Αντισυνταγματικές οι διατάξεις του (προϊσχύσαντος) Δικηγορικού Κώδικα που ορίζουν προθεσμία (εξάμηνη ή σε κάθε περίπτωση πενταετή) από τη λήψη του πτυχίου για την εγγραφή πτυχιούχου νομικής στα μητρώα ασκουμένων (με αντίθετες γνώμες μειοψηφίας). - 3340/2013 ΣτΕ (Ολομ)

                            
https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
                      Αριθμός 3340/2013
 ΤΟ  ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
                                                     ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κων. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε.
Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. ....
Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ρ. Γιαννουλάτου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι, Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος καθώς και η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26
παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

 Για να δικάσει την από 20 Ιανουαρίου 2009 αίτηση:

 του ................................., κατοίκου Λάρισας (........), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά του  Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, που εδρεύει στο Μέγαρο Δικηγόρων Λάρισας, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Στυλιανό Καλογερά (Α.Μ. 585 Δ.Σ. Λάρισας), που τον διόρισε με πρακτικό του Διοικητικού του Συμβουλίου,

 και κατά των παρεμβαινόντων : 1)...................., κατοίκου Λάρισας (............), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο (Α.Μ. 17003), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 2) Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα (Ακαδημίας 60), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Αλέξανδρο Λεοντόπουλο-Βαμβέτσο (Α.Μ. 20252), που τον διόρισε με πρακτικό του Διοικητικού του Συμβουλίου.

 Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστήριο, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1384/2012 αποφάσεως του Γ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

 Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 1/15.1.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Μ. Βηλαρά.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του καθ’ ου Δικηγορικού Συλλόγου και τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου                                                       κα ι

        Α φ ο ύ    μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

                                 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του Ν. 3719/2008 (Α΄ 214) των Συμβούλων Μαρίας - Ελένης Κωνσταντινίδου και Κωνσταντίνου Κουσούλη, τακτικών μελών της συνθέσεως που εκδίκασε την ανωτέρω υπόθεση, λαμβάνουν μέρος αντ’ αυτών στη διάσκεψη, ως τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Θεόδωρος Αραβάνης και Μιχαήλ Πικραμένος, αναπληρωματικά, μέχρι τώρα, μέλη της συνθέσεως (βλ. Πρακτικό διασκέψεως της Ολομέλειας 130/2013).

 2. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (374947/2009 ειδικό έντυπο παραβόλου).

 3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 1/15.1.2009 (θέμα 14ο) αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η 369/2.9.2008 αίτηση του αιτούντος να εγγραφεί στο Μητρώο Ασκουμένων του εν λόγω Δικηγορικού Συλλόγου.

 4. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν
της 1384/2012 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, σε επταμελή σύνθεση, με την οποία
παραπέμφθηκε προς επίλυση στην Ολομέλεια, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 100 παρ.
5 του Συντάγματος και του άρθρου 14, παρ. 2, περίπτ. β΄, του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), το ζήτημα
της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων
(Ν.Δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 723/1977. Η
απόφαση αυτή της επταμελούς συνθέσεως του Γ΄ Τμήματος εκδόθηκε κατόπιν της 2464/2010
αποφάσεως του Τμήματος σε πενταμελή σύνθεση.

 5. Επειδή, στη διάταξη της παρ. 1, του άρθρου 1, του Ν. 2479/1997 (Α΄ 67) ορίζεται ότι: «1.α. Σε
δίκη ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας
της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ή της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία, εν
όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης τίθεται ζήτημα αν
διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν
παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο
συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη
ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία
είναι διάδικοι. Δικαίωμα άσκησης παρέμβασης έχει σε κάθε περίπτωση ο Υπουργός Δικαιοσύνης
εφόσον δεν είναι ήδη διάδικος… β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται
να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας
που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα
αυτόν. γ…». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της
Επικρατείας έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις
προσώπων, όταν τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή
όχι. Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος
σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού έννομο δε συμφέρον κατά τις ως άνω διατάξεις
θεμελιώνεται μόνον όταν ο παρεμβαίνων είναι διάδικος ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού
σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης όπου εκκρεμεί το αυτό νομικό ζήτημα (ΣτΕ
3177/2007 Ολομ., πρβλ. ΑΕΔ 3, 4/2007). Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση, αναπτύσσονται
ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα, τα οποία αναφέρονται αποκλειστικά σε ζητήματα
συνταγματικότητας τα οποία έχουν τεθεί, η δε μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση δεν επάγεται
έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα (ΣτΕ 189/2007 Ολομ.).

 6. Επειδή, ο ........., με το από 24.9.2012 δικόγραφο (αριθ. καταθ. 627/24.9.2012) παρεμβαίνει
στην παρούσα δίκη ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, προβάλλοντας,
αφενός, ότι εκκρεμεί, ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, αίτηση του ιδίου (αριθμ. καταθ.
3477/14.5.2008) περί ακυρώσεως αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού
Συλλόγου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε αίτημά του να εγγραφεί στο Μητρώο ασκουμένων
του εν λόγω Συλλόγου και, αφετέρου, ότι στην εκκρεμή αυτή δίκη τίθεται, όπως και στην
παρούσα δίκη, το ίδιο νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας των προαναφερόμενων διατάξεων
των άρθρων 4 και 5 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Με τα δεδομένα αυτά, η επίμαχη
παρέμβαση ασκείται με έννομο συμφέρον, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1
του Ν. 2479/1997 και, κατά τα λοιπά, παραδεκτώς.

 7. Επειδή, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, με το από 20.2.2013 δικόγραφο (αριθ. καταθ.
173/21.2.2013) παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξεως το πρώτον ενώπιον
της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για την θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός
του, επικαλείται, αφενός, την κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων δυνατότητα
μετεγγραφής ασκουμένου από ένα δικηγορικό σύλλογο σε άλλον και, αφετέρου, την κατά το
άρθρο 199 περίπτ. δ΄ του ιδίου Κώδικα μέριμνα των δικηγορικών συλλόγων «περί παντός
ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου… ως επαγγελματικήν
τάξιν…», σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η κρίση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας
στην παρούσα υπόθεση δεν θα επηρεάσει μόνο τον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας αλλά το σύνολο
των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, μεταξύ των οποίων και ο μεγαλύτερος πληθυσμιακά
Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, του οποίου ο Πρόεδρος εκπροσωπεί, σύμφωνα με το άρθρο 206
του Κώδικα περί Δικηγόρων και την Ολομέλεια των Προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της
χώρας. Η παρέμβαση αυτή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί παρέμβαση
ασκηθείσα κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2479/1997, διότι ελλείπει μια από τις προϋποθέσεις
εφαρμογής της διατάξεως αυτής, εφόσον ούτε από τον φάκελο προκύπτει, ούτε ο παρεμβαίνων
Σύλλογος ισχυρίζεται ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή
άλλου δικαστηρίου της διοικητικής δικαιοσύνης, στην οποία να έχει τεθεί το ζήτημα της
συνταγματικότητας των άρθρων 4 και 5 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (βλ. ΣτΕ 3177/2007
Ολομ., σκ. 6). Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 44, 54
και 56 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ήδη ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 8
παρ. 1 και 2 του Ν. 3919/2011 (Α΄ 32), ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του
όχι μόνο στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αλλά και σε
περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων, καθώς και ότι η εγγραφή στα βιβλία ασκουμένων
δικηγόρων ζητείται με τελικό σκοπό την κτήση της άδειας ασκήσεως του δικηγορικού
λειτουργήματος, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 1 του π.δ/τος
18/1989 (Α΄ 8), ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών υπέρ του κύρους πράξεως, όπως η
προσβαλλόμενη, με την οποία απορρίπτεται αίτημα εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων άλλου
δικηγορικού συλλόγου (πρβλ. ΣτΕ 3177/2007 Ολομ., σκ. 7, 2770/2011 Ολομ., σκ. 8).

 8. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Καθένας έχει
δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική,
οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν
παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 25, όπως η
παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής
των Ελλήνων (ΕτΚ Α΄, φ. 84/17-4-2001), «Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το
Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του
κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο,
εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου,
στο άρθρο 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, ΕτΚ Α΄, φ. 235), όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 723/1977 (ΕτΚ Α΄, φ. 300), προβλέπεται, μεταξύ άλλων,
ότι δικηγόρος διορίζεται αυτός που έχει επιτύχει σε εξέταση επί πρακτικών θεμάτων η οποία
διεξάγεται στην έδρα εκάστου εφετείου μετά από προκήρυξη του Υπουργού Δικαιοσύνης ( παρ. 2),
δικαίωμα δε συμμετοχής στην εξέταση έχει αυτός που έχει αποκτήσει πτυχίο του νομικού
τμήματος της νομικής σχολής ελληνικού ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου ομοταγούς πανεπιστημίου,
έχει συμπληρώσει πρακτική άσκηση δεκαοκτώ μηνών σε δικηγόρο και έχει ηλικία όχι ανώτερη των
35 ετών ( παρ. 3). Στο άρθρο 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.
723/1977 και στη συνέχεια με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του ν. 1968/1991 (ΕτΚ Α΄,φ. 150),
ορίζεται ότι: «Ο πτυχιούχος οφείλει εντός εξαμήνου από της λήψεως του πτυχίου του να ζητήση
την εγγραφήν του εις ειδικόν βιβλίον του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου ασκήσεως, προσάγων
το πτυχίον αυτού ως και βεβαίωσιν του παρ' ω ήρξατο ασκούμενος δικηγόρου. Από της εγγραφής
ταύτης λογίζεται αρξαμένη η άσκησις. Δεν μπορεί να γραφτεί στο ειδικό βιβλίο ασκουμένων του
οικείου δικηγορικού συλλόγου αυτός που συμπλήρωσε το 33ο έτος της ηλικίας του, εκτός αν
πρόκειται για τυφλούς που έχουν αναπηρία 100% ή για ομοεθνείς φυγάδες προερχόμενους από την
Αλβανία για τους οποίους η εγγραφή επιτρέπεται μέχρι τη συμπλήρωση και του 45ου έτους. Η
συμπλήρωσις λογίζεται επελθούσα την 31ην Δεκεμβρίου του αντιστοίχου έτους». Τέλος, στο άρθρο
5 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 723/1977, ορίζεται ότι: «1.
Εκπρόθεσμος εγγραφή επιτρέπεται, κατ' εξαίρεσιν, δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά
σύμφωνον γνώμην του Πειθαρχικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και ιδίως
ένεκα νόσου, στρατιωτικής υπηρεσίας, συνεχίσεως σπουδών εν τη αλλοδαπή και ετέρων
δεδικαιολογημένων περιστάσεων. Η άσκησις ασυμβιβάστου εργασίας κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν
δύναται να θεωρηθή ως δεδικαιολογημένη περίστασις. 2. Παρελθούσης πενταετίας από της
λήψεως του πτυχίου αποκλείεται εγγραφή πτυχιούχου εις τα βιβλία ασκουμένων».

 9. Επειδή, όταν περιορισμός που θεσπίζεται από το νόμο δεν αφορά απλώς την άσκηση, αλλά την
πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της
αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής του για την
επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού. Εν προκειμένω, ο επιδιωκόμενος από το άρθρο
5 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων σκοπός της μη αποξενώσεως του πτυχιούχου νομικού
τμήματος και υποψήφιου δικηγόρου από τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις, τις οποίες απέκτησε
κατά τη φοίτησή του στο πανεπιστήμιο και οι οποίες είναι απαραίτητες για την άσκηση του
δικηγορικού λειτουργήματος ( βλ. την εισηγητική έκθεση του ν. 723/1977) αποτελεί νομοθετικό
σκοπό δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί καταρχήν τη ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη.
Δεν διαπιστώνεται όμως, κατά τρόπο εμφανή, η προσφορότητα της ως άνω ρυθμίσεως, δηλαδή
του απόλυτου κωλύματος εγγραφής πτυχιούχου νομικού τμήματος στο βιβλίο ασκουμένων του
οικείου δικηγορικού συλλόγου μετά την πάροδο πέντε ετών από την κτήση του πτυχίου του, ως
προς την εξυπηρέτηση του νομοθετικού σκοπού της διασφαλίσεως εισόδου στη δικηγορία
προσώπων με επιστημονική κατάρτιση και ικανότητα, δοθέντος μάλιστα ότι ο προαναφερόμενος
νομοθετικός σκοπός εξυπηρετείται ήδη από το προβλεπόμενο στον Κώδικα περί Δικηγόρων (βλ.
άρθρα 6 επ., 13 επ., 19 επ.) στάδιο της δεκαοκτάμηνης πρακτικής ασκήσεως του ασκουμένου
δικηγόρου και την, εν συνεχεία, διαδικασία γραπτών και προφορικών εξετάσεων σε νομικά
μαθήματα, ο δε διορισμός του ασκουμένου ως δικηγόρου εξαρτάται τελικώς από την επιτυχία του
στις εν λόγω εξετάσεις. Ενόψει αυτών, ο ανωτέρω απόλυτος περιορισμός δεν παρίσταται
πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου νομοθετικού σκοπού και επομένως η διάταξη
του άρθρου 5 παρ.2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το
άρθρο 3 του ν. 723/1977, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, σε συνδυασμό προς τη
διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος με την οποία προστατεύεται η επαγγελματική
ελευθερία και ως εκ τούτου ο εν λόγω περιορισμός δεν είναι εφαρμοστέος (ΣτΕ, Ολομ. 3177/2007).
10. Επειδή, παραλλήλως προς τον απόλυτο περιορισμό που εισάγεται με την ως άνω διάταξη του
άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 4 και 5
παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αφενός, επιβάλλουν την εγγραφή των πτυχιούχων των νομικών σχολών
στο βιβλίο ασκουμένων του οικείου δικηγορικού συλλόγου εντός εξαμήνου από τη λήψη του
πτυχίου και, αφετέρου, επιτρέπουν και την πέραν του εξαμήνου εγγραφή, εφόσον συντρέχει ένας
εκ των αναφερομένων ενδεικτικών λόγων ή άλλη «δεδικαιολογημένη περίστασις» και παρασχεθεί η
σχετική άδεια με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του Πειθαρχικού
Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται περιορισμός, ο
οποίος, αν και δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα αφού παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης από την
εφαρμογή του, επίσης δεν αφορά απλώς την άσκηση αλλά την πρόσβαση στο επάγγελμα του
δικηγόρου και του οποίου, συνεπώς, η θέσπιση είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή υπό τις
μνημονευόμενες στην προηγούμενη σκέψη προϋποθέσεις που απορρέουν από την αρχή της
αναλογικότητας. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πάροδος του ιδιαίτερα
σύντομου χρονικού διαστήματος των έξι μηνών από τη λήψη του πτυχίου δεν οδηγεί σε
αποξένωση του πτυχιούχου νομικού τμήματος από τις γνώσεις που απέκτησε από τις σπουδές του.
Περαιτέρω, όπως εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, ο νομοθετικός σκοπός της μη αποξενώσεως
του πτυχιούχου και υποψήφιου δικηγόρου από τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις που απέκτησε
στο πανεπιστήμιο και είναι απαραίτητες για την πρακτική άσκηση που απαιτείται προς απόκτηση
των ουσιαστικών προσόντων για την άσκηση τελικά του δικηγορικού λειτουργήματος,
εξυπηρετείται από το προβλεπόμενο στον Κώδικα περί Δικηγόρων (βλ. άρθρα 6 επ., 13 επ., 19 επ.)
στάδιο δεκαοκτάμηνης πρακτικής ασκήσεως του ασκούμενου δικηγόρου και την, εν συνεχεία,
διαδικασία γραπτών και προφορικών εξετάσεων σε νομικά μαθήματα, ο δε διορισμός του
ασκούμενου ως δικηγόρου εξαρτάται τελικά από την επιτυχία του στις εν λόγω εξετάσεις. Με τα
δεδομένα αυτά, ο επίμαχος χρονικός περιορισμός παρίσταται απρόσφορος και ως εκ τούτου μη
αναγκαίος για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου νομοθετικού σκοπού και, επομένως, οι ως άνω
διατάξεις των άρθρων 4 και 5 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύουν, αντίκεινται στην αρχή
της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου
5 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία προστατεύεται και η επαγγελματική ελευθερία. Αν και
κατά τη γνώμη των Συμβούλων Δ. Αλεξανδρή και Φ. Ντζίμα, οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες
ορίζεται εξάμηνη προθεσμία από τη λήψη του πτυχίου για την εγγραφή πτυχιούχου νομικής στο
βιβλίο ασκουμένων δικηγόρων, αποσκοπούν στην άμεση σύνδεση των σπουδών που έχει
πραγματοποιήσει ο πτυχιούχος νομικής με την πρακτική άσκησή του ως υποψήφιου δικηγόρου.
Και τούτο διότι η μη αποξένωση του πτυχιούχου νομικής και υποψήφιου δικηγόρου από τις ειδικές
επιστημονικές γνώσεις, τις οποίες απέκτησε κατά τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο, είναι
απαραίτητες για την πρακτική άσκηση που απαιτείται προς απόκτηση των ουσιαστικών
προσόντων για την άσκηση τελικά του δικηγορικού λειτουργήματος. Ενόψει του ανωτέρω
σκοπού δημοσίου συμφέροντος με τον οποίο επιδιώκεται η άμεση σύνδεση των σπουδών στη
νομική σχολή με την πρακτική άσκηση, οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες οργανώνεται σύστημα
ταχείας ενάρξεως της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος και εισάγεται σχετικός, μόνον,
περιορισμός για την πρόσβαση στο επάγγελμα, που είναι δυνατό να αρθεί με την επίκληση εκ
μέρους του πτυχιούχου της νομικής σχολής των ως άνω οριζομένων λόγων, δεν αντίκεινται στην
κατοχυρούμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος επαγγελματική ελευθερία, ούτε στην κατά
το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ( βλ. ΣτΕ 2140/2008, 2365/2010).
Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Μιχ. Πικραμένου, προς την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Σ.
Βιτάλη, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 4 και της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα περί
Δικηγόρων, κατά το μέρος που ορίζουν εξάμηνη προθεσμία από τη λήψη του πτυχίου για την
εγγραφή πτυχιούχου νομικής στο βιβλίο ασκουμένων δικηγόρων και καθορίζουν ειδική διαδικασία
εξέτασης, από όργανο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, των λόγων για τους οποίους ο
πτυχιούχος κατέθεσε αίτηση εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων μετά την πάροδο του ως άνω
εξαμήνου, δεν αντίκεινται στην κατοχυρούμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος
επαγγελματική ελευθερία ούτε στην κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της
αναλογικότητας. Και τούτο διότι αποσκοπούν στην άμεση σύνδεση των σπουδών που έχει
πραγματοποιήσει ο πτυχιούχος νομικής με την πρακτική άσκησή του ως υποψήφιου δικηγόρου,
δεδομένου ότι η μη αποξένωση του πτυχιούχου νομικής και υποψήφιου δικηγόρου από τις ειδικές
επιστημονικές γνώσεις, τις οποίες απέκτησε κατά τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο, είναι
απαραίτητες για την πρακτική άσκηση που απαιτείται προς απόκτηση των ουσιαστικών
προσόντων για την άσκηση τελικά του δικηγορικού λειτουργήματος, ενόψει δε του ανωτέρω
σκοπού δημοσίου συμφέροντος οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες οργανώνεται σύστημα ταχείας
έναρξης της άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, εισάγουν σχετικό, μόνον, περιορισμό για την
πρόσβαση στο επάγγελμα που είναι δυνατό να αρθεί με την επίκληση εκ μέρους του πτυχιούχου
της νομικής σχολής των ως άνω οριζομένων λόγων ( βλ. ΣτΕ 2140/2008, 2365/2010). Η διάταξη,
όμως, του τελευταίου εδαφίου, της παρ. 1, του άρθρου 5, του Κώδικα περί Δικηγόρων, η οποία
προβλέπει ότι ο ως άνω περιορισμός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αρθεί αν ο ενδιαφερόμενος
επικαλεσθεί ως δικαιολογημένη περίσταση για την εκπρόθεσμη, πέραν του εξαμήνου, εγγραφή του
στο βιβλίο ασκουμένων δικηγόρων, την άσκηση οποιασδήποτε εργασίας ασυμβίβαστης προς το
δικηγορικό λειτούργημα, ακόμη δηλαδή και εργασίας με αντικείμενο συναφές με τη νομική
επιστήμη, είναι αντίθετη προς τα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, διότι εισάγει
απόλυτο περιορισμό ο οποίος θίγει τον πυρήνα της επαγγελματικής ελευθερίας. Επομένως, το
αρμόδιο όργανο του οικείου δικηγορικού συλλόγου οφείλει να εξετάζει την αίτηση του
ενδιαφερομένου και, εφόσον προβάλλεται ως λόγος μη εμπρόθεσμης εγγραφής η άσκηση
ασυμβίβαστης εργασίας, πρέπει να αποφαίνεται, επί τη βάσει των προσκομιζομένων από τον
ενδιαφερόμενο στοιχείων, αν, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από τη λήψη του πτυχίου μέχρι
την υποβολή της εν λόγω αίτησης, ασχολήθηκε με αντικείμενο συναφές με τη νομική επιστήμη, σε
καταφατική δε περίπτωση οφείλει να τον εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων.

 11. Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών,
αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας σε αποστρατεία, ο οποίος απέκτησε το πτυχίο της Νομικής
Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στις 10.10.2001, ζήτησε, με την 369/2.9.2008
αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας να εγγραφεί στο Μητρώο ασκουμένων του εν
λόγω Συλλόγου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη, με τις ακόλουθες δύο
αιτιολογικές βάσεις: α) ότι ο αιτών όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων να
ζητήσει την εγγραφή του εντός εξαμήνου από τη λήψη του πτυχίου του, στην προκειμένη δε
περίπτωση έχει υπερβεί την εξάμηνη αυτή προθεσμία και β) ότι έχει παρέλθει η προσβαλλόμενη στο
άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων πενταετία από τη λήψη του πτυχίου του.

 12. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί στη σκέψη 9, είναι μη νόμιμη η δεύτερη
αιτιολογική βάση απορρίψεως της αιτήσεως του αιτούντος περί εγγραφής του στο μητρώο
ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, η οποία ερείδεται στην κριθείσα, ως αντίθετη
προς το Σύνταγμα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.723/1977, με την οποία αποκλείεται η εγγραφή
πτυχιούχου Νομικής στο μητρώο ασκουμένων μετά την πάροδο πέντε ετών από την κτήση του
πτυχίου του. Περαιτέρω, και η πρώτη αιτιολογική βάση απορρίψεως της ως άνω αιτήσεως του
αιτούντος, ερειδόμενη στο γεγονός ότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε μετά την πάροδο έξι μηνών από
την απόκτηση του πτυχίου του, είναι, ενόψει της αντιθέσεως προς το Σύνταγμα, κατά τα ήδη
εκτεθέντα στη σκέψη 10, των διατάξεων του άρθρου 4 και 5 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων,
όπως αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 723/1977, μη νόμιμη.

 13. Επειδή, μετά την επίλυση του ζητήματος της αντιθέσεως προς το Σύνταγμα των ως άνω
διατάξεων των άρθρων 4 και 5 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκαν,
αντίστοιχα, με τα άρθρα 2 και 3 του Ν.723/1977, υπέρ της απόψεως του παρεμβαίνοντος
............, η ασκηθείσα από αυτόν παρέμβαση ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της
Επικρατείας πρέπει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1
του Ν.2479/1997, το αντικείμενο της παρεμβάσεως αυτής εξαντλείται στην κατά τα ανωτέρω
επίλυση του προαναφερόμενου ζητήματος συνταγματικότητας.

 14. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να
γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να αναπεμφθεί η υπόθεση στον Δικηγορικό
Σύλλογο Λάρισας για νέα νόμιμη κρίση, σύμφωνα με το αιτιολογικό. Περαιτέρω, πρέπει να γίνει
δεκτή η ασκηθείσα ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας παρέμβαση του
................ και να απορριφθεί η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

 15. Επειδή, ο αιτών δεν παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον της
Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της οποίας εκδόθηκε η παρούσα απόφαση, ούτε
κατά τις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις της υποθέσεως επί των οποίων εκδόθηκαν οι 2464/2010 και
1384/2012 αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου και, επομένως, η επιβλητέα στον
Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας δικαστική δαπάνη υπέρ του αιτούντος πρέπει να καθορισθεί στο
ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

                                                 Δ ι ά  τ α ύ τ α

Επιλύει το παραπεμφθέν ζήτημα.

Κρατεί και επιλύει οριστικά την υπόθεση και δέχεται την υπό κρίση αίτηση.

Ακυρώνει την 1/15.1.2009 (θέμα 14ο) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού
Συλλόγου Λάρισας και αναπέμπει την υπόθεση στον εν λόγω Δικηγορικό Σύλλογο για νέα νόμιμη
κρίση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου.

Δέχεται την παρέμβαση του ..................

Απορρίπτει την παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Επιβάλλει στον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία
ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Επιβάλλει, συμμέτρως, στον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας και στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών
την δικαστική δαπάνη του παρεμβαίνοντος ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, η οποία
ανέρχεται στο ποσό των εξακοσίων σαράντα (640) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013

         Ο Πρόεδρος          Η Γραμματέας

    Κων. Μενουδάκος     Μ. Παπασαράντη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2013.

     Ο Πρόεδρος               Η Γραμματέας


    Σωτ. Αλ. Ρίζος             Μ. Παπασαράντη


ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

 Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω
απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα
άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

 Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ..............................................

        Ο Πρόεδρος               Η Γραμματέας






Σχόλια