Αριθμός απόφασης: 22/2005 Τμήμα: Άρειος Πάγος: σε Τακτική Ολομέλεια Πρόεδρος: Γ. Κάπος Εισηγητής: Α. Μπρίλλης Η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ είναι και οι λόγοι της εφέσεως. Δεν συνιστά πλημμέλεια που εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή επανάκριαη κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Άρθρα: 4 παρ. 1, 20, 28 παρ. 1 Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (κυρ. ν.δ. 53/1974), 106 και 110παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit
Αριθμός απόφασης: 22/2005 Τμήμα: Άρειος Πάγος: σε Τακτική Ολομέλεια Πρόεδρος: Γ. Κάπος Εισηγητής: Α. Μπρίλλης
Η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις διατάξεις των.... άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ είναι και οι λόγοι της εφέσεως. Δεν συνιστά πλημμέλεια που εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή επανάκριαη κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Άρθρα: 4 παρ. 1, 20, 28 παρ. 1 Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (κυρ. ν.δ. 53/1974), 106 και 110παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4.11.1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ. 1 και 2, 509 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, σύμφωνα με διάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία αιτείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο. Ειδικότερα, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που, εκτός άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερου δικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή. Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει ωστόσο, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, την κατ’ εξαίρεση πρόβλεψη της δυνατότητας θέσεως σε κίνηση της διαδικασίας αυτεπάγγελτα από το δικαστή. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι, όμως, η ύπαρξη ενός αντικειμενικού, ουσιαστικού λόγου, όπως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης θέσης σε κίνηση της διαδικασίας χάριν του γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι και οι λόγοι της εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση που ο νόμος επιβάλλει την αυτεπάγγελτη έρευνα ενστάσεως, η οποία, άρα, μπορεί να ληφθεί και αυτεπαγγέλτως υπόψη ως λόγος εφέσεως, εφόσον το σχετικό με την ένσταση αυτή κεφάλαιο της υποθέσεως έχει μεταβιβασθεί με την έφεση στο Εφετείο. Στην περίπτωση αυτή εμπίπτει και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά του ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ΄ του ίδιου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως ..., ή εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νομίμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων επιδιώκεται η κατοχύρωση της ουδετερότητας του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί. Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει υπέρ των ν.π.δ.δ., έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εντεύθεν δε ευλόγως η πρόνοια του νομοθέτη του ν.δ. 496/1974 δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη στην επιμέλεια των οργάνων της διοικήσεως ή των νομικών παραστατών των ν.π.δ.δ. για πρόταση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Επίσης, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω εγγυήσεις. Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ΄ του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), αλλά όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο. Και τούτο διότι «περιουσία» κατά την ως άνω διάταξη αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτιμήσεως εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτιμήσεως έννομη σχέση του δανειστή του ν.π.δ.δ. δεν αποτελεί, λογικώς, το κατ’ ένσταση μόνο προβλητό της παραγραφής της απαιτήσεώς του.

Σχόλια