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων ή
προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς
οργανισμούς, επιτρέπεται οι σχετικές συμβάσεις να είναι διάρκειας ενός έτους και να
παρατείνονται μέχρι το τέλος του   προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της
ανειλημμένης υποχρέωσης.

Στη συνέχεια, στην παράγραφο, 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να
παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη
διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και
τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των
προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ. Εξάλλου, με
τις διατάξεις του αρθρ. 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη
οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και
λοιπών ΝΠΔΔ, κατ’ εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν
απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική
περίοδο
με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την
πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που
προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή
διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και
τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε
στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο
γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά
κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια α' και γ'
ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας
ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται
κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3.
εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών-κατά την παρ. 2
εδ. β', αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο
πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την αναθεώρηση
αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη
και στη  Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη
λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Στους
προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις
διατάξεις του ν. 2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου,
υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο
το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του
ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που
προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων,
σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Οπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης,
θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία
αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου
χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά
παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, άλλα και κοινής νομοθεσίας (άρθ. 55 έως
82 του π.5. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και
διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ως
άνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας
ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου
δημοσιοϋπαλληλικού, κατ’ αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να
διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας
νομοθεσίας (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755
και PME/21-3-2001, σελ. 763, 771, 772, 782). Έτσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη
ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις
αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες άλλα και
εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη
συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προ
μνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ' της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία
πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον
προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας
ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει
και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου,
απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου
τομέα.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που
συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του
ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον
ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω
και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό
της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην
περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω
διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου. Τυχόν
αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να
αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά
την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός
αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Στις συμβάσεις αυτές υπό την
ισχύ των παραπάνω διατάξεων των αρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι
δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 422/2010, ΑΠ 271/2009
ΤΝΠ Νόμος). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα
81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις
εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από
τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).

Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: ".1. Απαγορεύονται οι
διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και
του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η
παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα
μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση,
εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν
οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών
αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της
επιχείρησης ... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται
να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του
επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως
άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου
π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για
την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο
και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου
χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και
πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής
της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν
επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές
καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8
του ν. 2112/1920, ούτε κατ΄ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα
από 10-7-2ΟΟ2 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος
του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού (ΟλΑΠ 19 και
20/2007, ΑΠ 64/2010, 113/2009, 271/2009, 743/2009 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει με την κρινόμενη αγωγή ότι στις 22-4-2005
καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο του
προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας με διάρκεια μέχρι τις 21-10-2006. Ότι
τοποθετήθηκε στο ΚΠΑ Πύλης Αξιού και παρείχε την εργασία της επί πέντε ημέρες την
εβδομάδα και επτά ώρες ημερησίως, υπό την εποπτεία και έλεγχο των προϊσταμένων της, αντί
ημερομισθίου 25 ευρώ. Ότι η σύμβασή της παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι τις 7-11-2008. Ότι
η εργασία που προσέφερε στο εναγόμενο ήταν όμοια με αυτή των μονίμων υπαλλήλων, κάλυπτε
πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, εργαζόταν στον ίδιο χώρο και με το ίδιο
ωράριο που εργάζονταν και το λοιπό προσωπικό. Ότι ανεξάρτητα από την         
εγκυρότητα ή όχι της σύμβασής της ως σύμβασης εργασίας, συνδεόταν με το εναγόμενο με
σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και συνεπώς δικαιούνταν, σύμφωνα με την αρχή της μη
διάκρισης να αμείβεται με βάση το νόμο περί ενιαίου μισθολογίου το οποίο ισχύει σε όλο
το δημόσιο τομέα. Ότι το εναγόμενο της κατέβαλε αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες και
δεν της κατέβαλε δώρα εορτών και επίδομα αδείας. Με βάση τα παραπάνω ζητά να υποχρεωθεί
ο εναγόμενος οργανισμός να της καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των
29837,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή της ήταν απαιτητή, άλλως από
την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικά ζητά, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σχέση εργασίας της, να υποχρεωθεί το
εναγόμενο να της καταβάλει με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό
ποσό των 10282,54 ευρώ και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση στο
Δικαστήριο αυτό που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 16 αριθμ. 2, και 664
ΚΠολΔ) για να εκδικαστεί με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών {άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ), παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο ότι η διαφορά υπάγεται στη
δικαιοδοσία των διοικητικών Δικαστηρίων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών
διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ.3
του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.

Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν.
1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία
των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ οι διαφορές του
ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. θ' του Ν. 1403/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που
υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που
αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε
είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίες
ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται
με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου.

Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που
συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των
πολιτικών δικαστηρίων (βλ. ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 712/2010 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση ιδιωτική
διαφορά, αφού εκτίθεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνέδεε τους διαδίκους
σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Επομένως, αφού η ενάγουσα ζητά τις ως άνω αποδοχές, χωρίς να υφίσταται σχέση δημόσιου
δικαίου, δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας αλλά διαφορά από σχέση εργασίας
ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια.
Είναι δε η αγωγή ορισμένη, καθώς διαλαμβάνει όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της
πραγματικά περιστατικά κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου
ισχυρισμού του εναγομένου. Όμως η υπό κρίση αγωγή είναι μη νόμιμη, τόσο ως προς την
κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση, πρωτίστως για το λόγο ότι, οι συμβάσεις
οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων είναι, όπως αναφέρεται στα ιδιωτικά
συμφωνητικά που αυτές έχουν υπογράψει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις
απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, οι
οποίες καταρτίστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου
να αποκτήσει η ενάγουσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και
εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της
συγκεκριμένης θέσης, και αποτελούν, ως εκ τούτου, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, για τις
οποίες δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά τις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά
οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό
της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα
χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την
αποζημίωση απόλυσης κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν
αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1592/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Α.
Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 1995, σελ. 55-56 Ι. Ληξουριώτη Γνήσια
Σύμβαση Μαθητείας ΕΕΔ, Τόμος 50ος, 1991, σελ. 628-632), και δεν αποτελούν σε καμία
περίπτωση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2009 ΤΝΠ Νόμος). Μη νόμιμη όμως
τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, και σύμφωνα με τα
διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών
περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί
ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα
αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι σύμβαση μαθητείας,
καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της η ενάγουσα στην πραγματικότητα κάλυπτε
πάγιες και διαρκείς λειτουργίες διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, δεν ισχύει η αρχή
της μη διάκρισης, όπως επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, στην προκειμένη περίπτωση,
καθώς οι εν λόγω συμβάσεις δε μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως
συμβάσεις αορίστου χρόνου, εφόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του π.δ. 164/2004, το
οποίο κατά ρητή επιταγή του δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
α') και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία
1999/70/ ΕΚ του Συμβουλίου (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει
δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου
χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη
της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν
καταρτιστεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω.

Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103
του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δε μπορούν να
θεωρηθούν, κατ΄ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου
χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση που
καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., στο οποίο προσέφερε
τις υπηρεσίες της η ενάγουσα, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν
έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση
των διατυπώσεων του νόμου αυτού, και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από
το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή
του Α.Σ.Ε.Π.

Αλλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα
προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχε η ενάγουσα αφορούσαν σε
πανελλαδική κλίμακα όλους τους παραπάνω φορείς απασχόλησης και όχι μόνο το εναγόμενο και
του ότι η αρχική διάρκεια τους παρατάθηκε για ακόμη ένα 12μηνο: όχι με πρωτοβουλία του
εναγομένου, άλλα στα πλαίσιο υλοποίησης της υπ' αριθμ. 109/19/11-4-2006 απόφασης της
Επιτροπής Διαχείρισης του ΛΑΕΚ, με την οποία ορίστηκε ότι προϋπόθεση συνέχισης
συμμετοχής στο πρόγραμμα (stage) από κάθε ασκούμενο είναι η θετική αξιολόγηση του οπό
τον προϊστάμενο του, δε μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας άλλα,
όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας στις οποίες η ενάγουσα
συμμετείχε με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζε η Υ.Α. 112392
ΦΕΚ Β 1813/2004, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998
για τη δυνατότητα υλοποίησης από το εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής
εμπειρίας (stage), οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων
λύθηκαν αυτοδικαίως.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν δικαιούται με βάση την αρχή της μη διάκρισης τις αποδοχές των
δημοσίων υπαλλήλων αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με το εναγόμενο με
σύμβαση εργασίας αλλά με σύμβαση μαθητείας.

Ούτε όμως και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορεί να αξιώσει τις
αποδοχές αυτές αφού οι διατάξεις του άρθρου 904 επ. ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές,
εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση
πρόκειται για έγκυρη γνήσια σύμβαση μαθητείας

Για τους ίδιους δε λόγους δεν δικαιούται δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, δεδομένου ότι
αυτά τα δικαιούνται ευθέως μεν εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι όμως που συνδέονται έστω με
απλή σχέση εργασίας που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται.

Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων
πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους, λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των εφαρμοστέων
κανόνων δικαίου (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.


ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκης, στο ακροατήριό του και σε
έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 20-6-2011.



Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια