Χρέος από επιταγή δεν πηγάζει από αδικοπραξία, εφόσον η τράπεζα προτίμησε να εκδόσει διαταγή πληρωμής, παρά να ασκήσει αγωγή αδικοπραξίας. Αναστολή του επισπευδόμενου πλειστηριασμού κατά του οφειλέτη λόγω καταχρηστικότητας - 745/2011 ΜΠρΚαβάλας

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit

745/2011 ΜΠρΚαβάλας: Χρέος από επιταγή δεν πηγάζει από αδικοπραξία, εφόσον η τράπεζα προτίμησε να εκδόσει διαταγή πληρωμής, παρά να ασκήσει αγωγή αδικοπραξίας. Αναστολή του επισπευδόμενου πλειστηριασμού κατά του οφειλέτη λόγω... καταχρηστικότητας.

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 938 § 1 ΚΠολΔ, για τη χορήγηση της αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτείται συμπλεκτικώς η συνδρομή τριών αυτοτελών προϋποθέσεων, ήτοι: α) η προηγούμενη ή σύγχρονη με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως άσκηση της κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής (βλ. ΕφΑθ 1219/1993 ΑρχΝ 1993.686, ΕφΑθ 1475/1990 ΕλλΔνη 33.613), η οποία αποτελεί περίπτωση ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, ήτοι ένδικο βοήθημα (βλ. ΑΠ 1470/2005, ΤρΝομΠλ Νόμος), το οποίο ασκείται κατά τις περί ασκήσεως της αγωγής διατάξεις (άρθρο 585 § Ι ΚΠολΔ) και επομένως, ως άσκησή της νοείται, η κατάθεση και η επίδοσή της στον αντίδικο, εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ, με την οποία (επίδοση) και ολοκληρώνεται (ΣχεδΠολΔ VΙΙΙ/129, ΕφΠειρ 449/2002 ΠειρΝ 2002. 123, ΕφΑθ 1541/2000 ΕλλΔνη 42.130, ΕφΑθ 11081/1996 ΕλλΔνη 38.1630, βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ τ. Ε', άρθρο 938, αριθμ. 42 και 71, Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδοση 1980, σ. 473), β) η πιθανολόγηση του παραδεκτού αυτής και της βασιμότητας ενός τουλάχιστον λόγου της (βλ. Νικολόπουλο, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 938, αριθμ. 2, σ. 1805) και γ) η πιθανολόγηση ότι η αναγκαστική εκτέλεση, που είναι ακόμη εκκρεμής, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (βλ. ΕφΑθ 5402/1993 ΑρχΝ 1994.308, ΕφΑθ 408/1986 ΝοΒ 34. 869). Η πιθανολόγηση ανεπανόρθωτης βλάβης από την ενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως δεν ταυτίζεται ουσιαστικώς με την προϋπόθεση της βασιμότητας ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής, αλλά έχει την έννοια της βλάβης που επέρχεται με την ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία, με την ανατροπή στη συνέχεια της αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν αποκαθίσταται (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π., αριθμ. 45, σ. 493, ΜονΠρΙωαν 744/2010 ΤρΝομΠλ Νόμος, ΜονΠρΘεσ 21387/2002 Αρμ 2003.79). Από τη διάταξη της § 4 εδάφιο α' του άρθρου 938 προκύπτει ότι το ανώτατο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ισχύει η χορηγηθείσα αναστολή εκτείνεται έως τη δημοσίευση της επί της ανακοπής οριστικής απόφασης (βλ. ΕφΘεσ 62/1991, ΕλλΔνη 34. 363, ΕφΘεσ 2333/1989, Αρμ 1989. 900, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ τ. Ε' άρθρο 938, αριθμ. 52, Π. Γέσιου Φαλτσή, το Δίκαιο της Αναγκαστικής εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, παρ. 43, αριθμ. 48, σελ. 818-819). Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου εκτείνεται έως το άνω χρονικό διάστημα και συνεπώς το δικαστήριο μπορεί να ορίσει μικρότερο χρονικό διάστημα αναστολής (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π., ΜονΠρΙωαν 744/2010 ΤρΝομΠλ Νόμος).
2. Ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτησή του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου και του αιτήματος αυτής, να διαταχθεί η, για τους αναφερόμενους λόγους, αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται από την καθ' ης σε βάρος του για την ικανοποίηση της αναφερόμενης απαίτησης που διατηρεί η καθ' ης έναντι αυτού, με βάση την 605/16.05.2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και την 607/24.05.2011 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας του αιτούντος, οι οποίες (εκθέσεις) συντάχθηκαν από τη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Καβάλας, Αικατερίνη Κρόκου - Στέλλιου, του πλειστηριασμού της ακίνητης αυτής περιουσίας του ήδη ορισθέντος για την 06η Ιουλίου 2011, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εμπροθέσμως ασκηθείσας από τον ίδιο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (ενσωματωμένης στην αίτηση) ανακοπής κατά της εκτέλεσης, με την οποία (ανακοπή) ζητείται η ακύρωση των άνω πράξεων εκτελέσεως, επικαλούμενος την ευδοκίμηση των αναφερόμενων λόγων της ανακοπής, καθώς και ότι, διαφορετικά, θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση, που ασκήθηκε εμπροθέσμως (άρθρο 938 παρ. 3 ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 938 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η άνω ανακοπή, κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 938 παρ. 3, 686 επ. ΚΠολΔ), και είναι, με βάση όσα μνημονεύονται ανωτέρω υπό 1, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 1 και 938 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, (η αίτηση) να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που: α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμια, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά". Ακολουθίας στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ίδιου νόμου, γίνεται αναφορά στη διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού, το αρμόδιο δικαστήριο και ακολούθως την κατάθεση των εγγράφων στη γραμματεία του δικαστηρίου και ιδίως της αίτησης, για την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον αυτού. Εξάλλου η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειές της, προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί το πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, οδήγησαν στη θέσπιση των διατάξεων αυτών του νόμου, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει (βλ. Αιτιολογική Εκθεση και ΜονΠρΑθ 1795/2011 ΤρΝομΠλ Νόμος, ΜονΠρΑθ 8326/2010, 7794/2010 ΤρΝομΠλ Νόμος).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορίζεται η διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας και προστασίας της κύριας κατοικίας και ειδικότερα: "1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμκτρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί, να υπερβαίνει τα είκοσι έτη. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ' εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Εξάλλου, κατ' άρθρο 19 §1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 3910/2011 (Φ.Ε.Κ. Α' 11/08.02.201 1): "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 30η Ιουνίου 2011 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9". Τέλος, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Αιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλονται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", η οποία δημοσίευση έγινε στις 03.08.2010. Δικαιοπολιτική επιλογή του Ελληνα νομοθέτη με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 3869/2010 είναι η παροχή προστασίας στον καλόπιστο υπερχρεωμένο οφειλέτη με σκοπό την επανένταξή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή, με την επανάκτηση της οικονομικής του ελευθερίας που συνεπάγεται η ρύθμιση και η απαλλαγή των χρεών του (βλ. αιτιολογική έκθεση του νόμου).
Ενόψει των ανωτέρω, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Κατά συνέπεια, καθίσταται πλέον σαφές ότι ο νόμος αυτός αφορά σε μη εμπόρους φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα και της προέλευσης του χρέους, με την έννοια ότι χρέη που προέρχονται από περιορισμένη σε έκταση επαγγελματική δραστηριότητα, που δεν προσδίδει στον οφειλέτη την εμπορική ιδιότητα, μπορούν ομοίως να υπαχθούν στη διαδικασία του ως άνω νόμου (βλ. σχ. Μακρή Λ., Κατ' άρθρο ερμηνεία του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2010, σελ, 18, ΜονΠρΑθ 1795/2011 ό.π.). Τα φυσικά πρόσωπα που υπάγονται στο νόμο μπορούν να ασκούν οικονομική δραστηριότητα, επαγγελματική ή επιχειρηματική, εφόσον δεν τους προσδίδει την εμπορική ιδιότητα και δεν υπόκεινται, σε πτώχευση, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Πτωχευτικό Κώδικα (άρθρο 2 παρ. 1), έστω και αν ασκούν πράξεις εμπορικές ως παρεπόμενες όμως ενός αστικού επαγγέλματος. Ανεξάρτητα δε από το ζήτημα εάν οι πράξεις των άρθρων 2 και 3 του Β.Δ. της 2/14.5.1835 "Περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων" απαριθμούνται ενδεικτικώς ή περιοριστικώς, αντικειμενικώς εμπορική πράξη είναι και εκείνη, που δεν αναφέρεται μεν στα προδιαληφθέντα άρθρα, περιέχει όμως διαμεσολάβηση στην κυκλοφορία των οικονομικών αγαθών, φέρει δε και τα στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου (βλ. Τσιραντάνη, Στοιχεία ΕμπΔ τ. Α', 1955, παρ. 24 και 25 σελ. 62 και 65 αντιστοίχως, Κ. Ρόκα, ΕμπΔ, 1972, παρ. 11 ΙΙΙ σελ. 35-36, Γεωργακόπουλο, Εγχειρίδιο ΕμπΔ τ. Α' σελ. 58-59), ή με άλλη διατύπωση, κάθε δραστηριότητα που ενέχει οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας, λόγω της οποίας υπάρχει κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγοραζόμενων υλών και της εργασίας των χρησιμοποιούμενων τρίτων προσώπων και των μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων (βλ. ΕφΑθ 5739/2002 ΕπισκΕμπΔ 2003.190, ΕφΘεσ 811/1997 ΕλλΔνη 39.162, ΕφΑθ 10335/1981 Αρμ. 36.363, ΕφΑθ 721/1985 ΑρχΝ 36.164, ΕφΘεσ 664/1983 ΝοΒ 31.1207). Υπό την έννοια αυτή είναι έμπορος, όποιος αναλαμβάνει οικοδομικές εργασίες, χρησιμοποιώντας εργατοτεχνικό προσωπικό και πρώτες ύλες, επί των οποίων συστηματικώς κερδοσκοπεί (βλ. ΕφΑθ 5739/2002 ό.π.), ήτοι ο εργολάβος οικοδομικών εργασιών, που παρέχει τα υλικά και χρησιμοποιεί εργάτες για την κατασκευή του έργου, ασκεί επιχείρηση χειροτεχνίας, που είναι αντικειμενικώς εμπορική πράξη κατ' άρθρο 2 του άνω Β.Δ. (βλ. ΑΠ 1282/1979).
4. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, .........., που εξετάστηκε στο ακροατήριο, με επιμέλεια του αιτούντος (η καθ' ης η αίτηση δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρα), τη χωρίς όρκο εξέταση του αιτούντος και της νόμιμης εκπροσώπου της καθ' ης, που έλαβαν χώρα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που προσκομίζονται και όλη την εν γένει διαδικασία, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με εκτελεστούς τίτλους την 143/2010 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Παγγαίου και την 178/2010 διαταγή πληρωμής του ίδιου Ειρηνοδίκη και για την ικανοποίηση απαιτήσεων της καθ' ης έναντι του αιτούντος, ποσού 5.494,55 ευρώ και 11.102,61 ευρώ, αντίστοιχα, με βάση τις σχετικές επιταγές προς πληρωμή που επιδόθηκαν στον αιτούντα κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο των άνω διαταγών πληρωμής, που προέρχονται (οι απαιτήσεις) από τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές που εξέδωσε ο αιτών σε διαταγή της καθ' ης και παρέδωσε στην τελευταία κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2010, ποσών 5.000,00 ευρώ (επιταγή με αριθμ. .......... με ημερομηνία εκδόσεως την 30.03.2010, πληρωτέα από την ........., για την οποία εκδόθηκε η 143/2010 ως άνω διαταγή πληρωμής), 5.000,00 ευρώ (επιταγή με αριθμ. ....... με ημερομηνία εκδόσεως την 30.05.2010, πληρωτέα από την ........, για την οποία εκδόθηκε η 178/2010 ως άνω διαταγή πληρωμής) και 5.500,00 ευρώ (επιταγή με αριθμ. ...... με ημερομηνία εκδόσεως την 30.09.2010, πληρωτέα από την ........., για την οποία εκδόθηκε η 178/2010 ως άνω διαταγή πληρωμής), αντίστοιχα, κατασχέθηκε, με επίσπευση της καθ' ης, με την 605/16.05.2011 κατασχετήρια έκθεση, που συντάχθηκε από τη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Καβάλας, Αικατερίνη Κρόκου - Στελλίου, το κάτωθι περιγραφόμενο ακίνητο, που ανήκει στον αιτούντα, ήτοι ένα διαμέρισμα του πρώτου πάνω από τον ισόγειο ορόφου, εκτάσεως 119,98 τ.μ., το οποίο αποτελείται από τρία δωμάτια, τραπεζαρία, καθιστικό, κουζίνα, χολ, λουτροαποχωρητήριο και μία αποθήκη με ποσοστό συνιδιοκτησίας 40% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο. Το διαμέρισμα βρίσκεται επί διώροφης οικοδομής με κεραμοσκεπή αποτελούμενη από τον ισόγειο όροφο εκτάσεως 119,98 τ.μ., που είναι γιαπί και τον πρώτο πάνω από ισόγειο όροφο εκτάσεως 119,98 τ.μ. Και την αέρινη στήλη. Η οικοδομή είναι κτισμένη στο ... οικόπεδο που βρίσκεται στο Κοκκινόχωμα Καβάλας στο ... Ο.Τ., εκτάσεως 582 τ.μ. που συνορεύει Β, ΒΑ, ΝΑ με το ... οικόπεδο του ίδιου Ο.Τ. και Δ, ΝΔ με δρόμο. Το προπεριγραφέν ακίνητο, που περιήλθε στον αιτούντα με το 2840/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καβάλας Αγαθής Τιμοθέου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ήδη εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που έχει οριστεί για την 6η Ιουλίου 2011, συνταχθείσας σχετικώς και της 607/24.05.2011 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας. Η αξία του άνω ακινήτου εκτιμήθηκε ότι ανέρχεται στο ποσό των 90.000,00 ευρώ, η δε τιμή πρώτης προσφοράς του ορίστηκε στο ποσό των 61.000,00 ευρώ. Σημειώνεται, πως για την αγορά και αξιοποίηση του άνω ακινήτου ο αιτών έλαβε δύο στεγαστικά δάνεια από την τραπεζική ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "........", ήδη ........, το οφειλόμενο υπόλοιπο των οποίων ανερχόταν στις 17.09.2010, σε 25.981,57 ευρώ (21.648,66 ευρώ άληκτο κεφάλαιο, 2.989,56 ευρώ ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και 1.184,58 ευρώ ληξιπρόθεσμοι τόκοι) και 18.732,95 ευρώ (16.059,37 ευρώ άληκτο κεφάλαιο, 1.605,45 ευρώ ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και 922,47 ευρώ ληξιπρόθεσμοι τόκοι), αντίστοιχα. Για το λόγο αυτό στο εν λόγω ακίνητο έχουν εγγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της άνω Τράπεζας, για τα ποσά των 24,360.000 δρχ. και 36.625,00 ευρώ, εγγραφείσες στις 24.05.2000 και 12.02.2002, αντίστοιχα, με βάση τις 524/2000 και 245/2002 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά των άνω πράξεων εκτέλεσης, δηλαδή της 605/16.05.2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της 607/06.07.2011 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Αικατερίνης Κρόκου-Στελλίου, ο αιτών άσκησε παραδεκτώς και εμπροθέσμως (άρθρο 934 § 1 περ. β' ΚΠολΔ) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 160/27.05.2011 ανακοπή, που επιδόθηκε στην καθ' ης στις 30.05.2011 (βλ. την 833B'/30.05.2011 έκθεση επίδοσης, που συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας, Παναγιώτη Τσιρίδη). Δικάσιμος για τη συζήτηση της ανακοπής ορίστηκε η 3η Απριλίου 2012.
Με την ανακοπή του ο αιτών ισχυρίζεται, ότι υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι (όπως εκτιμώνται τα διαλαμβανόμενα στην ανακοπή του από το Δικαστήριο) τυ ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία, του ιδίου και της οικογένειας του, αλλά και το μοναδικό ακίνητο αυτού και της συζύγου του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία τους και επομένως ακύρως και καταχρηστικώς επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Ο λόγος αυτός, είναι νόμιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω υπό 3 νομική σκέψη, στηριζόμενος στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ, πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος από το Δικαστήριο της ανακοπής.
Ειδικότερα, πιθανολογείται, ότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την πτωχευτική ικανότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010. Συγκεκριμένα, πιθανολογείται, ότι ο αιτών ασχολείται ως οικοδόμος με οικοδομικές εργασίες, εργαζόμενος πάντοτε αυτοπροσώπως, παρέχοντας δηλαδή την προσωπική του εργασία, χωρίς να διατηρεί κάποια οργανωμένη επιχείρηση εγκατεστημένη σε συγκεκριμένο χώρο, ούτε απασχολεί ο ίδιος εργατικό προσωπικό και δεν διαθέτει μηχανικές ή άλλες εγκαταστάσεις. Επιπλέον, δεν διαμεσολαβεί στην κυκλοφορία των οικοδομικών υλικών κατά τρόπο που να φέρει τα στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου. Δεν υφίσταται, δηλαδή, από την πλευρά του κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγοραζόμενων υλών για την κατασκευή του οικοδομικού έργου και της εργασίας των χρησιμοποιούμενων από τον εργοδότη κύριο του εκάστοτε ακινήτου τρίτων προσώπων και των μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων. Αυτός είναι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., ακριβώς λόγω της αυτοπρόσωπης εργασίας του και όχι στον Ο.Α.Ε.Ε. - πρώην ΤΕΒΕ (βλ. σχετ. και ΣτΕ 2710/2009 ΤρΝομΠλ Νόμος). Μάλιστα, τα τελευταία έτη, λόγω της οικονομικής κρίσης και της δραστικής μείωσης των οικοδομικών εργασιών, έχει περιοριστεί σοβαρά το αντικείμενο της εργασίας του, με αποτέλεσμα να λαμβάνει περιστασιακά και επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ. (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα δελτίων ανεργίας του με ημερομηνίες εγγραφής 02.01.2008, 11.02.2009, 10.09.2010 και 01.03.2011 για τα αναφερόμενα μερικότερα διαστήματα των άνω ετών). Διάφορο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο αιτών συνάπτει συμβάσεις έργου με τους εκάστοτε εργοδότες που αναθέτουν και σε αυτόν, όπως και σε άλλους εργάτες οικοδόμους την κατασκευή κάποιου κτίσματος ή από το ότι εκδίδει αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ή ότι έχει κάνει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. έναρξη επαγγέλματος για "οικοδομικές εργασίες". Επίσης, δεν αναιρεί την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ο αιτών αναλάμβανε έναντι της καθ' ης να εξοφλήσει ο ίδιος τα τιμολόγια πώλησης των οικοδομικών υλικών (τσιμέντου) που αυτή πωλούσε προς τους πελάτες της εργοδότες των εκάστοτε κατασκευαζόμενων οικοδομικών έργων στα οποία συμμετείχε αποκλειστικά με την παροχή της προσωπικής του εργασίας ως οικοδόμος και ο αιτών (για την εξασφάλιση τέτοιων απαιτήσεων μάλιστα εκδόθηκαν και οι επίδικες επιταγές), αφού τούτο γινόταν προς απλή εξυπηρέτηση των εργοδοτών, στο όνομα των οποίων και εκδίδονταν άλλωστε τα τιμολόγια αυτά, αφού αφορούσαν δικές τους πραγματικά συναλλαγές και αυτοί στη συνέχεια κατέβαλαν τα ποσά τους στον αιτούντα μαζί με την αμοιβή του για τις εργασίες του. Γι' αυτή του δε τη "μεσολάβηση" ως αντιπροσώπου του εργοδότη ο αιτών ουδέν κέρδος πιθανολογείται ότι αποκόμιζε. Περί των ανωτέρω περιστατικών κατέθεσε και ο μάρτυρας του αιτούντος, που ήταν ένας από τους εργοδότες στους οποίους είχε εργαστεί στο παρελθόν ως οικοδόμος ο αιτών, χωρίς να αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο και δη ούτε και από τη χωρίς όρκο εξέταση της εκπροσώπου της καθ' ης. Και βέβαια δεν παραλλάσσει η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι ο αιτών είχε συνάψει την κατωτέρω αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με την Τράπεζα ".........." ήδη ........ (που μάλιστα καταγγέλθηκε σας 08.09.2007), αφού μόνο η κατάρτιση της σύμβασης αυτής (ή και επιχειρηματικών δανείων κλπ.) δεν καθιστά αυτόν έμπορο.
Εξάλλου, το χρέος του προς την καθ' ης η αίτηση δεν ανελήφθη κατά τον τελευταίο χρόνο, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο πραγματικός χρόνος εκδόσεως των επίδικων επιταγών, που παραδόθηκαν μάλιστα από τον αιτούντα στην καθ' ης εν μέρει σε αντικατάσταση προγενέστερων που δεν πληρώθηκαν, είναι ο μήνας Φεβρουάριος του έτους 2010, ενώ δεν πιθανολογείται ότι ο καθ' ου δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπρόθεσμου αυτού χρέους του, στοιχείο άλλωστε που δεν επικαλείται και η καθ' ης η αίτηση. Το κατασχεθέν ακίνητο είναι η κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειάς του, δηλαδή της συζύγου του, ......... και της ανήλικης (γεννηθείσας στις 09.11.1995) θυγατέρας του, ........... Και ναι μεν ο αιτών είναι κύριος και του ισογείου ορόφου της ίδιας πιο πάνω οικοδομής, που όμως είναι ακόμη γιαπί, δεν έχει δηλαδή ολοκληρωθεί, η κατασκευή του και δεν μπορεί στην κατάσταση που βρίσκεται να χρησιμεύσει ως κατοικία αυτού και της οικογενείας του. Επιπλέον, ο αιτών είναι κύριος και της αέρινης στήλης της πιο πάνω οικοδομής, ενώ η σύζυγός του είναι κυρία ενός οικοπέδου, εμβαδού 533,43 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό Ξηροποτάμου Σαμοθράκης Εβρου. Περαιτέρω κατά την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, η κατοικία αυτή του οφειλέτη - αιτούντος δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό, το οποίο αιρορολόγητο όριο ανέρχεται, με βάση τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν. 3842/2010, για έγγαμο όπως εν προκειμένω ο αιτών με δύο τέκνα, σε 250.000,00 ευρώ γι' αυτόν και 25.000,00 ευρώ για κάθε τέκνο του.
Εξάλλου, το επίδικο χρέος του αιτούντος δεν πιθανολογείται ότι είναι χρέος που πηγάζει από αδικοπραξία που τελέστηκε με δόλο, ενόψει, του ότι η ένδικη αξίωση της καθ' ης προέρχεται από τις οικίες διατάξεις του νόμου περί επιταγής (5960/1933) και όχι από τις σαφώς διακεκριμένες και αυτοτελείς διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ), τις οποίες και δεν επέλεξε η καθ' ης, η οποία, αντιθέτως, προτίμησε, να προβεί στην έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του αιτούντος, ο δε αιτών έχει ήδη περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Τούτο, καθόσον, πέραν των άνω από καιρού ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς την καθ' ης, αλλά και των προαναφερθεισών οφειλών του προς την ".........." (νυν .......), ήδη καθυστερεί και την αποπληρωμή των ακόλουθων λοιπών ληξιπρόθεσμων χρεών του: α) Προς τη .........., προερχομένων από δύο επιχειρηματικά δάνεια 1.941,78 ευρώ και 187,98 ευρώ, αντίστοιχα, β) προς την ......... προερχομένου από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταγγέλθηκε στις 08.09.2007, 23.728,21 ευρώ και από πιστιοτική κάρτα 3.283,18 ευρώ, γ) προς το .......... προερχομένων από δύο πιστωτικές κάρτες 11.958,90 ευρώ και 3.649,30 ευρώ, αντίστοιχα, δ) προς την .........., 34.796,23 ευρώ προερχομένου από επιχειρηματική πίστωση, 23.106,19 ευρώ προερχομένου από εγγύηση σε επιχειρηματική πίστωση, 6.747,08 ευρώ, 5.125,12 ευρώ, 4.600,74 ευρώ, 12.447,57 ευρώ, 5.994,09 ευρώ, προερχομένων από πιστωτικές κάρτες, 24.398,88 ευρώ και 5.519,14 ευρώ προερχομένων από καταναλωτικά δάνεια, ε) προς την "........." 18.632,88 ευρώ, 16.669,55 ευρώ και 1.538,17 ευρώ προερχομένων από πιστωτικές κάρτες και 22.497,20 ευρώ προερχομένου από επαγγελματικό δάνειο, στ) προς την .......... 2.541,35 ευρώ προερχομένου από πιστωτική κάρτα, 2.815,36 ευρώ προερχομένου από καταναλωτικό δάνειο, 7.396,34 ευρώ και 6.810,13 ευρώ προερχομένων από πιστωτικές κάρτες και ζ) προς την ......... 17.922,52 ευρώ προερχομένων από πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικό δάνειο. Υπερβαίνουν δηλαδή οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος το ποσό των 325.000,00 ευρώ.
Ηδη δε ο αιτών καταβάλει προσπάθεια να επιτευχθεί εξωδικαστικός συμβιβασμός με τους δανειστές του, που, όπως και η αποτυχία αυτής, κατά το τελευταίο πριν την υποβολή της αίτησης εξάμηνο, αποτελεί προϋπόθεση για την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου υποβολή αίτησης του οφειλέτη για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή, σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου (βλ. και ΜονΠρΒολ 2202/2010 ΕφΑΑ 2010.1123). Εχει δε σταλεί στους περισσότερους από τους δανειστές του, μεταξύ των οποίων και στην καθ' ης, αίτηση για εξωδικαστικό συμβιβασμό, στην οποία έχει απαντήσει με αντιπρόταση μόνο το .........
Επομένως, εφόσον πιθανολογείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και δύναται αυτός να υποβάλει και αίτηση εκκαθάρισης με εξαίρεση από την εκποίηση του επίδικου ακινήτου του που αποτελεί την κύρια κατοικία του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου αυτού, προϋπόθεση πάντως για την οποία (εξαίρεση) είναι να αναλάβει ο αιτών - οφειλέτης με το μέσο επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου και χωρίς ανατοκισμό για χρονικό διάστημα που μπορεί να φθάνει μέχρι 20 έτη, την εξυπηρέτηση χρέους που μπορεί να ανέρχεται μέχρι το 85% της εμπορικής αξίας της κατοικίας, όπως αύτη θα αποτιμηθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο εν λόγω άρθρο, και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του νομοθέτη, ο οποίος προέκρινε την προστασία της κύριας ή της μοναδικής υπό την άνω έννοια κατοικίας των μη εμπόρων οφειλετών, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, δίνοντας, σε αυτούς τη δυνατότητα να τα ρυθμίσουν, διασφαλίζοντας σε αυτούς ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, παράλληλα υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών, πιθανολογείται ότι ακύρως επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από την καθ' ης σε βάρος του πιο πάνω ακινήτου του αιτούντος.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να ανασταλεί η επισπευδόμενη από την καθ' ης, σε βάρος της αιτούντος, αναγκαστική εκτέλεση, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας από τον αιτούντα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως άνω με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 160/2011 ανακοπής κατά της εκτέλεσης, χωρίς την παροχή εγγυήσεως (βλ. Π. Γέσιου Φαλτσή, ό.π., παρ. 43, αριθμ. 27-30, σελ. 803-806) και υπό τον όρο της συζήτησης αυτής κατά την άνω ορισθείσα δικάσιμο της 3ης Απριλίου 2012, ενόψει και του ότι πιθανολογείται περαιτέρω, ότι ο αιτών θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αν συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης πριν από την πάροδο της ημερομηνίας αυτής. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, καθόσον η καθ' ης (που θα μπορούσε κατ' άρθρο 178 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων να ζητήσει την καταδίκη του αντιδίκου του στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων), δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται από την καθ' ης σε βάρος του αιτούντος, με την 605/16.05.2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και την 607/24.05.2011 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, οι οποίες συντάχθηκαν από τη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Καβάλας Αικατερίνη Κρόκου - Στελλίου, και με βάση τις οποίες επισπεύδεται πλειστηριασμός του περιγραφόμενου στο σκεπτικό ακινήτου του αιτούντος που ορίσθηκε για τις 06 Ιουλίου 2011, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας από τον αιτούντα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως άνω με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 160/2011 ανακοπής κατά της εκτέλεσης και υπό τον όρο της συζήτησης αυτής κατά την άνω ορισθείσα δικάσιμο της 3ης Απριλίου 2012.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Καβάλα, την 30η Ιουνίου 2011, σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριό του συνεδρίαση, με παρούσα τη γραμματέα Ευθυμία Μπαταλογιάννη (για τη δημοσίευση) και απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Σχόλια