Εφεση. Διαχρονικό δίκαιο. Εφόσον κατά το χρόνο δημοσίευσης της ερήμην απόφασης πρώτης συζήτησης με την τακτική διαδικασία χωρεί ανακοπή ερημοδικίας, είναι απαράδεκτη η έφεση, χωρίς παραίτηση ή ειδική πληρεξουσιότητα του υπογράψαντος την έφεση δικηγόρου ή έγκρισή της, χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα παραίτησης. Πρόσθετοι λόγοι. Υποχρεωτική η συνεκδίκαση με την έφεση, αλλά και η απόρριψη ως απαράδεκτων, αν η έφεση είναι απαράδεκτη. Αριθμός απόφασης 265/2006 ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ (Μεταβατική Έδρα Κω) - Κατά των ερήμων αποφάσεων που εκδόθηκαν (πριν από το ως άνω χρονικό σημείο) κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και κατά την τακτική διαδικασία η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την προθεσμία της έφεσης (......

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
265/2006 ΕΦ ΔΩΔ (435230)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Εφεση. Διαχρονικό δίκαιο. Εφόσον κατά το χρόνο δημοσίευσης της ερήμην απόφασης πρώτης συζήτησης με την τακτική διαδικασία χωρεί ανακοπή ερημοδικίας, είναι απαράδεκτη η έφεση, χωρίς παραίτηση ή ειδική πληρεξουσιότητα του υπογράψαντος την έφεση δικηγόρου ή έγκρισή της, χωρίς ειδική ....
πληρεξουσιότητα παραίτησης. Πρόσθετοι λόγοι. Υποχρεωτική η συνεκδίκασημε την έφεση, αλλά και η απόρριψη ως απαράδεκτων, αν η έφεση είναι  απαράδεκτη.

Αριθμός απόφασης 265/2006

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
(Μεταβατική Έδρα Κω)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Λαγουδιανάκη, Πρόεδρο Εφετών,
Νικόλαο Καραδημητρίου και Ελένη Φραγκάκη-Εισηγήτρια, Εφέτες και τη Γραμματέα
Κυριακή Χρυσοπούλου, δικαστική υπάλληλο του Πρωτοδικείου Κω.
   
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Κω στην Κω, την 17η
Μαΐου 2006, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση:
   
Της καλούσας-εκκαλούσας: Α. χήρας Α.Σ., κατοίκου Αθηνών, η οποία
παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιάκωβου Εψιμου (αρ. 29.520
γραμμάτιο προείσπραξης ΔΣ Κω).
   
Της καθής η κλήση-εφεσίβλητης: Μ. συζ. Α.Θ., κατοίκου Αττικής, η οποία
δεν παραστάθηκε.
   
Η εφεσίβλητη άσκησε κατά της εκκαλούσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω
την από  7-2-1986 και με αριθ. εκθ. κατ. 122/10-2-1986 αναγνωριστική
ακινήτου, αγωγή της. Το Δικαστήριο εκείνο με την 242/1986 οριστική απόφασή
του, που εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης δέχθηκε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως

ατής η εναγόμενη άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε απευθυνόμενη στο
παρόν, την ένδικη από 4-9-2002 και με αριθ. εκθ. κατ. 11/5-9-2002, έφεσή της,

αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου,
συνεδριάζοντος στη μεταβατική έδρα Κω με αριθ. εκθ. κατ. 119/10-9-2002, για
την συζήτηση δε αυτής που γράφτηκε νόμιμα στο πινάκιο ορίσθηκε δικάσιμος η
15-10-2003 κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω της απεργίας των δικαστικών
υπαλλήλων. Στη συνέχεια με την αριθ. εκθ. κατ. 185/18-11-2003 κλήση της
εκκαλούσας η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση κατά την δικάσιμο της
12-5-2004 και μετ` αναβολή κατά την δικάσιμο της 18-5-2005, κατά την οποία
προσδιορίσθηκαν για εκδίκαση και οι ασκηθέντες, εν τω μεταξύ, από 11-8-2004
και με αριθ. εκθ. κατ. 71/11-8-2004 πρόσθετοι λόγοι έφεσής της οπότε και
πάλιν ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω της απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων. Ηδη
με την από 19-5-2005 και με αριθ.εκθ.κατ. 65/19-5-2005 κλήση της εκκαλούσας,
η έφεση και οι πρόσθετοι επαναφέρονται προς περαιτέρω συζήτηση κατά την
αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση.
   
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε
νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των
διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις
γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.

Μελετησε Τη Δικογραφια

Σκεφθηκε Συμφωνα Με Το Νομο
   
Ι. (Α) Σύμφωνα με το αρ. 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις
προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε
εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως
απαράδεκτη και αυτεπάγγελτα. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής
είναι η έφεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία στρέφεται κατ` απόφασης που
δεν υπόκειται γενικά σε έφεση (είναι δηλ. ανέκκλητη - Εφ.Ναυπ. 478/1996 Δ
28.916, ΕφΠειρ 615/1997 ΕλλΔνη 40.383) ή που ειδικότερα δεν μπορεί να
προσβληθεί με έφεση κατά τον χρόνο άσκησης της τελευταίας (ΑΠ 1183/1987 ΝοΒ
36.1610). Εξάλλου σύμφωνα με το αρ. 24 ΕισΝΚΠολΔ το παραδεκτό των ενδίκων
μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης
κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της
προσβαλλομένης απόφασης. Από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο θα
κριθεί, αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για
ποιους λόγους επιτρέπεται κάθε ένα απ` αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα
ασκήσουν και κατά ποίων προσώπων πρέπει ν` απευθύνονται (ΕφΔωδ 116/1994
Δωδ.Νομ. τ.2. 67). Β) Επομένως, η οποτεδήποτε ασκούμενη έφεση κατ` ερήμην
απόφασης που εκδόθηκε κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και
κατά την τακτική διαδικασία πριν από την 28.5.1993, πριν δηλ, από την
αντικατάσταση και τροποποίηση των σχετικών διατάξεων με τους ν. 2149/1993 και

2207/1994, διέπεται από τις διατάξεις για τα ένδικα μέσα, όπως αυτές ίσχυαν
πριν από την αντικατάσταση τους, ως άνω. Ειδικότερα από τον συνδυασμό των
διατάξεων των άρθρων του ΚΠολΔ 513 παρ. 1 εδ β` και γ` που όριζε, ότι «σε
αποφάσεις που έχουν εκδοθεί ερήμην έφεση επιτρέπεται, αν εκδόθηκαν κατά την
πρώτη συζήτηση, εφόσον δεν επιτρέπεται πια ανακοπή ερημοδικίας. Αν όμως
εκδόθηκαν σε μεταγενέστερη συζήτηση, από τη δημοσίευση τους», 501 παρ.1, 502
παρ.1, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους ως άνω, με τις
διατάξεις των αρ. 98 εδ β, 104, 294, 297 - 299 συνάγεται ότι: (1) Κατά των
ερήμων αποφάσεων που εκδόθηκαν (πριν από το ως άνω χρονικό σημείο) κατά την
πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και κατά την
τακτική διαδικασία η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την
προθεσμία της έφεσης (οι προθεσμίες δηλ. αυτές κινούνται διαδοχικά, ενώ ως
προς τις ερήμην αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 28.5.1993 οι προθεσμίες της

ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης τρέχουν παράλληλα - Σ. Ματθία, Οι
πρόσφατες δικονομικές τροποποιήσεις ΕλΔνη 34,976 επ.) και κατά συνέπεια, εάν
ο ερημοδικασθείς διάδικος δεν παραιτηθεί, ρητά ή σιωπηρά, από το δικαίωμα
άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, δεν δικαιούται ν` ασκήσει έφεση, πριν παρέλθει
η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ή οποία αρχίζει κατά πάσα περίπτωση από

την κοινοποίηση της ερήμην απόφασης. (2) Η άσκηση από τον ερημοδικασθέντα
διάδικο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, απευθείας έφεσης, ενώ διαρκεί
ακόμη η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, έχει συγχρόνως και την

έννοια της σιωπηρής παραίτησης του διαδίκου από το δικαίωμα του για την
άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Όμως και για την σιωπηρή αυτή παραίτηση
απαιτείται, όταν γίνεται δια του πληρεξουσίου δικηγόρου που υπογράφει το
δικόγραφο της έφεσης, να έχει αυτός ειδική πληρεξουσιότητα. Η έλλειψη αυτή
αναπληρώνεται με την εκ των υστέρων έγκριση της σιωπηρής παραίτησης από τον
εκκαλούντα διάδικο, η οποία έχει αναδρομική ενέργεια καθιστώντας έγκυρη την,
γενομένη κατά τον ως άνω τρόπο, σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης
ανακοπής ερημοδικίας χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα. Τέτοια εκ των υστέρων
έγκριση συνάγεται και από την αυτοπρόσωπη παράσταση του εκκαλούντος διαδίκου
στο ακροατήριο, ο οποίος με τον διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου για την
εκπροσώπηση του κατά την συζήτηση της έφεσης του, θεωρείται έμμεσα, πλην
σαφώς, ότι εγκρίνει την γενομένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς ειδική
πληρεξουσιότητα, ως άνω σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα μη άσκησης ανακοπής

ερημοδικίας. Αν ο διάδικος δεν παρίσταται αυτοπροσώπως, πρέπει ο πληρεξούσιος

του όχι μόνο να νομιμοποιηθεί για την παράσταση του, αλλά και να επικαλεσθεί
και αποδείξει αυτή την ειδική πληρεξουσιότητα. (3) Επομένως, εάν δεν έγινε
νόμιμα παράσταση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τα
προαναφερθέντα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και κατ` αυτεπάγγελτη
έρευνα (ΑΠ 1183/1987 ό.π., ΑΠ 714/1987 ΝοΒ 35, 732, Εφ.ΑΘ.516/1994 ΕλΔνη
36.223, ΕφΑΘ 3776 και 6008/1992 σε περίληψη στην Δ 24.1269, ΕφΠειρ 1329/1989
ΕλΔνη 33.200, ΕφΑΘ 9429/1984 ΝοΒ 33.823, ΕφΘες. 613/1984 Αρμ. 39,311). (Γ)
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αρ. καταθ 65/19-5-2005 κλήση εισάγονται
με επιμέλεια της εκκαλούσας για συζήτηση α) η με αρ. καταθ. 111/2002 έφεσή
της κατά της με αρ. 242/1986 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω που
εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της εναγομένης και β) οι
ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο που φέρει αριθμό καταθέσεως 71/2004,
πρόσθετοι λόγοι αυτής οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την έφεση διότι
λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα που έχουν ως προς αυτή δεν νοείται
χωριστή συζήτηση αυτών (ΕφΘεσ 1590/2005 σε ΝΟΜΟΣ) Περαιτέρω από τα έγγραφα
της  δικογραφίας αποδεικνύονται τα εξής: (1) Με την εκκαλουμένη με αριθ.
242/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω που δημοσιεύθηκε την
21.5.1986 κατά την τακτική διαδικασία και ερήμην της εναγομένης κατά την
πρώτη συζήτηση έγινε δεκτή η με αριθ. εκθ. κατ. 122/1986 αγωγή της
εφεσίβλητου (2) Κατά της απόφασης αυτής, της οποίας δεν αποδεικνύεται επίδοση

με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης αλλ` ούτε και γίνεται επίκληση αυτής
(επίδοσης), η δικασθείσα ερήμην στον πρώτο βαθμό εναγομένη άσκησε την ένδικη
με αριθ. εκθ. κατ. 111/2002 έφεση της την 5-9-2002, δηλ. κατά την διάρκεια
της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω απόφασης (3) Δεν
αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε η εκκαλούσα την επικαλείται, ρητή παραίτηση της
από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ενώ η άσκηση της κρινόμενης
έφεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης
ανακοπής, αφού δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε η εκκαλούσα επικαλείται,
ειδική αντίστοιχη πληρεξουσιότητα του υπογράψαντος το δικόγραφο της έφεσης
της δικηγόρου. (4) Εξάλλου δεν προκύπτει ούτε εκ των υστέρων έγκριση, με
οποιονδήποτε τρόπο, εκ μέρους της εκκαλούσας της σιωπηράς αυτής παραίτησης,
αφού ειδικότερα και όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή
πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, η τελευταία δεν παρέστη αυτοπροσώπως,
ώστε να θεωρηθεί με τον διορισμό του παραστάντος κατά την συζήτηση δικηγόρου
τους, ότι εγκρίνουν την γενομένη ως άνω χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα
παραίτηση. Επομένως η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη (βλπ και ΕφΔωδ 70/2002),
όπως απαράδεκτοι είναι λόγω του παρακολουθηματικού των προς αυτήν χαρακτήρα,
και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής (Εφθεσ. 1590/2005 οπ.π, ΕφΑΘ 5547 2002 ΕλΔνη
2002.818). Ακολούθως πρέπει αυτές να απορριφθούν χωρίς την επιβολή δικαστικών

εξόδων

Για τους λόγους αυτούς
   
Συνεκδικάζει ερήμην της εφεσίβλητης την έφεση και τους πρόσθετους
λόγους αυτής κατά της 242/1986 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Και
   
Απορρίπτει αυτές ως απαράδεκτες.
   
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 21-8-2006, σε μυστική διάσκεψη και
δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου Δωδεκανήσου την 14-9-2006, σε
έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων
δικηγόρων τους, με παρούσα τη γραμματέα την Κυριακή Κυριακού, δικαστική
υπάλληλο του Εφετείου Δωδεκανήσου.

    Ο Πρόεδρος                                  Η Γραμματέας

Ρ.Κ.


Σχόλια